Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Ζοζέ Αλταφίνι

Ο Ιταλο-Βραζιλιάνος κεντρικός επιθετικός Ζοζέ Αλταφίνι (José João Altafini), γεννήθηκε στις 24 Ιουλίου του 1938, στη Πιρασικάμπα, μια πόλη στη πολιτεία του Σάο Πάουλο. Είναι επίσης γνωστός ως «Mazzola» (Ματσόλα) στη Βραζιλία, λόγω του ότι όταν ξεκίνησε να παίζει, διαπιστώθηκε ότι έμοιαζε φυσιογνωμικά με τον Ιταλό μύθο Βαλεντίνο Ματσόλα (Valentino Mazzola). Αν και ξεκίνησε την καριέρα του με την Παλμέιρας στη Βραζιλία, σύντομα μετακόμισε για να παίξει ποδόσφαιρο στην Ιταλία και κυρίως για την πολύ επιτυχημένη θητεία του με την Μίλαν, με την οποία κατέκτησε πολλούς εθνικούς και διεθνείς τίτλους. Αργότερα, έπαιξε για Νάπολι και τη Γιουβέντους, πριν τερματίσει τη καριέρα του στην Ελβετία με θητείες στη Κιασό και τη Μεντρίσιοσταρ. Ένας εξαιρετικά παραγωγικός σκόρερ, κατείχε το ρεκόρ για τα Περισσότερα Γκολ σε μια διοργάνωση Κυπέλλου Πρωταθλητριών για πάνω από 50 χρόνια. Είναι επίσης ένας από τους μόλις 8 παίκτες που έχουν σκοράρει 5 γκολ σε ένα μόνο αγώνα για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Είναι, από κοινού με τον Τζιουζέπε Μεάτσα (Giuseppe Meazza), ο 4ος Υψηλότερος Σκόρερ στην ιστορία της ιταλικής Serie A με 216 γκολ, ενώ κατέχει επίσης το ρεκόρ του Νεότερου Παίκτη στην Serie A που σκόραρε 100 γκολ. Σε διεθνές επίπεδο, εκπροσώπησε τόσο τη Βραζιλία, όσο και την Ιταλία. Ήταν μέλος της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 και αργότερα εκπροσώπησε την Ιταλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962.


Θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους και πιο ολοκληρωμένους στράικερ της γενιάς του και ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Μίλαν! Εκτός από το ρυθμό του και τις φυσικές του ικανότητες, διακρίθηκε για την ευφυΐα του την εξαιρετική  τεχνική του κατάρτιση, το ταλέντο και την ικανότητα στη ντρίμπλα, τη  δύναμη, την ορμή, το πείσμα, ενώ ήταν καλός και με τα δύο πόδια, αλλά και στο ψηλό παιχνίδι. Ένας διαρκής πονοκέφαλος για οποιοδήποτε αμυντικό. Ήταν ο ορισμός του κλασσικού σέντερ φορ, ο αντιπροσωπευτικός τύπος του κυνηγού κρούσεως που ήξερε να ενθουσιάζει τα πλήθη! Σήμερα είναι γνωστός και αρκετά δημοφιλής σχολιαστής στην ιταλική τηλεόραση.


Γεννημένος στη Πιρασικάμπα, μια πόλη με μεγάλη ιταλική κοινότητα, καταγόταν από οικογένεια της εργατικής τάξης ιταλικής καταγωγής. Γιος του Τζοακίνο Αλταφίνι (Gioacchino Altafini), εργάτη σε βιομηχανία ζάχαρης και της Μαρία Μαρκεσόνι (Maria Marchesoni), μιας γυναίκας που εργαζόταν ως υπηρέτρια για μια πλούσια οικογένεια. Ήταν αυτή που του επέτρεψε αργότερα να πάρει την ιταλική υπηκοότητα.  Άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο σε ηλικία 16 ετών, στα εφηβικά τμήματα της XV de Novembro Sporting Club. Τότε ήταν που του κόλλησαν το παρατσούκλι «Mazola», λόγω της φυσικής ομοιότητά του με το θρυλικό Ιταλό μεσοεπιθετικό Βαλεντίνο Ματσόλα (Valentino Mazzola). Στα  17 του, άρχισε να παίζει για την εφηβική ομάδα του συλλόγου της ιταλικής κοινότητας στη Βραζιλία, τη μεγάλη Παλμέιρας, αρχικά ως μεσοεπιθετικός ή εξτρέμ, προτού μετακινηθεί στη θέση του σέντερ φορ.


Αγωνίστηκε  για πρώτη φορά με τη Παλμέιρας, στις 29  Ιανουαρίου του 1956, σκοράροντας στο ντεμπούτο του, για να γίνει ο νεότερος σκόρερ για τον σύλλογο, στην ηλικία των 17 ετών, ένα ρεκόρ που στέκεται ακόμα και σήμερα! Έπαιξε για τη βραζιλιάνικη ομάδα για 2 σεζόν (1956 και 1957), σκοράροντας 32 γκολ σε 63 αγώνες πρωταθλήματος και συνολικά 89 γκολ σε 114 αγώνες, συμπεριλαμβανομένων ημιεπίσημων και φιλικών αγώνων. Η αναλογία 0,74 γκολ ανά παιχνίδι είναι ο 5ος καλύτερος μέσος όρος για παίκτη της Παλμέιρας. Στις 9 Ιουνίου του 1957, σκόραρε και τα 5 γκολ στη νίκη  5-0 επί της Νοροέστε, το οποίο είναι επίσης ένα ρεκόρ συλλόγου για τα περισσότερα γκολ από ένα μόνο παίκτη σε έναν αγώνα της! Στις 6 Μαρτίου του 1958, σκόραρε δύο γκολ σε ένα ιστορικό αγώνα κατά της θρυλικής Σάντος του Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”), του Πέπε (José Macia, “Pepe”) και του Ζίτο (José Ely de Miranda, “Zito”), για το Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο. Ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του αγώνα, ο οποίος έληξε με νίκη 7-6 για τη Σάντος, παρά τα γκολ του.


Ξεκίνησε την καριέρα του στην Ιταλία με την Μίλαν το 1958, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Σουηδία. Τον είχαν δει οι άνθρωποι της κατά τη διάρκεια ορισμένων φιλικών προετοιμασίας της Βραζιλίας για το επερχόμενο τουρνουά, στην Ιταλία εναντίον της Ίντερ και της Φιορεντίνα. Αποκτήθηκε από την ιταλική ομάδα πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Σουηδία για 135 εκατομμύρια λιρέτες. Έκανε το  ντεμπούτο στις 21 Σεπτεμβρίου  του 1958, στην ηλικία των 20 ετών και στην πρώτη του σεζόν 1958/59, έπαιξε 32 παιχνίδια και σκόραρε 28 γκολ, κατακτώντας τον τίτλο της  Serie A. Σημείωσε επίσης 4 γκολ σε 4 εμφανίσεις για το Κύπελλο Ιταλίας εκείνη την σεζόν, τελειώνοντας με συνολικά 32 γκολ σε 36 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις. Το πρώτο του γκολ στο πρωτάθλημα, ήρθε στις 5 Οκτωβρίου, σε μια νίκη επί της Μπάρι. Ήταν ο Πρώτος Σκόρερ στο Κύπελλο Ιταλίας του 1960/61 με 4 γκολ, αν και η Μίλαν δεν κατάφερε να περάσει στο δεύτερο γύρο. Στις 27 Μαρτίου του 1960, σημείωσε 4 γκολ στο ντέρμπι του Μιλάνου εναντίον της Ίντερ, στη νίκη με 5-3.


Κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, η Μίλαν τερμάτισε στη 3η και 2η θέση, ο Αλταφίνι όμως συνέχισε να σκοράρει τουλάχιστον 20 γκολ. Στις 12 Νοεμβρίου του 1961, σημείωσε επίσης 4 τέρματα εναντίον της Γιουβέντους, καθώς η Μίλαν κατέκτησε τον τίτλο της Serie A της περιόδου 1961/62, κατά την οποία αναδείχθηκε Πρώτος Σκόρερ, με 22 γκολ σε 33 παιχνίδια, μαζί με τον Αουρέλιο Μιλάνι (Aurelio Milani). Στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1963, σκόραρε και τα δύο γκολ εναντίον της Μπενφίκα (2-1), εξασφαλίζοντας το πρώτο ευρωπαϊκό θρίαμβο της Μίλαν. Ήταν ο Πρώτος Σκόρερ της διοργάνωσης με ένα ρεκόρ 14 γκολ, το οποίο έσπασε μόνο κατά τη διάρκεια της σεζόν 2013/14 από τον Κριστιάνο Ρονάλντο (Christiano Ronaldo), ο οποίος σημείωσε 17 γκολ! Στη νίκη με 5-0 επί της Ουνιόν στο Λουξεμβούργο, κατάφερε να σκοράρει και τα 5 γκολ του αγώνα, ένα ρεκόρ που μοιράζεται με άλλους 8 ποδοσφαιριστές, συμπεριλαμβανομένου του Λιονέλ Μέσι (Lionel Messi).


Η Μίλαν, ηττήθηκε στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1963 με 1-0 από τη Σάντος του Πελέ σε ένα play-off αγώνα μετά από την ισοπαλία 6-6 στο σύνολο των 2 κυρίως αγώνων, σκοράροντας ένα γκολ στο δεύτερο παιχνίδι, στην ήττα με 2-4. Οι εμφανίσεις του, τον οδήγησαν υποψήφιο για τη Χρυσή Μπάλα το 1963 και το 1964, διαγωνισμό στον οποίο τερμάτισε στην 11η και 16η θέση αντίστοιχα. Οι εμφανίσεις του ήταν πιο περιορισμένες κατά τη διάρκεια των επόμενων σεζόν στο σύλλογο, καθώς η Μίλαν δεν κατέκτησε κάποιο τίτλο, τερματίζοντας στη 2η θέση πίσω από την Ίντερ κατά τη διάρκεια της περιόδου 1964/65. Κατά τη διάρκεια της επταετίας του στη Μίλαν, κατέκτησε 2 τίτλους Serie A και το Κύπελλο Πρωταθλητριών  του 1963, καθώς και τα βραβεία του Κορυφαίου Σκόρερ στην Serie A και το Κύπελλο Ιταλίας.


Το 1965, εντάχθηκε στη Νάπολι, δημιουργώντας ένα τρομερό δίδυμο με τον Ιταλο-Αργεντίνο Ομάρ Σίβορι (Omar Sívori). Παρέμεινε στο σύλλογο για 7 χρόνια, μέχρι το 1972. Την 31η Δεκεμβρίου του 1967, σε μια εντός έδρας ισοπαλία 2-2 με την Τορίνο, σκόραρε ένα ακροβατικό γκολ με ανάποδο ψαλίδι, ένα «golaço» (γκολάρα) που τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στους οπαδούς της Νάπολι. Κατά την παραμονή του στους «παρτενοπέι», τους βοήθησε να κοντράρουν στα ίσια τις παραδοσιακές ιταλικές δυνάμεις για τον τίτλο, οδηγώντας τους στη καλύτερη θέση της μέχρι τότε ιστορίας τους, τη 2η τη σεζόν  1967/68, πίσω από τη Μίλαν και τελειώνοντας ως ο 2ος Υψηλότερος Σκόρερ στη Serie A εκείνη την περίοδο. Την βοήθησε επίσης να τερματίσει στην 3η θέση το 1966 και το 1971, ενώ έφτασε και στον τελικό του ιταλικού Κυπέλλου το 1971/72, όπου ηττήθηκε 0-2 από τη Μίλαν.  Παρά το ρόλο του στην ιστορία του συλλόγου, κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Νάπολι, το μόνο που κατάφερε να κερδίσει ήταν ένα μικρό τρόπαιο, το Κύπελλο Άλπεων, κατά την περίοδο 1966/67.
 
Με τον Ομάρ Σίβορι, δεξιά, στη Νάπολι
Στη συνέχεια εντάχθηκε στη Γιουβέντους μαζί με τον τερματοφύλακα-μύθο, Ντίνο Τζοφ (Dino Zoff), παρά την προχωρημένη ηλικία του! Αγωνίστηκε κυρίως ως αναπληρωματικός παίζοντας όμως καθοριστικό ρόλο με τα γκολ του στην προσπάθεια της να κατακτήσει 2 τίτλους Serie A κατά τη διάρκεια των σεζόν 1972/73 και 1974/75. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1972/73, η Γιουβέντους ήταν έναν βαθμό πίσω από τη Μίλαν, στη κορυφή της βαθμολογίας, πριν από τον τελευταίο της αγώνα στη σεζόν εναντίον της Ρόμα. Η Γιούβε ήταν πίσω στο ημίχρονο, αλλά ο Αλταφίνι σημείωσε το κρίσιμο γκολ της ισοφάρισης (το 9ο της σεζόν), πριν ο Αντονέλο Κουκουρέντου (Antonello Cuccureddu) σκοράρει το νικητήριο στα τέλη του αγώνα. Η Μίλαν ηττήθηκε στη Βερόνα, με αποτέλεσμα η «Κυρία» να κατακτήσει τον τίτλο. Άλλη μια από τις πιο αξιοσημείωτες στιγμές του κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Γιουβέντους, ήταν το γκολ του εναντίον της Νάπολι, κατά τη διάρκεια της σεζόν 1974/75, στην ηλικία των 37 ετών.
 
Με τον Ντίνο Τζοφ
Πριν από τον αγώνα, η Γιουβέντους ήταν στη πρώτη θέση, δύο βαθμούς μπροστά από την Νάπολι. Ήρθε από τον πάγκο λίγα λεπτά πριν από το τέλος του αγώνα, σκοράροντας το νικητήριο γκολ του αγώνα στο 88ο λεπτό, βοηθώντας τη Γιουβέντους στη νίκη με 2-1, η οποία της επέτρεψε να αυξήσει τη διαφορά και να κερδίσει τον τίτλο. Σκόραρε 8 γκολ σε 20 εμφανίσεις εκείνη την σεζόν. Επίσης, βοήθησε την Γιουβέντους να φτάσει σε ένα τελικό του ιταλικού Κυπέλλου και στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1973, σκοράροντας ένα γκολ στα προημιτελικά εναντίον της Ουίπεστ και δύο γκολ στο ημιτελικό εναντίον της Ντέρμπι Κάουντι. Η Γιουβέντους έχασε το τρεμπλ, χάνοντας τους 2 τελικούς, παρά τον τίτλο του 1973. Ηττήθηκαν από τη Μίλαν στον τελικό του ιταλικού Κυπέλλου, στα πέναλτι, ενώ ηττήθηκαν από Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1973/74, η Γιουβέντους έμεινε χωρίς τίτλο, αν και σημείωσε 7 γκολ σε 21 εμφανίσεις, ενώ στη τελευταία του σεζόν, έκανε μόνο 10 εμφανίσεις, με τη Γιουβέντους να τερματίζει στην 2η θέση, πίσω από την Τορίνο. Αποφάσισε να αφήσει τη Serie A μετά από 18 σεζόν στην Ιταλία.


Μέχρι τη στιγμή που έφυγε από τη Γιουβέντους, στην ηλικία των 38 ετών, το 1976, είχε παίξει 459 παιχνίδια στη Serie A και είχε σημειώσει 216 γκολ, παρόλο που είχε σημειώσει τα περισσότερα από αυτά στις αρχές της καριέρας του. Σκόραρε μόνο 53 γκολ τις 8 τελευταίες σεζόν του στην Ιταλία, ενώ είχε σκοράρει 134 στις πρώτες  του 8. Αυτή τη στιγμή είναι ο 4ος  Υψηλότερος Σκόρερ Όλων Των Εποχών στην Serie A, μαζί με τον Τζιουζέπε Μεάτσα (Giuseppe Meazza) και πίσω μόνο από τον Σίλβιο Πιόλα (Silvio Piola), τον Φραντσέσκο Τότι (Francesco Totti) και τον Γκούναρ Νόρνταλ (Nils Gunnar Nordahl)! Κατέχει επίσης το 2ο  Υψηλότερο Αριθμό Εμφανίσεων στη Serie A από ένα μη-Ιταλό γεννημένο παίκτη, πίσω από τον Ξαβιέ Ζανέτι (Javier Zanetti). Μετά την αναχώρηση από την Ιταλία, το 1976, έπαιξε για 4 χρόνια στην Ελβετία για την Κιασό, στη Β’ Κατηγορία, κερδίζοντας την άνοδο χάρη στα γκολ του, σκοράροντας 14 σε 26 παιχνίδια πρωταθλήματος στην πρώτη του σεζόν. Αργότερα έπαιξε για τη Μεντρίσιοσταρ, μια άλλη ομάδα στην ελβετική Β’ Κατηγορία, πριν από τη απόσυρσή του, στην ηλικία των 42 ετών,  το 1980, μετά από 25 σεζόν επαγγελματικής ποδοσφαιρικής  σταδιοδρομίας ! Σε 568 αγώνες στην καριέρα του (οι 52 στα Κύπελλα Ευρώπης) σημείωσε 208 γκολ.
 
Ο Πελέ αριστερά και ο Ζοζέ Αλταφίνι, τα νεότερα μέλη της βραζιλιάνικης ομάδας στη Σουηδία
Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του για τη Βραζιλία στην ηλικία των 18 ετών και 327 ημερών, στις 16 Ιουνίου του 1957, σκοράροντας στο ντεμπούτο του, σε μια φιλική νίκη 3-0 επί της Πορτογαλίας. Στις 7 και 10 Ιουλίου του 1957, βοήθησε τη Βραζιλία να κερδίσει το Κόπα Ρόκα με αντίπαλο την Αργεντινή, σκοράροντας ένα γκολ. Ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 στη Σουηδία, όντας το δεύτερο νεότερο μέλος της ομάδας μετά τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”). Σκόραρε 2 γκολ στον εναρκτήριο αγώνα της ομάδας εναντίον της Αυστρίας, στις 8 Ιουνίου, αλλά τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου αγώνα της ομάδας εναντίον της Αγγλίας, η οποία έληξε με ισοπαλία 0-0 και έχασε τον τελευταίο αγώνα της ομάδας, στους ομίλους.  Επέστρεψε στον προημιτελικό εναντίον της Ουαλίας, στις 19 Ιουνίου του 1958, στο Γκέτεμποργκ, βοηθώντας τον Πελέ να σκοράρει το μοναδικό γκολ του αγώνα, με αυτό να είναι και το τελευταίο του παιχνίδι για τη «σελεσάο», αφού αντικαταστάθηκε από τον Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto, “Vava”) για τον ημιτελικό και τον τελικό, από τον προπονητή Βιθέντε Φεόλα (Vicente Feola).  Συνολικά, έκανε 8 εμφανίσεις για την εθνική Βραζιλίας, σκοράροντας 4 γκολ.

Ο Ντίντι, ο Αλταφίνι, ο Πελέ και ο Πέπε, το 1958 στη Σουηδία

Εξ αιτίας της ιταλικής καταγωγής της μητέρας του, πολιτογραφήθηκε Ιταλός, κάνοντας το ντεμπούτο του για την Ιταλία στις 15 Οκτωβρίου του 1961, σε αγώνα μπαράζ εναντίον του Ισραήλ για μια θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, σκοράροντας στη νίκη με 4-2 στο Ραμάτ Γκαν. Πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο, σκόραρε δύο γκολ στις φιλικές νίκες επί της Γαλλίας και του Βελγίου. Έπαιξε στα δύο πρώτα παιχνίδια της ομάδας του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, εναντίον της  Δυτικής Γερμανίας και της Χιλής, με την Ιταλία να αποκλείεται από τον πρώτο γύρο. Αν και ήταν μόλις στα 24 του χρόνια, δεν θα λάβει ποτέ άλλη κλήση για την ιταλικά εθνική ομάδα, ύστερα από το απογοητευτικό αυτό Παγκόσμιο Κύπελλο, ενώ ο ίδιος είχε επικριθεί σε όλο το τουρνουά για την αποφυγή προκλήσεων και την επίδειξη ατομισμού! Έκανε 6 εμφανίσεις για την Ιταλία, σκοράροντας 5 γκολ, ανεβάζοντας τις συνολικές διεθνείς παρουσίες του σε 14 εμφανίσεις με 9 γκολ.


Ο Ζοζέ Αλταφίνι θεωρείται ως ένας από τους Καλύτερους Επιθετικούς της γενιάς του, υπήρξε ένας πλήρης επιθετικός, με καλές δεξιότητες, ιδιαίτερα ταχύς και με αίσθηση του γκολ, ο οποίος ήταν εξαιρετικά ευέλικτος και σωματικά δυνατός. Εκτός από το ρυθμό του και φυσικές ικανότητες, ήταν προικισμένος με εξαιρετικό έλεγχο, τεχνική κατάρτιση ταλέντο, και τρομερή ικανότητα στη ντρίμπλα, ενώ ήταν επίσης ένας πολύ δημιουργικός παίκτης, αφού ξεκίνησε την καριέρα του ως επιθετικός μέσος ή εξτρέμ, πριν περάσει σε έναν πιο προσβλητικό ρόλο ως κεντρικός επιθετικός. Έκανε μεγάλο όνομα ως ένας άκρως παραγωγικός σκόρερ σε όλη του την καριέρα, λόγω του δυνατού και ακριβούς σουτ, αλλά και την ικανότητά του να δημιουργεί επιθέσεις, της τακτικής ευφυΐας του και του ενστικτώδους οπορτουνισμού μέσα στην περιοχή του πέναλτι.
 
Με τον Τζιοβάνι Τραπατόνι, αριστερά
Όταν εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο εργάστηκε ως σχολιαστής της Ιταλικής τηλεόρασης. Εργάζεται  για το «SKY Italia», σχολιάζοντας παράλληλα και από το ραδιόφωνο. Ως αυθεντία, είναι δημοφιλής και γνωστός στην Ιταλία για την επινόηση της έκφρασης «golaço» (έχει την έννοια αυτού που στη καθομιλουμένη Νεοελληνική λέμε «Γκολάρα») κάθε φορά που σημειώνεται ένα αξιοσημείωτο γκολ!



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1956–1958: Sociedade Esportiva Palmeiras, 114 (89)
  • ·         1958–1965: Associazione Calcio Milan, 205 (120)
  • ·         1965–1972: Società Sportiva Calcio Napoli, 180 (71)
  • ·         1972–1976: Juventus Football Club, 74 (25)
  • ·         1976–1979: Football Club Chiasso, 60 (18)
  • ·         1979/80: Football Club Mendrisiostar, 20 (11)

Σύνολο καριέρας: 653 (334)

Διεθνής

  • ·         1957/58: Βραζιλία, 8 (4)
  • ·         1961/62: Ιταλία, 6 (5)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Milan
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 2 (1958/59, 1961/62)
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών : 1962/63

Με τη Napoli
  • ·         Coppa delle Alpi: 1966

 Με τη Juventus
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 2 (1972/73, 1974/75)

Διεθνείς

Με τη Βραζιλία
  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 1958

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πρώτος Σκόρερ Ιταλικού Πρωταθλήματος: 1961/62
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου Πρωταθλητριών: 1962/63
  • ·         Μέλος του Hall of Fame της A.C. Milan