Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Κάρλος Ναβάρο-Μοντόγια: Ο Πίθηκος

Ο Κολομβιανός, πολιτογραφημένος Αργεντίνος εξ αίματος, τερματοφύλακας, Κάρλος Ναβάρο-Μοντόγια (Carlos Fernando Navarro Montoya), γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1966, στο Μεντεγίν της Κολομβίας. Κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, η οποία διήρκεσε 25 χρόνια, εκπροσώπησε 15 συλλόγους στην Αργεντινή (κυρίως τη Μπόκα Τζούνιορς), στην Κολομβία, στην Ισπανία, στη Χιλή, στη Βραζιλία και στην Ουρουγουάη. Αγωνίστηκε συνολικά σε πάνω από 800 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις. Παίζοντας σε κάποια ματς στην Εθνική Κολομβίας, δεν μπόρεσε  αργότερα να παίξει στην Εθνική Αργεντινής. Όταν κάποτε κατάφερε να πάρει την άδεια από την FIFA, ήταν 32 ετών και θεωρήθηκε μεγάλος από τους προπονητές της ομάδας.


Είχε το παρατσούκλι «El Mono» (Ο Πίθηκος), όταν ήταν στην Αργεντινή. Παρότι γεννήθηκε στην Κολομβία, άρχισε να παίζει επαγγελματικά ποδόσφαιρο, με τη Βέλες του Σάρσφιλντ στην Αργεντινή. Γιος του Αργεντίνου τερματοφύλακα Ραούλ Ναβάρο (Raul Navarro), όταν αυτός αγωνιζόταν στη Κολομβία, έκανε το ντεμπούτο του μόλις στα 18, όταν ο τότε προπονητής της Βέλεζ, ο Κόκο Μπαζίλε (Alfio “Coco” Basile) τον εμπιστεύθηκε ως βασικό σε ένα ματς εναντίον της Τεμπερλέϊ, στις 8 Απριλίου του 1984. Το 1988, μετά από ένα χρόνο στην πατρίδα του, για λογαριασμό της Ιντεπεντιέντε Σάντα Φε, εντάχθηκε στη Μπόκα Τζούνιορς, όπου σπάνια έχασε παιχνίδι για σχεδόν δέκα χρόνια! Δεν έπαιξε ποτέ σε λιγότερο από 35 αγώνες σε μια σεζόν! Το ντεμπούτο του με τη Μπόκα ήταν στις 18 Σεπτεμβρίου του 1988, σε μια νίκη επί της Ρίβερ Πλέιτ με 2-0.


Πέρασε από την Μπόκα σε μια περίοδο που η ομάδα περνούσε κρίση και δεν κατάφερε να κατακτήσει πολλούς τίτλους. Παρ’ όλα αυτά, το 1989 κέρδισε το Σουπερκόπα Σουνταμερικάνα, στα πέναλτι εναντίον Ιντεπεντιέντε, ενώ το 1990 κέρδισε το Ρεκόπα Σουνταμερικάνα, νικώντας την Ατλέτικο Νασιονάλ του Μεντεγίν, σ’ έναν τελικό που παίχτηκε στο Μαϊάμι. Το 1991 η Μπόκα αντιμετώπισε την Κόλο Κόλο στα ημιτελικά του Λιμπερταδόρες. Κέρδισε 1-0 στην Αργεντινή και στον επαναληπτικό συνάντησε κλίμα τρομοκρατίας. Έξω από τις γραμμές του αγωνιστικού χώρου, διάφοροι «έκοβαν» βόλτες, αρκετοί από αυτούς «φωτογράφοι». Η Κόλο Κόλο προηγήθηκε με 2-0, η Μπόκα το έκανε 2-1 και ενώ το ματς πήγαινε για τα πέναλτι, στο 91′ η Κόλο Κόλο σημείωσε γκολ από ελεγχόμενη θέση οφ-σάιντ και πήρε την πρόκριση.


Οι παίκτες της Μπόκα διαμαρτύρήθηκαν εν μέσω οπαδών που πανηγύριζαν, «φωτογράφων» που προκαλούσαν και αστυνομικών. Κάποιος χτύπησε τον προπονητή της Μπόκα, τον Όσκαρ Ταμπάρες (Óscar Washington Tabárez Silva) στον πρόσωπο, ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (Gabriel Omar Batistuta) εξοργίστηκε και κυνηγούσε κόσμο, το ίδιο κι ο Μοντόγια που χτύπησε κάποιον φωτογράφο. Πανικός και ξύλο στο γήπεδο με τους παίκτες της Μπόκα να τα βάζουν με όλους. Οι αστυνομικοί μπήκαν μέσα με λυκόσκυλα και ένα από αυτά, ο Ρον, δάγκωσε τον Μοντόγια! Ο σκύλος απέκτησε δημοσιότητα και μέσα σε μια μέρα ονομάστηκε ο δημοφιλέστερος σκύλος της Χιλής! Στο video, επική αναμετάδοση από τον Χιλιανό δημοσιογράφο που λέει ότι για όλα φταίνε οι Αργεντίνοι (ιστορικά, για τους Χιλιανούς, για όλα στη Νότια Αμερική φταίνε οι Αργεντίνοι!) και ότι οι οπαδοί της Κόλο Κόλο δεν αξίζουν τέτοιας συμπεριφοράς!



To 1991 κέρδισε το πρώτο του πρωτάθλημα Αργεντινής, τη Κλαουσούρα αυτής της χρονιάς. Το 1992, κέρδισε το Masters Cup Super Cup με τη Μπόκα, κερδίζοντας στον τελικό τη βραζιλιάνικη Κρουζέιρο. Επίσης, την ίδια χρονιά, το 1992 κατέκτησε και το πρωτάθλημα Απερτούρα της Αργεντινής. Το 1993 ήταν  νικητής του Gold Cup με την Μπόκα, νικώντας στον τελικό την Ατλέτικο Μινέιρο. Κατέχει το ρεκόρ συλλόγου με συνεχόμενα παιχνίδια (180) και τα λεπτά χωρίς να δεχτεί γκολ (824’). Έκανε τελικά 396 επίσημους αγώνες για τους «Χεϊνέσες».
 
Στην Ισπανία με την Εξτρεμαδούρα. Αριστερά, ο νεαρός Ριβάλντο.

Τον Ιανουάριο του 1997, σε ηλικία σχεδόν 31 ετών, εντάχθηκε στην ισπανική Εξτρεμαδούρα και εν συνεχεία στις Μέριδα και Τενερίφη, γνωρίζοντας υποβιβασμούς με τις 2 πρώτες. Μετά από μια σύντομη περίοδο στη Χιλή με την Ντεπόρτες Κονσεπσιόν, επέστρεψε στην Αργεντινή, παίζοντας στη κορυφαία κατηγορία για την Τσακαριτά Τζούνιορς και την Ιντεπεντιέντε. Μετά την προώθηση του νεαρού Όσκαρ Ουστάρι (Óscar Ustari) το συμβόλαιο του 39χρονου δεν ανανεώθηκε, με τον ίδιο να υπογράφει στην Χιμνάσια ι Εσκρίμα της Λα Πλάτα.


Σπάνια έμεινε παραπάνω από μια περίοδο, σε μια ομάδα τα επόμενα χρόνια, παίζοντας, ένα φεγγάρι στην Ατλέτικο Παραναένσε στη Βραζιλία, ξανά στην Αργεντινή στη Νουέβα Σικάγο, την Ολίμπο και την Λουχάν ντε Κούγιο και η καριέρα του έκλεισε στην Τακουαρεμπό της Ουρουγουάης. Στις 10 Ιουλίου του 2009, στην ηλικία των 43 ετών, ανήγγειλε την αποχώρησή του από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο! Τα λόγια του στη συνέντευξη Τύπου ήταν: «Είναι ένα αντίο, αλλά και ένα ευχαριστώ για όλους σας»


Ως εξ αίματος πολιτογραφημένος Αργεντίνος, ήθελε να εκπροσωπήσει την εθνική ομάδα, αλλά του απαγορεύτηκε από τη FIFA επειδή είχε ήδη παίξει για την Κολομβία σε τρεις αγώνες για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Τελικά, το 1998, η FIFA του επέτρεψε με ειδική απαλλαγή να παίξει για την Αργεντινή, αλλά, στην ηλικία των 32 ετών, θεωρήθηκε μεγάλος και δεν εκπροσώπησε την «Αλμπιτσελέστε».
 
Με την εθνική ομάδα της Κολομβίας

Ιστορικές έχουν μείνει και οι διαμάχες του με τον Παραγουανό Μύθο, Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ (José Luis Félix Chilavert González), με τον οποίο έτρεφαν μεγάλη αντιπάθεια ο ένας για τον άλλον. Στις 15 Ιουνίου του 1996 η Βέλεζ υποδεχόταν την Μπόκα την οποία και συνέτριψε με 5-1 σε ένα ματς με αρκετή ένταση, στο οποίο αποβλήθηκε μεταξύ άλλων κι ο Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona). Ο Τσιλαβέρτ σκόραρε δυο φορές σε εκείνο τον αγώνα, με απευθείας φάουλ και με πέναλτι. Ο αστικός μύθος λέει ότι όταν ο Τσιλαβέρτ  έστησε την μπάλα για το πέναλτι, ο Μοντόγια πήγε μπροστά του και τον ρώτησε: «Είσαι όμορφος Παραγουανέ;». Ο Τσιλαβέρτ απάντησε: «Όχι, είμαι πρωταθλητής» και στη συνέχεια σκόραρε σε ένα από τα ματς που έδωσαν τον τίτλο στη Βέλεζ.


Η πρώτη του εμπειρία ως προπονητής ήταν το 2013, με την Τσακαριτά Τζούνιορς, από όπου απολύθηκε μετά από μόλις μία νίκη σε έξι αγώνες.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1984–1986: Club Atlético Vélez Sarsfield, 67 (0)
  • 1986/87: Independiente Santa Fe, 38 (0)
  • 1987/88: Club Atlético Vélez Sarsfield, 18 (0)
  • 1988–1996: Club Atlético Boca Juniors, 323 (0)
  • 1997: Club de Fútbol Extremadura, 23 (0)
  • 1997/98: Club Polideportivo Mérida, 38 (0)
  • 1998–2000: Club Deportivo Tenerife, 48 (0)
  • 2001: Club Deportes Concepción, 13 (0)
  • 2001–2003: Club Atlético Chacarita Juniors, 62 (0)
  • 2004/05: Club Atlético Independiente, 57 (0)
  • 2005/06: Club de Gimnasia y Esgrima La Plata, 38 (0)
  • 2006: Clube Atlético Paranaense, 2 (0)
  • 2007: Club Atlético Nueva Chicago, 19 (0)
  • 2007/08: Club Olimpo de Bahía Blanca, 13 (0)
  • 2008/09: Asociación Atlético Luján de Cuyo                        
  • 2009: Tacuarembó Fútbol Club, 8 (0)

Σύνολο καριέρας: 767 (0)

Διεθνής

  • 1985: Κολομβία, 3 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 2013: Club Atlético ChacaritaJuniors

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Boca Juniors
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής: 2 (Clausura 1991, Apertura 1992)
  • Supercopa Sudamericana: 1989
  • Recopa Sudamericana: 1990
  • Supercopa Masters: 1992
  • Copa de Oro: 1993

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Αργεντινή: 1994



ΠΗΓΗ: sombrero.gr

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Κόλιν Μπελ

Ο Άγγλος μέσος Κόλιν Μπελ (Colin Bell), γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1946, στο Χέσλεντεν της κομητείας του Ντάραμ. Με το παρατσούκλι «The King of the Kippax» (Ο Βασιλιάς του Κίππαξ –από τον δρόμο μπροστά από το γήπεδο της Μάντσεστερ Σίτι) και «Νιζίνσκι», από το διάσημο άλογο κούρσας, λόγω της απίστευτης αντοχής του, θεωρείται ευρέως ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε ποτέ στην Μάντσεστερ Σίτι. Πέρασε το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της καριέρας του με τους «πολίτες» και στο Έτιχαντ Στάντιουμ, το γήπεδο της Μάντσεστερ Σίτι, η μια κερκίδα του ονομάζεται «The Colin Bell Stand» προς τιμή του!


Ξεκίνησε την καριέρα του στην Μπέρι σε ηλικία μόλις 17 ετών. Μάλιστα, έγινε πολύ γρήγορα και ο αρχηγός της ομάδας. Το 1966, η Μάντσεστερ Σίτι βλέποντας το ταλέντο του νεαρού, τον πήρε στο Μέιν Ρόουντ. Έτσι, ο Κόλιν, έφτασε στο Μάντσεστερ όπου γρήγορα έγινε ο αγαπημένος της εξέδρας. Εξελίχθηκε σε θρύλο για την ομάδα και όχι μόνο. Μάλιστα, οι άνθρωποι της ομάδας, δυσφήμιζαν τον παίχτη ώστε να μην προσπαθήσουν οι υπόλοιποι σύλλογοι να τον αποκτήσουν! Το 1967 βοήθησε στην κατάκτηση του τίτλου της Β’ Κατηγορίας, κερδίζοντας την άνοδο, ενώ το 1968, βοήθησε την ομάδα του να κατακτήσει, το δεύτερο πρωτάθλημα στην ιστορία της. Την επόμενη χρονιά κατέκτησε και το Κύπελλο Αγγλίας κόντρα στη Λέστερ (1-0). Την ίδια χρονιά διέπρεψε στην εθνική ομάδα, σκοράροντας το μοναδικό γκολ της Αγγλίας σε μια νίκη 1-0 επί της Ολλανδίας, αλλά και σκοράροντας εναντίον της Βραζιλίας.


Το 1970, η Μάντσεστερ Σίτι, με ηγέτη τον Κόλιν Μπελ, κατέκτησε το Λιγκ Καπ Αγγλίας όπως και το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης. Την ίδια χρονιά έλαβε μέρος και στο Μουντιάλ του 1970. Το 1975, στα 29 του χρόνια, σ’ ένα ματς κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, για το Λιγκ Καπ στο Μέιν Ρόουντ, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο δεξί γόνατο, ύστερα από μια σύγκρουση με τον Μάρτιν Μπάκαν (Martin Buchan). Επέστρεψε 2 χρόνια μετά αλλά δεν ανέκαμψε ποτέ. Έτσι, στο 1980, αποχώρησε από την ομάδα, μέσα από επαινετικά σχόλια της διοίκησης για αυτόν και πήγε στους Σαν Χοσέ Έρθκουέικς όπου και τελείωσε την καριέρα του όντας σε ηλικία 34 χρονών.


Μόνο δύο παίκτες έχουν σκοράρει περισσότερα γκολ από τον Κόλιν Μπελ για την Μάντσεστερ Σίτι σε όλες τις διοργανώσεις: ο Έρικ Μπρουκ (Eric Brook) με 178 και ο Τόμι Τζόνσον (Tommy Johnson) με 166. Ο Μπελ έχει σκοράρει 152 γκολ για την Μάντσεστερ Σίτι σε όλες τις διοργανώσεις. Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους καλύτερους Άγγλους μέσους που έχουν υπάρξει ποτέ και είναι στην 26η θέση με τους Καλύτερους Άγγλους όλων των εποχών.


Με την Εθνική Αγγλίας είχε συνολικά 48 εμφανίσεις με 9 γκολ. Ήταν αρχηγός για την εθνική ομάδα για ένα παιχνίδι το 1972, σε μια ήττα από τη Βόρεια Ιρλανδία. Παρά τις επιτυχίες, ήταν δυσαρεστημένος γιατί δεν ήταν σε θέση να κάνει ευρύτερα γνωστό τ’ όνομά του στην παγκόσμια σκηνή, εφ’ όσον η Αγγλία απέτυχε να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1974. Οι καλύτερες εμφανίσεις του ήταν σε μια νίκη επί της Αυστρίας με 7-0, όπου και σκόραρε και στην νίκη επί της Δυτικής Γερμανίας, το 1975, στον 100ο  διεθνή αγώνα που έγινε στο Γουέμπλεϊ.


Συνέχισε να ασχολείται με τη Μάντσεστερ Σίτι, προπονώντας τις ακαδημίες της. Το 1990 έγινε ο πρώτος πρέσβης της ομάδας και το 2005 ονομάστηκε Ιππότης τόσο για την αγωνιστική του παρουσία όσο και για τις φιλανθρωπίες που έχει κάνει. Την ίδια χρονιά, στην αυτοβιογραφία του, «Απρόθυμος Ήρωας» αποκάλυψε πώς η μητέρα του, πέθανε από καρκίνο του εντέρου στα 39 της χρόνια. Ο γιος του, γιατρός, ζήτησε ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο για τον επικεφαλής της ομάδας που ανήκε, τον χειρούργο Τζιμ Χιλ. Κατά την ανάγνωση για τη μητέρα του Κόλιν Μπελ, ο Κος Χιλ πρότεινε να εξεταστεί και ο ίδιος. Ανακαλύφθηκε ένας όγκος στο έντερο στην κολονοσκόπηση στο Νοσοκομείο του Μάντσεστερ και μέσα σε δύο εβδομάδες υποβλήθηκε σε σωτήρια χειρουργική επέμβαση!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Horden Colliery Welfare Association Football Club Juniors

Επαγγελματική καριέρα

  • 1963–1966: Bury Football Club, 82 (25)
  • 1966–1979: Manchester City Football Club, 394 (117)
  • 1980: San Jose Earthquakes, 5 (0)

Διεθνής

  • 1968–1975: Αγγλία, 48 (9)

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Manchester City
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1966/67
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1967/68 και επιλαχών 1976/77
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1969
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2 (1970, 1976) και φιναλίστ 1974
  • Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 1970
  • Τσάριτι Σιλντ: 1973

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος των 100 Θρύλων του Αγγλικού Ποδοσφαίρου για την εκατονταετηρίδα της Αγγλικής Ομοσπονδίας: 1998
  • Από δημοσκόπηση των οπαδών της Μάντσεστερ Σίτι, η δυτική κερκίδα του «Σίτι οφ Μάντσεστερ» (Έτιχαντ Στάντιουμ) έχει τ’ όνομά του: 2005
  • Μέλος του Hall of Fame του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2005
  • Ιππότης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 2005


Φρίντριχ Κοντσίλια

Ο Αυστριακός τερματοφύλακας Φρίντριχ Κοντσίλια (Friedrich Koncilia), γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1948, στο Κλάγκενφουρτ της Καρινθίας, στη νότια Αυστρία, κοντά στα σλοβένικα σύνορα. Έχοντας ξεκινήσει από την Αούστρια Κλάγκενφουρτ το 1965, έκανε τη μεγάλη καριέρα με την Βάκερ του Ίνσμπρουκ για σχεδόν μια 10ετία. Συνέχισε στο εξωτερικό για την Άντερλεχτ στο Βέλγιο, μόνο για να επιστρέψει στην Αυστρία μετά από μόλις 8 παιχνίδια, τελειώνοντας την καριέρα του στην Αούστρια Βιέννης, ύστερα από έναν τραυματισμό στη πλάτη που τον ανάγκασε να αποσυρθεί στα 37 του χρόνια. Για την αυστριακή εθνική ομάδα, κέρδισε 84 διεθνείς συμμετοχές, κάτι που τον κατατάσσει, από κοινού, 5ο στη σχετική λίστα, υπερασπιζόμενος την εστία της στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1978 και του 1982.


Σε ηλικία 14 ετών γράφτηκε στην KAC, μια ομάδα χόκεϊ στον πάγο, αλλά ο προπονητής του ποδοσφαιρικού τμήματος τον έφερε στο ποδόσφαιρο. Έκανε το ντεμπούτο του για τον σύλλογο της γενέτειράς του στην ηλικία των 17 ετών. Το 1969 πήγε στην Βάτενς και μετά από δύο περιόδους εκεί, το 1971 μεταγράφηκε στην Βάκερ του Ίνσμπρουκ, όπου πέρασε την  μεγαλύτερη και πιο επιτυχημένη περίοδο της καριέρας του. Παρέμεινε στην Βάκερ για οκτώ χρόνια, κατακτώντας 4 πρωταθλήματα και 3 Κύπελλα Αυστρίας, καθώς και 2 Μιτρόπα Καπς. Το 1979, μετακόμισε στο εξωτερικό για λογαριασμό της βέλγικης Άντερλεχτ, επιστρέφοντας στην Αυστρία μετά από μόλις 8 παιχνίδια και τελείωσε την καριέρα του στην Αούστρια Βιέννης, για την οποία έπαιξε 218 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις από τον Δεκέμβριο του 1979 έως το 1985. Αποσύρθηκε  από την ενεργό δράση, στα 37 του χρόνια, εξ’ αιτίας  ενός τραυματισμού στην πλάτη.


Είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους τερματοφύλακες στην Αυστρία. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του ήταν 8 φορές Πρωταθλητής και 6 φορές κυπελλούχος Αυστρίας. Συνολικά, συμμετείχε σε 526 αγώνες πρωταθλήματος, 76 αγώνες κυπέλλου και 51 αγώνες σε διεθνείς διασυλλογικές διοργανώσεις για τα ευρωπαϊκά κύπελλα.


Έκανε το ντεμπούτο του για την εθνική ομάδα της Αυστρίας, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1970, σ’ ένα φιλικό αγώνα εναντίον της Ουγγαρίας.  Συμμετείχε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1978 και του 1982. Κέρδισε 84 διεθνείς συμμετοχές, οι οποίες τον καθιστούν 5ο σε συμμετοχές στην Εθνική, μαζί με τον Μπρούνο Πετσάι (Bruno Pezzey). Το τελευταίο διεθνές παιχνίδι του  ήταν τον  Μάιο του 1985  για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 εναντίον της Κύπρου.


Ήταν ο τερματοφύλακας στο έπος του σύγχρονου αυστριακού ποδοσφαίρου, το «Θαύμα της Κόρδοβα» στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, στην Αργεντινή, όταν η Αυστρία νίκησε την Δυτική Γερμανία, (3-2), ύστερα από 47 χρόνια, αλλά συμμετείχε και στο άγος της ιστορίας των Παγκοσμίων Κυπέλλων, την «Ντροπή της Χιχόν» στη διοργάνωση του1982, στην Ισπανία, πάλι με την Δυτική Γερμανία, όταν εκ των αποτελεσμάτων του ομίλου και έχοντας προκριθεί, ουσιαστικά «έδωσαν» τον αγώνα, ηττώμενοι με 0-1,«βοηθώντας» τους Γερμανούς να περάσουν εις βάρος της Αλγερίας!


Είχε επιλεγεί ως τερματοφύλακας της Μικτής Κόσμου εναντίον της Αργεντινής στις 25 Ιουνίου του 1979, παίζοντας στο 2ο ημίχρονο. Ήταν επίσης τερματοφύλακας σε μια ομάδα επιλέκτων της UEFA εναντίον της Τσεχοσλοβακίας, για την 70η  επέτειο της Τσεχοσλοβάκικης Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.

Μετά το τέλος της καριέρας του έγινε προπονητής στην Αούστρια Βιέννης, την Γκάμπα Οσάκα στην Ιαπωνία και την Μπραντλ-Μπάου Ισλ.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές  (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1962–1965: KAC

Επαγγελματική καριέρα
  • 1965–1969: Austria Klagenfurt (η σημερινή FC Kelag Kärnten)
  • 1969–1971: WSG Swarovski Wattens Fußball, 60 (0)
  • 1971–1979: Fußballclub Wacker Innsbruck, 236 (0)
  • 1979: RSC Royal Sporting Club Anderlecht, 8 (0)
  • 1980–1985: Fußballklub Austria Wien, 163 (0)


Διεθνής

  • 1970–1985: Αυστρία, 84 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1997/98: Gamba Osaka


Τίτλοι

Συλλογικοί


Με την Wacker Innsbruck
  • Πρωτάθλημα Αυστρίας: 4 (1972, 1973, 1975, 1977)
  • Κύπελλο Αυστρίας: 3 (1973, 1975, 1978)
  • Mitropa Cup: 2 (1975, 1976)


Με την Austria Wien
  • Πρωτάθλημα Αυστρίας: 4 (1980, 1981, 1984, 1985)
  • Κύπελλο Αυστρίας: 3 (1980, 1982, 1984)


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Μαγκντί Τολμπά

Ο Αιγύπτιος μεσοεπιθετικός Μαγκντί Τολμπά (Magdy Tolba), γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1964, (στο Κάιρο?). Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας με τη Ζάμαλεκ. Ένας μάγος που πέρασε και «αναστάτωσε» τη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα για μια πενταετία με τον ΠΑΟΚ. Τα ταχυδακτυλουργικά του πέρασαν στην ιστορία και ο κόσμος του «Δικεφάλου του Βορρά» δεν τον ξέχασε ποτέ. Είναι επίσης ο πρώτος Αιγύπτιος που έπαιξε στη βουλγαρική Α’ Κατηγορία. Έκανε αρκετές εμφανίσεις για την Εθνική Αιγύπτου, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στη τελική φάση του  Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990.



Η καριέρα του διεθνούς άσου ξεκίνησε από τη Ζάμαλεκ. Μαζί της, κέρδισε έξι τίτλους, μεταξύ των οποίων δύο πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών Αφρικής!  Tο 1989, ο ΠΑΟΚ έκανε την προετοιμασία του στο Λεμπένσκι Βιρ της Γιουγκοσλαβίας (ενωμένη τότε), προπονητής της ομάδας ήταν ο Ολλανδός Ρομπ Γιάκομπς με βοηθό τον Μπάμπη Μιχαηλίδη, όταν κάποιος από τους σκάουτερ της ομάδας εντόπισε σε διπλανό προπονητικό κέντρο την παρουσία της αιγυπτιακής ομάδας Ζάμαλεκ, στις τάξεις της οποίας ανήκε ένας βιρτουόζος χαφ, ο οποίος "μιλούσε" με την μπάλα! Αμέσως, ο Δικέφαλος κινήθηκε ταχύτατα, καθώς από την πρώτη στιγμή φάνηκε πως επρόκειτο για λαβράκι και ο Θωμάς Βουλινός, τότε πρόεδρος των «ασπρόμαυρων», αμέσως πείστηκε για το ταλέντο του 25χρονου, εκείνη την εποχή, Αιγύπτιου και τον πήρε μαζί του στην πρωτεύουσα του Βορρά, κάτοικος της οποίας παρέμεινε για τα επόμενα τέσσερα (και κάτι εβδομάδες) χρόνια!


Έτσι ήλθε στη χώρα μας ο εξαιρετικός Αιγύπτιος άσος! Με την άριστη τεχνική του κατάρτιση και τις μνημειώδεις ταχύτατες επελάσεις του, έδωσε τα διαπιστευτήριά του στους Θεσσαλονικείς μέχρι το 1993, αφήνοντας  το στίγμα του στη Θεσσαλονίκη, καθώς ήταν κορυφαίος ντριμπλέρ και πολύ δύσκολος να τον σταματήσεις. Παιχταράς, έκανε τη διαφορά στην Τούμπα και το όνομά του είναι ακόμα χαραγμένο στα χείλη των οπαδών της ομάδας. Πολλοί τόνιζαν πως μια μεταγραφή ενός Αιγύπτιου θα χαλούσε το πρεστίζ της ομάδας, υπήρχαν όμως άνθρωποι στον ΠΑΟΚ σίγουροι για την αξία του Τολμπά. Βοήθησε πολύ τους Θεσσαλονικείς κι ας μην κέρδισε τίτλους μαζί τους.


Πέρα απ’ τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του, ξεχώριζε και για την… αυταπάρνηση! Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν ο ΠΑΟΚ αντιμετώπισε τη βελγική Μαλίν για το Κύπελλο UEFA της περιόδου 1991/92, ο Αιγύπτιος τραυματίστηκε στο γόνατο στο πρώτο παιχνίδι. Οι γιατροί έλεγαν ότι θα χάσει τη ρεβάνς, όμως εκείνος έπεισε τον τότε προπονητή της ομάδας, Μίροσλαβ Μπλάζεβιτς, να τον συμπεριλάβει στην αποστολή! Έτσι κι έγινε. Προς το τέλος του επαναληπτικού, λοιπόν, ο Τολμπά μπήκε… ως αλλαγή στον αγωνιστικό χώρο, και συνέβαλε τα μέγιστα βοηθώντας τον ΠΑΟΚ να νικήσει (0-1) και να προκριθεί στην επόμενη φάση της διοργάνωσης!


Ο Μαγκντί, αγωνίστηκε με τον ΠΑΟΚ σε 112 ματς (86 για το πρωτάθλημα, 20 για το κύπελλο και 6 για το κύπελλο UEFA). Πέτυχε 12 γκολ στο πρωτάθλημα και 5 στο Κύπελλο. Ήταν ο 14ος ξένος παίκτης που έγινε κάτοικος Τούμπας, από το 1974 (τότε επιτράπηκε να γίνονται μεταγραφές αλλοδαπών παικτών) και μετά. Όταν άφησε το «Δικέφαλο», αγωνίστηκε στην Λέφσκι Σόφιας, με την οποία στέφθηκε πρωταθλητής και Κυπελλούχος, στην Ανόρθωση στην Κύπρο, κερδίζοντας ένα πρωτάθλημα, την Ισμαϊλί στην Αίγυπτο, ενώ έκανε και το… αδιανόητο όταν εντάχθηκε στην «αιώνια» αντίπαλο της Ζάμαλεκ, την Αλ Αχλί! Με τη φανέλα της τελευταίας διέπρεψε, κερδίζοντας άλλα 3 πρωταθλήματα Αιγύπτου! Την περίοδο 1998/99 έπαιξε στην Ισμαϊλί SC και με τα χρώματα της, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση.


Αξίζει να σημειωθεί, ότι λίγο καιρό αφότου ο Τολμπά έγινε μέλος του ΠΑΟΚ, εντάχθηκαν στο «Δικέφαλο» και οι συμπατριώτες του δίδυμοι αδελφοί Χοσάμ και Ιμπραήμ Χασάν! Και πολλά χρόνια αργότερα, κατέφθασαν κι άλλοι αξιόλογοι διεθνείς Αιγύπτιοι άσσοι στην Τούμπα. Ο Αμίρ Μέγκαχεντ, ο Αμπντελσατάρ Σάμπρι, και ο Σικαμπάλα!!!


Όσο ανήκε στο «Δικέφαλο», ήταν μέλος της αποστολής της χώρας του που συμμετείχε στο Μουντιάλ του 1990 στην Ιταλία, αλλά και στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 1992! Με την εθνική ομάδα της Αιγύπτου, συμμετείχε σε 24 παιχνίδια, σημειώνοντας 1 γκολ, από το 1988 έως το 1997.

Στις μέρες μας, απασχολείται ως προπονητής. Είχε αναλάβει την ολυμπιακή ομάδα της πατρίδας του και πλέον εργάζεται στην Αλουμίνιουμ, την οποία και προβίβασε στη β’ κατηγορία!.  Παλαιότερα, είχε ασχοληθεί και μ’ άλλες επιχειρήσεις, ενώ έδινε τα… φώτα του και ως σχολιαστής αγώνων ποδοσφαίρου!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1984–1989: Zamalek Sports Club
  • 1989–1993: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ), 86 (11)
  • 1994: Professional Football Club Levski Sofia, 5 (0)
  • 1994/95: Ανόρθωσις Αμμοχώστου, 29 (5)
  • 1995–1998: Al Ahly Sporting Club
  • 1998/99: Ismaily Sporting Club

Διεθνής

  • 1988–1997: Αίγυπτος, 24 (1)

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Zamalek
  • Πρωτάθλημα Αιγύπτου: 2 (1983/84, 1987/88)
  • Κύπελλο Αιγύπτου: 1988
  • African Champions League: 2 (1984, 1986)
  • Afro-Asian Cup: 1987

Με την  Levski Sofia
  • Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 1993/94
  • Κύπελλο Βουλγαρίας: 1993/94

Με την Ανόρθωση
  • Πρωτάθλημα Κύπρου: 1994/95

Με την Al-Ahly
  • Πρωτάθλημα Αιγύπτου: 3 (1995/96, 1996/97, 1997/98)
  • Κύπελλο Αιγύπτου: 1996



ΠΗΓΕΣ: balleto.gr - paokmania.gr

Ραφαέλ Γκορντίγιο

Ο Ισπανός αριστερός ακραίος αμυντικός ή και μέσος Ραφαέλ Γκορντίγιο (Rafael Gordillo Vázquez), γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 1957 στην Αλμενδραλέχο της Εξτρεμαδούρα, στη νοτιοδυτική Ισπανία. Με το  παρατσούκλι «El Caballo» (Το Άλογο), λόγω της εν γένει παρουσίας του και της δύναμής του, υπήρξε ένας εξαιρετικά δημιουργικός αριστερός πλάγιος, που μπορούσε να αποδώσει εξίσου άνετα ως αμυντικός, αλλά και ως μέσος. Ένα ακούραστο μηχανάκι, αεικίνητος, ταχύς, παθιασμένος, άριστος τεχνίτης, με ουσία στο παιχνίδι του και ακρίβεια στις μεταβιβάσεις του. Διακρίθηκε για τον εξαιρετικά καλό ρυθμό του, έχοντας ένα μοναδικό στυλ στο παιχνίδι του με τις κάλτσες του πάντα κατεβασμένες. Εκπροσώπησε με ατομική και ομαδική επιτυχία τη Μπέτις της Σεβίλης και τη Ρεάλ Μαδρίτης, κάνοντας 428 παιχνίδια στην ισπανική La Liga, σκοράροντας 38 γκολ κατά τη διάρκεια 16 σεζόν επαγγελματικής καριέρας. Κέρδισε 10 μεγάλους τίτλους με την «Βασίλισσα», μεταξύ των οποίων πέντε εθνικά πρωταθλήματα. Υπήρξε στήριγμα για την ισπανική εθνική ομάδα στη δεκαετία του 1980, κάνοντας  σχεδόν 80 διεθνή παιχνίδια, εκπροσωπώντας  τη «φούρια ρόχα» σε 5 διεθνή τουρνουά.


Στα 15 του, το 1972, εντάχθηκε στην ακαδημία της Μπέτις, αφού προηγουμένως είχε αγωνιστεί στη Σαν Πάμπλο. Το 1975 προωθήθηκε πλάι στους επαγγελματίες των «βερδινέγκρος», ωστόσο σχεδόν αμέσως παραχωρήθηκε δανεικός για έναν χρόνο στην Τριάνα για να «ψηθεί». Όταν ο δανεισμός του ολοκληρώθηκε, επέστρεψε στη Μπέτις και στις 30 Ιανουαρίου του 1977 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της στο πρωτάθλημα εναντίον της Μπούργος, ενώ λίγους μήνες μετά βοήθησε τους Ανδαλουσιάνους να στεφθούν Κυπελλούχοι Ισπανίας!


Δεν αγωνίστηκε στον τελικό κόντρα στην Αθλέτικ του Μπιλμπάο, αλλά τις επόμενες 9 σεζόν αποτέλεσε βασικό και αναντικατάστατο στέλεχος της 11άδας, ξεπερνώντας τις 300 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, εκ των οποίων οι 237 για το πρωτάθλημα, σκοράροντας 18 γκολ! Επί των ημερών του, μάλιστα, οι Σεβιγιάνοι τερμάτιζαν σταθερά ψηλά στη βαθμολογία. Τη περίοδο 1979/80 αναδείχθηκε Καλύτερος Ισπανός παίκτης.


Επόμενος «σταθμός» του ήταν η Ρεάλ Μαδρίτης. Δεν άργησε να «καπαρώσει» θέση βασικού και συνέβαλε τα μέγιστα ώστε οι «μερένγκες» να κερδίσουν 5 πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, το 1989 σκοράροντας το μοναδικό γκολ με την Βαγιαδολίδ, 3 Σούπερ Καπ Ισπανίας και το Κύπελλο UEFA της περιόδου 1985/86, της πρώτης του στον μεγάλο ισπανικό σύλλογο, σκοράροντας στον τελικό εναντίον της Κολωνίας. Έφτιαξε μια εξαιρετική συνεργασία με τον Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο (José Antonio Camacho) κατά τη διάρκεια των 4 ετών του στη «Βασίλισσα», αγωνιζόμενος σε 182 αναμετρήσεις της και πετυχαίνοντας 20 γκολ ως το καλοκαίρι του 1992, όταν και επέστρεψε στη Μπέτις, με την οποία τον Μάιο του 1994 χάρηκε την άνοδο στην Πριμέρα Ντιβιζιόν. Μια χρονιά αργότερα αποδεσμεύθηκε και υπέγραψε στην Έθιχα. Ως παίκτης της κρέμασε τα παπούτσια του, το καλοκαίρι του 1996.


Το ντεμπούτο του για τους «φούριας ρόχας» ήλθε στις 29 Μαρτίου του 1978, σε μια φιλική νίκη 3-0 επί της Νορβηγίας, στο Χιχόν. Χρίσθηκε 75 φορές διεθνής και σημείωσε 3 τέρματα. Πήρε μέρος σε 3 Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, το 1980, το 1984, όπου η Ισπανία ηττήθηκε στον τελικό από Γαλλία με σκορ 0-2, χωρίς εκείνος να χρησιμοποιηθεί και το 1988, καθώς και σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, αυτά του 1982 και του 1986. Κατέχει το ρεκόρ για τα συνεχόμενα παιχνίδια με την εθνική ισπανική ομάδα (51). Είναι μόνο Ισπανός παίκτης, με εξαίρεση τον Αλφρέδο ντι Στέφανο (Alfredo di Stefano) που βρίσκεται στη λίστα των 30 Καλύτερων Παικτών του 20ου αιώνα του γαλλικού περιοδικού «France Football», επιλεγμένος από τους νικητές του βραβείου της “Χρυσής Μπάλας”!


Σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται στον χώρο του ποδοσφαίρου, εκτελώντας χρέη προέδρου του «Ιδρύματος Μπέτις», στους στόχους και στις δραστηριότητες του οποίου περιλαμβάνονται η οργάνωση και προώθηση όλων των ειδών των σπορ, η προώθηση της δουλειάς που γίνεται στα τμήματα υποδομής του συλλόγου, η διατήρηση, ανάπτυξη, διάδοση, προβολή και ανάδειξη της ιστορικής, πολιτιστικής και κοινωνικής κληρονομιάς της Μπέτις, κ.ά. Από τις 13 Δεκεμβρίου του 2010 μέχρι τον Ιούνιο του 2011, διετέλεσε πρόεδρος της σεβιγιάνικης ομάδας, ενώ την υπηρέτησε και από άλλα διοικητικά πόστα. Ακόμη, εργάστηκε και ως τηλεσχολιαστής αγώνων ποδοσφαίρου στο δίκτυο “Lasexta”.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1971/72: San Pablo
  • 1972–1975: Real Betis Balompié

Επαγγελματική καριέρα

  • 1975/76: Triana Balompié (Real Betis Balompié Β’)
  • 1976–1985: Real Betis Balompié, 275 (23)
  • 1985–1992: Real Madrid Club de Fútbol, 182 (20)
  • 1992–1995: Real Betis Balompié , 68 (8)
  • 1995/96: Écija Balompié, 18 (1)

Σύνολο καριέρας: 543 (52)

Διεθνής

  • 1977: Εθνική Νέων Ισπανίας, 1 (1)
  • 1979: Εθνική Ελπίδων Ισπανίας, 3 (0)
  • 1979: Ολυμπιακή Ομάδα της Ισπανίας, 4 (0)
  • 1978–1988: Ισπανία, 75 (3)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Betis
  • Κύπελλο Ισπανίας: 1976/77

Με την Real Madrid
  • Κύπελλο UEFA: 1985/86
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 5 (1985/86, 1986/87, 1987/88, 1988/89, 1989/90)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 1988/89
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 3 (1988, 1989, 1990)

Διεθνείς

  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: φιναλίστ το 1984

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης για την Ισπανία: 1979/80

ΠΗΓΗ: balleto.gr

Λουίς Γκαλβάν

Ο Αργεντίνος κεντρικός αμυντικός Λουίς Γκαλβάν (Luis Adolfo Galván), γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου του  1948, στο Φερνάντεζ της επαρχίας Σαντιάγο ντελ Εστέρο, στη βόρεια Αργεντινή. Ο ένας από τους 2 στυλοβάτες του κέντρου της αργεντίνικης άμυνας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970 από την Ταγιέρες της Κόρδοβα, τον σύλλογο που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του. Ο ίδιος ποτέ δεν κέρδισε ένα σημαντικό συλλογικό τρόπαιο, πέραν μιας 2ης θέσης το 1977 και δυο 4ων  θέσεων (1976, 1978) στο Πρωτάθλημα Νασιονάλ και την 3ης θέσης, το 1980 στο Μετροπολιτάνο. Έφυγε  το 1982, ύστερα από 12 χρόνια στο σύλλογο, συνεχίζοντας για μια σειρά επαρχιακών ομάδων συμπεριλαμβανομένων της αιωνίας αντιπάλου, της Μπελγκράνο της Κόρδοβα. Το 1986, αγωνίστηκε στη Βολιβία και αποσύρθηκε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στα 41 του χρόνια. Έπαιξε το πρώτο διεθνές παιχνίδι του για την Αργεντινή το 1975. Η μεγαλύτερη διάκριση της καριέρας του ήρθε το 1978 όταν συμμετείχε βασικός και κατέκτησε το τρόπαιο με την «Αλμπιτσελέστε». Αποσύρθηκε από το διεθνές ποδόσφαιρο στα 35 του χρόνια, ύστερα από 34 εμφανίσεις για την Αργεντινή.


Ξεκίνησε την καριέρα του από την Ιντεπεντιέντε του Φερνάντεζ, στην γενέτειρά του και το 1970 πήγε στην Ταγιέρες της Κόρδοβα, τον σύλλογο που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του. Ποτέ δεν κέρδισε κάποιο σημαντικό τρόπαιο με την ομάδα, αλλά με τη βοήθεια η Ταγιέρες κατάφερε να τερματίσει 2η το 1977 και 4η στα πρωταθλήματα Νασιονάλ του 1976 και 1978 και στην 3η θέση του Μετροπολιτάνο του 1980. Το πρωτάθλημα της χώρας, μεταξύ των ετών 1967 και 1984 ήταν χωρισμένο σε 2 υπο-πρωταθλήματα όπου στο πρώτο εξάμηνο της περιόδου διεξαγόταν το Μετροπολιτάνο, στο οποίο λάμβαναν μέρος οι σύλλογοι από τις Μητροπολιτικές περιοχές της χώρας, δηλαδή το Μπουένος Άιρες και την ευρύτερη περιοχή, την επαρχία Σάντα Φε και τις άλλες μεγάλες περιοχές. Οι πρωταθλητές, στο δεύτερο εξάμηνο συμμετείχαν στο Νασιονάλ, μαζί με τους συλλόγους όλης της χώρας.


Ο Γκαλβάν, άφησε την Ταγιέρες το 1982, αφού προηγουμένως την υπηρέτησε για μια 12ετία, όντας ο ρέκορντμαν διεθνών συμμετοχών μέχρι και σήμερα ιστορικά στον σύλλογοκαι πήγε να παίξει για μια σειρά επαρχιακών ομάδων συμπεριλαμβανομένης της αιωνίας αντιπάλου της Ταγιέρες, της Μπελγράνο της Κόρδοβα.  Το 1986 μετακόμισε στη Βολιβία για να παίξει στην Μπολιβάρ της  Λα Παζ , αλλά η παραμονή του εκεί δεν κράτησε πολύ, επιστρέφοντας για να αγωνιστεί πάλι για την Ταγιέρες, το 1987. Έφυγε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο να παίξει για την ερασιτεχνική Σπορτίβο Φερνάντεζ, στη γενέτειρά του και τέλος, για Ταγιέρες ντε Χέσους Μαρία, το 1989, όπου αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο στην ηλικία των 41 ετών.


Το αδιαμφισβήτητο highlight της ποδοσφαιρικής καριέρας του ήρθε το 1978 όταν επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Αργεντινή στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις, όντα από τα βασικά στελέχη της αργεντίνικης ομάδας. Μαζί με τον Ντανιέλ Πασαρέλα (Daniel Passarella), συνέθεσαν ένα απροσπέλαστο κεντρικό αμυντικό δίδυμο, βοηθώντας την Αργεντινή να κατακτήσει το τρόπαιο. Ήταν βασικός και αναντικατάστατος και στα 7 παιχνίδια που έπαιξε στον τελικό του «Μονουμεντάλ», όταν η Αργεντινή νίκησε 3-1 την Ολλανδία, στην παράταση, πιάνοντας εξαιρετική απόδοση στο συγκεκριμένο παιχνίδι, που ήταν και το καλύτερό του στο τουρνουά.


Έπαιξε το πρώτο παιχνίδι του για την Αργεντινή το 1975. Επιλέχτηκε να παίξει για την Αργεντινή στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 στην Ισπανία, αλλά οι «αλμπιτσελέστε» είχαν ένα απογοητευτικό τουρνουά και αποκλείστηκαν στην 2η φάση του.  Αποσύρθηκε από το διεθνές ποδόσφαιρο ένα χρόνο αργότερα, το 1983, στην ηλικία των 35 ετών. Έκανε συνολικά 34 εμφανίσεις για την Αργεντινή.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1970–1982: Club Atlético Talleres de Córdoba, ? (?)
  • 1982/83: Club Social y Deportivo Loma Negra, 14 (0)
  • 1983/84: Club Atlético Belgrano de Córdoba, 10 (0)
  • 1984/85: Club Atlético Central Norte, 10 (0)
  • 1986: Fútbol Club Bolívar, ? (?)
  • 1986/87: Club Atlético Talleres de Córdoba, ? (?)

Διεθνής

  • 1975–1982: Αργεντινή, 34 (0)

Τίτλοι

Διεθνείς

Με την Αργεντινή

  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1978