Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Τζορτζ Μπεστ: Το Πέμπτο Σκαθάρι

Ο Βορειϊρλανδός ακραίος επιθετικός ή και μεσοεπιθετικός, Τζορτζ Μπεστ (George Best) γεννήθηκε, στις 22 Μαΐου του 1946, στη βορειοϊρλανδική πρωτεύουσα, το ταλαιπωρημένο Μπέλφαστ. Σαν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, έπαιξε ως εξτρέμ για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την εθνική ομάδα της Βόρειας Ιρλανδίας. Το 1968, κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και ονομάστηκε ως Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς και στην Μεγάλη Βρετανία, αλλά και στην Ευρώπη. Η Βορειοϊρλανδική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, τον περιέγραψε ως τον «Μεγαλύτερο Παίκτη που φόρεσε ποτέ στην πράσινη φανέλα της Βόρειας Ιρλανδίας».


Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μπέλφαστ, ξεκινώντας την συλλογική του καριέρα στην Αγγλία με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, με τον σκάουτερ που είχε εντοπίσει το ταλέντο του, στην ηλικία των 15 ετών, να στέλνει ένα τηλεγράφημα στον προπονητή της ομάδας, τον Ματ Μπάσμπι (Matt Busby), λέγοντάς του: «Νομίζω ότι σου έχω βρει μια ιδιοφυία.» Μετά το ντεμπούτο του για τη Γιουνάιτεντ, σε ηλικία 17 ετών, σκόραρε 179 γκολ σε 470 εμφανίσεις για πάνω από 11 χρόνια και ήταν Πρώτος Σκόρερ του συλλόγου στο πρωτάθλημα για πέντε διαδοχικές σεζόν. Υπήρξε ένας από τους Μεγαλύτερους Ντριμπλέρ Όλων των Εποχών, ξεχωρίζοντας για το στυλ παιχνιδιού του σε συνδυασμό με τον ρυθμό του, τις δεξιότητες του, την ισορροπία του, τις προσποιήσεις του, αλλά και την ικανότητα και με τα δύο πόδια, διακρίθηκε για την εκτελεστική του δεινότητα και την επιδεξιότητά του απέναντι στους αμυντικούς. Τερμάτισε απροσδόκητα τη καριέρα του στη Γιουνάιτεντ το 1974, στην ηλικία των 27 ετών, αλλά επέστρεψε στο ποδόσφαιρο για διάφορους συλλόγους σε όλο τον κόσμο σε σύντομες περιόδους, μέχρι την οριστική απόσυρσή του το 1984, σε ηλικίας 37 ετών. Σε διεθνές επίπεδο, ήταν 37 φορές διεθνής και σκόραρε 9 γκολ, μεταξύ 1964 και 1977, που σημαίνει ότι ποτέ δεν έπαιξε σε τελική φάση ενός Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ή ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου.


Ήταν ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές-διασημότητα, κερδίζοντας το παρατσούκλι «El Beatle» (Το 5ο Σκαθάρι) το 1966, αλλά ο μετέπειτα πολυδάπανος τρόπος ζωής του, οδήγησε σε διάφορα προβλήματα, κυρίως τον αλκοολισμό, από τον οποίο έπασχε για το υπόλοιπο της ζωής του. Τα θέματα αυτά τον είχαν επηρεάσει και εκτός γηπέδου, έχοντας κατά καιρούς προκαλεί αντιπαραθέσεις. Ο ίδιος είπε για την καριέρα του: «Ξόδεψα πολλά χρήματα για το αλκοόλ, τις γυναίκες και τα γρήγορα αυτοκίνητα. Τα υπόλοιπα απλά τα σπατάλησα». Μετά το ποδόσφαιρο, πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα ως αναλυτής ποδοσφαίρου, αλλά η οικονομική του κατάσταση και τα προβλήματα με την υγεία του, συνεχίστηκαν και μετά την αποχώρησή του. Πέθανε το 2005, σε ηλικίας 59 ετών, λόγω επιπλοκών από τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα που χρειαζόταν για να πάρει μετά από μεταμόσχευση ήπατος το 2002. Παντρεύτηκε δύο φορές, δύο πρώην μοντέλα, την Angie και στη συνέχεια την Alex. Ο γιος του Calum Best γεννήθηκε το 1981 από τον πρώτο του γάμο.


Πριν πεθάνει, το 1999, ψηφίστηκε 8ος στους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του 20ου Αιώνα από το περιοδικό «World Soccer» και 16ος ως Ποδοσφαιριστής του Αιώνα, την ίδια χρονιά, από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS). Ήταν ο 6ος στη λίστα του BBC, ως Αθλητική Προσωπικότητα του 20ου Αιώνα το 1999. Ήταν ένας από τους 22 που εγκαταστάθηκαν πρώτοι στο αγγλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame το 2002. Το 2004, εξελέγη 19ος στο πλαίσιο των εορτασμών για το Χρυσό Ιωβηλαίο της UEFA και ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) στον κατάλογο «FIFA 100» των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Παικτών στον Κόσμο, τον Μάρτιο του 2004, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 Χρόνια της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Ο Πελέ έχει δηλώσει πως «Ο Τζορτζ Μπεστ ήταν ο Καλύτερος Παίκτης στον Κόσμο». Στην επέτειο των 60ων γενεθλίων του, το Αεροδρόμιο του Μπέλφαστ μετονομάστηκε σε «Αεροδρόμιο Τζορτζ Μπεστ της πόλης του Μπέλφαστ».


Τα χρόνια της αθωότητας

Ο Τζορτζ Μπεστ (George Best) γεννήθηκε, λίγο μετά το τέλος των συρράξεων, στις 22 Μαΐου του 1946, στο ταλαιπωρημένο Μπέλφαστ από τον λιμενεργάτη, Ντίκι και την εργάτρια σε καπνοβιομηχανία, Άννα. Μέλος μιας πολυπληθούς οικογένειας που με το ζόρι τα έβγαζε πέρα, πέρασε αρκετά δύσκολα παιδικά χρόνια. Τα διαθέσιμα χρήματα λιγοστά, αφού η οικογένειά του άνηκε στο εργατικό στρώμα του Κρέγκαφ, στα ανατολικά της πρωτεύουσας της Βόρειας Ιρλανδίας. Στο σχολείο τα πήγαινε καλά. Από τους καλύτερους μαθητές στην τάξη του, ήθελε να εκμεταλλεύεται την ώρα της γυμναστική παίζοντας ποδόσφαιρο. Εν τούτοις, οι καθηγητές του στο γυμνάσιο "Γκρόσβενορ" δεν του επέτρεπαν να παίζει ποδόσφαιρο. Ο λόγος, απλός. Οι μαθητές που πήγαιναν σε γραμματικό σχολείο δεν επιτρεπόταν να ασχολούνται με αυτό το άθλημα! Ευτυχώς, ο μικροκαμωμένος Μπεστ "καταπάτησε" αυτόν τον κανόνα και γράφτηκε στον τοπικό σύλλογο. Λεπτός λες και με το παραμικρό θρόισμα του ανέμου, θα μπορούσε να σκορπίσει σε χίλια κομμάτια. Αλλά με τεράστιο ταλέντο. Τέτοιο που όταν έπαιζε με τους φίλους του στην αλάνα της γειτονιάς του, «ανάγκαζε» τους γείτονες και τους περαστικούς να παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον την εξέλιξη του παιχνιδιού.


Πριν καλά-καλά συμπληρώσει τα 13 του χρόνια, ο τεχνικός της Κρέγκαφ Μπόις, Χιού ΜακΦάρλαν (Hugh "Bud" McFarlane), πείθει τον Μπεστ να ενταχθεί στην ομάδα. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, σε ένα παιχνίδι της Κρέγκαφ με την Μπόιλαντ, ομάδα γεμάτη με 18χρονους, ο 15χρονος Μπεστ σκόραρε δύο φορές και οδήγησε την ομάδα του στη νίκη με 4-2. Για καλή του τύχη, ο σκάουτερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Μπομπ Μπίσοπ (Bob Bishop), βρίσκεται στις κερκίδες για να παρακολουθήσει από κοντά το ανερχόμενο αστέρι. Σίγουρος για τις ικανότητες του Μπεστ, έστειλε σχετικό τηλεγράφημα στον Ματ Μπάσμπι (Matt Busby), προτείνοντας την απόκτηση του, αγνοώντας την κρίση των παραγόντων της εθνικής Βορείου Ιρλανδίας, αλλά και της Λιντς. «Πολύ μικρός, πολύ ελαφρύς και χωρίς τα φυσικά προσόντα να παίξει», είχαν αποφανθεί τότε, χωρίς να γνωρίζουν πόσο έξω θα έπεφταν στη συνέχεια!


Ο τεχνικός των "κόκκινων διαβόλων", διάβασε το τηλεγράφημα του συνεργάτη του, ο οποίος του έγραφε… «Νομίζω πως σου βρήκα μια ιδιοφυία!». Τον Ιούλιο του 1961, ο Μπεστ μπαίνει στο φέρυ-μπόατ για το Μάντσεστερ, αλλά προτού προλάβει να πατήσει το χορτάρι του γηπέδου, αποφασίζει να γυρίσει πίσω στο Μπέλφαστ. Μαζί με τον Έρικ ΜακMόρντι (Eric McMordie) της Μίντλεσμπρο, ο Μπεστ δοκιμάστηκε από τη Γιουνάιτεντ ως ερασιτέχνης. Την επόμενη μέρα επέστρεψε στην πατρίδα του, αφού έχοντας μπροστά του τα μέχρι πρότινος ινδάλματα του, όπως ο Μπόμπι Τσάρλτον (Bobby Charlton) και ο Χάρι Γκρεγκ (Harry Gregg -ο τερματοφύλακας της πατρίδας του), δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει. Όση άνεση και αυτοπεποίθηση ένιωθε εντός αγωνιστικού χώρου, άλλη τόση ανασφάλεια ένιωθε εκτός αυτού! Ήταν ένα συναίσθημα που θα τον ακολουθούσε σε όλη την καριέρα του σαν ποδοσφαιριστής και που θα τον οδηγούσε τελικά στο αυτοκαταστροφικό μονοπάτι της αποξένωσης και του αλκοολισμού!


Τελικά, ο πατέρας του φρόντισε να βάλει τον μικρό στον σωστό δρόμο και δύο εβδομάδες αργότερα, έπειτα από νέα επικοινωνία με τον Ματ Μπάσμπι, κατάφερε να τον βάλει ξανά στο καράβι  και ο "Τζόρντι" πήγε και πάλι στο Μάντσεστερ, αυτή τη φορά μόνος του. Το ταξίδι προς τη δόξα είχε ήδη ξεκινήσει. Το πείσμα του τον κράτησε στην ομάδα και το ταλέντο του τον καθιέρωσε ως μία εκ των επιλογών του Μπάσμπι. Εξάλλου, η ηλικία του, μόλις 17 ετών, ήταν απαγορευτική για κάτι περισσότερο. Ή μήπως όχι…

Η ένδοξη δεκαετία

Όπως λέει και ένα σοφό γνωμικό «Κάθε αρχή και δύσκολη» και φυσικά το ξεκίνημα του νεαρού Μπεστ στους «μπέμπηδες» δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Αν και δουλεύει σκληρά, στα 3 χρόνια που πέρασαν από τότε που μετακόμισε στο Μάντσεστερ, δεν έχει καταφέρει να αγωνιστεί ακόμα στην πρώτη ομάδα και ήδη ο πατέρας του προετοιμάζει το έδαφος για την επιστροφή του νεαρού Μπεστ στο Μπέλφαστ. Μάλιστα, του είχε εξασφαλίσει και δουλεία σε ένα τυπογραφείο της γειτονιάς, ωστόσο ο Μπάσμπι είχε διαφορετική άποψη. «Δεν πρόκειται να τη χρειαστεί» είχε πει σε ιδιωτική συνομιλία με τον Ντίκι Μπεστ και σχεδόν αμέσως έκανε το λόγο του πράξη! Το καλοκαίρι του 1963 υπογράφει επαγγελματικό συμβόλαιο με την ομάδα. Ο Τζορτζ Μπεστ έκανε το ντεμπούτο του στον κόσμο του πρωτοκλασάτου ποδοσφαίρου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1963. Σε ηλικία 17 ετών και 4 μηνών, ο νεαρός Βορειοϊρλανδός αγωνίστηκε κόντρα στην Γουέστ Μπρόμγουιτς Άλμπιον! Ο ίδιος δεν το περίμενε, καθώς δεν συμπεριλαμβανόταν στην αρχική ενδεκάδα, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ο Ίαν Μόιρ (Ian Moir) τραυματίστηκε λίγο πριν την έναρξη του παιχνιδιού και ο Μπάσμπι δίνει εντολή στον νεαρό Μπεστ να βγει για ζέσταμα με τους βασικούς. Η Γιουνάιτεντ κερδίζει το παιχνίδι με 1-0 και ο νεαρός Μπεστ βγάζει μάτια με την απόδοση του σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, αλλά και τον αντίπαλό του στην δεξιά πτέρυγα, τον Ουαλό Γκράχαμ Γουίλιαμς (Graham Williams), να εκθειάζει το ταλέντο του μικρού.


Ο δεξιοπόδαρος μεσοεπιθετικός, ζύγιζε μόλις 50 κιλά στα πρώτα του χρόνια, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αναπτύξει σε… ακραίο επίπεδο ορισμένα προσόντα. Αυτά που θα τον άφηναν στην ιστορία! Ελαστικότητα, εκρηκτικότητα, ντρίμπλα και πλαστικότητα κινήσεων ήταν τα ατού του Μπεστ, με τα οποία απέφευγε τα ανελέητα τάκλιν των αντιπάλων. Στο επόμενο παιχνίδι που αγωνίστηκε σαν βασικός, κατάφερε να ανοίξει και τον λογαριασμό των γκολ. Ήταν στις 29 Δεκεμβρίου του 1963, σ’ ένα παιχνίδι απέναντι στην Μπέρνλι στο "Ολντ Τράφορντ", όπου η Γιουνάιτεντ κέρδισε με 5-1. Από τότε και έπειτα ο Μπεστ θα ξεχάσει τι πάει να πει πάγκος! Εκεί φάνηκε ότι ένα μεγάλο κεφάλαιο άνοιγε για τον αγγλικό σύλλογο, έστω και αν το… πακέτο του, δεν γέμιζε το μάτι. Λίγο πριν συμπληρώσει τα 18 του χρόνια, συμμετείχε για πρώτη φορά και σε αγώνα με την εθνική ομάδα της πατρίδας του, τη Βόρεια Ιρλανδία. Η αρχή είχε γίνει…


Το παιχνίδι που καθιέρωσε τον Τζορτζ Μπεστ στην συνείδηση όλης των Άγγλων φιλάθλων, έμελλε να έρθει ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1964, η Τσέλσι υποδέχεται την Μάντσεστερ στο Στάμφορντ Μπριζ. Το γήπεδο έχει κατακλυστεί από 62.000 θεατές και όλοι αναμένουν με αγωνία την έναρξη του αγώνα. Οι «κόκκινοι διάβολοι», έπειτα από σπουδαίο παιχνίδι, επικρατούν με 2-0 και ο Μπεστ δίνει το προσωπικό του ρεσιτάλ στον αγωνιστικό χώρο. Στο τέλος αποθεώνεται από όλο το γήπεδο και ο ίδιος παραδέχεται -αργότερα σε συνέντευξη του- ότι η ατμόσφαιρα του γηπέδου και το όνομα του αντιπάλου κατά κάποιον τρόπο τον συγκινούσαν. Στην κυριολεξία, ζούσε και πέθαινε γι’ αυτές τις αναμετρήσεις. Όμως τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα. θα ερχόντουσαν δυο χρόνια αργότερα.


Με το τέλος της σεζόν 1963/64, η Μάντσεστερ είχε δημιουργήσει την επιθετική γραμμή φόβο και τρόμο των αντιπάλων. Τζορτζ Μπεστ, Ντένις Λόου (Dennis Law), Ντέιβιντ Χερντ (David Herd), Μπόμπι Τσάρλτον και Τζον Κόνελι (John Connelly) συνέθεταν το κουϊντέτο εκείνο που, υπό τις μαεστρικές οδηγίες του Μπάσμπι, χάρισε στην ομάδα τον τίτλο του πρωταθλητή το 1965 (μετά από οκτώ χρόνια) και το 1967. Στις 9 Μαρτίου του 1966, στο Ντα Λουζ της Λισσαβόνας, η Μπενφίκα υποδέχεται την Γιουνάιτεντ για τα προημιτελικά του Κυπέλου Πρωταθλητριών. Οι «μπέμπηδες», αν και δεν το παραδέχονταν, φοβούνταν ιδιαίτερα το παιχνίδι, και όχι αδίκως. Οι «Αετοί της Λισαβόνας» διέθεταν ένα αξιοζήλευτο σύνολο και είχαν αποδειχθεί σκληρό καρύδι στο πρώτο αγώνα στο Μάντσεστερ, όπου οι Άγγλοι επικράτησαν με 3-2. Ο Μπάσμπι, εφιστά την προσοχή των παικτών του στο να μην παρασυρθούν και να μείνουν συγκεντρωμένοι, διότι οι Πορτογάλοι δεν αστειεύονταν. Φυσικά, ο Μπεστ είχε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια τις οδηγίες του προπονητή του και πριν καλά-καλά συμπληρωθούν 12 λεπτά παιχνιδιού, έχει ήδη «τρυπήσει» δύο φορές την άμυνα της Μπενφίκα! Τελικά, η Μάντσεστερ συντρίβει με 5-1 τους Πορτογάλους και την επόμενη μέρα, όλες οι ντόπιες εφημερίδες κάνουν λόγο για τον «Ελ Μπιτλ» (Το Σκαθάρι), λόγω του παρουσιαστικού του Μπεστ που ταίριαζε κατάλληλα με το στυλ της μεγάλης μπάντας απ’ το Λίβερπουλ, η οποία μεσουρανούσε εκείνη την εποχή. Κατά την επιστροφή της ομάδας στο Μάντσεστερ, ο κόσμος έχει πλημμυρίσει το αεροδρόμιο και μόλις ο Μπεστ κατεβαίνει τη σκάλα φορώντας στο κεφάλι ένα σομπρέρο, οι ρεπόρτερ τρίβουν τα χέρια τους. Το «Πέμπτο Σκαθάρι», όπως τον ονόμασαν, είχε πραγματοποιήσει ίσως την καλύτερη εμφάνιση σε όλη την καριέρα του σαν ποδοσφαιριστής και δικαίως απολάμβανε τη διεθνή καταξίωση!


Οι Χερντ και Κόνελι, αποχώρησαν στο τέλος της δεκαετίας, αλλά αυτό δεν πτόησε την ομάδα, που απότισε φόρο τιμής στα θύματα της «Τραγωδίας του Μονάχου» το 1958. Το 1968 ήταν η χρονιά ορόσημο στην ιστορία της Μάντσεστερ, αφού συμπληρώνονταν 10 χρόνια από το τραγικό δυστύχημα του Μονάχου, τον Φεβρουάριο του 1958. Ο Μπάσμπι, ένας από τους διασωθέντες της αεροπορικής τραγωδίας, είχε δώσει την υπόσχεση, ότι μετά από 10 χρόνια η Γιουνάιτεντ θα κατακτούσε το Πρωτάθλημα Ευρώπης. Είχε έρθει λοιπόν η στιγμή, να αποδείξει ότι το εννοούσε! Το στοίχημα ήταν μεγάλο, αλλά οι «κόκκινοι διάβολοι» δείχνουν αποφασισμένοι. Αφού ξεπέρασαν εύκολα το εμπόδιο της Μαλτέζικης Χιμπέρνιαν και εν συνεχεία τη Σαράγεβο, στα ημιτελικά βρίσκονται αντιμέτωποι με το «θηρίο» που λεγόταν Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Μπάσμπι, δείχνει ανήσυχος, έπειτα και από το ρευστό 1-0 του Όλντ Τράφορντ, με γκολ του Μπεστ. Στον επαναληπτικό της Μαδρίτης, οι φόβοι του επιβεβαιώνονται. Οι Άγγλοι βρίσκονται πίσω στο σκορ με 3-1 στο ημίχρονο και οι Ισπανοί μοιάζουν το αδιαφιλονίκητο φαβορί. Στο δεύτερο ημίχρονο όμως η Γιουνάιτεντ με αντεπίθεση διαρκείας, γυρίζει το παιχνίδι ισοφαρίζοντας σε 3-3 και παίρνει πανηγυρικά την πρόκριση για τον τελικό της διοργάνωσης, οπού θα βρει αντιμέτωπη για άλλη μια φορά με την Μπενφίκα του Εουσέμπιο (Eusébio) και του Μάριο Κολούνια (Mário Coluna). Ο μεγάλος τελικός ξεκινά με τους «μπέμπηδες» να παίρνουν από νωρίς το προβάδισμα με γκολ του Μπόμπι Τσάρλτον. Όμως οι Πορτογάλοι ισοφαρίζουν και στέλνουν τα ματς στην παράταση. Εκεί, αναλαμβάνει δράση ο Μπεστ, ο οποίος με ένα πανέμορφο πλασέ και αφού πρώτα είχε αδειάσει τον τερματοφύλακα της Μπενφίκα, δίνει ξανά το προβάδισμα στους «κόκκινους διάβολους». Αργότερα θα αποκαλύψει ότι όταν το έκανε αυτό, σκέφτηκε να σταματήσει τη μπάλα στη γραμμή και να τη σπρώξει στα δίχτυα με το κεφάλι! Οι Πορτογάλοι καταρρέουν και οι Άγγλοι σημειώνουν άλλα 2 τέρματα για να επικρατήσουν τελικά με 4-1. Η Μάνστεστερ, κατακτά την κορυφή της Ευρώπης, ακριβώς όπως είχε υποσχεθεί ο Μπάσμπι.


Ο Μπεστ, την ίδια χρονιά ανακηρύσσεται καλύτερος παίκτης, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ευρώπη. Έτσι, μετά τον Ντένις Λόου, το 1964 και τον Μπόμπι Τσάρλτον, το 1966, η… στέψη του Μπεστ έκανε τη Γιουνάιτεντ την ομάδα με τους κορυφαίους (και με τη βούλα) επιθετικούς της "γηραιάς Ηπείρου". Μάλιστα, ο ίδιος ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας με 28 γκολ, αν και δεν ήταν "καθαρόαιμος" επιθετικός. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα χριζόταν κορυφαίος σκόρερ του συλλόγου. Το 1970, σε αγώνα κόντρα στην Νορθάμπτον για το κύπελλο Αγγλίας (ένα τρόπαιο που δεν κατέκτησε ποτέ), σημειώνει έξι γκολ και η ομάδα του κερδίζει με 8-2. Έτσι, έγινε ο "κόκκινος διάβολος" με τα περισσότερα τέρματα σε ένα παιχνίδι. Με το ποσοστό διείσδυσης της τηλεόρασης στα ποδοσφαιρικά γήπεδα να αυξάνεται συνεχώς, όλο και περισσότερες φορές οι κούρσες του με τη μπάλα, όπου ξεπερνούσε δύο και τρεις αντιπάλους μέχρι να βγάλει την ασίστ, ή να σκοράρει μόνος του, έφταναν στα σπίτια των ποδοσφαιρόφιλων. Γρήγορα, έγινε ο αγαπημένος όλης της Βρετανίας. Αυτό, όμως, στάθηκε δίκοπο μαχαίρι, όχι μόνο για την καριέρα του, αλλά για την ίδια του τη ζωή! Η αντίστροφη μέτρηση για κείνον έχει αρχίσει!


Η απομυθοποίηση ενός "θρύλου"

Το παρατσούκλι του ήταν "ο πέμπτος Beatle". Τα μακριά του μαλλιά και το όμορφο παρουσιαστικό του παρέπεμπαν στη μανία της εποχής, στην μπάντα από το Λίβερπουλ που μεσουρανούσε. Ήταν μόλις 22 ετών, όταν κατέκτησε τα πάντα, οπότε η διατήρηση στην κορυφή έπρεπε να είναι και ο στόχος του. Μάταια όμως. Είχε ήδη αποκτήσει όλα όσα θα επιθυμούσε κανείς. Τα φώτα της δημοσιότητας ζαλίζουν το νεαρό στράικερ. Γίνεται πρωτοσέλιδο και οι προτάσεις για διαφημίσεις έρχονται η μία μετά την άλλη. Το αγγλικά ταχυδρομεία, μεταφέρουν με ειδικό φορτηγάκι τα γράμματα που καταφθάνουν σωρηδόν από χιλιάδες νεαρές θαυμάστριες! Μερικές φορές δεχόταν περισσότερα από 10.000 γράμματα την εβδομάδα, κάτι εξωπραγματικό για ποδοσφαιριστή. Ο Μπεστ είναι πλέον μόδα. Το «σταρ σίστεμ» της εποχής δεν ήταν έτοιμο να διαχειριστεί τόση δημοσιότητα  και φυσικά εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι ασφαλιστικές δικλείδες που υπάρχουν σήμερα και προστατεύουν τους παίκτες σε ανάλογες περιπτώσεις. Κάπου εκεί ο Μπεστ, μυείται στο κόσμο του αλκοολισμού.


Εκείνα τα χρόνια, ήταν γενικά αποδεκτό για όλους τους παίκτες να πίνουν ένα και δύο ποτηράκια. Γενικά, η ζωή των ποδοσφαιριστών τότε, δεν απαιτούσε τόσες θυσίες όσο απαιτεί σήμερα. Οι ρυθμοί του αθλήματος εκείνης της εποχής, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τις αυξημένες υποχρεώσεις των παικτών του σύγχρονου ποδοσφαίρου, τόσο αγωνιστικά όσο και έξω-αγωνιστικά. Ο Μπεστ, γέννημα θρέμμα του Μπέλφαστ είχε μεγαλώσει στην ανέχεια και τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν και τα καλύτερα. Από μικρός ένιωθε μοναξιά και όταν μεγάλωσε άρχισε να πνίγει την μοναξιά του στο ποτό. Αργότερα, θα έπινε και για ρίξει κάποια κοπέλα σ’ ένα μπαρ αλλά ποτέ πριν από αγώνα. Ήθελε πάντα να είναι ο καλύτερος και για να το κάνει αυτό, έπρεπε να μένει νηφάλιος. Το ποδόσφαιρο ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο έκοβε το ποτό. Ήταν το μόνο πράγμα που τον έκανε να νιώθει ζωντανός.


Χρήματα, γυναίκες, αλκοόλ και τζόγος στάθηκαν οι καλύτεροι… συμπορευτές του στη ζωή. Ο Μπεστ ήταν είδωλο, πια, για άτομα κάθε φύλου και κάθε ηλικίας. Αυτή η εικόνα του pop-symbol που τόσο εξέθρεψε αυτοβούλως, κατάφερε συνάμα να τον καταστρέψει. Στο επίκεντρο της προσοχής κάθε στιγμή, ο Μπεστ πολλές φορές έχανε την αυτοσυγκέντρωσή του στους αγώνες. Ορισμένες επιχειρηματικές κινήσεις που επεδίωξε (νυχτερινά κλαμπ και μπουτίκ ρούχων) δεν πήγαν όπως περίμενε και γνώρισε αμέσως την εξωαγωνιστική αποτυχία. Στην ερωτική του ζωή, η αστάθεια ήταν κύριο χαρακτηριστικό. Μοντέλα, ηθοποιοί, τραγουδίστριες πέρασαν από το κρεβάτι του, ελάχιστες, όμως, έμειναν για περισσότερο από μία νύχτα.


Αγωνιστικά, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά για τους «μπέμπηδες». Η Γιουνάιτεντ αποκλείστηκε από την Παρτιζάν στα ημιτελικά του Κυπέλου Πρωταθλητριών και έχασε το πρωτάθλημα. Ο Μπεστ υπέφερε από ένα τραυματισμό στο γόνατο, με συνέπεια να χάσει πολλά παιχνίδια. Απαλλαγμένος από τις αγωνιστικές υποχρεώσεις, άρχισε τα ταξίδια ανά τον κόσμο. Σε ένα από αυτά γνώρισε την Μαγιόρκα, τον προσωπικό του παράδεισο όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια. Ατέλειωτα ξενύχτια, αμέτρητες γυναίκες και άφθονο αλκοόλ ήταν σε ημερησία διάταξη στη ζωή του Μπεστ. Όταν ο Μπάσμπι τον καλούσε στο γραφείο του για τον καθιερωμένο «εξάψαλμο», ο Μπεστ έμοιαζε να ακούει με προσοχή τις παρατηρήσεις του. Στην πραγματικότητα όμως, μετρούσε τα ζωάκια που βρίσκονταν στην ταπετσαρία του τοίχου, ακριβώς από πίσω από το γραφείο του προπονητή. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Μπεστ τι θυμάται περισσότερο από εκείνες τις «συζητήσεις», εκείνος απάντησε: «Μια φορά η κατσάδα και το βρίσιμο ήταν τόσο μεγάλης διάρκειας, που πρόλαβα να μετρήσω όλα τα ζωάκια στην ταπετσαρία», προκαλώντας τα γέλια των παρευρισκόμενων!


Το 1969, ο σερ Ματ Μπάσμπι αποχώρησε από την προπονητική και κανείς πλέον δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον Μπεστ. Η Μάντσεστερ αναζητούσε λύση για τον πάγκο αλλά κανένας δεν ήθελε να έχει τον Μπάσμπι πάνω από το κεφάλι του. Οι Φρανκ Ο’ Φάρελ (Frank O'Farrell) και Τόμι Ντόχερτι (Tommy Docherty) που τον διαδέχθηκαν δεν είχαν το "πατρικό χάδι" του Μπάσμπι, με αποτέλεσμα ο Μπεστ να μην αποδεχθεί ποτέ την παρουσία τους. Η διοίκηση της ομάδας δεν έκανε ανανέωση με παίκτες που θα μπορούσαν έστω και να συγκριθούν με τις δόξες του παρελθόντος και η πτώση είχε αρχίσει. Ο Μπεστ μοιάζει να παλεύει μόνος του. Σκοράρει σε πολλούς αγώνες, αλλά εξαιτίας των πολλών προβλημάτων που μαστίζουν την ομάδα, γίνεται καταθλιπτικός και είναι επιρρεπής σε ακραίες ενέργειες.


Οι αποβολές πέφτουν βροχή για τον άσσο της Γιουνάιτεντ, ο οποίος βρίσκει καταφύγιο στο ποτό. Από κει και έπειτα, θα μετατραπεί σε ξένο σώμα για τον σύλλογο. Χάνει προπονήσεις και είναι αδικαιολόγητα απών από μεγάλα ματς. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς, είναι το περιστατικό του 1971, όπου σ’ ένα αγώνα εναντίον της Τσέλσι και ενώ η αποστολή της Μάντσεστερ έχει επιβιβαστεί στο τρένο για το Λονδίνο, εκείνος ζει τον παράφορο έρωτα του με την ηθοποιό Σίνεντ Κιούζακ (Sinéad Cusack). Τα Αγγλικά ταμπλόιντ οργιάζουν και η διοίκηση των τιμωρεί με αποκλεισμό 2 αγωνιστικών. Δεν μοιάζει να πτοείται και συνεχίζει τον άσωτο βίο του. Όπως εξομολογείται στο στενό του περιβάλλον, η Γιουνάιτεντ δεν αποτελεί πια γι’ αυτόν πόλο έλξης. Από το κρεβάτι του θα περάσουν κάμποσες σταρ της εποχής και τα σκουπίδια έξω από το σπίτι του είναι γεμάτα από άδειες μπουκάλες ουίσκι. Παραδέχεται, ότι καταναλώνει τουλάχιστον ένα μπουκάλι σε καθημερινή βάση. Σκέφτεται προς στιγμήν, να σταματήσει να αγωνίζεται για τους «μπέμπηδες» αλλά σύντομα αναθεωρεί!


Το 1970 αποκλείεται από την εθνική Βόρειας Ιρλανδίας, αφού πέταξε λάσπη σε έναν διαιτητή. Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης του 1968 γεννήθηκε στην Βόρεια Ιρλανδία και αυτό του… έκοψε τα φτερά! Από το 1964 έως το 1977, είχε 37 συμμετοχές και 9 γκολ, αλλά ήταν πάντα απών από τις κορυφαίες εθνικές διοργανώσεις. Από το 1972 άρχισε η σταδιακή αποχώρησή του από την Μάντσεστερ. Στο τέλος αυτής της περιόδου, η διοίκηση της ομάδας τον βάζει στη λίστα των υπό μεταγραφή παικτών. Ήταν ένα ισχυρό σοκ που συγκλόνισε τον Μπεστ, με αποτέλεσμα την επόμενη περίοδο να δηλώσει παρών στην προετοιμασία της ομάδας και να ξαναπαίξει σε κάποια παιχνίδια. Για άλλη μια φορά όμως, το ποτό τον ξανακερδίζει και τα πρόστιμα πέφτουν βροχή. Τον Ιανουάριο του 1973, φαίνεται ότι έχει πιάσει πάτο! Κατηγορείται για επίθεση εναντίον μιας σερβιτόρας και τον δικαστήριο τον κηρύσσει ένοχο, πλήττοντας σοβαρά την ήδη κατηφορική πορεία της καριέρας του. Την Πρωτοχρονιά του 1974, ύστερα από 466 εμφανίσεις με τους "κόκκινους διαβόλους", για τους οποίους είχε σκοράρει 178 φορές, παίζει το τελευταίο του παιχνίδι με τα χρώματα της Μάντσεστερ, κόντρα στην ΚΠΡ (σημαδιακή ήττα με 3-0) και αυτό ήταν το τελευταίο του παιχνίδι με τους "κόκκινους διαβόλους". Η πτώση είχε μόλις αρχίσει… . Και κάπου εκεί αρχίζει το γαϊτανάκι!


Σε ηλικία 27 ετών, ο Μπεστ ήταν ένα φθαρμένο είδωλο. Αν και δεν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, την επόμενη δεκαετία περιπλανήθηκε στη Βρετανία, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία σαν να ήταν ένας ξεπεσμένος γυρολόγος. Αγωνίζεται στις: Τζιούις Γκλιντ, Στόκπορτ Κάουντι, Κόρκ Σέλτικ, Φούλαμ, Χιμπέρνιαν, Μπόρνμουθ, Μπρίσμπεϊν Λάιονς, Λος Άντζελες Άζτεκς, Φορτ Λαουτερντέιλ Στράικερς, Σαν Χοσέ Έρθκουέικς και πολλές άλλες ομάδες, σε φιλικά ή παιχνίδια επιδείξεων. Αν εξαιρεθούν οι Φούλαμ, Χιμπέρνιαν και Άζτεκς στις υπόλοιπες ομάδες είχε το πολύ ένα-δυο εμφανίσεις. Οι διοικήσεις των ομάδων του έλεγαν απλά να εμφανιστεί στο γήπεδο την ημέρα του αγώνα. Τα γήπεδα γέμιζαν μόνο και μόνο για να δουν τον Μπεστ! Μετά είτε τον έδιωχναν με τη δικαιολογία ότι πίνει είτε ο ίδιος αποχωρούσε! Οι συμφωνίες άλλωστε είχαν να κάνουν με πληρωμή ανά παιχνίδι!


Η παρακμή του ειδώλου

Το 1978, αν και χάνει τη μητέρα του από αλκοολισμό, δεν παραδειγματίζεται και εξακολουθεί να πίνει συνεχώς! Το 1983, σε ηλικία 37 ετών, σταμάτησε οριστικά το ποδόσφαιρο με την Μπόρνμουθ και ενώ 2 χρόνια νωρίτερα, το Βρετανικό δημόσιο τον έχει κηρύξει σε πτώχευση λόγω χρεών στην εφορία! Η "μαγεία" του ήταν πάντα επιθυμητή σε φιλικά παιχνίδια, ή σε αγώνες φιλανθρωπικού χαρακτήρα. Το 1984 πρωταγωνίστησε μαζί με την πρώην Μις Κόσμος, Μέρι Στάβιν (Mary Stävin), σε βιντεοκασέτα γυμναστικής με τίτλο "Shape Up And Dance". Την ίδια χρονιά, φυλακίζεται για 3 μήνες, με την κατηγορία της οδήγησης σε κατάσταση μέθης και προσβολής αστυνομικού οργάνου. Τα Χριστούγεννα τα πέρασε στη φυλακή "Ford Open Prison", αλλά δεν διορθώθηκε. Οι συναναστροφές του με άτομα του αντίθετου φύλου παρέμειναν πολλές και σκανδαλώδεις. Πλέον, το μυαλό του ήταν "θολωμένο" περισσότερο από ποτέ. Το 1985 και αφού έχει περάσει πολλές περιπέτειες, αποφασίζει να εργαστεί σαν σχολιαστής ποδοσφαιρικών αγώνων. Το 1988 διεξήχθη αποχαιρετιστήριο παιχνίδι προς τιμήν του στο Μπέλφαστ. Μεταξύ των παρευρισκομένων, ο σερ Ματ Μπάσμπι, ενώ μεταξύ των παικτών ο Όσι Αρντίλες (Osvaldo Ardiles) κι ο τερματοφύλακας και στενός του φίλος του Πατ Τζένινγκς (Pat Jennings).



Το 1990 γελοιοποιείται διεθνώς, όταν εμφανίζεται σε μια τηλεοπτική εκπομπή μεθυσμένος, βρίζοντας όποιον έβλεπε μπροστά του. Με την βοήθεια της τότε κοπέλας του Μαίρη Σατίλα (Mary Shatila), κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να κόψει το ποτό και καταφέρνει να αποσύρει την κήρυξη σε πτώχευση. Ξεκινάει περιοδείες σε όλο τον κόσμο, κερδίζοντας πολλά χρήματα τα οποία όμως χάνει στο ποτό, στο τζόγο και τις γυναίκες! Το 1991 έκανε εμφάνιση σε ζωντανό τηλεοπτικό σόου, όπου ορκίστηκε ότι είχε ξεπεράσει το πρόβλημα με το αλκοόλ. Λίγες εβδομάδες αργότερα απολογήθηκε και τόνισε πως τα λόγια του ήταν αποτέλεσμα της εξάρτησής του. Ως σχολιαστής του "SkySpors" προκάλεσε πολλές φορές με τις κριτικές του, ιδιαιτέρως προς το πρόσωπο του Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Beckham). Το 1995 παντρεύτηκε την κατά 26 χρόνια μικρότερη του Άλεξ Πέρσεϊ (Alex Pursey). Ήταν ο δεύτερος γάμος του μετά από αυτόν με την Άντζελα Μακ Ντόναλντ (Angela McDonald) το 1978, με την οποία απέκτησε το 1981 το μοναδικό του παιδί, τον Κάλουμ.


Το 2001, η εκπομπή «Μάντσεστερ Ίβινινγκ Νιουζ Σάντεϊ Πίνκ Πάνελ», τον ανακηρύσσει κορυφαίο ποδοσφαιριστή της Μάντσεστερ την τελευταία πεντηκονταετία. Το 2002 νοσηλεύεται με προβλήματα στο συκώτι. Οι γιατροί του συστήνουν να σταματήσει το ποτό. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία δέκα κυρίως χρόνια της ζωής του έκανε πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να κόψει το ποτό. Καταφέρνει για ένα διάστημα να στρώσει τη ζωή του σταματάει το ποτό και κάνει μεταμόσχευση ήπατος το 2002! Κερδίζει το βραβείο για την προσωπικότητα της χρονιάς που απονέμει το  BBC, αρθρογραφεί, συμμετέχει στις εκπομπές του Σκάι Σπορτς και όλα δείχνουν να έχουν πάρει επιτέλους, καλή τροχιά. Τον Οκτώβριο του 2003 ο Μπέστ πούλησε το τρόπαιο του καλύτερο ποδοσφαιριστή της Ευρώπης που είχε κερδίσει το 1968, αλλά δεν κατάφερε να πουλήσει και αυτό το καλύτερου παίκτη της χρονιάς, που του είχαν απονείμει οι δημοσιογράφοι της Βρετανίας την ίδια σεζόν. Σκοπός του ήταν να συγκεντρώσει χρήματα ώστε να αγοράσει σπίτι στην Κέρκυρα. Δεν τα κατάφερε…


Το 2003, η σύζυγός του, Άλεξ (πρώην αεροσυνοδός), συμμετέχει σε ριάλιτι, αποκαλύπτοντας άσχημες πτυχές της σχέσης της με τον Μπεστ. Στις 3 Ιανουαρίου του 2004 καταδικάζεται και πάλι για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και του αφαιρείται το δίπλωμα οδήγησης για είκοσι μήνες. Τον Απρίλιο του 2004 χωρίζει με την Άλεξ. Τον Ιούνιο του 2005 συνελήφθη με την κατηγορία ότι παρενόχλησε ένα ανήλικο κορίτσι και χτύπησε μία ενήλικη. Λίγες μέρες αργότερα απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Τα χειρότερα, όμως, δεν είχαν έρθει ακόμα…

To αντίο ενός μεγάλου…

Την 1η Οκτωβρίου του 2005, εισάγεται στο νοσοκομείο Κρόμγουελ του Λονδίνου υποφέροντας από λοίμωξη των νεφρών. Στις 20 Νοεμβρίου ζήτησε από την εφημερίδα «News of the world», να δημοσιεύσει, έπειτα από επιθυμία του ίδιου, μία φωτογραφία του στο κρεβάτι του νοσοκομείου, με την ακόλουθη λεζάντα: «Μην πεθάνετε σαν εμένα»


Πέντε μέρες αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου του 2005, στον κρισιμότερο αγώνα της ζωής του, ενάντια στο θάνατο, ο Τζορτζ Μπεστ ηττήθηκε κατά κράτος και άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 59 ετών! Η λεζάντα της φωτογραφίας αποδείχθηκε προφητική με τον τεράστιο Τζορτζ Μπεστ να καταλήγει στη 13:06 το μεσημέρι, μετά από τις προσπάθειες των γιατρών  να τον κρατήσουν στη ζωή. 


Το άψυχο σώμα του Μπεστ μεταφέρθηκε στο Μπέλφαστ και η κηδεία του έγινε στις 3 Δεκεμβρίου του 2005, σε μια τελετή που έδωσαν το παρόν 100.000 άνθρωποι, δείγμα του τι σήμαινε το όνομα Τζορτζ Μπεστ  για την πόλη. Ως ελάχιστος φόρος τιμής προς τον Μπεστ, οι αρχές τις πόλης αποφάσισαν να δώσουν το όνομα του στο αεροδρόμιο της πόλης, μετονομάζοντάς το σε "George Best Belfast City Airport", με τα αποκαλυπτήρια της νέας επιγραφής να γίνονται στις 22 Μαΐου του 2006.


Ο άνθρωπος που θεωρήθηκε εφάμιλλος του Πελέ και του Μαραντόνα, έφυγε από τη γη και αναπαύεται πλέον στον ουρανό, εκεί που μπορεί να παίξει και πάλι ποδόσφαιρο, εκεί που μπορεί να κάνει και πάλι τις μαγικές του ντρίμπλες, τα αξέχαστα σλάλομ, να πετύχει τα φανταστικά του γκολ. Ο Τζορτζ Μπεστ έχασε τη μάχη όχι με τη ζωή αλλά με το αλκοόλ! Το ποτό, η απαγορευμένη αγάπη του, αποδείχθηκε πιο δυνατή από την θέλησή του για ζωή. Η μάχη που έδωσε ήταν σκληρή και άνιση. Αν και πολύπειρος, δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει.


Λίγους μήνες πριν από το μοιραίο, είχε παραχωρήσει συνέντευξη σε ένα από τα μεγαλύτερα Ιταλικά περιοδικά, όπου χαρακτήριζε την ζωή του, υπέροχη. «Δεν πιστεύω ότι κατέστρεψα αυτό που ονομάζουμε ταλέντο. Έπαιξα 12 χρόνια στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και κέρδισα τα πάντα! Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο εκτός ίσως από το να παίξω ποδόσφαιρο για μεγαλύτερο διάστημα σε υψηλό επίπεδο. Όμως έπαιξα στις Η.Π.Α για 8 χρόνια, όπου πέρασα πραγματικά σπουδαία. Πραγματοποίησα όλα όσα είχα σκοπό να κάνω. Είναι αλήθεια φίλε μου, η ζωή μου ήταν πραγματικά σπουδαία. Όταν ξεκίνησα, η Αγγλία ήταν σπουδαίο μέρος. Ο κόσμος άρχισε να αφήνει τα μαλλιά του μακριά -όπως και εγώ- η μουσική υπέροχη και η μόδα εκθαμβωτική. Ακόμα και το ποδόσφαιρο δεν ήταν κακό. Κερδίσαμε το Ευρωπαϊκό Κύπελλο και κάθε χρόνο πρωταθλήτρια Αγγλίας ήταν και μια διαφορετική ομάδα. Τώρα υπάρχει μόνο η Άρσεναλ και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Είναι πραγματικά βαρετό... Στο ντεμπούτο μου με την φανέλα της Μάντσεστερ, ότι ονειρεύτηκα στη ζωή μου ήταν πραγματικότητα. Είχα ονειρευτεί να παίξω ποδόσφαιρο με τους καλύτερους και η Μάντσεστερ ήταν πραγματικά η καλύτερη! Θυμάμαι κάθε λεπτό, κάθε εικόνα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις κραυγές των οπαδών της Μάντσεστερ. Προχωρούσα στο τούνελ και όσο έφτανα προς τον αγωνιστικό χώρο, γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές. Ήταν η μέρα μου και όταν το παιχνίδι τελείωσε, δεν τα είχα πάει άσχημα. Ένιωθα ηλεκτρισμένος».

“Maradona good, Pele better, George Best”


Το πανό που έμεινε στην μνήμη όλων και υψώθηκε στο σπίτι του Ιρλανδού «θρύλου» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, την ημέρα της κηδείας του έγραφε «Maradona good, Pele better, George Best». Κάποιοι το θεωρούν προσβλητικό για τους δύο “γίγαντες“ του ποδοσφαίρου, αλλά από πολλούς θεωρήθηκε εφάμιλλος του Πελέ και του Μαραντόνα! Ο Πελέ τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο ποδοσφαιριστή που έχει δει και τον συμπεριέλαβε στη λίστα του με τους 125 καλύτερους παίκτες όλων των εποχών που εκδόθηκε από τη FIFA το 2004.  Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα έχει δηλώσει σε ανύποπτη στιγμή ότι ήταν ο αγαπημένος του παίκτης, αυτός που θεωρούσε ίνδαλμα. Ο Μπεστ στάθηκε η αιτία να ανοίξουν συζητήσεις για μία Ενωμένη Ιρλανδία σε ποδοσφαιρικό επίπεδο, όπως συμβαίνει στο ράγκμπι και το χόκεϊ, έτσι ώστε το Νησί του Βορείου Παγωμένου Ωκεανού να μην είναι πια ο "φτωχός συγγενής" της Μεγάλης Βρετανίας.


Ο Τζορτζ Μπεστ, αποτέλεσε ίνδαλμα για πολλούς παίκτες της μετέπειτα εποχής. Ο τρόπος που κινείτο εντός του γηπέδου, σε συνδυασμό με την ταχύτητα, την απαράμιλλη τεχνική, και το φαρμακερό σουτ προσέδωσαν στον βασιλιά των σπορ τη φινέτσα και το κύρος που τόσο του έλειπαν. Ίσως αυτή η άποψη να βρίσκει αντίθετους, πολλούς λάτρεις της στρογγυλής θεάς. Κάποιοι θα πουν για το άστρο του Βραζιλιάνου βιρτουόζου της μπάλας Πελέ. Άλλοι πάλι θα αναφερθούν στην άστατη ζωή του  βορειοϊρλανδού άσσου και στη σπατάλη μιας λαμπρής καριέρας. «Όταν όλα τελειώσουν, ο κόσμος θα με θυμάται μόνο για όσα έκανα εντός γηπέδου και όχι για όλα αυτά που έκανα εκτός αυτού», είχε πει κάποτε προφητικά ο αείμνηστος Μπεστ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Εφηβική καριέρα

  • 1961–1963: Manchester United Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1963–1974: Manchester UnitedFootball Club, 361 (137)
  • 1974: (δανεικός) → Jewish Guild Johannesburg, 5 (1)
  • 1974: (δανεικός) → Dunstable Town Football Club, 0 (0)
  • 1975: Stockport County Football Club, 3 (2)
  • 1975/76: Cork Celtic Football Club, 3 (0)
  • 1976: Los Angeles Aztecs, 23 (15)
  • 1976/77: Fulham Football Club, 42 (8)
  • 1977/78: Los Angeles Aztecs, 32  (12)
  • 1978/79: Fort Lauderdale Strikers, 28 (6)
  • 1979/80: Hibernian Football Club, 17 (3)
  • 1980/81: San Jose Earthquakes 56 (21)
  • 1980–1982: San Jose Earthquakes (ποδόσφαιρο σάλας), 21 (33)
  • 1982: Sea Bee Athletic Association Hong Kong, 2 (0)
  • 1982: Hong Kong Rangers Football Club, 1 (0)
  • 1983: Bournemouth Athletic Football Club, 5 (0)
  • 1983: Queensland Lions (Brisbane Lions) Football Club, 4 (0)
  • 1983: Osborne Park Galeb, 1 (1)
  • 1983: Nuneaton Town Football Club, 3 (1)
  • 1984: Tobermore United Football Club, 4 (6)
Σύνολο καριέρας: 604 (239)

Διεθνής

  • 1964–1977: Βόρεια Ιρλανδία, 37 (9)

Τίτλοι
Συλλογικοί
Με τη Manchester United

  • FA Youth Cup: 1964
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 2 (1964/65 & 1966/67)
  • Charity Shield: 2 (1965, 1967)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών: 1968

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Αγγλικού Πρωταθλήματος: 1967/68
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αθλητικού Τύπου Αγγλίας: 1967/68
  • Χρυσή Μπάλα: 1968, 3η θέση το 1971
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς στη Β’ Κατηγορία Αγγλίας: 1977
  • Στους 100 Θρύλους του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 1983
  • Honorary doctorate from Queen's University Belfast: 2001
  • Freeman of Castlereagh: 2002
  • Μέλος του Hall of Fame του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2002
  • Χρυσός Παίκτης Βορείου Ιρλανδίας, ως ο Καλύτερος της Τελευταίας 50ετίας με αφορμή το Ιωβιλαίο (50 χρόνια) της UEFA: 2003
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου, που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Χρυσό Παπούτσι ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2005
  • Βραβείο Επί Τιμή της Ένωσης Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 2006
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας του Αιώνα (1907 to 2007) από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 2007
  • FWA Tribute Award: 2007
  • Μέλος του Ευρωπαϊκού Ποδοσφαιρικού Hall of Fame: 2008
  • Στη θέση # 9 ως Παίκτης του 20ου Αιώνα από την FIFA 
  • Στη θέση # 8 των Μεγαλύτερων Ποδοσφαιριστών του 20ου Αιώνα από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»

ΠΗΓΕΣ: e-soccer.gr - contra.gr