Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Γκιόργκι Ασπαρούχοφ

Ο Βούλγαρος κεντρικός επιθετικός Γκιόργκι Ασπαρούχοφ (Georgi Rangelov Asparuhov), γεννήθηκε στις 4 Μαΐου του 1943, στη γειτονία Ρεντούτα της Σόφιας. Με το παρατσούκλι «Gundi», θεωρείται μεταξύ των Κορυφαίων Βούλγαρων Ποδοσφαιριστών Όλων των Εποχών. Ο πιο παραγωγικός επιθετικός της γενιάς του, ήταν γνωστός για την εκτελεστική του δεινότητα, την τεχνική του κατάρτιση και την τακτική ικανότητα. Ψηφίστηκε ως ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής της Βουλγαρίας για τον 20ο Αιώνα, μπροστά από το Χρίστο Στόιτσκοφ (Hristo Stoichkov). Γρήγορος, με εξαιρετικά σωματικά προσόντα (1,86 μ.) και ιδιαίτερα αποτελεσματικός, έγραψε ιστορία στο ποδόσφαιρο της γειτονικής χώρας με τα χρώματα της Λέφσκι, ήταν επίσης υποψήφιος το 1965 για το βραβείο της Χρυσής Μπάλας, ως Καλύτερος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς, τερματίζοντας 8ος στην τελική κατάταξη. Όλ’ αυτά μέχρι το 1971, όταν στα 28 του χρόνια, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα!


Ξεκίνησε από τα παιδικά και στη συνέχεια, στα εφηβικά τμήματα της Λέφσκι, κατακτώντας το πρωτάθλημα με τους εφήβους το 1960 και το 1961. Το 1960, όταν έγινε δεκτός στην πρώτη ομάδα των "Μπλε" της Σόφιας, ήταν μόλις 17 ετών. Έκανε το ντεμπούτο του εναντίον της Λοκομοτίβ Σόφιας, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1960 και σημείωσε το πρώτο του γκολ, μια βδομάδα αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, εναντίον της Μπότεφ στο Πλόβντιβ (1-1). Από την άνοιξη του 1962 έως το φθινόπωρο του 1963, αγωνίστηκε για την Μπότεφ, υπηρετώντας την στρατιωτική του θητεία. Κατέκτησε μαζί της το Κύπελλο Βουλγαρίας του 1962 και ήταν φιναλίστ στον τελικό του 1963. Μετά την επιστροφή του στη Λέφσκι, κέρδισε 3 πρωταθλήματα, το 1965, το 1968 και το 1970 και 3 Κύπελλα Βουλγαρίας το 1967, το 1970 και το 1971. Ο  τελευταίος του αγώνας στο πρωτάθλημα, ήταν στις 28 Ιουνίου του 1971, εναντίον της ΤΣ.Σ.ΚΑ Σόφιας (1-0) και το τελευταίο του γκολ, στις 13 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, εναντίον της Ετάρ στο Βέλικο Τάρνοβο (1-1).


Έπαιξε σε 245 αγώνες πρωταθλήματος, (199 για τη Λέφσκι και 45 για τη Μπότεφ), σκοράροντας 150 γκολ, (125 για τη Λέφσκι και 25 για τη Μπότεφ). Έχει λάβει μέρος σε 35 παιχνίδια για το Κύπελλο Βουλγαρίας (27 για τη Λέφσκι και 8 για τη Μπότεφ), σκοράροντας 20 γκολ (16 για τη Λέφσκι και 4 για τη Μπότεφ). Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1964/65,  σκόραρε 27 γκολ για τη Λέφσκι, αναδεικνυόμενος Κορυφαίος Σκόρερ στη χώρα για αυτή τη σεζόν. Το  1965, κέρδισε τους τίτλους του Καλύτερου Αθλητή και Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς στη Βουλγαρία. Την ίδια χρονιά, ήταν στην 8η θέση της κατάταξης του γαλλικού περιοδικού «France Football» για το βραβείο της Χρυσής Μπάλας ως Καλύτερου Ευρωπαίου Ποδοσφαιριστή.


Μερικοί από τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, εξέφρασαν τον ενδιαφέρον για την απόκτησή του. Την περίοδο 1965/66, στο πλαίσιο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Λέφσκι έπαιξε με τη Μπενφίκα του Εουσέμπιο (Eusébio da Silva Ferreira). Όταν η Μπενφίκα απέκλεισε τη  Λέφσκι μετά από 2 σκληρούς αγώνες (3-2 και 2-2), με τον Ασπαρούχοφ να έχει σκοράρει τα 3 από τα 4 γκολ της Λέφσκι, όντας ο πρώτος παίκτης που σκόραρε 2 γκολ στο Ντα Λουζ, το γήπεδο της Μπενφίκα, οι Πορτογάλοι  πίεσαν για την απόκτησή του, αλλά η κομμουνιστική κυβέρνηση της Βουλγαρίας δεν επέτρεψε την μεταγραφή! Είχε προσκληθεί να μεταγραφεί στην Μίλαν, μετά τους ευρωπαϊκούς αγώνες εναντίον της το 1967, όταν βρισκόταν με την σύζυγό του στην Ιταλία, αλλά και αυτή η προσφορά απορρίφθηκε, συνοδευόμενη με ένα από τα πιο διάσημα αποσπάσματα του βουλγαρικού ποδοσφαίρου: «Υπάρχει μια χώρα, η Βουλγαρία και εκεί υπάρχει ένας σύλλογος που ονομάζεται Λέφσκι. Ίσως δεν έχετε ακούσει για αυτόν, αλλά εγώ εκεί γεννήθηκα και εκεί θα πεθάνω!»


Ο «Γκούντι» έχει 23 παιχνίδια για τις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις (18 για τη Λέφσκι - 12 για το Κύπελλο Πρωταθλητριών και 6 για το Κυπελλούχων- και 5 αγώνες για τη Μπότεφ στο Κυπελλούχων) και σημείωσε 19 γκολ (12 για τη Λέφσκι -8 στο Πρωταθλητριών και 4 στο Κυπελλούχων και 7 γκολ για τη Μπότεφ στο Κυπελλούχων).



Για την εθνική ομάδα της Βουλγαρίας, έκανε ντεμπούτο στις 6 Μαΐου του 1962, εναντίον της Αυστρίας στη Βιέννη, στην ήττα με 0-2. Αγωνίστηκε συνολικά σε 50 αγώνες και πέτυχε 19 γκολ (18 παιχνίδια και 11 γκολ ήταν για τα προκριματικά Παγκοσμίων Κυπέλλων). Είναι ο μόνος Βούλγαρος που σκόραρε εναντίον της ομάδας της Αγγλίας στο Στάδιο Γουέμπλεϊ (1-1), όταν η Αγγλία ήταν Παγκόσμια Πρωταθλήτρια! Έχουν σκοράρει και ο Ντίμιταρ Μιλάνοφ (Dimitar Milanov) με τον Γκεόργκι Ντιμιτρόφ (Georgi Dimitrov) το 1956, αλλά εναντίον της Ολυμπιακής ομάδας της Μεγάλης Βρετανίας. Το γκολ έχει αξιολογηθεί ως ένα αριστούργημα και παραμένει σε περίοπτη θέση στην ιστορία του βουλγάρικου ποδοσφαίρου! Ο Ασπαρούχοφ πήρε την μπάλα σε εναέρια διεκδίκηση στη μεσαία γραμμή, με μια ντρίμπλα άδειασε τρεις Άγγλους και στη συνέχεια σκόραρε.


Έπαιξε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα. Στη Χιλή, το 1962 σε 1 αγώνα, στην Αγγλία, το 1966 σε 3 παιχνίδια και 1 γκολ και το Μέξικο, το 1970 σε 3 παιχνίδια. Στη Χιλή, ήταν ο νεαρότερος παίκτης (19 ετών) στην εθνική ομάδα της Βουλγαρίας στον αγώνα κατά της Ουγγαρίας (1-6). Τέσσερα χρόνια αργότερα στην Αγγλία, σημείωσε το μοναδικό γκολ της Βουλγαρίας και πάλι κατά της Ουγγαρίας (1-3). Αξέχαστοι αγώνες του παραμένουν, το 1962 με την Πορτογαλία (3-1), το 1963, πάλι με την Πορτογαλία (1-0), το 1965, με το Βέλγιο (3-0 και 2-1 -καθοριστικός αγώνας, όπου σημείωσε και τα δύο γκολ δίνοντας την πρόκριση για τους τελικούς στην Αγγλία), το 1967 με τη Σουηδία (3-0), το 1967 με την Πορτογαλία (1-0) και το 1968 με την Ιταλία (3-2). Ο τελευταίος του διεθνής  αγώνας ήταν στις 12 Ιουνίου του 1970, με το Μαρόκο στην Λεόν (1-1), για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970. Οι συνολικοί του, συλλογικοί και διεθνείς, επίσημοι αγώνες ήταν 388 και τα γκολ του 231.


Ο Γκιόργκι Ασπαρούχοφ, σκοτώθηκε στα 28 του χρόνια, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μαζί με τον συμπαίκτη του Νικόλα Κοτκόφ (Nikola Kotkov), ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα στο βουλγαρικό ποδόσφαιρο, στις 30 Ιουνίου του 1971, κοντά στη Βίτινια, στη Στάρα Πλάνινα. Στην κηδεία του, παραβρέθηκαν 550.000 άτομα. Το 1999 ονομάστηκε μετά θάνατον ως Ο Καλύτερος Παίκτης της Βουλγαρίας για τον 20ο Αιώνα. Το γήπεδο της Λέφσκι στη Σόφια, πήρε το όνομά του προς τιμήν του και ανεγέρθηκε ένα μνημείο στον περίβολό του.


Στις 21 Μαΐου  του 2014, με διάταγμα του Προέδρου Ρόσεν Πλεβνέλιεφ, του απονεμήθηκε μετά θάνατον το βραβείο "Stara Planina", πρώτου βαθμού για την εξαιρετική απόδοσή του στον τομέα του αθλητισμού.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • ·         Professional Football Club Levski Sofia

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1959–1961: Professional Football Club Levski Sofia, 23 (7)
  • ·         1961–1963: Professional Football Club Botev Plovdiv, 47 (25)
  • ·         1963–1971: Professional Football Club Levski Sofia, 176 (118)

Σύνολο καριέρας: 246 (150) για το Πρωτάθλημα και 326 (209) Συνολικά

Διεθνής

  • ·         1961–1971: Βουλγαρία, 50 (19)

Τίτλοι

  • ·         Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 3 (1965, 1968, 1970)
  • ·         Κύπελλο Βουλγαρίας: 4 (1962, 1967, 1970, 1971)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πρώτος Σκόρερ Βουλγαρικού Πρωταθλήματος: 1964/65 με 27 γκολ
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου Πρωταθλητριών: 1962/63
  • ·         Καλύτερος Αθλητής για την Βουλγαρία: 1965
  • ·         Καλύτερος Ποδοσφαιριστής για την Βουλγαρία: 1965
  • ·         Καλύτερος Βούλγαρος Ποδοσφαιριστής για τον 20ο Αιώνα
  • ·         Χρυσή Μπάλα: 8η θέση το 1965
  • ·         Στην 40η θέση από την FIFA για Καλύτερος Παίκτης Όλων των Εποχών.