Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ίβιτσα Όσιμ

Ο Γιουγκοσλάβος, βοσνιακής καταγωγής, μέσος και αργότερα προπονητής, Ίβιτσα  Όσιμ (Ivan "Ivica" Osim), γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1941, στο Σαράγεβο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (τότε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας). Ως παίκτης, ήταν μέλος της εθνικής ομάδας της Γιουγκοσλαβίας και έπαιξε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1964. Σε συλλογικό επίπεδο, έκανε μεγάλη καριέρα με τη φανέλα της Ζελιέζνιτσαρ, από το 1959 έως το 1970 και αργότερα αγωνίστηκε σε ομάδες στη Γαλλία, όπως η Βαλανσιέν και η Στρασμπούργκ. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους Βόσνιους που πάτησαν ποδοσφαιρικό γρασίδι και φημιζόταν για την εξαιρετική του ντρίμπλα. Αγωνίστηκε σε 16 αγώνες με τη εθνική Γιουγκοσλαβίας, κατακτώντας τη δεύτερη θέση στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 1968 και αναδεικνυόμενος 6ος ολυμπιονίκης το 1964 στην Ιαπωνία. Ως βοηθός προπονητή, κέρδισε το Χάλκινο Μετάλλιο με τη Γιουγκοσλαβία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 και έφθασε στους προημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990, ως προπονητής της Γιουγκοσλαβίας. Άνθρωπος με αστείρευτο χιούμορ, ως προπονητής ήταν ένας  φιλόσοφος του ποδοσφαίρου, που έχει πει ένα από τα μεγαλύτερα, σε νόημα, τσιτάτα για το ποδόσφαιρο! «Είναι πουτάνα η μπάλα!».


Γεννήθηκε ακριβώς ένα μήνα μετά την ναζιστική γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία, από Σλοβενο-Γερμανό πατέρα, τον  Μιχαήλ "Puba"  Όσιμ,  ο οποίος εργαζόταν ως μηχανικός στους σιδηροδρόμους και Πολωνο-Τσέχα μητέρα, την Καρολίνα. Μετά το τέλος του πολέμου, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στα εφηβικά τμήματα της Ζελιέζνιτσαρ του Σαράγεβο.  Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο του Σεράγεβο. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα με την Ζελιέζνιτσαρ, το 1959, παίζοντας τον πρώτο αγώνα κατά της Προλετέρ στο Όσιγιεκ. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους Βόσνιους που πάτησαν ποδοσφαιρικό γρασίδι και φημιζόταν για την εξαιρετική του ντρίμπλα, τους αποτελεσματικούς ελιγμούς και το καλό σουτ.


Έμεινε στη Γιουγκοσλαβία μέχρι το τέλος του 1968, λόγω του ότι οι μεταγραφές στο εξωτερικό απαγορεύονταν για τους παίκτες κάτω των 28 ετών. Τον Δεκέμβριο του 1968, πήγε στην Ολλανδία για να παίξει στη Τσβόλε. Αυτή η διαμονή κράτησε μόνο τρεις μήνες, λόγω ενός τραυματισμού στο γόνατο. Το 1970, μετακόμισε στο Στρασβούργο, όπου σε 58 παιχνίδια πέτυχε 16 γκολ και έπαιξε το υπόλοιπο της καριέρας του στη Γαλλία, αγωνιζόμενος για την Βαλενσιέν, τη Σεντάν και πάλι στο Στρασβούργο, όπου και κρέμασε τα παπούτσια του, το 1978.


Η πιο δύσκολη περίοδος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ήταν η «υπόθεση Πλάνινιτς» το 1965,  όταν τιμωρήθηκε με αποκλεισμό ενός έτους και η Ζελιέζνιτσαρ αρχικά υποβιβάστηκε στη Β’ Κατηγορία και μετά από έφεση καταδικάστηκε σε αφαίρεση 6 βαθμών. Αλλά μετά από την ετήσια τιμωρία του, επέστρεψε στο παιχνίδι με την Ραντνίτσκι του Νις, όπου μπήκε στο β’ ημίχρονο και το σύνολο του κόσμου στο Στάδιο Γκρμπαβίτσα φώναζε το όνομά του! Τους το ξεπλήρωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, επιτυγχάνοντας το νικητήριο γκολ σε αυτό το ματς. Τη επόμενη χρονιά, ονομάστηκε Καλύτερος Παίκτης της Γιουγκοσλαβίας, από τους αθλητικούς δημοσιογράφους.


Το 1962 και το 1963, ήταν μέλος της εθνικής ομάδας Νέων (U-21) της Γιουγκοσλαβίας, για την οποία έπαιξε 3 αγώνες. Το 1964 έγινε μέλος της ανδρικής ομάδας, για την οποία έπαιξε σε 16 παιχνίδια πετυχαίνοντας 8 γκολ. Ήταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1964 στην Ιαπωνία, όταν έπαιξε σε 5 αγώνες, σκοράροντας 4 γκολ και αναδείχτηκε 6ος ολυμπιονίκης Το 1968 έφτασε στον τελικό του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, όπου οι Γιουγκοσλάβοι ηττήθηκαν από την γηπεδούχο Ιταλία, χωρίς ο ίδιος να μετείχε του τελικού, αλλά και του επαναληπτικού. Το τελευταίο παιχνίδι για την εθνική ομάδα, το έπαιξε στις 30 Απριλίου του 1969, εναντίον της Ισπανίας στην Βαρκελώνη, για τα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, στο Μέξικο.


Όταν αποσύρθηκε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, το 1978, ξεκίνησε την προπονητική, αναλαμβάνοντας την Ζελιέζνιτσαρ. Διετέλεσε προπονητής του συλλόγου μέχρι το 1986, τερματίζοντας μια φορά 3ος στο Γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα, έφθασε μια φορά στον τελικό του Κυπέλλου και άλλη μια φορά στα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA. Παράλληλα, το 1984, ήταν βοηθός του Ιβάν Τόπλακ (Ivan Toplak), στη Γιουγκοσλαβική Ολυμπιακή ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984, στο Λος Άντζελες, κατακτώντας το Χάλκινο Μετάλλιο.


Το 1986, ανέλαβε την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας. Παρά την παταγώδη αποτυχία πρόκρισης στο Euro του 1988, κυρίως με την εντός έδρας ήττα με 1-4 από την Αγγλία, δεν απολύθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην προσωπική σχέση του με τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας, Μίλαν Μίλιανιτς (Miljan Miljanić),  προσφέροντάς του άλλη μια ευκαιρία! Κέρδισε την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, τερματίζοντας μπροστά από τη Γαλλία και τη Σκωτία. Έφθασε στους προημιτελικούς αυτής της διοργάνωσης, όπου αποκλείστηκε στη διαδικασία των πέναλτι από την Αργεντινή (ο Μαραντόνα αστόχησε, το ίδιο όμως και τρεις Γιουγκοσλάβοι). Παράλληλα ήταν προπονητής της Παρτιζάν, οδηγώντας τον σύλλογο στην κατάκτηση του Κυπέλλου Γιουγκοσλαβίας του 1992, αποκλείοντας μάλιστα την αγαπημένη του Ζελιέζνιτσαρ στους ημιτελικούς.  


Προκρίθηκε για τα τελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος  του 1992, αλλά παραιτήθηκε στις 23 Μαΐου αυτής της χρονιάς, καθώς η οικογένειά του στο Σεράγεβο, αντιμετώπισε την λαίλαπα των σερβικών βομβαρδισμών! «Η χώρα μου δεν αξίζει να παίξει στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα», είπε ο Όσιμ! «Στην κλίμακα του ανθρώπινου πόνου, δεν μπορώ να συμβιβάσω τα γεγονότα στο σπίτι μου με τη θέση μου ως εθνικός προπονητής!» Η Γιουγκοσλαβία αποκλείστηκε από την διοργάνωση, λόγω του πολέμου, με την Δανία να παίρνει τη θέση της, κατακτώντας μάλιστα και το τρόπαιο!


Στη συνέχεια, ανέλαβε  προπονητής του Παναθηναϊκού, από το  1992 έως το 1994, κερδίζοντας το ελληνικό Κύπελλο το 1993 και το 1994 και τερματίζοντας 2ος στο πρωτάθλημα, το 1993. Έβαλε τις βάσεις για μία ομάδα που στη συνέχεια έφθασε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών όταν αποκλείστηκε από τον μεγάλο, τότε, Αγιαξ. Ο Όσιμ με τις ιδέες του βοήθησε την ομάδα την διετία, που κάθησε, αλλά η ισχυρή προσωπικότητά του τότε τον έφερε σε κόντρα με μεγάλα αστέρια της ομάδας και δεν μπόρεσε να δει στο γήπεδο, αυτό, που ήθελε. Στην ιστορία έμεινε η μεγάλη του κόντρα με τον Δημήτρη Σαραβάκο και τον Στράτο Αποστολάκη αλλά και η απαξίωση του ρόστερ, που είχε στην διάθεσή του. Για τον Σαραβάκο η ιστορική του ατάκα ήταν ότι «θα μπορούσε να παίξει μόνο με τους κανονισμούς του χάντμπολ». Δηλαδή όταν κάνει επίθεση η ομάδα να μπαίνει και όταν αμύνεται να βγαίνει.


Το ρόστερ του Παναθηναϊκού με Σαραβάκο, Βαζέχα, Αποστολάκη, Μπορέλι, Βάντσικ, Μαυρίδη, , Δώνη, Γεωργιάδη, Φρατζέσκο, Αντωνίου, Μαραγκό,Καλιτζάκη, Νιόπλια και άλλους σπουδαίους παίκτες το είχε παρομοιάσει με το αυτοκίνητο μάρκας Μίνι Κούπερ με την ατάκα: «Οταν εμείς έχουμε Μίνι Κούπερ πως να προσπεράσουμε την Μερσέντες». Όπου Μερσέντες, η ΑΕΚ εκείνης της εποχής, που ήταν όντως σπουδαία ομάδα, αλλά ο Παναθηναϊκός είχε ανάλογα καλό υλικό, που φάνηκε μόλις έφυγε ο Οσιμ. Οι ίδιοι παίκτες που είχε απαξιώσει τότε ο Οσιμ πήραν τα πρωταθλήματα με τον Ρότσα και έφθασαν στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών. Από αυτή την ιστορία βέβαια, την κόντρα Όσιμ – Σαραβάκου (που είχε και ένα σοβαρό τραυματισμό που τον άφησε τρεις μήνες εκτός γηπέδων) άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση του «μικρού» το καλοκαίρι του 1994 όταν πήγε ελεύθερος στην ΑΕΚ, με τον Όσιμ να είχε φύγει λίγους μήνες πιο πριν.


Και φυσικά στην ιστορία έχει μείνει και η ατάκα του για την «πόρνη μπάλα», μετά από ένα παιχνίδι, όπου ο Παναθηναϊκός είχε χάσει πολλές ευκαιρίες και τελικά δεν κέρδισε. Μάλιστα, όπως τονίζει και ο ίδιος, η φράση που χρησιμοποίησε, ήταν ...

«η μπάλα είναι πουτάνα ολκής»

αλλά ο Δημήτρης Παναγιωτάκης, ο συνεργάτης του, το μετέφρασε ως «η μπάλα είναι πόρνη», γιατί, όπως εξήγησε, το θεώρησε λίγο τραβηγμένο. Το γεγονός πάντως είναι ότι φράση αυτή έγινε σημείο αναφοράς στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Από το 1994 έως το 2002, ήταν προπονητής στην  Στουρμ του Γκρατς,  με την οποία κατέκτησε το αυστριακό πρωτάθλημα του 1998 και του 1999, το Κύπελλο Αυστρίας του 1999 και το αυστριακό Supercup του 1998 και του 1999. Η Στουρμ έπαιξε στους ομίλους του UEFA Champions League από το 1998 έως το 2000. Από το 2003 έως το 2006, ήταν προπονητής στην  JEF Γιουνάιτεντ στην Ιαπωνία και στις 21 Ιουλίου του 2006, ανέλαβε τις τύχες της εθνικής ιαπωνικής ομάδας.


Στις 16 Νοεμβρίου του 2007, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο στην κατοικία του, ενώ παρακολουθούσε ένα φιλικό αγώνα μεταξύ της Αυστρίας και της Αγγλίας στην τηλεόραση. Ήταν σε κώμα για σχεδόν 3 εβδομάδες και η κατάστασή του χαρακτηρίστηκε κρίσιμη. Στις 19 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε ότι η κατάστασή του παρουσίασε μικρή βελτίωση και τελικά, ανέκτησε τις αισθήσεις του στις 3 Δεκεμβρίου του 2007, ρωτώντας μάλιστα τη σύζυγό του, Asima, «Ποιο είναι το αποτέλεσμα;» του παιχνιδιού που έβλεπε την κρίσιμη στιγμή, όταν υπέστη το εγκεφαλικό! Μετακινήθηκε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας σε έναν γενικό θάλαμο, στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Juntendo, στις 23 Δεκεμβρίου 2007. Από τις 7 Δεκεμβρίου, η Ιαπωνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία είχε ανακοινώσει επίσημα το διορισμό του Τακέσι Οκάντα, ο οποίος ήταν προπονητής της Ιαπωνίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, για να τον αντικαταστήσει ως ομοσπονδιακός τεχνικός.


Είναι παντρεμένος με την Asima και έχουν τρία παιδιά, δύο γιους, τον Selmir και τον Amar και μια κόρη, την Irma. Ο Amar ήταν και ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής, ο οποίος αργότερα έγινε και προπονητής ποδοσφαίρου. Από το 2008, ζει στο Σεράγεβο. Στις 18 Απριλίου του 2011, η FIFA ανακοίνωσε ότι θα προέδρευε μιας προσωρινής επιτροπής για την διαχείριση της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, αφού η χώρα είχε τιμωρηθεί για δύο μήνες από όλες τις διεθνείς διοργανώσεις.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1954–1959: Fudbalski Klub Željezničar Sarajevo

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1959–1968: Fudbalski Klub Željezničar Sarajevo, 166 (56)
  • ·         1968: Prins Hendrik Ende Desespereert Nimmer Combinatie (PEC) Zwolle, 2 (0)
  • ·         1969/70: Fudbalski Klub Željezničar Sarajevo, 54 (9)
  • ·         1970–1972: Racing Club de Strasbourg Alsace, 58 (16)
  • ·         1972–1975: Club Sportif Sedan Ardennes, 105 (16)
  • ·         1975/76: Valenciennes Football Club, 30 (1)
  • ·         1976–1978: Racing Club de Strasbourg Alsace, 32 (4)

Σύνολο καριέρας: 447 (102)

Διεθνής

  • ·         1964–1969: Γιουγκοσλαβία, 16 (8)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1978–1986: Fudbalski Klub Željezničar Sarajevo
  • ·         1986–1992: Γιουγκοσλαβία
  • ·         1991–1992: Fudbalski Klub Partizan
  • ·         1992–1994: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος
  • ·         1994–2002: Sportklub Puntigamer Sturm Graz
  • ·         2003–2006: JEF United Ichihara Chiba
  • ·         2006/07: Ιαπωνία

Τίτλοι

Με την Partizan
  • ·         Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 1992

Με τον Παναθηναϊκό
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 1993
  • ·         Σούπερ Καπ Ελλάδος: 1993

Με την Sturm Graz
  • ·         Πρωτάθλημα Αυστρίας: 1998, 1999
  • ·         Κύπελλο Αυστρίας: 1999
  • ·         Σούπερ Καπ Αυστρίας: 1998, 1999

Με την JEF United
  • ·         Κύπελλο Ιαπωνίας: 2005



Για το «ελληνικό» κομμάτι, η πηγή στο gazzetta.gr