Ο Ιταλός μεσοεπιθετικός Τζιάνι Ριβέρα (Giovanni
"Gianni" Rivera), γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου του 1943, στην
Αλεσάντρια, μια πόλη στο Πιεμόντε, περίπου 90 χλμ. νοτιοανατολικά του Τορίνο. Ονομασμένος
σαν το «Χρυσό Παιδί» της Ιταλίας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έπαιξε το
σύνολο σχεδόν της συλλογικής του καριέρας με την Μίλαν, μετά από το ξεκίνημα
του με τον σύλλογο της γενέτειράς του, την Αλεσάντρια το 1959. Μετά την ένταξή
του στη Μίλαν το 1960, απόλαυσε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα σε εθνικό και ευρωπαϊκό
επίπεδο, κατακτώντας 3 τίτλους της ιταλικής Serie A και 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών,
μεταξύ πολλών άλλων τροπαίων, υπηρετώντας επίσης ως αρχηγός της ομάδας για 12 χρόνια.
Σε διεθνές επίπεδο, εκπροσώπησε την Ιταλία 60 φορές μεταξύ 1962 και 1974,
σκοράροντας 14 γκολ, και πήρε μέρος σε 4 Παγκόσμια Κύπελλα (1962, 1966, 1970
και 1974). Είναι ευρέως γνωστός ως ο σκόρερ του καθοριστικού 4ου τέρματος,
στη νίκη της Ιταλίας με 4-3 στην παράταση επί της Δυτικής Γερμανίας στον
ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, οδηγώντας την ομάδα στον τελικό, στον
οποίο ηττήθηκε με 1-4 από την Βραζιλία. Ήταν επίσης μέλος της ιταλικής εθνικής
ομάδας που κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1968, στα γήπεδα της πατρίδας
του και εκπροσώπησε την Ιταλία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960 στη Ρώμη,
βοηθώντας την ομάδα σε μια 4η θέση.
Ο Τζιάνι Ριβέρα υπήρξε ένας κομψός, αποτελεσματικός και
δημιουργικός επιθετικός πλέι μέικερ, με μια μοναδική αντίληψη του παιχνιδιού, εξαιρετική
αίσθηση του γκολ, άριστη τεχνική κατάρτιση, τρομερή άνεση, όμορφο στυλ,
τεράστια ακτινοβολία, ενώ η μπάλα έφευγε από τα πόδια του με ακρίβεια
ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος χαίρει μεγάλης εκτίμησης για την ποδοσφαιρική
του ευφυΐα, την ηγεσία, την σωστή συμπεριφορά και την τάξη. Θεωρείται ευρέως
σαν ένας από τους πιο ταλαντούχους επιθετικούς πλέι μέικερς Όλων των Εποχών,
λόγω της ακρίβειας του σουτ και την ειδικότητα του στην παροχή ασίστ. Θεωρείται
ως ένας από τους Καλύτερους Παίκτες της γενιάς του, ένας από τους Μεγαλύτερους Ιταλούς
Ποδοσφαιριστές Όλων των Εποχών και από ορισμένους ως ο Καλύτερος Ιταλός Παίκτης
ποτέ. Τιμήθηκε με το βραβείο της Χρυσής
Μπάλας το 1969 και τοποθετήθηκε 19ος στη ψηφοφορία της Διεθνούς
Ομοσπονδίας Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) για τον Παγκόσμιο
Παίκτη του 20ου Αιώνα. Το 2015, έγινε ο Πρώτος Ιταλός Ποδοσφαιριστής
από 100 αθλητές που εγκαταστάθηκε στην ιταλική Λεωφόρο της Δόξας. Το 2004, ο
Πελέ (Edson Arantes do Nascimento ‘’Pelé’’) τον επέλεξε στον κατάλογο «FIFA 100»
των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, στο πλαίσιο του εορτασμού
της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας και ήταν 35ος στην ψηφοφορία για
το Χρυσό Ιωβηλαίο (πεντηκονταετηρίδα) της UEFA. Μετά την απόσυρσή του από την ενεργό
δράση το 1979, έγινε αντιπρόεδρος της Μίλαν, ενώ από το 1986 ενεπλάκη και με την
πολιτική, όντας σήμερα βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το 2013, διορίστηκε
Πρόεδρος των Ακαδημιών της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.
Γόνος οικογένειας σιδηροδρομικών, έμαθε τα μυστικά της
μπάλας στα τμήματα υποδομής της τοπικής ομάδας, με τα χρώματα της οποίας
ντεμπουτάρισε στη Serie A στις 2 Ιουνίου του 1959, σε ηλικία 15 χρόνων, 9 μηνών
και 15 ημερών, εναντίον της Ίντερ. Το βάρος του καλά-καλά δεν ξεπερνούσε τα 50
κιλά, ωστόσο οι εμφανίσεις του ήταν πολύ καλές, με αποτέλεσμα ο Εντμόντο Φάμπρι
(Edmondo Fabbri) να τον καλέσει στην ομάδα που θα εκπροςσωπούσε την Ιταλία στους
Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960, στη Ρώμη. Λίγες ημέρες νωρίτερα, μετά από 26 ματς
της Αλεσάντρια, στα οποία πέτυχε 6 τέρματα, η Μίλαν ξόδεψε το αστρονομικό για
την εποχή ποσό των 200 χιλιάδων δολαρίων για να τον εντάξει στη δύναμή της!

Πραγματοποίησε την πρώτη του διεθνή εμφάνιση, στις 13
Μαΐου του 1962, στη νίκη με 3-1 επί του Βελγίου, στις Βρυξέλλες. Για 12 χρόνια,
υπήρξε βασικό στέλεχος της «σκουάντρα ατζούρα», συμμετέχοντας σε 63 αγώνες της,
σημειώνοντας παράλληλα 15 τέρματα. Πήρε μέρος μαζί της στους Ολυμπιακούς Αγώνες
του 1960, σε 4 Παγκόσμια Κύπελλα, αυτά του 1962, του 1966, του 1970, στο οποίο
ήταν φιναλίστ και σ’ αυτό του 1974 και τη βοήθησε να στεφθεί Πρωταθλήτρια
Ευρώπης, για πρώτη φορά στην ιστορία της, το 1968. Πέρα όμως από τη στατιστική, ήταν ο παίκτης
που συγκέντρωνε όλα τα βλέμματα των φιλάθλων, σε μια εποχή μάλιστα που τη
φανέλα με το № 10 τη φορούσαν αποκλειστικά οι «fuoriclasse» (καλύτεροι
παίκτες). Οι ποδοσφαιρικές του ημέρες, παραμένουν μνημειώδεις και για τη μεγάλη
κόντρα του με τον άλλο σπουδαίο Ιταλό επιθετικό Σάντρο Ματσόλα (Sandro Mazzola)
της Ίντερ, με τα πράγματα να κλιμακώνονται, στη κοινή τους καριέρα στην εθνική
Ιταλίας, με αποκορύφωμα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 στο Μέξικο! Σημειωτέον ότι
οι δυο τους, εκτός γηπέδων, υπήρξαν εξαιρετικοί φίλοι, με οικογενειακές παρέες,
κοινές αποδράσεις και διακοπές, ειδικά στη λίμνη Κόμο όπου είχαν διπλανά
σπίτια, σχέση που διατηρούν μέχρι σήμερα!



Διακρίθηκε ιδιαίτερα για τον εξαιρετικό έλεγχο της μπάλας,
τις δεξιότητες στη ντρίμπλα και την άριστη τεχνική, καθώς και την ταχύτητα και
την επιτάχυνση σε μικρές αποστάσεις, την ευκινησία και την ισορροπία με την
μπάλα, κάτι που του επέτρεψε να αλλάζει γρήγορα κατευθύνσεις, ντριμπλάροντας
τους αμυντικούς με ευκολία. Παρά την αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία του, την τεχνική
ικανότητα και την κομψότητα με την μπάλα, απέφευγε συχνά να κάνει ατομικές προσπάθειες
με ντρίμπλες ή προκαλώντας τους αμυντικούς αδικαιολόγητα σε ένας-με-έναν καταστάσεις,
ιδίως στη μεταγενέστερη σταδιοδρομία του, εκτός αν κρινόταν αναγκαίο. Προτιμούσε
να δημιουργεί χώρους και ευκαιρίες για την ομάδα του μέσα από παιχνίδι μεταβιβάσεων
και την επιθετική κίνηση. Πράγματι, πάνω απ' όλα, ο Τζιάνι Ριβέρα ήταν γνωστός για την διορατικότητά
του, την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι και τις πανέμορφες μεταβιβάσεις του,
προσόντα που του επέτρεπαν να ελέγχει το παιχνίδι της ομάδας του στη μεσαία
γραμμή με σύντομες εναλλαγές, περνώντας μακριές πάσες την κατάλληλη στιγμή κατά
μήκος του γηπέδου, με στόχο να βοηθήσει τους επιθετικούς, από οποιαδήποτε θέση
στο γήπεδο και με τα δύο πόδια. Το 2011, ο πρώην πλέι μέικερ και πρόεδρος της UEFA,
ο Μισέλ Πλατινί (Michel Platini), τον περιέγραψε ως έναν από τους Μεγαλύτερους Πασαδόρους
στην ιστορία του αθλήματος.
Παρά το γεγονός ότι κατά κύριο λόγο ήταν ένας δημιουργικός
μέσος, υπήρξε ένας ομαδικός παίκτης, ο οποίος προτιμούσε να βοηθά τους
συμπαίκτες του επιθετικούς να σκοράρουν παρά ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι ήταν
επίσης γνωστός για την ικανότητά του να δημιουργεί επιθέσεις εν κινήσει και για
την ικανότητά του μπροστά στο τέρμα. Ιδιαίτερα αποτελεσματικός, τόσο εντός όσο
και εκτός της περιοχής, είναι ο μέσος με τον Υψηλότερο αριθμό γκολ στην ιστορία
της ιταλικής Serie A και ο 3ος μέσος-Υψηλότερος Σκόρερ στην ιστορία
της ιταλικής εθνικής ομάδας. Ήταν επίσης ένας ακριβής εκτελεστής στημένων
φάσεων και σπεσιαλίστας στα πέναλτι. Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους
Μεγαλύτερους Ιταλούς Ποδοσφαιριστές και ένας από τους πιο ταλαντούχους
επιθετικούς πλέι μέικερ Όλων των Εποχών, καθώς και ένας από τους Καλύτερους
Παίκτες της γενιάς του. Εκτός από την ποδοσφαιρική του ικανότητα, έχαιρε επίσης
μεγάλης εκτίμησης σε ολόκληρη την καριέρα του για την ψυχραιμία του υπό πίεση, τη
σωστή συμπεριφορά του μέσα στον αγωνιστικό χώρο, την μακροζωία και την φωνητική
ηγεσία του, αν και η ειλικρινής προσωπικότητά του, τον οδήγησε σε διάφορες
αμφιλεγόμενες συγκρούσεις με τους προπονητές, τους διοικούντες και τα μέσα
ενημέρωσης.
Το 1999, τοποθετήθηκε 19ος στη ψηφοφορία της
Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) για τον
Παγκόσμιο Παίκτη του 20ου Αιώνα και είχε επίσης επιλεγεί ως ο Καλύτερος Παίκτης
της Μίλαν του 20ου Αιώνα σε μια ψηφοφορία που διοργανώθηκε από την
“La Gazzetta dello Sport”. Το 2004, ο Πελέ τον επέλεξε στον κατάλογο «FIFA 100»
των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, στο πλαίσιο του εορτασμού
της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας και ήταν 35ος στην
ψηφοφορία για το Χρυσό Ιωβηλαίο (πεντηκονταετηρίδα) της UEFA. Το 2011, ήταν ο
αποδέκτης του Προεδρικού Βραβείου της UEFA, το οποίο αναγνωρίζει τα εξαιρετικά
επιτεύγματα ως ποδοσφαιριστής, την επαγγελματική αριστεία και τις
υποδειγματικές προσωπικές ιδιότητες. Το 2013, εγκαταστάθηκε στο ιταλικό
ποδοσφαιρικό Hall of Fame και το 2014, ονομάστηκε ως ο 80ος
Μεγαλύτερος Παίκτης στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την εφημερίδα ”The
Guardian” πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο
του 2014 στη Βραζιλία. Το 2015, έγινε ο Πρώτος Ιταλός Ποδοσφαιριστής από 100
αθλητικές προσωπικότητες που εγκαταστάθηκε στην ιταλική «Λεωφόρο της Δόξας».

Είναι παντρεμένος με την Laura Marconi και μαζί έχουν δύο
παιδιά: τη Chantal (γεν. το 1994) και τον Gianni (γεν. το 1996). Έχει μια άλλη κόρη, τη
Nicole (γεν. το 1977), με την Ιταλίδα πρώην ηθοποιό και τηλεοπτική
προσωπικότητα Elisabetta Viviani, με την οποία διατηρούσε σχέση εκείνη την
εποχή.
PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Επαγγελματική καριέρα
- · 1959/60: Unione Sportiva Alessandria Calcio 1912, 26 (6)
- · 1960–1979: Associazione Calcio Milan, 501 (122)
Σύνολο καριέρας: 527 (128)
Διεθνής
- · 1962–1975: Ιταλία, 63 (15)
Τίτλοι
Συλλογικοί
Με τη Milan
- · Πρωτάθλημα Ιταλίας: 3 (1961/62, 1967/68, 1978/79)
- · Κύπελλο Ιταλίας: 4 (1966/67, 1971/72, 1972/73, 1976/77)
- · Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 2 (1967/68, 1972/73)
- · Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 2 (1962/63, 1968/69)
- · Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1969
Διεθνείς
Με την Ιταλία
- · Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1968
- · Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1970
Προσωπικές Διακρίσεις
- · Χρυσή Μπάλα: 1969, επιλαχών το 1963
- · Μέλος Επιλέκτων FIFA: 1967
- · Πρώτος Σκόρερ στη ιταλική Serie A: 1972/73 [μαζί με τον Τζιουζέπε Σαβόλντι (Giuseppe Savoldi) και τον Παολίνο Πούλιτσι (Paolino Pulici)]
- · Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου, που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA 100
- · Στη θέση #35 στο πλαίσιο των εορτασμών του Ιωβιλαίου (50ετηρίδα) της UEFA: 2003
- · Μέλος του Hall of Fame της A.C. Milan
- · Μέλος του Hall of Fame του Ιταλικού Ποδοσφαίρου: 2013
- · Χρυσό Παπούτσι ως Ένας "Θρύλος του Ποδοσφαίρου": 2003