Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Ντιέγκο Σιμεόνε: Με το Μαχαίρι Ανάμεσα στα Δόντια

Ο Αργεντίνος μέσος και αργότερα προπονητής, Ντιέγκο Σιμεόνε (Diego Pablo Simeone González), γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του 1970, στο Μπουένος Άιρες. Επίσης γνωστός ως «El Cholo», στη συλλογική του καριέρα, που ξεκίνησε το 1987, έπαιξε για τη Βελέζ του Σάρσφιλντ, τη Πίζα, τη Σεβίλλη, την Ατλέτικο Μαδρίτης, την Ίντερ, τη Λάτσιο και τη Ράσινγκ της Αβεγιανέδα. Κατέκτησε ένα double στην Ισπανία με την Ατλέτικο Μαδρίτης το 1996 και το Κύπελλο UEFA με την Ίντερ στο 1998, κατακτώντας επίσης άλλο ένα ιταλικό double με την Λάτσιο το 2000, καθώς και το ευρωπαϊκό Super Cup του 1999 και το ιταλικό Σούπερ Καπ το 2000. Έκανε πάνω από 100 διεθνείς εμφανίσεις με την εθνική ομάδα της Αργεντινής, εκπροσωπώντας την χώρα στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1994, του 1998 και του 2002, αλλά και σε 4 διοργανώσεις του Κόπα Αμέρικα, κατακτώντας το τουρνουά το 1991 και το 1993. Κατέκτησε επίσης το Κύπελλο Συνομοσπονδιών της FIFA το 1992 και ένα Ασημένιο Ολυμπιακό Μετάλλιο στους Αγώνες του 1996 στην Ατλάντα.


Ως προπονητής, έχει οδηγήσει τη Ράσινγκ, την Εστουδιάντες, τη Ρίβερ Πλέιτ και τη Σαν Λορέντζο στην Αργεντινή και τη Κατάνια στην Ιταλία, πριν αναλάβει την Ατλέτικο Μαδρίτης το 2011, την οποία οδηγεί μέχρι σήμερα. Κέρδισε την Primera División της Αργεντινής, με την Εστουδιάντες και με τη Ρίβερ Πλέιτ και έχει κερδίσει 5 τίτλους με την Ατλέτικο Μαδρίτης, συμπεριλαμβανομένου του τίτλου της ισπανικής La Liga, του ισπανικού Κυπέλλου και του UEFA Europa League, φτάνοντας επίσης σε δύο τελικούς του UEFA Champions League με τον σύλλογο.


Ξεκίνησε την καριέρα του στις ακαδημίες της Βέλες Σάρσφιλντ. Ήταν μόλις 14 ετών όταν ο προπονητής του στους μικρούς, Βικτόριο Σπινέτο (Victorio Spinetto), του έδωσε το προσωνύμιο «Cholo», επειδή του θύμιζε τον Καρμέλο Σιμεόνε (Carmelo Simeone -απλή συνωνυμία), παλιό παίκτη της Μπόκα Τζούνιορς με το ίδιο παρατσούκλι.


Στα 17 του έκανε το ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα της "Fortín" και ένα μήνα αργότερα, στις 12 Οκτωβρίου του 1987, πέτυχε το πρώτο του τέρμα. Ήταν ήδη τότε ο Τσόλο με το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια: «Γινόταν χαμός με τα παιδιά στις προπονήσεις, γιατί έπαιζε πάντοτε με την καρδιά στο χέρι. Και ούρλιαζε γκολ σα να ήταν κανονικός αγώνας», θυμάται ο Μάκου, συμπαίκτης του στην Βέλεζ. Σε ηλικία 18 ετών ο Ντιέγο φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής Αργεντινής των ανδρών και στα 20 έπαιζε ήδη στην Ευρώπη. Από μικρός έδειχνε πού θα έφτανε. Θυμάται ο ίδιος: «Όταν ήμουν 15 χρονών, με έπιασε ο Σπινέτο και μου είπε, ‘’ … πιτσιρικά, σε δυο χρόνια θα πρέπει να παίζεις στην Πριμέρα"».


Η ευρωπαϊκή περιπέτεια ξεκίνησε από την ιταλική Πίζα. «Μου είπε ο ατζέντης μου, έχεις 40 λεπτά να αποφασίσεις», λέει γελώντας. Δεν χρειάστηκε παρά ένα πεντάλεπτο για να πει το "Ναι" και να διασχίσει τον ωκεανό. Στην Ιταλία γνώρισε και τις δυο όψεις του νομίσματος. Στην πρώτη σεζόν υπήρξε από τις αποκαλύψεις του Κάλτσιο, όμως στη δεύτερη δεν μπόρεσε να αγωνιστεί παρά ελάχιστα λόγω ενός τραυματισμού και τελικά η Πίζα αποφάσισε να τον παραχωρήσει. Στις 29 Ιουλίου του 1992, ο Τσόλο ταξίδεψε με το ιδιωτικό τζετ του προέδρου του ιταλικού συλλόγου στην Ανδαλουσία και υπέγραψε 4ετές συμβόλαιο με τη Σεβίλλη του Κάρλος Μπιλάρδο (Carlos Salvador Bilardo). Η Πίζα εισέπραξε ένα εκατομμύριο ευρώ και ο Σιμεόνε συμφώνησε για ετήσιες αποδοχές 180.000 ευρώ.


Με συμπαίκτες τους Νταβόρ Σούκερ (Davor Šuker) και Ντιέγο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona), πραγματοποίησε μια πολύ καλή χρονιά και τη δεύτερη σεζόν, με τον Λουίς Αραγονές (Luis Aragonés Suárez) πλέον στον πάγκο, ήταν το ίδιο σταθερός στην απόδοσή του, με την ομάδα του να τερματίζει στην 6η θέση και να χάνει την έξοδο στην Ευρώπη για μόλις έναν βαθμό. Το καλοκαίρι του 1994, ο Χεσούς Χιλ (Gregorio Jesús Gil y Gil) ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για να τον πάρει στην Ατλέτικο. Η διοίκηση της Σεβίλλης απαιτούσε παράλογα χρήματα, οι Μαδριλένοι απείλησαν να σταματήσουν τις συζητήσεις και ο Σιμεόνε, που ήθελε πάση θυσία να αγωνιστεί στον Μανθανάρες, δήλωσε πως αν δεν τον άφηναν να φύγει, θα έπαιζε ακόμα δυο χρόνια στη Σεβίλλη και μετά θα έφευγε ελεύθερος, χωρίς οι Ανδαλουσιάνοι να πάρουν ούτε μια πεσέτα.


Τελικά, οι δυο πλευρές συμφώνησαν και ο Τσόλο έκανε το όνειρό του πραγματικότητα πηγαίνοντας στη Μαδρίτη. Αμέσως "κόλλησε" στο παζλ των «κολτσονέρος» και έγινε βασικός σε μια ομάδα που έψαχνε την ταυτότητά της. Μετά από μια δική του καλή πρώτη χρονιά, αλλά μέτρια για την ομάδα, το καλοκαίρι του 1995 έφτασαν τα δυο τελευταία κομμάτια για να συμπληρωθεί ότι ακριβώς έλειπε: ο Ράντομιρ Άντιτς (Radomir Antić) στον πάγκο και ο Μίλινκο Πάντιτς (Milinko Pantić) στο γήπεδο. Η σεζόν 1995/96 ξεκίνησε με επιφυλάξεις και ολοκληρώθηκε με τον απόλυτο θρίαμβο. Η Ατλέτικο κατέκτησε πρώτα το Κύπελλο, στις 10 Απριλίου, νικώντας με 1-0 την Μπαρτσελόνα και ένα μήνα αργότερα το πρωτάθλημα, φτάνοντας έτσι στο πρώτο double της ιστορίας της. Ο Σιμεόνε, όπως και όλοι οι ατλέτικος, έζησε μαγικές στιγμές, απολαμβάνοντας τη λατρεία των φιλάθλων και τον ρόλο του ηγέτη μαζί με το περιβραχιόνιο του αρχηγού.


Στα τρία χρόνια που ο Τσόλο παρέμεινε στη Μαδρίτη, συμπλήρωσε 123 συμμετοχές και πέτυχε 28 γκολ. Το καλοκαίρι του 1997, το θυμάται ο ίδιος με πικρία: «Μου λείπει πολύ η Ατλέτι. Ο Άντιτς μου είχε πει ότι με υπολόγιζε και ότι η παραχώρησή μου δεν ήταν δική του απόφαση. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον πιστέψω. Αναγκάστηκα να φύγω, ενώ εγώ ήθελα να συνεχίσω...» Όμως, από την άλλη, όταν είχε πάει στη Μαδρίτη, ήταν προφανές πως ήταν προετοιμασμένος για όλα: «Ήταν σαν να ήμουν έτοιμος και για τα χτυπήματα και για τις μεγάλες χαρές. Σίγουρα όλο αυτό έχει στοιχεία από σαδομαζοχισμό, αλλά με γοητεύει». Η ουσία είναι ότι το 1997, ο Σιμεόνε αναχώρησε από την Ισπανία για να επιστρέψει μετά από μια πενταετία στην Ιταλία, αυτή τη φορά στην μεγάλη Ίντερ των - ανάμεσα σε άλλους – Ρονάλντο (Ronaldo Luís Nazário de Lima, «Ronaldo»), Χαβιέ Ζανέτι (Javier Zanetti), Γιούρι Τζορκάεφ (Youri Djorkaeff), Ιβάν Ζαμοράνο (Iván Zamorano), Άλβαρο Ρεκόμπα (Álvaro Recoba), Τζιανλούκα Παλιούκα (Gianluca Pagliuca), Τζιουζέπε Μπέργκομι (Giuseppe Bergomi).


Με το «καλημέρα», ο Σιμεόνε έγινε βασικός, δίνοντας στους «νερατζούρι» τη δύναμη που χρειάζονταν στο κέντρο. Η ομάδα του Λουίτζι Σιμόνι (Luigi Simoni) απέκλεισε κατά σειρά τις Νεσατέλ Ξαμάξ, Λιόν, Στρασβούργο, Σάλκε και Σπαρτάκ Μόσχας, φτάνοντας στον τελικό του Κυπέλλου UEFA, όπου αντιμετώπισε την Λάτσιο. Στην ιταλική μάχη του "Παρκ ντε Πρενς", η Ίντερ με τον Σιμεόνε στην 11άδα της, κέρδισε 3-0 και κατέκτησε το τρόπαιο. Στο πρωτάθλημα η ομάδα τερμάτισε στη 2η θέση, πίσω από την Γιούβε, παίρνοντας το εισιτήριο για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Η 2η χρονιά δεν ήταν ανάλογη της πρώτης, με την Ίντερ να αποκλείεται στη φάση των "8"  από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και να ολοκληρώνει το πρωτάθλημα στην 8η θέση χάνοντας την ευρωπαϊκή έξοδο.


Το καλοκαίρι του 1999, ο Σιμεόνε άλλαξε και πάλι προορισμό, κατηφορίζοντας στην πρωτεύουσα για να φορέσει τη φανέλα της Λάτσιο, της δεύτερης μεγάλης του αγάπης μετά την Ατλέτικο. Εκεί συνάντησε τον Σβεν Γκόραν Έρικσον (Sven-Göran Eriksson) και αργότερα τους Ντίνο Τζοφ (Dino Zoff), Αλμπέρτο Τζακερόνι (Alberto Zaccheroni) και Ρομπέρτο Μαντσίνι (Roberto Mancini) στον πάγκο των "μπιανκοσελέστι" και μια ομάδα γεμάτη από αστέρια όπως οι Αλεσάντρο Νέστα (Alessandro Nesta), Σίνισα Μιχαΐλοβιτς (Siniša Mihajlović), Ντέγιαν Στάνκοβιτς (Dejan Stanković), Χουάν Βερόν (Juan Sebastián Verón), Ματίας Αλμέιδα (Matías Almeyda), Πάβελ Νέντβεντ (Pavel Nedvěd), Ρομπέρτο Μαντσίνι, Μαρσέλο Σάλας (Marcelo Salas), Τζιουζέπε Πάνκαρο (Giuseppe Pancaro) και Ατίλιο Λομπάρντο (Attilio Lombardo)! Παίζοντας ως αλλαγή, ο Τσόλο κατέκτησε αμέσως τον πρώτο του τίτλο με τους «Λατσιάλι», νικώντας 1-0 την Μάντσεστερ στον τελικό του ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ. Η πρώτη του σεζόν στη Ρώμη συνεχίστηκε ονειρικά με το 2ο double της καριέρας του (μετά από εκείνο με την Ατλέτι).


Πρώτα ήρθε -απρόσμενα- το πρωτάθλημα στην τελευταία δραματική αγωνιστική. Η Γιούβε έπαιζε εκτός με την Περούτζια, σε ένα γήπεδο-βάλτο από τη βροχή, ενώ η Λάτσιο υποδεχόταν την Ρετζίνα στο "Ολίμπικο" της Ρώμης. Ο Σιμεόνε και η παρέα του κέρδισαν εύκολα 3-0 και περίμεναν τη λήξη του άλλου αγώνα, ο οποίος είχε αρχίσει με καθυστέρηση και με ευθύνη του Πιερλουίτζι Κολίνα (Pierluigi Collina),  η Περούτζια προηγήθηκε 1-0, οι Γιουβεντίνοι -προς γενική έκπληξη- δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν και στη Ρώμη ξεκίνησε η γιορτή! Μια γιορτή που ολοκληρώθηκε 4 μέρες αργότερα, όταν διεξήχθη ο επαναληπτικός τελικός του Κυπέλλου. Στον πρώτο, στη Ρώμη, η Λάτσιο είχε κερδίσει την Ίντερ 2-1, με τον Τσόλο να πετυχαίνει το νικητήριο γκολ χωρίς να πανηγυρίζει από σεβασμό προς την πρώην ομάδα του.


Στον 2ο αγώνα, στις 18 Μαΐου του 2000, στο "Σαν Σίρο", το ματς τελείωσε ισόπαλο 0-0 και η Λάτσιο κατέκτησε την κούπα και το μοναδικό μέχρι σήμερα -όπως ακριβώς και η Ατλέτι- νταμπλ της ιστορίας της. Η εκπληκτική σεζόν ολοκληρώθηκε τον επόμενο Αύγουστο, όταν οι «Λατσιάλι» κέρδισαν 4-3 την Ίντερ και κατέκτησαν το ιταλικό Σούπερ Καπ, συμπληρώνοντας 4 τίτλους μέσα σε 12 μήνες! Ο Σιμεόνε έμεινε 3 χρόνια ακόμα στην Λάτσιο, φτάνοντας τις 137 συμμετοχές και τα 19 γκολ. Στην τελευταία αγωνιστική της σεζόν 2001/02, ο Τσόλο σκόραρε εναντίον της Ίντερ μέσα στο "Ολίμπικο" και το τελικό 4-2 στέρησε από τους "νερατζούρι" την ευκαιρία να κατακτήσουν το πρώτο τους πρωτάθλημα μετά το 1989! Το καλοκαίρι του 2003 πραγματοποιήθηκε η μεγάλη επιστροφή για τον Αργεντίνο.


«Η αναχώρηση από την Λάτσιο δεν ήταν εύκολη, γιατί πέρασα όμορφα εκεί, είχα μια ζωή εύκολη και ήρεμη. Αλλά μου αρέσουν οι προκλήσεις, η καρδιά μου συνεχίζει να χτυπάει δυνατά και το να επιστρέψω στην Ατλέτι είναι ακριβώς αυτό: μια πρόκληση για το τί περιμένουν από μένα και το τί μπορώ να τους προσφέρω εγώ. Νιώθω πάθος για αυτή την ομάδα», ήταν οι πρώτες του δηλώσεις στο αεροδρόμιο του Μπαράχας. Και λίγες ώρες αργότερα, έξω από τα γραφεία της Ατλέτικο, συνέχισε: «Όταν κατέβηκα από το αεροπλάνο, ένιωσα κάτι παράξενο, μια περίεργη ταραχή. Και μόλις πάτησα το πόδι μου στη Μαδρίτη, έγινε πραγματικότητα η επιθυμία μου, με διαπέρασε μια ανατριχίλα, σημάδι της προσμονής και του ενθουσιασμού για αυτήν την καινούργια πρόκληση. Πριν λίγες εβδομάδες, όταν είδα στο Βιθέντε Καλντερόν εκείνο το πανό που έγραφε ‘’Τσόλο σε αγαπάμε’’, αποφάσισα ότι η επιλογή μου θα ήταν αυτή, να επιστρέψω εδώ».


Ήταν 20 Ιουλίου του 2003, όταν υπέγραψε το καινούργιο του συμβόλαιο με την Ατλέτικο. Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου του 2004, έδωσε την τελευταία του συνέντευξη Τύπου ως παίκτης των «ροχιμπλάνκος», αυτή τη φορά για να ανακοινώσει το τέλος της συνεργασίας του με την ομάδα και την επιστροφή του στην Αργεντινή. «Αφήνω την Ατλέτι, γιατί στα 34 μου χρόνια, ο ποδοσφαιριστής που έχω μέσα μου, μου ζητάει να παίξω μπάλα». Ο τεχνικός των «Ίντιος», ο Θέσαρ Φεράντο (César Ferrando Giménez), είχε πάψει να τον υπολογίζει και ο Τσόλο αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να φύγει από την Ευρώπη. «Ήταν δύσκολο, είχα μέσα μου μια μάχη ανάμεσα στο κεφάλι και την καρδιά και τελικά νίκησε η δεύτερη. Δεν θέλω συναισθηματισμούς, είναι πολλά όλα αυτά που θα αφήσω πίσω. Ποτέ δεν έφυγα από εδώ και ποτέ δεν θα φύγω από εδώ», ολοκλήρωσε συγκινημένος τις δηλώσεις του.


Η Ράσινγκ της Αβεγιανέδα, η ομάδα της οποίας υπήρξε οπαδός από μικρός και όπου πήγαινε μαζί με τον πατέρα του πιτσιρικάς για να βλέπει τους αγώνες της, υπήρξε ο τελευταίος σταθμός στην ποδοσφαιρική καριέρα του Ντιέγο Σιμεόνε. Έφτασε εκεί τον Ιανουάριο του 2005 και αγωνίστηκε για έναν χρόνο, μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου του 2006, όταν και έπαιξε το τελευταίο του επίσημο παιχνίδι. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ανέλαβε τον πάγκο της ως προπονητής, αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο στην ζωή του Τσόλο, ανοιχτό μέχρι σήμερα και το ίδιο - αν όχι περισσότερο - επιτυχημένο με εκείνο που ξεκίνησε το 1987 στην Βελέζ και διήρκεσε σχεδόν δυο δεκαετίες, γεμάτες επιτυχίες, τίτλους και προσωπικές διακρίσεις.


Ο Τσόλο κλήθηκε πρώτη φορά στις μικρές Εθνικές το 1988 και αγωνίστηκε τόσο στην U-20 (Νέων) όσο και στην U-23 (Ελπίδων). Τον Φεβρουάριο του 1989, πήρε μέρος στο Μουντιάλ Νέων (U-20) που διοργανώθηκε στη Σαουδική Αραβία. Στον πρώτο αγώνα του τουρνουά, με αντίπαλο την Ισπανία, ο Σιμεόνε πέτυχε το 1-0 για την ομάδα του (τελικό 1-2 υπέρ των Ισπανών) και η Αργεντινή έφτασε μέχρι τους "8", όπου αποκλείστηκε από τη Βραζιλία. Έναν χρόνο νωρίτερα, είχε κάνει το ντεμπούτο του με την Εθνική ομάδα των Ανδρών, σ’ ένα φιλικό ματς με αντίπαλο την Αυστραλία, στις 14 Ιουλίου του 1988. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1991, όταν η Αργεντινή κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα της Χιλής, με σκόρερ στο κρίσιμο ματς με την Κολομβία τους Σιμεόνε και Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (Gabriel Omar Batistuta).


Δυο χρόνια αργότερα, στο Κόπα Αμέρικα του Εκουαδόρ, η «αλμπισελέστε» υπερασπίστηκε με επιτυχία τον τίτλο της, κερδίζοντας και πάλι το τρόπαιο. Οι Αργεντίνοι -με τους Σερτζιο Γκοϊκοτσέα (Sergio Javier Goycochea), Σιμεόνε, Μπατιστούτα, Ρεδόντο (Fernando Carlos Redondo Neri), Όσκαρ Ρουτζέρι (Oscar Alfredo Ruggeri) και Κάσερες (Fernando Gabriel Cáceres) στη σύνθεσή τους- πέρασαν στα πέναλτι τόσο στον προημιτελικό με τη Βραζιλία όσο και στον ημιτελικό με την Κολομβία (εκτέλεσε εύστοχα και στα δυο ματς ο Τσόλο) και νίκησαν 2-1 στον τελικό το Μέξικο με τέρματα του Μπατιστούτα. Ανάμεσα στα δυο κερδισμένα Κόπα Αμέρικα, τον Οκτώβριο του 1992, η Αργεντινή νίκησε 3-1 τη Σαουδική Αραβία (με τον Σιμεόνε να πετυχαίνει το 3ο γκολ) και κατέκτησε το Κύπελλο Συνομοσπονδιών. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το 1996, η Αργεντινή με παίκτες όπως οι Σιμεόνε, Ερνάν Κρέσπο (Hernán Jorge Crespo), Φαμπιάν Αγιάλα (Roberto Fabián Ayala), Ζανέτι, Αλμέιδα, Αριέλ Ορτέγα (Arnaldo Ariel Ortega) και Κλαούντιο Λόπες (Claudio López), έφτασε μέχρι τον τελικό του τουρνουά, όπου περιορίστηκε στο αργυρό μετάλλιο, χάνοντας από τη Νιγηρία 3-2 με το γκολ του Εμανουέλ Αμουνίκε (Emmanuel Amuneke) στο τελευταίο λεπτό του αγώνα.


Ο Τσόλο Σιμεόνε αγωνίστηκε σε 3 Μουντιάλ με την «αλμπισελέστε», το 1994 στις ΗΠΑ, το 1998 στη Γαλλία και το 2002 στις Κορέα και Ιαπωνία. Σε αυτές τις τρεις τελικές φάσεις έπαιξε σε 11 παιχνίδια. Το 1994 η Αργεντινή αποκλείστηκε από τη Ρουμανία στους "16" (2-3), το 1998 έφτασε μέχρι τους "8" όπου αποκλείστηκε από την Ολλανδία (1-2) και το 2002 έμεινε εκτός από νωρίς, τερματίζοντας τρίτη στον όμιλό της, πίσω από Σουηδία και Αγγλία. Το πιο γνωστό περιστατικό του Σιμεόνε με την Εθνική στα Παγκόσμια Κύπελλα, είναι φυσικά εκείνο με τον Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Beckham) στο Μουντιάλ της Γαλλίας, στη φάση των "16". Στο ξεκίνημα του 2ου ημιχρόνου, ο Τσόλο έκανε φάουλ στον Άγγλο ρίχνοντάς τον κάτω με δύναμη και ο Μπέκαμ αντέδρασε ανόητα, κλωτσώντας τον στο πόδι.


Ο Αργεντίνος σωριάστηκε «σαν ένας τόνος τούβλα», όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά το «Sports Illustrated» και ο Δανός διαιτητής Κιμ-Μίλτον Νίλσεν (Kim Milton Nielsen) έδειξε κίτρινη κάρτα στον Σιμεόνε, αποβάλλοντας τον Μπέκαμ με απευθείας κόκκινη κάρτα! Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Becks πήρε την ρεβάνς. Οι δυο ομάδες έπαιξαν στον όμιλο και η Αγγλία κέρδισε 1-0 με γκολ-πέναλτι του Μπέκαμ. Στις 28 Μαρτίου του 2001, στον αγώνα της Αργεντινής με την Βενεζουέλα για την προκριματική φάση του Μουντιάλ του 2002, ο Ντιέγο Σιμεόνε έγινε ο πρώτος διεθνής στην ιστορία της «αλμπισελέστε» που συμπλήρωσε 100 συμμετοχές. Έναν χρόνο νωρίτερα, είχε ξεπεράσει τις 91 του Μαραντόνα και είχε δηλώσει πως ένιωθε ντροπή γι' αυτό! Η τελευταία του επίσημη συμμετοχή με την Εθνική, η υπ' αριθμόν 106, ήταν ακριβώς εκείνη με την ήττα 1-0 από την Αγγλία στο Μουντιάλ του 2002.


Ο Ντιέγο "Τσόλο" Σιμεόνε υπήρξε πάντοτε η «ψυχή» των συλλόγων στους οποίους αγωνίστηκε. Κέρδισε τίτλους στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Αργεντινή. Φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού στις περισσότερες ομάδες της καριέρας του και αγαπήθηκε από τους φιλάθλους, ειδικότερα δε από εκείνους της Ατλέτικο, της Λάτσιο και φυσικά της Αργεντινής. Γεννημένος ηγέτης, πεισματάρης, μαχητής, έδωσε πάντοτε το παράδειγμα ως ποδοσφαιριστής, έχοντας μέσα στο μυαλό του μόνο τη νίκη. Όταν σταμάτησε την ενεργό δράση, συνέχισε ως προπονητής, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, να συνδυάζουν δηλαδή οι παίκτες του το μυαλό με την καρδιά. Τα αποτελέσματα τα είδαμε τα τελευταία χρόνια πρώτα στην Αργεντινή (Εστουδιάντες και Ρίβερ Πλέιτ) και συνεχίζουμε να τα βλέπουμε με ακόμα πιο τρανό τρόπο στην αγαπημένη του Ατλέτικο, εκεί όπου κυριολεκτικά έχει σαρώσει τους τίτλους, αλλάζοντας τελείως τη φυσιογνωμία όχι μόνο της ομάδας, αλλά ολόκληρου του συλλόγου.


PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1987–1990: Club Atlético Vélez Sarsfield, 76 (14)
  •  1990–1992: Associazione Calcio Pisa 1909, 55 (6)
  • 1992–1994: Sevilla Fútbol Club, 64 (12)
  • 1994–1997: Club Atlético de Madrid, 98 (21)
  • 1997–1999: Football Club Internazionale Milano, 57 (11)
  • 1999–2003: Società Sportiva Lazio, 90 (15)
  • 2003–2005: Club Atlético de Madrid, 36 (2)
  • 2005/06: Racing Club de Avellaneda, 37 (3)
Σύνολο καριέρας: 513 (84)

Διεθνής
  • 1989: Εθνική Νέων Αργεντινής,4 (1)
  • 1988: Εθνική Ελπίδων Αργεντινής, 10 (2)
  • 1988–2002: Αργεντινή, 106 (11)

Προπονητική καριέρα
  • 2006: Racing Club de Avellaneda
  • 2006/07: Club Estudiantes de La Plata
  • 2007/08: Club Atlético River Plate
  • 2009/10: Club Atlético San Lorenzo de Almagro
  • 2011: Calcio Catania
  • 2011: Racing Club de Avellaneda
  • 2011–  : Club Atlético de Madrid

Τίτλοι
Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί
Με την Atlético Madrid
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 1995/96
  • Κύπελλο Ισπανίας: 1995/96

Με την Internazionale
  • Κύπελλο UEFA: 1997/98

Με την Lazio
  • Ευρωπαϊκό Super Cup: 1999
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1999–2000
  • Κύπελλο Ιταλίας: 1999–2000
  • Σούπερ Καπ Ιταλίας: 2000

Διεθνείς
Με την Αργεντινή
  • Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA: 1992
  • Copa América: 2 (1991, 1993)
  • Artemio Franchi Trophy: 1993
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Ασημένιο Μετάλλιο -2η θέση στην Ατλάντα το 1996

Προσωπικές Διακρίσεις
  • Trofeo EFE: 1995/96
Ως προπονητής

Συλλογικοί
Με την Estudiantes de La Plata
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής: Apertura 2006

Με την River Plate
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής: Clausura 2008

Με την Atlético Madrid
  • UEFA Europa League:
    2011/12
  • Ευρωπαϊκό Super Cup: 2012
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 2013/14
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2012/13
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 2014

Προσωπικές Διακρίσεις
  • Προπονητής της Χρονιάς για την Ισπανία: 2 (2012/13, 2013/14)
  • Miguel Muñoz Trophy: 2013/14

ΠΗΓΗ: sport24.gr