Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Γκρέιαμ Σούνες

Ο Σκωτσέζος κεντρικός μέσος και αργότερα προπονητής, Γκρέιαμ Σούνες (Graeme James Souness), γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1953, στο Σότον, μια περιοχή κοντά στο Εδιμβούργο. Υπήρξε ο αρχηγός της επιτυχημένης ομάδας της Λίβερπουλ της δεκαετίας του 1980, ενώ διετέλεσε παίκτης-προπονητής στη μεγάλη του αγάπη, τη Ρέιντζερς στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όπως και αρχηγός της εθνικής ομάδας της Σκωτίας. Έπαιξε επίσης για την Τότεναμ, τη Μίντλεσμπρο και τη Σαμπντόρια. Ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής, με έντονη προσωπικότητα, οξυδερκής, με άψογη τεχνική κατάρτιση και φοβερή ακρίβεια στις μπαλιές του, θεωρείται ένας από τους Κορυφαίους Παίκτες που εμφανίστηκαν στα ευρωπαϊκά  γήπεδα. Η προπονητική του καριέρα, ξεκίνησε όταν ανέλαβε παίκτης-προπονητής στη Ρέιντζερς, οδηγώντας τη σε 3 τίτλους πρωταθλητή και στη κατάκτηση 4 Κυπέλλων Σκωτίας, πριν αναλάβει τη Λίβερπουλ ως προπονητής. Αργότερα, οδήγησε προπονητικά τη Γαλατασαράι, τη Σαουθάμπτον, τη Τορίνο, τη Μπενφίκα, τη Μπλάκμπερν και τη Νιούκαστλ.


Η μεγάλες ποδοσφαιρικές του αγάπες ήταν η Χαρτς και η Ρέιντζερς και τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα τα έκανε στην τοπική ομάδα Νόρθ Μέρκιστον. Το 1968, σε ηλικία 15 ετών θα κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα στην καριέρα του και θα υπογράψει στην Τότεναμ, ως μαθητευόμενος με προπονητή τον Μπίλι Νίκολσον (Bill Nicholson). Στα «σπιρούνια» όμως δεν πήρε τις ευκαιρίες που περίμενε. Είχε μόνο μια εμφάνιση και αυτήν ως αλλαγή στο Κύπελλο UEFA. Το 1972, πέρασε τον Ατλαντικό για να αγωνιστεί στο καναδικό πρωτάθλημα με την φανέλα της Μόντρεαλ Ολίμπικ, ως δανεικός από τη Τότεναμ. Έπαιξε στα 10 από τα 14 παιχνίδια του πρωταθλήματος και κατάφερε να μπει στη λίστα με τους Καλύτερους Παίκτες της σεζόν.


 Μετά το τέλος του δανεισμού, επέστρεψε στην Αγγλία και αφού αποδεσμεύτηκε από τη Τότεναμ, συνέχισε τη καριέρα του στη Μίντλεσμπρο. Έκανε το ντεμπούτο του, στις 6 Ιανουαρίου του 1973, στην ήττα της «Μπόρο» με 1-2, από τη Φούλαμ, στο Κράβεν Κότατζ του Λονδίνου. Το πρώτο του γκολ το πέτυχε τις 11 Δεκεμβρίου του 1973, σε μια νίκη με 3-0 απέναντι στην Πρέστον Νορθ Έντ. Στην Μίντλεσμπρο θα καθιερωθεί γρήγορα στην βασική 11άδα και με πολύ καλές εμφανίσεις, διακρινόμενος όμως και για το γενικά άγριο παιχνίδι του, θα την βοηθήσει να πάρει την άνοδο το 1974 για την πρώτη κατηγορία. Έμεινε συνολικά 4 χρόνια στην ομάδα και έκανε 176 εμφανίσεις, σκοράροντας 22 τέρματα.


 Το μεγαλύτερο άλμα στην καριέρα του το έκανε το 1978. Ο Σούνες θα πάει στο Άνφιλντ, ως αντικαταστάτης του τεράστιου Ίαν Κάλαγχαν (Ian Kallaghan). Στους «κόκκινους», έκανε τα καλύτερα παιχνίδια στην καριέρα του. Έγινε ο εγκέφαλος της Λίβερπουλ και μαζί της κατέκτησε τα πάντα στα έξι χρόνια παραμονής στην ομάδα. Το ντεμπούτο του με την φανέλα της Λίβερπουλ, το έκανε σε μια νίκη με 1-0 απέναντι στην Γουέστ Μπρόμ, στις 14 Ιανουαρίου του 1978. Στο ντέρμπι με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, θα πετύχει το πρώτο του γκολ μ’ ένα πανέμορφο σουτ-βολέ, στη νίκη με 3-1 στο Άνφιλντ, στις 25 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς. Σημαντική ήταν και η παρουσία του στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στο Γουέμπλεϊ, απέναντι στην Μπρίζ, καθώς έβγαλε την ασίστ στον Κένι Ντάγκλις (Kenny Dalglish) για να πετύχει το μοναδικό γκολ στην αναμέτρηση!


Η επιτυχία συνεχίστηκε, κατακτώντας το πρωτάθλημα, τις σεζόν 1978/79 και 1980/81. Το 1981 θα πανηγυρίσει ακόμα ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης, με αποκορύφωμα τη χρονιά αυτή, το χατ-τρικ στο προημιτελικό του Πρωταθλητριών εναντίον της ΤΣΣΚΑ Σόφιας. Ο Μπομπ Πέισλι (Bob Paisley), βλέποντας τον Σούνες να πραγματοποιεί πολύ καλές εμφανίσεις, έχοντας σε όλες ηγετικό ρόλο θα τον κάνει αρχηγό της ομάδας την σεζόν 1981/82. Αυτή η ανάθεση, προκάλεσε την πικρία του εμβληματικού αμυντικού Φιλ Τόμπσον (Phil Thompson), ο οποίος είχε κάνει κάποια λάθη εκείνη την σεζόν και είχε μια κόντρα με τον προπονητή του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα με την Άστον Βίλα. Ο Τόμπσον, αρχικά, αρνιόταν να μιλήσει στον Σούνες, ισχυριζόμενος ότι του είχε «κλέψει την αρχηγία» πίσω από την πλάτη του. Αυτή ήταν η αρχή σε πολλές διαμάχες ανάμεσα στους δύο ισχυρούς χαρακτήρες και οι οποίες στα επόμενα χρόνια θα οδηγούσαν στο να κοντράρει ο ένας τον άλλον σε διάφορες περιστάσεις.


Ως αρχηγός της Λίβερπουλ πλέον, ο Σούνες θα κατακτήσει και πάλι το πρωτάθλημα αλλά και το Λίγκ Καπ. Την επόμενη σεζόν, η Λίβερπουλ θα υπερασπιστεί με επιτυχία το πρωτάθλημα, ενώ θα πανηγυρίσει και την κατάκτηση του Λίγκ Καπ απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, παραιτούμενος της αρχηγίας, μετά τον τελικό. Η σεζόν 1982/83 ήταν και η τελευταία του Πέισλι στον πάγκο της Λίβερπουλ. Ο Σούνες και η Λίβερπουλ την σεζόν 1983/84 θα κατακτήσουν τρία τρόπαια. Μάλιστα θα σκοράρει και το νικητήριο γκολ στον τελικό του Λίγκ Κάπ απέναντι στην Έβερτον. Για τρίτη διαδοχική σεζόν η Λίβερπουλ θα στεφθεί πρωταθλήτρια Αγγλίας και θα κερδίσει την Ρόμα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στη Ρώμη. Μάλιστα συνεχίζοντας αυτό το άγριο παιχνίδι που τον διέκρινε πάντα στη καριέρα του, σε μια κακή στιγμή στο πρώτο παιχνίδι στο Άνφιλντ, στον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, έσπασε το σαγόνι του αρχηγού της Ντιναμό Λίκα Μόβιλα (Lica Movila), ενέργεια που έμενε ατιμώρητη από τον διαιτητή.



Κάπου εδώ τέλειωσε και η καριέρα του Σκωτσέζου στην Λίβερπουλ, έχοντας κάνει 358 εμφανίσεις και πετυχαίνοντας 58 γκολ, σε όλες τις διοργανώσεις. Συνολικά, πανηγύρισε 5 πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών, 4 Λίγκ Καπ και 3 Τσάριτι Σίλντ. Το μόνο που του ξέφυγε ήταν το Κύπελλο Αγγλίας! Επόμενος σταθμός στην καριέρα του, ήταν η Σαμπντόρια. Φόρεσε την φανέλα της για δύο χρόνια, σε 56 ματς με 8 γκολ και πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας του 1985, με μια νίκη 3-1 επί της Μίλαν, εξασφαλίζοντας το τρόπαιο για πρώτη φορά στην ιστορία του συλλόγου. Ακολούθως, μεταγράφηκε στην αγαπημένη του Ρέιντζερς, έχοντας τον ρόλο του παίκτη-προπονητή. Έκανε 50 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα, πετυχαίνοντας 3 γκολ, κατακτώντας 3 πρωταθλήματα και 4 Λίγκ Καπ, πριν από τη απόσυρσή του ως παίκτης το 1991, στην ηλικία των 38 ετών, για να συνεχίσει την προπονητική του καριέρα.


Έλαβε ντεμπούτο στην εθνική Σκωτίας, στις 30 Οκτωβρίου του 1974, σε μια φιλική νίκη με 3-0 επί της Ανατολικής Γερμανίας στο Χάμπντεν Παρκ στη Γλασκόβη. Μέχρι τη στιγμή που επιλέχθηκε στην ομάδα της Σκωτίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, είχε συμμετάσχει μόνο σε 6 διεθνή παιχνίδια. Η μεταγραφή του στη Λίβερπουλ του έδωσε και περισσότερες παρουσίες ως βασικός. Έπαιξε και στους 3 αγώνες στο απογοητευτικό Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, στην ήττα από το Περού και στην ισοπαλία με το Ιράν βασικός και αλλαγή στην νίκη με την Ολλανδία. Το πρώτο διεθνές γκολ του, το πέτυχε στην ισοπαλία 2-2 με την Σοβιετική Ένωση στην Μάλαγα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982.  Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μέξικο, το 1986, έπαιξε στις ήττες από τη Δανία και τη Δυτική Γερμανία. Συνολικά, χρίστηκε 54 φορές διεθνής και σημείωσε 4 γκολ.


Τον Απρίλιο του 1986, ανέλαβε παίκτης-προπονητής στους Ρέιντζερς. Ήδη στο πρώτο παιχνίδι του, είχε αποβληθεί μετά από δύο σκληρά φάουλ και μέχρι και την τελευταία σεζόν ως παίκτης, το 1991, ολοκλήρωσε με περισσότερες κόκκινες κάρτες, με πιο χαρακτηριστική αυτή που δέχτηκε σ’ έναν ευρωπαϊκό αγώνα εναντίον της Στεάουα Βουκουρεστίου το 1988, για ένα αντιαθλητικό μαρκάρισμα στον Γκεόργκε Ροτάριου (Gheorghe Rotariu). Η φιλοσοφία του ήταν να βασιστεί πάνω σε ξένους παίκτες για τον σύλλογο. Απέκτησε κάποιους Άγγλους ποδοσφαιριστές με στόχο μια ομάδα με υψηλότερους στόχους. Πολλοί Σκωτσέζοι είχαν ήδη παίξει στο παρελθόν συχνά στα νότια των συνόρων, αλλά Άγγλοι παίκτες στη Σκωτία ήταν κάτι σπάνιο πριν ο Σούνες αναλάβει την ευθύνη στην Ρέιντζερς. Απέκτησε τον Τέρι Μπούτσερ (Terry Butcher) από την Ίπσουιτς και τον έχρισε αρχηγό της ομάδας, τον τερματοφύλακα Κρις Γουντς (Chris Woods) και άλλους.


Παρ’ όλα αυτά, η πιο αμφιλεγόμενη και διάσημη μεταγραφή του, ήταν ένας Σκωτσέζος, ο Μο Τζόνστον (Mo Johnstone), ένας ικανότατος επιθετικός, αλλά και ένας Καθολικός, πρώην παίκτης της Σέλτικ, παραδοσιακής αντιπάλου στη Σκωτία, με βαθύτερες, θρησκευτικές, ρίζες αντιπαλότητας. Παρά τις ανοιχτές εχθροπραξίες που προκλήθηκαν με τους οπαδούς των «Κελτών», η μεταγραφή αποδείχθηκε πετυχημένη, μιας και ο Τζόνστον σκόραρε μια σειρά από γκολ για τη νέα του ομάδα. Κατέκτησε 2 πρωταθλήματα της Σκωτσέζικης Premier League και 4 Λιγκ Καπ Σκωτίας πριν επιστρέψει το 1990 στη Λίβερπουλ, αναλαμβάνοντας μετά την παραίτηση του Κένι Νταλγκλίς ως προπονητή.


Τα 4 χρόνια υπήρξαν γεμάτα για τον Σούνες, αφού εκτός από κάποιες επιτυχίες, όπως η νίκη στον τελικό του Αγγλικού Κυπέλλου, το 1992 εναντίον της Σάντερλαντ, έπρεπε να βάλει την τακτική και τη αλλαγή της πολιτικής του συλλόγου, πάνω από την προσωπική κρίση, δεχόμενος και κάποιες επικρίσεις για τις αποφάσεις του. Έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς το 1992, αλλά μόλις λίγες ημέρες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, κάθισε στον πάγκο, κατά τη διάρκεια του τελικού του Κυπέλλου. Παρ’ όλα αυτά, οι αποκλίσεις είχαν αρχίσει ήδη από τον ημιτελικό εναντίον της  Πόρτσμουθ. Το παιχνίδι έπρεπε να επαναληφθεί μετά την ισοπαλία στην πρώτη συνάντηση και έληξε με νίκη της Λίβερπουλ στα πέναλτι. Μια συνέντευξη του, όπου και γιόρταζε τόσο τη νίκη στον ημιτελικό, όσο και την επιτυχή δουλειά του, δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα την επόμενη μέρα. Η φωτογραφία που συνόδευε το άρθρο, έδειχνε έναν χαρούμενο Σούνες, ο οποίος φιλούσε τη φίλη του και γιόρταζε την επιτυχία του.


Η συνέντευξη ήταν να δημοσιευτεί στις 14 Απριλίου του 1992, σε συνδυασμό με την ανάλυση του επόμενου αγώνα, αλλά λόγω της καθυστερημένης απόφασης για το παιχνίδι, η προθεσμία χάθηκε κι έτσι το άρθρο, μαζί με τη φωτογραφία δημοσιεύθηκε στις 15 Απριλίου, την 3η επέτειο της Καταστροφής του Χίλσμπορο. Η Λίβερπουλ, αντέδρασε οργισμένα όταν είδε ότι ο προπονητής της, την ημέρα μνήμης των 96 θυμάτων, έδειχνε χαρά, ενώ ήταν επίσης οργισμένοι για το γεγονός ότι η συνέντευξη είχε δοθεί στην εφημερίδα ‘’The Sun’’, ένα ταμπλόιντ, την οποία μποϊκόταρε λόγω της αρνητικής αναφοράς στην καταστροφή και τον θάνατο των οπαδών από τότε. Ο Σούνες απολογήθηκε πολλές φορές και είπε αργότερα ότι θα έπρεπε να είχε παραιτηθεί στη συνέχεια.


Ανέρρωσε πλήρως από την εγχείρηση καρδιάς και παρέμεινε μέχρι το 1994 στο Λίβερπουλ  όταν, μετά από μια ήττα στο Κύπελλο από τη Μπρίστολ Σίτι, αντικαταστάθηκε από τον Ρόι Έβανς (Roy Evans). Κινήθηκε προς την Τουρκία για την Γαλατασαράι στην Κωνσταντινούπολη και είχε και πάλι μια αμφιλεγόμενη κατάσταση, όταν μετά τη νίκη στον τελικό του Κυπέλλου Τουρκίας εναντίον της Φενέρμπαχτσε, «κάρφωσε» μια σημαία της Γαλατασαράι στο κέντρο του γηπέδου Σουκρού Σαράτσογλου, του γηπέδου της  Φενέρμπαχτσε, προκαλώντας τις αντιδράσεις των  οπαδών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος απολαμβάνει μια κατάσταση ήρωα από τους οπαδούς της Γαλατασαράι, λόγω αυτής της δράσης.

 

Επέστρεψε στην Αγγλία για λογαριασμό της Σαουθάμπτον, αλλά μετά από διαφορές κα σημαντικές διαφωνίες με τον πρόεδρο Rupert Lowe, παραιτήθηκε. Πήγε στην Ιταλία για να αναλάβει την Τορίνο, όμως παρέμεινε μόνο τέσσερις μήνες. Το επόμενο σύντομο βήμα του, ήταν η Μπενφίκα στην Πορτογαλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αγγλία αναλαμβάνοντας τη Μπλάκμπερν, με επιτυχία, κερδίζοντας την προαγωγή στην Premier League και το 2002, κερδίζοντας το Λιγκ Καπ. Άφησε τη Μπλάκμπερν το 2004, για να αναλάβει τη Νιούκαστλ, στην οποία ήταν μέχρι την απόλυσή του, τον Φεβρουάριο του 2006. Σήμερα, εργάζεται ως τηλεσχολιαστής αγώνων ποδοσφαίρου και συχνά καλείται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στο Sky Sports, ως ποδοσφαιρική αυθεντία.


Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Danielle Wilson, με την οποία συναντήθηκαν το 1982 και παντρεύτηκαν το 1984. Ο ίδιος υιοθέτησε την κόρη της ως δική του και αργότερα απέκτησε τρία παιδιά μαζί. Ωστόσο, από το 1989 ζούσαν χωριστά και χώρισαν αργότερα. Έχει παντρευτεί με την Karen Souness, τη δεύτερη σύζυγό του, από το 1994. Μαζί, το ζευγάρι έχει ένα γιο και έχει επίσης υιοθετήσει δύο παιδιά από προηγούμενη σχέση της Κάρεν. Η  θετή κόρη του Lauren εργάζεται στο Αλ Τζαζίρα ως αθλητικός παρουσιαστής.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα


  • ·         Tynecastle Football Club

Επαγγελματική καριέρα


  • ·         1970–1972: Tottenham Hotspur Football Club, 0 (0)
  • ·         1972: (δανεικός) → Montreal Olympique, 10 (2)
  • ·         1972–1978: Middlesbrough Football Club, 176 (22)
  • ·         1978: (δανεικός) → West Adelaide Soccer Club, 6 (1)
  • ·         1978–1984: Liverpool Football Club, 247 (38)
  • ·         1984–1986: Unione Calcio Sampdoria, 56 (8)
  • ·         1986–1991: Rangers Football Club, 50 (3)
Σύνολο καριέρας: 539 (73)

Διεθνής


  • ·         1974–1986: Σκωτία, 54 (4)

Προπονητική καριέρα


  • ·         1986–1991: Rangers Football Club
  • ·         1991–1994: Liverpool Football Club
  • ·         1995/96: Galatasaray Spor Kulübü
  • ·         1996/97: Southampton Football Club
  • ·         1997: Torino Football Club
  • ·         1997–1999: Sport Lisboa e Benfica
  • ·         2000–2004: Blackburn Rovers Football Club
  • ·         2004–2006: Newcastle United Football Club

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Tottenham Hotspur

  • ·         Κύπελλο Νέων Αγγλικού Πρωταθλήματος: 1969/70
Με την Middlesbrough

  • ·         Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1973/74
Με τη Liverpool

  • ·         Πρωτάθλημα Αγγλίας: 5 (1978/79, 1979/80, 1981/82, 1982/83, 1983/84)
  • ·         Λιγκ Καπ Αγγλίας: 4 (1980/81, 1981/82, 1982/83, 1983/84)
  • ·         Τσάριτι Σιλντ: 3 (1979, 1980, 1982)
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών: 3 (1977/78, 1980/81, 1983/84)

Με τη Sampdoria

  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1984/85

Ως παίκτης-προπονητής

Με τη Rangers

  • ·         Πρωτάθλημα Σκωτίας: 3 (1986/87, 1988/89, 1989/90)
  • ·         Λιγκ Καπ Σκωτίας: 4 (1986/87, 1987/88, 1988/89, 1990/91)

Ως προπονητής

Με τη Liverpool

  • ·         Κύπελλο Αγγλίας: 1991/92
Με τη Galatasaray

  • ·         Κύπελλο Τουρκίας: 1995/96
  • ·         Σούπερ Καπ Τουρκίας: 1996/97

Με τη Blackburn Rovers

  • ·         Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2001/02

Προσωπικές Διακρίσεις


  • ·         Μέλος Επί Τιμή της Εθνική Ομάδας της Σκωτίας: 1985.
  • ·         Ένας από τους 100 Θρύλους της Αγγλικής Football League: 1998
  • ·         Είναι ο 9ος Καλύτερος Παίκτης της Λίβερπουλ στην ιστορία της, σε ψηφοφορία 110.000 οπαδών της, στη λίστα – «100 Players Who Shook The Kop»
  • ·         Μέλος του Hall of Fame του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2007
  • ·         Ένας από τους 71 παίκτες του Hall of Fame της Rangers
  • ·         Ένας από τους 24 παίκτες του Hall of Fame της εθνικής ομάδας της Σκωτίας.