Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Νίκος Λυμπερόπουλος

Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός Νίκος Λυμπερόπουλος, γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1975, στα Φιλιατρά της Μεσσηνίας. Διάσημος για την αίσθηση του γκολ, το σουτ του, την έμφυτη ικανότητά του στο παιχνίδι και τις τεχνικές του δεξιότητες, υπήρξε ένας μοναδικός παίκτης στην ελληνική ποδοσφαιρική σκηνή, καθώς λατρεύτηκε από τους οπαδούς και των δύο μεγάλων συλλόγων που αγωνίστηκε, του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ. Είναι ο πιο προικισμένος Έλληνας ποδοσφαιριστής και ίσως ο πιο αδικημένος από πλευράς τίτλων,  στη σύγχρονη εποχή (1995 και εντεύθεν) του ελληνικού ποδοσφαίρου! Είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που κατατάσσεται στην πρώτη δεκάδα των Σκόρερ Όλων Των Εποχών ΚΑΙ για τις δύο αυτές ομάδες. Μετά από 7 σεζόν στον Παναθηναϊκό, σκόραρε 103 γκολ, ενώ τον Μάιο του 2012, έφτασε το ορόσημο των 100 τερμάτων για την ΑΕΚ, καθιστώντας τον τον Μοναδικό Παίκτη στην ιστορία που έχει σημειώσει από 100 γκολ για τις δύο μεγάλες αθηναϊκές ομάδες.


Έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην Εράνη Φιλιατρών με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα της Ε.Π.Σ. Μεσσηνίας. Αγωνίστηκε στη Δ΄ Εθνική, κατακτώντας το πρωτάθλημα του ομίλου, προβιβαζόμενος  στη Γ΄ Εθνική. Στη συνέχεια μεταγράφηκε στην Καλαμάτα, με την οποία ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Στη «Μαύρη Θύελλα» ήρθε τον Ιανουάριο του 1994 και την αμέσως επόμενη χρονιά κατάφερε να κερδίσει θέση βασικού, συμβάλλοντας αποφασιστικά ώστε να έρθει η άνοδος στην Κορυφαία ελληνική κατηγορία. Στα μεγάλα σαλόνια θα αναδειχθεί στον φυσικό ηγέτη της Καλαμάτας την πρώτη δύσκολη χρονιά και με 7 γκολ θα κερδίσει τον τίτλο του πρώτου σκόρερ. Μάλιστα σαν ποδοσφαιριστής της ασπρόμαυρης ομάδας θα κάνει ντεμπούτο και στην Εθνική ομάδα την ίδια χρονιά, σε φιλικό παιχνίδι με το Ισραήλ.


Παράλληλα, αγωνιζόταν στις εθνικές ομάδες Νέων και Ελπίδων. Το καλοκαίρι του 1996 και μετά από μεγάλη μάχη με την ΑΕΚ του Τροχανά, ο Παναθηναϊκός θα βγει νικητής στη μάχη για την απόκτησή του. Το ακριβές ποσό που δαπανήθηκε δεν έγινε δημόσια γνωστό, ωστόσο οι τότε πληροφορίες έκαναν λόγο για 100 εκατομμύρια δραχμές. Στην Παιανία στην αρχή θα δυσκολευτεί αρκετά, αλλά με το πέρασμα των χρόνων θα εξελιχθεί σε ποδοσφαιριστή… βαρόμετρο για τη συνολική απόδοση των «πράσινων», που έμειναν όμως 8 ολόκληρα χρόνια χωρίς πρωτάθλημα λόγω της παντοδυναμίας του Ολυμπιακού του Σωκράτη Κόκκαλη. Τη περίοδο 2002/03, θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στην Α’ Εθνική αλλά δεν θα καταφέρει γι’ άλλη μία φορά να αναδειχθεί πρωταθλητής, με τους «πράσινους» να χάνουν τον τίτλο εξαιτίας της ήττας με 0-3 στο περίφημο ντέρμπι της Ριζούπολης.


Η ανανέωση του συμβολαίου του το καλοκαίρι του 2003 εξελίσσεται σε ένα κανονικό… σήριαλ. Τελικά το «τριφύλι» δεν του κάνει καν πρόταση κι έτσι, μετά από 186 συμμετοχές σε αγώνες πρωταθλήματος και 72 τέρματα, μετακομίζει στην ΑΕΚ, όπου γίνεται πλέον το σημείο αναφοράς, διαθέτοντας και ωριμότητα στο παιχνίδι του. Στην Ένωση το 2007 θα γράψει ιστορία, πετυχαίνοντας κόντρα στη Λιλ τι νικητήριο γκολ της πρώτης επιτυχίας της στη φάση των ομίλων. Στις 13 Ιουλίου του 2008, μετά από πέντε χρόνια στην Ένωση, με απολογισμό 141 συμμετοχές και 67 τέρματα στο πρωτάθλημα, στα 33 του χρόνια και εμφανώς αποκαρδιωμένος από την «υπόθεση Βάλνερ» που του στέρησε την ευκαιρία να αναδειχθεί πρωταθλητής, θα πάρει την απόφαση να παίξει ποδόσφαιρο στο εξωτερικό και η ΑΕΚ δεν θα αρνηθεί την πρόταση της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, όπου επίσης θα διαπρέψει, κατακτώντας το απαιτητικό κοινό του γερμανικού συλλόγου, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο.  Έκανε το ντεμπούτο του στη γερμανική Μπουντεσλίγκα εναντίον της Χέρτα Βερολίνου στις 17 Αυγούστου του 2008 και σκόραρε το πρώτο του γκολ εναντίον της Μάιντς. Στην πρώτη του περίοδο εκεί αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας με 9 τέρματα στο πρωτάθλημα και 1 στο κύπελλο Γερμανίας, αφήνοντας και εκεί το στίγμα του. Αγωνίστηκε σε 55 αγώνες σκοράροντας 13 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις.


Επέστρεψε στη πατρίδα, στις 2 Ιουνίου του 2010, υπογράφοντας μονοετές συμβόλαιο στην ΑΕΚ, στην οποία παρέμεινε ακόμη μία περίοδο, μέχρι το 2012, όταν και αποφάσισε να εγκαταλείψει την ενεργό δράση. Το 2011, θα αποκατασταθεί μία μεγάλη ποδοσφαιρική αδικία, καθώς θα καταφέρει επιτέλους να κερδίσει έναν συλλογικό τίτλο, το Κύπελλο Ελλάδος. Σε 410 συμμετοχές στην Α’ Εθνική και στη Σούπερ Λιγκ πέτυχε 167 γκολ, σκοράροντας ταυτόχρονα σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις. Βρήκε 10 φορές δίχτυα στη Γερμανία, 3 στο Τσάμπιονς Λιγκ, 2 στο Γιουρόπα Λιγκ, 3 στο Κύπελλο UEFA (που πλέον δεν υφίσταται σαν διοργάνωση) και 34 στο Κύπελλο Ελλάδας, τον μοναδικό συλλογικό τίτλο που κατέκτησε. Το 2003, με τον Παναθηναϊκό και το 2007, με την ΑΕΚ, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος. Τον Δεκέμβριο του 2007 ψηφίστηκε από τον Π.Σ.Α.Π. ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της περιόδου 2006/07.


Υπήρξε βασικό στέλεχος και της Εθνικής Ελπίδων που έλαβε μέρος στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ελπίδων (Κ-21) το 1998, εναντίον της Ισπανίας. Το 1997, στην Τεχεράνη, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου Ενόπλων αυτής της χρονιάς, πετυχαίνοντας το νικητήριο τέρμα του τελικού, ενώ αναδείχθηκε και Πρώτος Σκόρερ της ελληνικής ομάδας.


Στις 24 Ιανουαρίου του 1996 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την Εθνική Ανδρών, στην εντός έδρας φιλική αναμέτρηση εναντίον του Ισραήλ (2-1), ενώ σημείωσε το πρώτο του τέρμα στις 15 Οκτωβρίου του 1998 απέναντι στη Γεωργία (3-0). Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν στις επιλογές του Ότο Ρεχάγκελ (Otto Rehhagel) για το Euro του 2004, o ρόλος του ήταν καθοριστικός στην πορεία της Ελλάδας προς το Euro του 2008, καθώς στην προκριματική φάση σημείωσε καθοριστικά τέρματα στους αγώνες εναντίον της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης (3-2), της Μολδαβίας εντός (2-1) και εκτός έδρας (0-1), με αποτέλεσμα ο Γερμανός προπονητής να τον συμπεριλάβει στην αποστολή για την τελική φάση της διοργάνωσης, όπου αγωνίστηκε σε έναν αγώνα, αυτόν εναντίον της Ρωσίας.


Υπήρξε βασικό στέλεχος της εθνικής Ελλάδος έως το 2009, όταν αποφάσισε να αποχωρήσει. Τον Οκτώβριο του 2010, όμως επέστρεψε όταν κλήθηκε ξανά από τον νέο ομοσπονδιακό προπονητή Φερνάντο Σάντος (Fernando Manuel Fernandes da Costa Santos). Η τελευταία του συμμετοχή ήταν στον αγώνα των προημιτελικών για το Euro του 2012 εναντίον της Γερμανίας, ενώ το τελευταίο του τέρμα σημειώθηκε σε φιλικό αγώνα απέναντι στην Ουγγαρία. Με την εθνική Ελλάδος πέτυχε 13 τέρματα σε 76 συνολικά εμφανίσεις, καταλαμβάνοντας έτσι τη 10η θέση στον σχετικό πίνακα με τους σκόρερ όλων των εποχών.


Το καλοκαίρι του 2013 ανακοινώθηκε η πρόσληψή του ως τεχνικός διευθυντής στην ΑΕΚ, θέση από την οποία αποχώρησε τον Ιούνιο του 2014. Τον Δεκέμβριο του 2016 ανακοινώθηκε η συνεργασία του με τον Παναθηναϊκό, αναλαμβάνοντας τη θέση του τεχνικού διευθυντή, επιστρέφοντας στους "πράσινους" έπειτα από 13,5 χρόνια. Στις 23 Ιουνίου του 2017, υπέβαλε την παραίτησή του.






PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • •1991-1994: Αθλητικός και Ποδοσφαιρικός Σύλλογος "Η Εράνη" Φιλιατρών, 53 (33)
  • •1994-1996: Ποδοσφαιρικός Σύλλογος "Η Καλαμάτα", 78 (20)
  • •1996-2003: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 186 (72)
  • •2003-2008: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 141 (67)
  • •2008-2010: Eintracht Frankfurt, 50 (10)
  • •2010-2012: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 53 (17)
Σύνολο καριέρας:  561 (219)

Διεθνής 

  • •1996-2012: Ελλάδα, 76 (13)

Τίτλοι 

Συλλογικοί

Με την Εράνη Φιλιατρών 
  • •Πρωτάθλημα Α΄ κατηγορίας Ε.Π.Σ. Μεσσηνίας: 1991 
  • •Πρωτάθλημα Δ΄ Εθνικής Ελλάδος: 1993

Με τη Καλαμάτα
  • •Πρωτάθλημα Β΄ Εθνικής Ελλάδος: 1995

Με την ΑΕΚ
  • •Κύπελλο  Ελλάδας: 2010/11

Διεθνείς 

Με την Εθνική Ενόπλων της Ελλάδας
  • •Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου Ενόπλων 1997

Προσωπικές Διακρίσεις

  • •Πρώτος σκόρερ Α΄ Εθνικής: 2 (2002-03, 2006-07)
  • •Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ελλάδα από τους Συντάκτες Αθλητικού Τύπου: 2007

Ορισμένα στοιχεία από το notosport.eleftheriaonline.gr και η  παραπομπή του κειμένου στο  contra.gr