Να πω την αλήθεια, ήταν μια βδομάδα κολασμένη. Στο παιχνίδι της περασμένης Κυριακής, σε μια έξοδο για να αποσοβήσει τον κίνδυνο, ο Αποστόλης, ο βασικός τερματοφύλακας τραυματίστηκε στο αριστερό του γόνατο, μάλλον άσχημα. Μπήκα αλλαγή, έκανα 2 καλές αποκρούσεις κρατώντας το μηδέν, αλλά οι κουβέντες του προπονητή μετά τον αγώνα ήταν βασανιστικές… «Ετοιμάσου, τη Κυριακή με τη Θύελλα είσαι βασικός!» Πέρασαν οι μέρες, κολασμένες όπως είπα κι έφτασε το Σάββατο. Το μεσημέρι στο οικογενειακό τραπέζι μου μιλούσε ο πατέρας μου, αλλά δεν καταλάβαινα τίποτε. Μηχανικές κινήσεις και απλανές βλέμμα. Ο παππού-Μήτσος, που ’χε μάθει από τη μάνα μου τα καθέκαστα, προσπαθούσε να μ’ εμψυχώσει, λέγοντάς μου ξανά και ξανά την ιστορία με τον Νίκο τον Πεντζαρόπουλο, τον «Ήρωα του Τάμπερε», που είχε πιάσει τα άπιαστα σ’ ένα παιχνίδι της ολυμπιακής εθνικής ομάδας εναντίον της Δανίας το 1952 στη Φινλανδία. Ο παππούς -λέει…- είχε ένα φίλο ναυτικό που είχε -λέει…- ξεμείνει για κάμποσο καιρό εκεί, «[…] που δεν νυχτώνει ποτέ και οι γυναίκες ντύνονται με πέπλα από λευκές νύχτες» και μάλιστα -λέει…- ήταν στο γήπεδο εκείνη την ημέρα!...
Συμβουλές συνέχεια! Πώς να κάτσω κάτω από τα δοκάρια… πώς να στηθώ στα στημένα… πώς να κατευθύνω τους αμυντικούς… πώς το ένα, πως το άλλο… Βλέπετε, ήταν η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ αγωνιστική, εκτός έδρας αγώνας, στο γήπεδο της -προπορευόμενης κατά έναν βαθμό- Θύελλας, στο ματς της χρονιάς με έπαθλο την άνοδο στην παραπάνω κατηγορία! Όλα τα παιδιά της ομάδας μ’ εμψύχωναν στις προπονήσεις, πολλοί δε απ’ αυτούς μ’ είχαν πάρει τηλέφωνο να μου δώσουν κουράγιο… Αλλά, εγώ καταλάβαινα ότι ήταν κι αυτός ένας τρόπος να κρύψουν και ’κείνοι την αγωνία και νευρικότητά τους. Το απόγευμα του Σαββάτου πέρασε από το σπίτι μου κι ο Γιάννης, ο κεντρικός αμυντικός, που τον είχα σαν πατέρα μου και μου ’φερε ένα καινούργιο ζευγάρι επιγονατίδες.
Ο παππούς, εκεί, το βιολί του… να μου θυμίζει ένα σωρό μεγάλες αποκρούσεις… Λάτρευε το ποδόσφαιρο, αλλά ρε φίλε είχε και θυμητικό ελέφαντα! Τι Μιχάλης Βουτσαράς, τι Στέλιος Σεραφείδης, τι Σάββας Θεοδωρίδης, τι Τάκης Οικονομόπουλος, τι Απόστολος Φίλης, τι Παναγιώτης Κελεσίδης, τι Γιάννης Στέφας, τι Λάκης Στεργιούδας, τι Νίκος Σαργκάνης… Πήγα στο κρεβάτι και τα πόδια τρέμανε… Που να κολλήσει ύπνος… και οι εφιάλτες! Στην καλύτερη περίπτωση έτρωγα… ντόρτια. Και ΟΛΑ κοροϊδίστικα. Κάτω από τα πόδια, μέσα από τα χέρια, με ψηλοκρεμαστό ΠΙΣΩ από τη σέντρα! Με ‘βλεπα να κάνω έξοδο (λες κι έβγαινα βόλτα στη πλατεία του χωριού…) και να πιάνω αέρα…
Ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, μια σκιά ήλθε και κάθισε στο κρεβάτι. Ήταν ο παππούς μου, που όπως τότε που ήμουν μικρός και έβλεπε τη τρέλα μου με το ποδόσφαιρο, ερχόταν στο προσκέφαλο και μου 'λεγε ιστορίες για παιχνίδια που θυμόταν, τουλάχιστον όσα είχε δει, αλλά και για παιχνίδια που ΔΕΝ είχε δει ποτέ του, γιατί τότε δεν υπήρχαν ούτε βίντεο, ούτε τηλεοράσεις παρά μόνο είχε ακούσει από περιγραφές ή είχε διαβάσει στις εφημερίδες!
«Ό,τι και να γίνει αύριο Γιάννη, να θυμάσαι: το ποδόσφαιρο δεν είχε, δεν έχει και ούτε πρόκειται ποτέ να έχει οποιουδήποτε είδους σύνορα. Γιατί αν είχε, τότε θα φυλάγαμε όλοι σκοπιά…» Μου χάιδεψε τα μαλλιά και άρχισε να μου διηγείται εκείνο το παιχνίδι Κυπέλλου το 1964 στη Λεωφόρο μεταξύ Παναθηναϊκού - Ολυμπιακού που μπήκε ο κόσμος στο γήπεδο και τα έκανε όλα ρημαδιό. Είχαν πάει μαζί με τον πατέρα μου και τα επεισόδια ήταν η αιτία που ο δεύτερος δεν ξαναπάτησε το ποδάρι του σε γήπεδο! Τα βλέφαρα μου άρχισαν να βαραίνουν. Όταν ύστερα από κάμποση ώρα, κι εγώ δεν ξέρω πόση, άνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν σε ένα μεγάλο, τεράστιο δωμάτιο, με πολλά μικρά τραπέζια και μερικούς μεγάλους δερμάτινους καναπέδες γύρω από ένα τεράστιο τζάκι, στο οποίο έκαιγε μια εντυπωσιακή φωτιά…
Οι τοίχοι ολόγυρα, όσο έπιανε το μάτι σου, ήταν γεμάτοι με λάβαρα σχεδόν ΟΛΩΝ των μεγάλων ομάδων του κόσμου και με φωτογραφίες, εκ των οποίων πολλές ασπρόμαυρες, στις οποίες φιγουράριζαν ΟΛΟΙ οι μύθοι! Σ’ ένα πιάνο που βρισκόταν παραδίπλα καθόταν ο Γιάννης Διακογιάννης και έπαιζε ένα φημισμένο ταγκό, το «El Choclo» (Το Φιλί Της Φωτιάς) του Εδουάρδο Ρόχας! Γύρω από το πιάνο ήταν ο Γκίντερ Νέτσερ, ο Τοστάο, ο Γιόχαν Νέεσκενς, ο Μάριο Κέμπες, ο Πελέ, ο Κάζιμιρτς Ντέινα, ο Αντρέα Πίρλο και ο Ντράγκαν Τζάγιτς! Μιλούσαν για τον ρυθμό και τη μελωδία και πώς τα βλέπεις αυτά στις κινήσεις ενός ποδοσφαιριστή μέσα στο γήπεδο. Ο -φωνακλάς- Νέτσερ προσπαθούσε να πείσει τον Ντέινα ότι το τανγκό ως χορός «[…] δεν έχει την αβρότητα που χρειάζεται ένας χορός ανάμεσα σε δύο ερωτευμένους». Ο Διακογιάννης τότε του είπε: «Γκίντερ, μη ξεχνάς ότι το τανγκό είναι ένα καβγαδάκι ερωτευμένων που χορεύεται…»
Λίγο δεξιότερα σ’ ένα τραπέζι ήταν μια σύναξη επιθετικών, σκέτος εφιάλτης. Ο Γκέρντ Μίλερ, ο Γκρέγκορζ Λάτο, ο Τζίτζι Ρίβα, ο Ζαϊρζίνιο, ο Τζορτζ Μπεστ, ο Όλεγκ Μπλαχίν, ο Εμίλιο Μπουντραγκένιο, ο Μάρκο φαν Μπάστεν, ο Ρονάλντο, ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα και αυτός ο απίθανος Ολλανδός, ο Ρομπ Ρένσενμπρινκ, ο παίκτης που είχε μοιράσει υπογλώσσια στους Αργεντίνους στέλνοντας τη μπάλα στο δοκάρι στα χασομέρια του τελικού στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978! Ο Ρουντ Γκούλιτ όρθιος τους παρακολουθούσε μαζί με τον Οσβάλντο Αντίλες και τον Έντσο Φραντσέσκολι σχολιάζοντας χαμηλόφωνα τα χτυπήματα που γίνονταν σ’ ένα παιχνίδι πόκερ, προσπαθώντας να συνεννοηθούν κάτω από τις φωνές του Μίλερ και του Μπεστ, που -προφανώς- ήταν επηρεασμένοι από ένα ιρλανδέζικο μαλτ ουίσκι που είχε φέρει ο Βορειο-Ιρλανδός και το οποίο τίμησαν δεόντως οι δυο τους, μαζί με τον Σόκρατες. Ο Βραζιλιάνος δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Προφανώς, είχε και το καλύτερο φύλλο απ’ όλους...
Πιο πίσω, κοντά στο ένα παράθυρο, ήταν η ομήγυρη των τερματοφυλάκων! Ο Σεπ Μάγιερ, ο Λαδισλάο Μαζούρκιεβιτς, ο Γιαν Τομασέφσκι, ο Ρινάτ Ντασάεφ, ο Λουίς Αρκονάδα, ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν και ο Γιούργκεν Κρόι συζητούσαν για τον φόβο του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι. Ένας φόβος που, όπως έλεγε ο Βάσκος, δεν είναι παρά ένα βήμα από τον ηρωισμό, «[…] αφού εμείς δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Το βάρος όλο το κουβαλάει αυτός που σουτάρει». Ο Ντίνο Τζοφ όρθιος μαζί με τον Έμερσον Λεάο και τον Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ συζητούσαν για εκείνο το γκολ του Πάουλο Ρομπέρτο Φαλκάο στο Βραζιλία - Ιταλία στο «Σαριά» της Βαρκελώνης το 1982. Ο Τζοφ του ‘λεγε: «Εγώ πάντως το γκολ το ‘δα το βράδυ στο ριπλέι. Φοβερή ενέργεια!» Ο Ουμπάλντο Φιγιόλ, πειραχτήρι όπως πάντα, έσκυψε πάνω από τον ώμο του Ντίνο και τον ρώτησε: «Είσαι σίγουρος ότι το είδες;» Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας πιτσιρικάς, ένας μικρόσωμος Αργεντίνος, ο Λιονέλ Μέσι. Αμέσως από τη μεγαλύτερη παρέα σηκώθηκε ένας λεπτός τύπος με το τσιγάρο στο στόμα και του φώναξε: «Μικρέ! Έλα δω»! Ήταν ο «Γιος της Πλύστρας», ο Μεγαλύτερος Ποδοσφαιρικός Νους που έβγαλε η από ‘δω μεριά του Κόσμου, ο Γιόχαν Κρόιφ!...
Στην παρέα του όλος ο καλός δημιουργικός/οργανωτικός ποδοσφαιρικός κόσμος... Ο Βόλφγκανγκ Όβερατ, ο Τεόφιλο Κουμπίγιας, ο Βιμ φαν Χάνεγκεμ, ο Χουάν Κάρλος Όμπλιτας με τον Ροναλντίνιο και τον Άρνολντ Μιούρεν, ο Πάουλ Μπράιτνερ, ο Φραντζ Μπεκενμπάουερ, ο Γιούργκεν Σπααρβάσερ, ο Τζιανκάρλο Αντονιόνι, ο Χόρχε «Μάχικο» Γκονζάλες, ο Βασίλης Χατζηπαναγής, ο Γκλεν Χοντλ, ο Ζίκο, ο Ρομπέρτο Ριβελίνο, ο Κέβιν Κίγκαν και ο Κάρλος Καζέλι!...
«Ρε συ, τι γίνεται εδώ πέρα», σκέφτηκα: «Μακάρι να ‘ταν και ο παππούς μου εδώ…».
Όλοι αυτοί συζητούσαν για την ομορφιά του ποδοσφαίρου. Ανέλυαν φάσεις που πρωταγωνίστησαν, αναρωτιούνταν για τα λάθη που έκαναν, διαφωνούσαν για το καλύτερο γήπεδο του κόσμου. Αριστερά, κάτω από το άλλο μεγάλο παράθυρο, ο Ντιέγκο Μαραντόνα και ο Ζινεντίν Ζιντάν έπαιζαν μια παρτίδα σκάκι. Ο Γάλλος έπαιζε με τα μαύρα και η παρτίδα είχε εξελιχθεί σε μια δύσκολη παραλλαγή της «Σικελικής Άμυνας». Ο «Πίμπε Ντ’ Όρο» έφερε τον αξιωματικό στο β4 εκτοπίζοντας έναν ίππο. Αμέσως μετά γύρισε στον «Ζιζού» και του είπε: «Παίζεις σαν τον Καπαμπλάνκα» (Ο Κουβανός Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα υπήρξε μετρ του σκακιού κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου) και ο Γάλλος του απάντησε: «Κι εσύ απαντάς σαν τον Κασπάροφ» (Ο Γκάρι Κασπάροβ είναι αρμένικης καταγωγής Ρώσος σκακιστής, τέως παγκόσμιος πρωταθλητής, θεωρούμενος ως ο Κορυφαίος Όλων των Εποχών).
Γύρω από τη σκακιέρα σιωπηλοί βρίσκονταν ο Αντρέα Πίρλο, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο Ερίκ Καντονά, ο Ζμπίγκνιου Μπόνιεκ, ο Μισέλ Πλατινί, ο Ελίας Φιγκερόα και ο Μεγαλύτερος Μάγκας της ποδοσφαιρικής ιστορίας, ο Ομπντούλιο Βαρέλα! Μια παρέα πίσω τους, αποτελούμενη από τον Βίνι Τζόουνς, τον Τόνι Άνταμς, τον Πολ Γκασκόιν και τον Ρόι Κιν, έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες μπίρας, έκανε τόση φασαρία που ανάγκασε τον επιβλητικό Ουρουγουανό να τους κοιτάει επιτιμητικά και τον συνήθως μειλίχιο Γάλλο να γυρίσει και να τους φωνάξει: «Σας παρακαλώ Κύριοι. Λίγη ησυχία»!…
«Ρε συ τι γίνεται εδώ πέρα!...», αναρωτήθηκα ξανά. «Αν είναι όνειρο, να μην ξυπνήσω ποτέ…».
Εκείνη την ώρα ο Διακογιάννης από την άκρη του δωματίου φώναξε: «Φραντς, ήρθε η σειρά σου». Ο Μπεκενμπάουερ σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε σε μια ντουλάπα ακριβώς πίσω του, άνοιξε κι έβγαλε παλάσκες και ένα κράνος. Φόρεσε τις παλάσκες, ένα χοντρό τζάκετ από πάνω του, κοίταξε το ρολόι του και πριν ανοίξει την πόρτα είπε στον Μέσι: «Μικρέ, έχεις να μάθεις πολλά ακόμη». Ο Μέσι είχε κοκαλώσει. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε τη δύναμη να ρωτήσει, τραυλίζοντας: «Ποιον… αλλάζεις;». Ο Μπεκενμπάουερ χαμογέλασε και του είπε: «Δεν θα το πιστέψεις… τον Χούγκο Σάντσες!».
Το απόγευμα της Κυριακής, βασικός εναντίον της Θύελλας, όποτε χρειάστηκε ήμουν εκεί, κράτησα το μηδέν και μάλιστα από δική μου 40άρα μπαλιά-διώξιμο (σε μια άτσαλη επιστροφή του Παύλου, του αριστερού αμυντικού…), τους πιάσαμε στον ύπνο και ο Βασίλης, ο κεντρικός επιθετικός μας σημείωσε το γκολ της νίκης! Ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, αν και ένιωθα απίστευτα εξαντλημένος. Επιστρέφοντας στο σπίτι, με τη «Σουφραζέτα» (ένα κλειστό ημιφορτηγάκι Ρενό, που το χρησιμοποιούσε ο παππούς μου για να διανέμει τα ρούχα από το καθαριστήριο που διατηρούσε ο γιος του, ο θείος μου ο Βαγγέλης, αδελφός της μάνας μου…) να καταπίνει τα χιλιόμετρα χωματόδρομου, ο παππούς μου ήταν μονίμως χαμογελαστός, ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης, ενώ ο πατέρας μου ήταν σιωπηλός, χωρίς ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΥΣ να κάνει κάποιο σχόλιο. Δεν μου είπαν κουβέντα!
Λίγο πριν πέσω κατάκοπος για
ύπνο, μπήκε στο δωμάτιο ο παππού-Μήτσος, με πλησίασε, μου ‘βαλε στα χέρια ένα
δέμα και μου είπε: «Γιάννη, αυτό που σου είπα, για το ποδόσφαιρο, τα
σύνορα και τις σκοπιές, μη το ξεχάσεις αγόρι μου. Ισχύει…» Μου χάιδεψε
τα μαλλιά, έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Μόνος, πλέον, μέσα στο
σκοτάδι, ξετύλιξα την εφημερίδα που τύλιγε το δέμα και βρήκα μέσα ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά
παπούτσια που -πλέον ΣΙΓΟΥΡΕΥΤΗΚΑ ότι…- κάποτε, πριν από πάρα πολλά χρόνια, τα
φόρεσε ένας Έλληνας τερματοφύλακας, σε μια παγωμένη χώρα «[…] που δεν
νυχτώνει ποτέ και οι γυναίκες ντύνονται με πέπλα από λευκές νύχτες»...
Εμπνευσμένο από ένα κείμενο που ‘χα διαβάσει -παλιά, πολύ παλιά, μπορεί και μια 10ετία πίσω...- στη «SportDay»…
