Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Κριστιάν Βιέρι

Ο Ιταλός κεντρικός επιθετικός Κριστιάν Βιέρι (Christian Vieri), γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1973, στη Μπολόνια. Ονομάστηκε στον κατάλογο «FIFA 100», με τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές στον Κόσμο το 2004, που συντάχθηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’) στο πλαίσιο των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Για αρκετά χρόνια, είχε θεωρηθεί ως ένας από τους Καλύτερους Επιθετικούς στην Ευρώπη και έγινε ο πιο Ακριβοπληρωμένος Παίκτης στον κόσμο το 1999, όταν η Ίντερ τον απέκτησε από τη Λάτσιο, καταβάλλοντας 43.000.000 € για τις υπηρεσίες του. Ένας πραγματικός γυρολόγος μιας και στο τέλος της καριέρας του, στο βιογραφικό του, περιλαμβανόταν το εκπληκτικό νούμερο των 15 ομάδων που αγωνίστηκε στη σταδιοδρομία του, κυρίως στην Ιταλία, αλλά και στην Ισπανία και τη Γαλλία. Ξεκίνησε την καριέρα του με την Τορίνο το 1991, αλλά οι πιο αξιοσημείωτες και επιτυχημένες θητείες του ήταν αυτές στη Γιουβέντους, την Ατλέτικο Μαδρίτης, τη Λάτσιο και την Ίντερ, συλλόγους με τους οποίους κέρδισε αρκετές διακρίσεις.


Παράλληλα με αυτούς τους τίτλους, κατά τη διάρκεια της καριέρας του, κέρδισε επίσης πολλές ατομικές διακρίσεις συμπεριλαμβανομένων των βραβείων «Troffeo Pichichi» και «Capocannoniere», του Κορυφαίου Σκόρερ στην Ισπανία και την Ιταλία αντίστοιχα, αλλά και του Καλύτερου Ιταλού Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς 2 φορές. Είναι ο Υυψηλότερος Σκόρερ της εθνικής Ιταλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο, μαζί με τον Ρομπέρτο Μπάτζιο (Roberto Baggio) και τον Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi), με 9 γκολ σε 9 αγώνες, στις διοργανώσεις του 1998 και του 2002.


Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αυστραλία στη δεκαετία του 1970 και έμενε στο Σίδνεϊ. Ο πατέρας του,  Ρομπέρτο, έπαιζε για τους Μαρκόνι Στάλιονς στη μακρινή Ήπειρο και από αυτόν κληρονόμησε το παρατσούκλι του «Μπόμπο» που κουβαλούσε σε όλη του την καριέρα, ενώ έλκει και γαλλικής καταγωγής μιας και η μητέρα του γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παρίσι! Κατά την παραμονή του στην Αυστραλία, ανέπτυξε μια αγάπη τόσο για το ποδόσφαιρο, όσο και το κρίκετ, ένα άθλημα που εξακολουθεί να παρακολουθεί μέχρι σήμερα. Έχει άλλωστε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι θα ήθελε να ήταν επαγγελματίας παίκτης του κρίκετ. Ο αδελφός του, Massimiliano Vieri, ήταν επίσης επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και ήταν Αυστραλός διεθνής το 2004. Ο Κριστιάν, έπαιξε στα τμήματα υποδομής των Μαρκόνι Στάλιονς, όταν ήταν παιδί, αλλά η οικογένειά του μετακόμισε στη συνέχεια πίσω στην Ιταλία. Έγινε επαγγελματίας στα 18 του, στην Τορίνο, αλλά χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να βγει στην επιφάνεια.


Ντεμπούτο στην ομάδα, έκανε στις 30 Οκτωβρίου του 1991, σκοράροντας το δεύτερο γκολ σε μια νίκη 2-0 για την Τορίνο εναντίον της Λάτσιο στο Κύπελλο Ιταλίας, υπό τον Εμιλιάνο Μοντόνικο (Emiliano Mondonico). Στις 15 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, έκανε το επίσημο ντεμπούτο του στη Serie A, μπαίνοντας ως αλλαγή στα τελευταία λεπτά της εντός έδρας νίκης με 2-0 επί της Φιορεντίνα και θα σκοράρει αργότερα το πρώτο του γκολ στο πρωτάθλημα, σε μια νίκη με 4-0 επί της Τζένοα. Θα κάνει το αγροτικό του, τη σεζόν 1992/93 στην Πίζα, σκοράροντας δύο γκολ σε 18 εμφανίσεις, θα βάλει 12 γκολ σε 32 εμφανίσεις με την φανέλα της Ραβένα, θα προσθέσει άλλα 11 σε 29 αγώνες με την Βενέτσια (όλες στη Serie B’) και τελικά θα βρεθεί στο Μπέργκαμο και την Αταλάντα, τη περίοδο 1995/96 στη Serie A’, θα σκοράρει 9 γκολ σε 21 εμφανίσεις και θα πλασαριστεί ως το νέο μεγάλο σέντερ φορ στην Ιταλία. Η τότε πρωταθλήτρια Ευρώπης Γιουβέντους, θα του δώσει την δυνατότητα να κάνει το μεγαλύτερο βήμα που ζητούσε στην καριέρα του και θα τον αποκτήσει το καλοκαίρι του 1996. Στην αρχή ανταποκρίνεται, γρήγορα όμως καταλαβαίνει τι σημαίνει να υπάρχουν και άλλοι σταρ γύρω του και αρχίζει κάποιες στιγμές να αντιδρά. Προλαβαίνει σε 23 παιχνίδια πρωταθλήματος να πετύχει 8 γκολ, συν 6 γκολ σε 10 αγώνες στην Ευρώπη, καθιστώντας τον από κοινού Πρώτο Σκόρερ για την Γιουβέντους εκείνη την σεζόν μαζί με τον Αλέν Μπόκσιτς (Alen Bokšić),  ενώ του ακυρώνεται και ένα δίχως λόγο, στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με την Ντόρτμουντ. Με την Γιουβέντους, έμελλε να πανηγυρίσει το πρώτο και το τελευταίο πρωτάθλημα της καριέρας του το 1997, όμως απομακρύνεται από τη «Γηραιά Κυρία», έστω κι αν αναγνωριζόταν η αξία του.


Η Ατλέτικο Μαδρίτης αποτελεί τον επόμενο σταθμό του, με την οποία τα πηγαίνει εξαιρετικά. Ο Ράντομιρ Άντιτς (Radomir Antić) βρίσκει το κουμπί του, ο Ζουνίνιο (Osvaldo Giroldo Júnior, “Juninho Paulista”) και ο Μίλινκο Πάντιτς (Milinko Pantić) τον βρίσκουν με κλειστά μάτια και ο Ιταλός φορ σκοράρει 24 γκολ σε 24 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα για την Ατλέτικο, κάτι που του χάρισε το «Troffeo Pichichi», ως Πρώτος Σκόρερ του πρωταθλήματος και τελείωσε τη σεζόν με 29 γκολ από 32 εμφανίσεις! Ένα από αυτά και ίσως το πιο εντυπωσιακό, το πετυχαίνει κόντρα στον ΠΑΟΚ, για το Κύπελλο UEFA, στο «Βιθέντε Καλντερόν», όταν εκμεταλλεύεται λάθος του Νίκου Μιχόπουλου και σκοράρει από πλάγια θέση και με την μπάλα να είναι στην γραμμή του άουτ, σε ελάχιστα απόσταση από το σημαιάκι του κόρνερ. Είναι ο λατρεμένος των «ρονχιμπλάνκος», όμως ο Βιέρι το είχε σε κακό να παραμείνει για παραπάνω από έναν χρόνο σε μία ομάδα.


Η Λάτσιο του Σέρτζιο Κρανιότι (Sergio Cragnotti) μπαίνει δυναμικά στην μεταγραφική αγορά και τον επαναπατρίζει. Τα περίπου 13 εκατομμύρια ευρώ που ξοδεύονται για την μεταγραφή του δημιουργούν ερωτηματικά και κυρίως έριδες. Στην Ρώμη, τις επόμενες ημέρες, ένας οπαδός της Ρόμα θα βρεθεί νεκρός στις ράγες του σιδηροδρόμου και στο γράμμα που είχε αφήσει, σημείωνε πως στην πράξη αυτή τον οδήγησε η αδικία για τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για έναν ποδοσφαιριστή. Τον Κριστιάν Βιέρι. Ο Ιταλός επιθετικός, εξηγεί όμως πως: «ουδέποτε με ενδιέφεραν τόσο τα χρήματα. Εγώ από μικρός ήθελα να παίξω ποδόσφαιρο στην Serie A. Δεν μπορώ να καταλάβω τον ντόρο που γίνεται. Δεν είναι δική μου δουλειά αυτή». Είχε μια επιτυχημένη σεζόν, σκοράροντας 14 γκολ σε 28 εμφανίσεις και φυσικά ο τραπεζικός του λογαριασμός φούσκωσε και ακόμη περισσότερο μάλιστα, καθώς με την Λάτσιο κατακτά το κύπελλο Κυπελλούχων.


Κι αν η Λάτσιο ξόδεψε πολλά για να τον αποκτήσει, η Ίντερ κάνει Παγκόσμιο Ρεκόρ για να τον αποκτήσει! Οι Λατσιάλι δεν έμειναν απολύτως ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις του, αλλά κυρίως και από την συμπεριφορά του. Ο κόσμος της Λάτσιο τον αγαπάει, αλλά ξαφνικά κάποιοι αρχίζουν να τον αντιπαθούν. Κυρίως όταν προκύπτει το ενδιαφέρον της Ίντερ. Οι «νερατζούρι» πληρώνουν περίπου 43 εκατομμύρια ευρώ, το 1999 για να τον αποκτήσουν, γίνονται η 9η ομάδα στην 9ετή, μέχρι τότε, σεζόν του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής (!) και  το θαύμα γίνεται! Ο Κριστιάν Βιέρι, μένει στην Ίντερ για 6 χρόνια! Είναι ο μόνος σύλλογος που θα παίξει για περισσότερο από μία σεζόν, περνώντας από πολλές φάσεις πάντως. Εκτίμησης, αμφισβήτησης, αποθέωσης αλλά και ξεφωνητών. Έγινε το κομβικό σημείο της επίθεσης και σημείωσε 22 γκολ σε 25 παιχνίδια στη σεζόν 2001/02, καθώς η Ίντερ έχασε στο τίτλο μετά την ήττα την τελευταία αγωνιστική από τη Λάτσιο.


Την επόμενη σεζόν, ήταν ο «Capocannoniere»  της Serie A μετά από τα 24 γκολ σε 23 εμφανίσεις. Επιπλέον, σκόραρε 3 γκολ στο Τσάμπιονς Λιγκ, σχηματίζοντας μια εξαιρετική συνεργασία με τον Ερνάν Κρέσπο (Hernán Crespo). Σημείωσε τα 2 γκολ της Ίντερ στη νίκη στον προημιτελικό επί της Βαλένθια, αλλά μετά τραυματίστηκε. Στην σούμα, το κοντέρ γράφει 143 παιχνίδια και 103 γκολ! Εντυπωσιακό αν μη τι άλλο! Συνεργάζεται καλά με σπουδαίους ποδοσφαιριστές, όπως ο Ρονάλντο (Ronaldo Luís Nazário de Lima). Δεν καταφέρνει όμως να πάρει πρωτάθλημα με τους «νερατζούρι». Με τον Βραζιλιάνο γίνονται και εξαιρετικοί φίλοι. Σε βαθμό τέτοιο, που ξημερώματα σχεδόν, είτε επέστρεφαν, είτε… έβγαιναν για νυχτερινές εξορμήσεις στο Μιλάνο. Το ομολόγησε χωρίς αν είναι μετανιωμένος ο Κριστιάν Βιέρι μερικά χρόνια αργότερα. «Έτυχε να πάμε σε προπονήσει μη έχοντας κοιμηθεί καθόλου ή όντας πιωμένοι»! λέει με κυνικότητα. Αυτά δεν άντεχε ο Έκτορ Ραούλ Κούπερ (Héctor Raúl Cúper) και τους έστελνε συχνά σπίτι τους, ενώ ο Αλμπέρτο Τζακερόνι (Alberto Zaccheroni) προσπαθούσε να ισορροπήσει καλύτερα την κατάσταση.


Από το καλοκαίρι του 2006, όταν και οριστικοποιείται η αποχώρηση του από το Μιλάνο κι ενώ προηγουμένως έχει φορέσει για έναν χρόνο τη φανέλα της Μίλαν πραγματοποιώντας μια μάλλον μέτρια χρονιά (8 γκολ), αρχίζει η μεγάλη κατρακύλα. Στην Μονακό, πήγε ώστε να κερδίσει μια θέση στο ρόστερ της «σκουάντρα ατζούρα» για την Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Ωστόσο, υπέστη ένα σοβαρό τραυματισμό, ο οποίος απαιτούσε εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση, αποκλείοντας και το ενδεχόμενο να παίξει στο τρίτο του συνεχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο. Συνέχισε στην Αταλάντα, παίζοντας υπό το βάρος των αποδοκιμασιών μεγάλης μερίδας κόσμου που δεν είχε ξεχάσει ότι είχε φύγει για την Γιουβέντους, αλλά και για κάποιες δηλώσεις που είχε κάνει, ενώ την περίοδο 2007/08 έμοιαζε να αναγεννάται στην Φιορεντίνα, όπου ερχόταν συνήθως από τον πάγκο. Κατάφερε πάντως να έχει 26 συμμετοχές και 8 γκολ. Κατάφερε να φορέσει και την φανέλα της Σαμπντόρια, για δύο όμως μόνο μήνες, καθώς πήγε Ιούνιο και έφυγε Αύγουστο (!) πριν μετακομίσει και πάλι για το Μπέργκαμο και την Αταλάντα, τη περίοδο 2008/09. Πώς έφυγε από εκεί; Δίνει ο ίδιος την εξήγηση. «Δεν είχα πια όρεξη για ποδόσφαιρο. Πολύς κόσμος δεν με γούσταρε και να πω την αλήθεια, δεν τους γούσταρα ούτε εγώ. Πρόβλημα δεν έχω, οπότε… αντίο». Κάπως έτσι έκλεισε μία καριέρα γεμάτη μίση, πάθη, έριδες και καταστάσεις των άκρων, ανακοινώνοντας την αποχώρησή του από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, στις 20 Οκτωβρίου του 2009.





Σκόραρε 23 γκολ σε 49 διεθνείς αγώνες για την Ιταλία και έπαιξε για τη χώρα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, σκοράροντας 5 φορές και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, σκοράροντας 4 φορές, ενώ συμμετείχε στο λιγότερο επιτυχημένο Euro του 2004 και δεν ήταν μέλος των αποστολών στο Euro του 2000 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 λόγω τραυματισμού. Γενικά θεωρείται ως ο Μεγαλύτερος Καθαρόαιμος Ιταλός Επιθετικός της πρώτης δεκαετίας του 21ου Αιώνα, παρά τον ισχυρό ανταγωνισμό και είναι ένας από τους πιο Παραγωγικός Ιταλούς Σκόρερ στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι εμφανίσεις σε συνολικά 9 αγώνες, στα Παγκόσμια Κύπελλα το 1998 και το 2002, συνοδεύτηκαν από 9 τέρματα, καθιστώντας τον έναν από τους πιο Φοβερούς Στράικερ σε αυτά τα τουρνουά μαζί με τον Ρονάλντο και τον Μίροσλαβ Κλόζε (Miroslav Klose), ενώ είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ της «σκουάντρα ατζούρα» στα Παγκόσμια Κύπελλα, μαζί με τον Ρομπέρτο ​​Μπάτζιο (Roberto Baggio) και τον Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi). Ονομάστηκε στον κατάλογο «FIFA 100», με τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές στον Κόσμο το 2004, που συντάχθηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’) στο πλαίσιο των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Παράλληλα με τον Φραντσέσκο Γκρατσιάνι (Francesco Graziani), είναι ο 9ος Υψηλότερος Σκόρερ Όλων των Εποχών για την εθνική Ιταλίας.


Έκανε τη πρώτη του διεθνή συμμετοχή κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996/97, μετά από κάποιες εντυπωσιακές παρουσίες του για την Γιουβέντους. Σκόραρε το πρώτο του γκολ για την Ιταλία, στο παιχνίδι εκτός έδρας εναντίον της Ρωσίας, στα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Στη τελική φάση του τουρνουά στη Γαλλία, δημιούργησε μια εξαιρετική συνεργασία με τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, ανοίγοντας το σκορ εναντίον της Χιλής με την βοήθειά του. Σκόραρε ακόμη 3 τέρματα εναντίον του Καμερούν και της Αυστρίας κατά τη διάρκεια της φάσης των ομίλων και σημείωσε το μοναδικό γκολ της Ιταλίας στο γύρο των 16, εναντίον της Νορβηγίας. Ευστόχησε στο 4ο πέναλτι στη διαδικασία στον προημιτελικό κατά της Γαλλίας, αλλά ο Λουίτζι ντι Μπιάτζιο (Luigi Di Biagio) έχασε το 5ο και η Ιταλία αποκλείστηκε. Ο προημιτελικός εναντίον της Γαλλίας, ήταν το μόνο παιχνίδι του τουρνουά στο οποίο δεν σκόραρε.

Δεν ήταν στην αποστολή για το Euro του 2000, μετά από υποτροπή ενός παλιού τραύματος στο μηρό, που υπέστη κατά την διάρκεια ενός αγώνα πλέι-οφ για την 4η θέση, εναντίον της Πάρμα στο τέλος της σεζόν 1999-2000, ύστερα από μια σύγκρουση του με τον Τζιανλουίτζι Μπουφόν (Gianluigi Buffon), ο οποίος επίσης, λόγω αυτού του περιστατικού, δεν θα συμμετάσχει στο τουρνουά. Η Ιταλία έπαιξε με τον Βιέρι ως κύριο επιθετικό στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, πετυχαίνοντας ένα εντυπωσιακό 4 γκολ σε 4 παιχνίδια. Σημείωσε το γκολ στο εναρκτήριο παιχνίδι εναντίον του Ισημερινού και σκόραρε το μοναδικό γκολ της Ιταλίας στην ήττα 1-2 από την Κροατία, παρά το γεγονός ότι ακόμη ένα γκολ του προηγουμένως, εσφαλμένα είχε ακυρωθεί για οφσάιντ. Στον γύρο των 16, στον αγώνα εναντίον της Νότιας Κορέας, άνοιξε το σκορ στο 18ο λεπτό, σκοράροντας με δυνατή κεφαλιά, ύστερα από σέντρα του Φραντσέσκο Τότι (Francesco Totti). Η Ιταλία οδήγησε το παιχνίδι έως ότου οι Κορεάτες ισοφάρισαν δύο λεπτά πριν το τέλος. Μόλις ένα λεπτό αργότερα, έχασε ένα «εύκολο» γκολ που θα έβαζε την Ιταλία μπροστά. Τελικά αποκλείστηκαν μετά από ένα Χρυσό Γκολ (Ξαφνικός Θάνατος). Το μόνο παιχνίδι στο οποίο δεν κατάφερε να βρει δίχτυα, ήταν στην ισοπαλία 1-1 εναντίον του Μέξικο.


Ήταν και πάλι ο κύριος επιθετικός στο απογοητευτικό για την Ιταλία, Euro του 2004. Αυτή τη φορά δεν τα πήγε τόσο καλά, αφού δεν κατάφερε να σημειώσει γκολ, καθώς η Ιταλία αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της διοργάνωσης που τέθηκαν ερωτηματικά για το αν έπρεπε ή όχι να είναι βασικός, με τον ίδιο να απαντά στους επικριτές του στον ιταλικό Τύπο, δηλώνοντας ότι ήταν περισσότερο άντρας από οποιοδήποτε άλλον, σε μια από τις πλέον διαβόητες συνέντευξεις Τύπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Euro του 2004, περνούσε μια ιδιαίτερα οδυνηρή περίοδο της ζωής του, όταν αποκαλύφθηκε ότι τον κατασκόπευαν από δική του ομάδα, την Ίντερ και την Telecom Italia μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη του συλλόγου Μάσιμο Μοράτι. Τον Σεπτέμβριο του 2012, η Ίντερ και η Telecom Italia διατάχθηκαν από δικαστήριο του Μιλάνου για να πληρώσουν στον Κριστιάν Βιέρι, αποζημίωση ύψους € 1 εκατομμυρίου ευρώ για αυτήν την περίπτωση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Η μεγαλύτερη απογοήτευση συνέβη όταν έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, μετά από ένα σοβαρό τραυματισμό μηνίσκου στο γόνατο σε αγώνα της γαλλικής Ligue 1 εναντίον της Παρί Σεν Ζερμέν στις 26 Μαρτίου του 2006. Παρά το γεγονός ότι δεν θα ήταν αναγκαστικά βασικός για την εθνική ομάδα του Μαρσέλο Λίπι (Marcello Lippi), ο ίδιος ο Λίπι παραδέχθηκε ότι θα τον καλούσε αν ήταν σε φόρμα. Έπαιξε σε τρία τουρνουά, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει κάποιο μετάλλιο σε κανένα από αυτά, λείποντας και από το Euro του 2000, που η Ιταλία ήταν φιναλίστ, αλλά και από το ένδοξο  Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006.


Ο Κριστιάν Βιέρι ήταν ένας πλήρης, γρήγορος, παραγωγικός και ευκαιριακός επιθετικός, με έντονο το ένστικτο για το γκολ. Λόγω της αξιοσημείωτης ικανότητάς του στην επίτευξη τερμάτων, θεωρείται από ειδήμονες του ποδοσφαίρου ως ένας από τους Μεγαλύτερους Ιταλούς Στράικερ Όλων των Εποχών και ένας από τους Κορυφαίους Επιθετικούς της γενιάς του. Στην ακμή του, το μοναδικό και εξόχως επιθετικό στυλ παιχνιδιού του, που αναμείγνυε επιβλητικότητα με ρυθμό και μια στέρεη τεχνική, τον οδήγησε σε συγκρίσεις με τον μυθικό Λουίτζι Ρίβα (Luigi Riva), καθώς και στο να κερδίσει το παρατσούκλι «Il Toro» (Ο Ταύρος). Παρά την ικανότητα στο σκοράρισμα, ήταν επίσης επιρρεπής σε τραυματισμούς σε ολόκληρη την καριέρα του, κάτι το οποίο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το ρυθμό, τη αθλητικότητα και την κινητικότητα του κατά τα επόμενα χρόνια. Ήταν κατά κύριο λόγο Αριστεροπόδαρος, αν και ήταν σε θέση να σκοράρει και με τα δύο πόδια, καθώς και με το κεφάλι του, αλλά και από βολέ. Έχει συχνά περιγραφεί ως ένας μεγάλος, ντεμοντέ κεντρικός επιθετικός, λόγω της ισχυρής φυσικής παρουσίας του και της εξαιρετικής εναέριας ικανότητας.  Είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ στα τέρματα που επιτεύχθηκαν με το κεφάλι στην ιστορία του Ιταλικού ποδοσφαίρου. Παρά το γεγονός ότι κατά κύριο λόγο ήταν ένας φουνταριστός επιθετικός για επίτευξη γκολ, ήταν επίσης σε θέση να παρέχει ασίστ στους συμπαίκτες του, κάτι το οποίο βοηθήθηκε από την ικανότητά του να χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να κρατήσει την μπάλα και να παίξει με την πλάτη στο τέρμα, προκειμένου να συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία της επίθεσης. Αν και ήταν κυρίως μια μεγάλη απειλή εντός περιοχής, διέθετε ένα ακριβές και δυνατό σουτ από απόσταση, καθώς και από μέσα στην περιοχή, ενώ υπήρξε και  σπεσιαλίστας στα πέναλτι.


Είτε έπαιζε, είτε δεν έπαιζε, ήταν μια προσωπικότητα για ακραία πράγματα. Απασχόλησε συχνά τον Τύπο με την εξωαγωνιστική του συμπεριφορά. Δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τους δημοσιογράφους, ενώ αντίθετα ήταν εξαιρετικός στις σχέσεις του με τα μοντέλα! Από το κρεβάτι του πέρασαν γνωστές Ιταλίδες όπως η Ελίζαμπετα Κάναλις, η Ντέμπορα Σαλβαλάτζιο, η Μελίσα Σάτα και αρκετές ακόμη. Είναι μακριά η λίστα με έναν όρο όμως για όλες. Καμία δεν θα του φορούσε στεφάνι! Φανατικός εργένης, επέμενε να μην θέλει να παντρευτεί και τέτοιος παραμένει μέχρι σήμερα. Χρήματα έχει. Στο ποδόσφαιρο έφτασε κοντά να ξαναγυρίσει όταν είχε κάποιες απίθανες προτάσεις από Βραζιλία, Κατάρ ή Χόνγκ Κονγκ, όμως το ξανασκέφτηκε.


Σήμερα, είναι ένας εκ των κύριων μετόχων της εταιρίας ρούχων Sweet Years που εδρεύει στο Μιλάνο. Ο έτερος μεγαλομέτοχος είναι ο εξαιρετικός του φίλος και παλαίμαχος παίκτης της Μίλαν, ο Πάολο Μαλντίνι (Paolo Maldini)! Το ντουέτο κατέχει επίσης μια σειρά από εστιατόρια στην πόλη του Μιλάνου. Ένας άλλος στενός φίλος του είναι η νυν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής Αλεσάντρο Μάτρι (Alessandro Matri), με τον οποίο κάνει συχνά  διακοπές στην Ισπανία, μαζί με άλλους φίλους. Ξεκίνησε επίσης μια άλλη μάρκα ειδών ένδυσης (Baci & Abbracci) με τον στενό του φίλο και ποδοσφαιριστή Κριστιάν Μπρόκι (Cristian Brocchi) και το μοντέλο Αλένα Σερεντόβα. Είναι φανατικός παίκτης του πόκερ και περνάει αρκετές ημέρες του χρόνου στις Η.Π.Α. και κυρίως στο Λας Βέγκας, όπου παίρνει μέρος σε γνωστούς αγώνες πόκερ. «Είναι εντελώς διαφορετικό από την μπάλα. Στο ποδόσφαιρο χρειάζεται ορμή. Στο πόκερ, ρίσκο, σκέψη, υπολογισμός. Αλλά τα καταφέρνω. Εκτός από το Βέγκας, όπου ο πελάτης έχει μόνο χασούρα…», ομολόγησε μετά από έναν … ακόμη γύρο.


Αγαπημένος του προορισμός δηλώνει πάντοτε ότι είναι η Ντίσνεϊλαντ των Η.Π.Α. «Μου είναι αδύνατον να φανταστώ ότι δεν θα πάω τουλάχιστον μία ή δύο φορές εκεί τον χρόνο» έχει πει σε συνέντευξή του. Έχει «χτυπήσει» 24 tattoo στο σώμα του, χωρίς όπως δηλώνει, να ξέρει το λόγο, αλλά ούτε και τι σημαίνουν τα διάφορα κινεζικά ιδεογράμματα! Διαθέτει μία γκρι Πόρσε και αρκετά ακόμη αυτοκίνητα. Ο ίδιος πάντως λέει ότι ευχαριστιέται να κινείται ειδικά στην πόλη με την βέσπα του. Του αρέσει η πολυτέλεια, αλλά δεν τρελαίνεται κιόλας. Έτσι λέει τουλάχιστον! Συχνά-πυκνά έχει προκαλέσει εντός αγωνιστικού χώρου. Όχι μόνο αντιπάλους ή συμπαίκτες αλλά και τους οπαδούς. Είτε της δικής του ομάδας, είτε και των άλλων. Γινόταν πολύ συχνά θέμα συζήτησης στην Ιταλία για τις χειρονομίες που έκανε εναντίον οπαδών και οι οποίες όχι σπάνια του στοίχιζαν με κάρτες αλλά και με… άφθονο βρίσιμο.


Ο ίδιος πάντως είναι ιδιαίτερα αθυρόστομος. Την … κοινή ιταλική λέξη «stronzo» ή το «fuck» τα φέρνει στο στόμα του ανά τακτά χρονικό διαστήματα. Το άσχημο γι’ αυτόν είναι πως το ίδιο έκανε και σε κάποιες τηλεοπτικές του τοποθετήσεις! Η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα για τον Κριστιάν. Δεν είναι παντρεμένος, όμως τους δικούς του ανθρώπους τους έχει πάντοτε από κοντά. Έμενε μάλιστα για μεγάλο διάστημα σε μία φάρμα στην Φλωρεντία μαζί με τους γονείς του.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1987/88: Marconi Stallions Football Club
  • ·         1989/90: Santa Lucia
  • ·         1989/90: Associazione Calcio Prato
  • ·         1990/91: Torino Football Club

 Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1991/92: Torino Football Club, 7 (1)
  • ·         1992/93: Associazione Calcio Pisa 1909, 18 (2)
  • ·         1993/94: Ravenna Football Club, 32 (12)
  • ·         1994/95: Venezia Football Club, 29 (11)
  • ·         1995/96: Atalanta Bergamasca Calcio, 21 (9)
  • ·         1996/97: Juventus Football Club, 23 (8)
  • ·         1997/98: Club Atlético de Madrid, 24 (24)
  • ·         1998/99: Società Sportiva Lazio, 22 (12)
  • ·         1999–2005: Football Club Internazionale Milano, 143 (103)
  • ·         2005/06: Associazione Calcio Milan, 8 (1)
  • ·         2006: Association Sportive de Monaco Football Club, 7 (3)
  • ·         2006: Unione Calcio Sampdoria, 0 (0)
  • ·         2006/07: Atalanta Bergamasca Calcio, 7 (2)
  • ·         2007/08: Associazione Calcio Firenze Fiorentina, 26          (6)
  • ·         2008/09: Atalanta Bergamasca Calcio, 9 (2)

Σύνολο καριέρας: 374 (194)

Διεθνής

  • ·         1992–1996: Εθνική Ελπίδων Ιταλίας, 22 (11)
  • ·         1997–2006: Ιταλία, 49 (23)

Τίτλοι

Με τη Torino
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1992/93

Με τη Juventus
  • ·         Ευρωπαϊκό  Super Cup: 1996
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1996
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1996/97

Με τη Lazio
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 1998
  • ·         Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 1998/99

Με την Inter
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2004/05

Διεθνείς

Με την Ιταλία
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Νέων: 1994

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πρώτος Σκόρερ Ισπανικού Πρωταθλήματος (Pichichi Trophy): 1997/98
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς από την Ευρωπαϊκή Ένωση Αθλητικού Τύπου: 2 (1997/98, 2002/03)
  • ·         2ος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1998
  • ·         Πολυτιμότερος Παίκτης (MVP) Τελικού Κυπέλλου Κυπελλούχων: 1999
  • ·         Παίκτης της Χρονιάς για την ιταλική Serie A: 1999
  • ·         Παίκτης της Χρονιάς για την Ιταλία: 2 (1999, 2002)
  • ·         Μέλος Επιλέκτων FIFA: 1999
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Ιταλικού Πρωταθλήματος: 2002/03
  • ·         Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • ·         Στους 100 Καλύτερους Ποδοσφαιριστές Όλων των Εποχών από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»

ΠΗΓΗ: cobrasports.gr