Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Γιούργκεν Κλίνσμαν: Ο Ξανθός Δαίμονας

Ο (Δυτικο)-Γερμανός κεντρικός επιθετικός Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann), γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου του 1964, στο Γκέπινγκεν της Βάδης-Βιρτεμβέργης, στη νότια Γερμανία. Ως παίκτης, αγωνίστηκε για αρκετούς εξέχοντες συλλόγους στην Ευρώπη και ήταν μέλος της εθνικής ομάδας της Δυτικής Γερμανίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 και της γερμανικής ομάδας που κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996. Ένα από τους Κορυφαίους Γερμανούς Στράικερ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, σκόραρε και στα 6 μεγάλα διεθνή τουρνουά που συμμετείχε, από το Euro του 1988 έως και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998. Το 1995, ήρθε στην 3ος στον διαγωνισμό για Πίκτης της Χρονιάς από την FIFA και τον Μάρτιο του 2004, ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) στον κατάλογο FIFA 100, με τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές του Κόσμου, στο πλαίσιο των εορτασμών για την εκατονταετηρίδα της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας.


Προπονητικά, οδήγησε την γερμανική εθνική ομάδα σε μια 3η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Παραιτήθηκε μετά από δύο χρόνια και αντικαταστάθηκε από τον βοηθό του Γιοάχιμ Λεβ (Joachim Löw). Ανέλαβε την Μπάγερν Μονάχου τον Ιούλιο του 2008 και απολύθηκε τον Απρίλιο του 2009, τρεις βαθμούς πίσω από τον πρωτοπόρο στο πρωτάθλημα Βόλφσμπουργκ, ύστερα από μια σοβαρή σύγκρουση απόψεων με την διοίκηση του συλλόγου. Τον Ιούλιο του 2011, ανέλαβε προπονητής της εθνικής ομάδας των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατέκτησε το CONCACAF Gold Cup του 2013 και ονομάστηκε Προπονητής της Χρονιάς από την Συνομοσπονδία Βορείου, Κεντρικής Αμερικής και Καραϊβικής. Οδήγησε την ομάδα των Ηνωμένων Πολιτειών στους 16 του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας το 2014. Τον Νοέμβριο του 2016 απολύθηκε, μετά από ήττες στο Μεξικό και την Κόστα Ρίκα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.


Όντας ένας από τους τέσσερις γιους του Ζίγκφριντ και της Μάρθα Κλίνσμαν. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο σε ηλικία μόλις οκτώ ετών, στην ερασιτεχνική ομάδα Γκίνγκεν της περιοχής του. Μάλιστα σε ένα παιχνίδι με τη φανέλα της πρώτης του ομάδας είχε σκοράρει ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά 16 τέρματα! Στην ηλικία των 10 ετών ξεκίνησε να παίζει για την Γκαϊσλίνγκεν. Όταν μετά από τέσσερα χρόνια, ο φούρναρης πατέρας του αγόρασε ένα αρτοποιείο στη μεγαλούπολη της περιοχής, τη Στουτγάρδη, ο Γιούργκεν συνέχισε να παίζει για την Γκαϊσλίνγκεν, παρά το γεγονός, ότι οι άνθρωποι της Βίρτεμπεργκ τον είχαν ξεχωρίσει σε ένα καμπ της ομάδας. Στα 16 του όμως, ήρθε η ώρα να υπογράψει συμβόλαιο με τους Κίκερς της Στουτγάρδης, η οποία έμελλε να είναι και η πρώτη του επαγγελματική ομάδα 2 χρόνια αργότερα, μόλις ενηλικιώθηκε. Βέβαια, ο πατέρας του είχε άλλες βλέψεις. Είχε αποφασίσει, ότι ο γιος του, θα μπορούσε να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο πιο σοβαρά, μόνο αφού είχε ολοκληρώσει τη μαθητεία του στην οικογενειακή επιχείρηση! Και ο νεαρός Γιούργκεν το κάνει. Ολοκληρώνει τη μαθητεία του το 1982. Ως τότε όμως, έχει πάρει ήδη θέση βασικού στους Κίκερς και μέχρι την επόμενη σεζόν, 1983/84, σκόραρε 22 γκολ σε 61 συμμετοχές. Η ταχύτητά του είναι το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στον Κλίνσμαν κι αυτό γίνεται γρήγορα αντιληπτό από τους προπονητές του, που τον καλούν να δουλέψει στο σπριντ και να βελτιώσει ακόμη περισσότερο τις επιδόσεις του.


Το 1984 ήταν η στιγμή για τον Κλίνσμαν να παίξει στην πρώτη κατηγορία με τη μεγάλη ομάδα της πόλης, τη VfB Στουτγάρδη. Στην πρώτη του χρονιά στον σύλλογο, σε ηλικία 20 ετών, σκοράρει 15 φορές. Τις επόμενες δύο σεζόν συνεχίζει να βρίσκει δίχτυα. Από 16 γκολ για τη σεζόν 1985/86, αλλά και για τη σεζόν 1986/87. Μάλιστα, το 1986 σκόραρε και στον τελικό του Κυπέλλου Γερμανίας, όπου όμως η ομάδα του ηττήθηκε από την Μπάγερν Μονάχου με 5-2 και έχασε το τρόπαιο. Έστω κι έτσι όμως, ο Κλίνσμαν έβαλε την προσωπική του σφραγίδα. Τη χρονιά 1987/88 πετυχαίνει 19 τέρματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ένα σούπερ ανάποδο «ψαλίδι» κόντρα στην Μπάγερν Μονάχου και γίνεται ο πρώτος σκόρερ της Μπουντεσλίγκα. Το 1988, σε ηλικία 24 ετών, ανακηρύσσεται ποδοσφαιριστής της χρονιάς για τους Γερμανούς, ενώ την επόμενη σεζόν (1988/89), φτάνει με τη Στουτγάρδη μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου UEFA. Εκεί όμως βρίσκει μπροστά του τον μεγάλο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona) και τη Νάπολι, η οποία μάλιστα στην αρχή εκείνης της χρονιάς είχε αποκλείσει τον ΠΑΟΚ. Ο Κλίνσμαν είχε σκοράρει στο 3-3 επί γερμανικού εδάφους, όμως η εντός έδρας νίκη των Ιταλών στον πρώτο τελικό με 2-1 στη Νάπολι είχε αποδειχθεί καθοριστική. Κατάφερε να σκοράρει 79 φορές σε 155 ματς και ήταν ο αγαπημένος των οπαδών της.


Το Μιλάνο και ο τελικός του 1990

Ίσως όμως εκείνος ο τελικός κόντρα στους Ιταλούς να ήταν σημαδιακός για τον Κλίνσμαν, καθώς η επόμενη σεζόν θα τον βρει στο Μιλάνο και την Ίντερ, όπου αγωνίστηκε μαζί με τους συμπαίκτες του στην Εθνική Γερμανίας Αντρέας Μπρέμε (Andreas "Andy" Brehme) και Λόταρ Ματέους (Lothar Herbert Matthäus). Το πώς ένας επιθετικός, στο στυλ του Κλίνσμαν βρέθηκε με ένα τριετές συμβόλαιο στα χέρια με υπογεγραμμένο από την σούπερ… αμυντική Ίντερ του Τζιοβάνι Τραπατόνι (Giovanni Trapattoni) δεν το ξέρουμε. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι τα 13 τέρματα του Γερμανού στην πρώτη του χρονιά στο Μιλάνο, η συνολική του παρουσία, αλλά και το γεγονός ότι έμαθε ιταλικά από τη μια μέρα στην άλλη, τον έκαναν έναν από τους πιο αγαπητούς και δημοφιλείς ξένους ποδοσφαιριστές στην Ιταλία.  


Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς είναι από τα πιο σημαντικά για τον Γιούργκεν Κλίνσμαν, αλλά και για όλους τους Γερμανούς φιλάθλους. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας, στη φάση των «16» οι Γερμανοί πρέπει να αντιμετωπίσουν τους Ολλανδούς. Ο Κλίνσμαν κάνει ότι θέλει στην άμυνα των «οράνιε», ανοίγει το σκορ για λογαριασμό της ομάδας και πραγματοποιεί ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της καριέρας του. Το τελικό 2-1 δίνει την πρόκριση στους Γερμανούς, που βρίσκουν μπροστά τους την Τσεχοσλοβακία, την οποία και αποκλείουν. Επόμενος αντίπαλος στον ημιτελικό οι Άγγλοι. Οι Δυτικό-Γερμανοί θα χρειαστούν τη διαδικασία των πέναλτι για να προχωρήσουν στον τελικό, όπου θα μπορέσουν να φτάσουν στο ψηλότερο ποδοσφαιρικό σκαλί του κόσμου, μόνο αν ξεπεράσουν την Αργεντινή. Και θα το κάνουν. Θα κερδίσουν με 1-0, ο Κλίνσμαν, ωστόσο, μάλλον θυμάται ακόμη το φάουλ, που του έκανε ο Πέδρο Μοντσόν (Pedro Damián Monzón). Ο Αργεντινός αποβλήθηκε με απ’ ευθείας κόκκινη κάρτα στο 65’ για το φάουλ που έκανε στον Κλίνσμαν κι έγινε ο πρώτος παίκτης που αποβάλλεται σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου.


Η επόμενη σεζόν επιφυλάσσει ένα ακόμη τρόπαιο για τον Κλίνσμαν. Αυτό του Κυπέλλου UEFA, που θα κατακτήσει με τη φανέλα της Ίντερ κόντρα στη Ρόμα, ενώ κατά τη διάρκεια της χρονιάς ο Γερμανός επιθετικός θα σκοράρει 14 φορές. Το συμβόλαιό του ανανεώνεται μέχρι το 1994, τα πράγματα στο Μιλάνο όμως δεν εξελίσσονται, όπως θα περίμενε. Τα μόλις 7 γκολ, που πετυχαίνει ο ίδιος, αλλά και η 8η θέση που καταλαμβάνει η Ίντερ τη χρονιά εκείνη, είναι ενδεικτικά. Μάλιστα, η κακή χρονιά της Ίντερ κοστίζει προσωρινά στον Κλίνσμαν τη συμμετοχή του ως βασικός, στην Εθνική ομάδα της Γερμανίας και θα χρειαστεί να… υποστεί κάταγμα στο χέρι ο Ρούντι Φέλερ (Rudolf "Rudi" Völler), ώστε ο Κλίνσμαν να κερδίσει και πάλι τη θέση του στην επίθεση της Γερμανίας στο εναρκτήριο παιχνίδι του Euro 1992 κόντρα στην Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, που είχε προκύψει μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά τη διάρκεια του τουρνουά ο Κλίνσμαν δείχνει, ότι δεν έχει χάσει καθόλου τη φόρμα του και βοηθά τα μέγιστα, ώστε η ομάδα του να φτάσει στον τελικό. Εκεί όμως, η μεγάλη έκπληξη της διοργάνωσης, η Δανία θα αφήσει άπαντες με το στόμα ανοικτό, κερδίζοντας τους Γερμανούς με 2-0 και κατακτώντας το πολυπόθητο τρόπαιο! Με τους «νερατζούρι» κατέκτησε ακόμη το ιταλικό Σούπερ Καπ το 1989, ενώ σε 95 ματς πρωταθλήματος, σημείωσε 34 γκολ.


Επόμενος σταθμός για τον Γιούργκεν Κλίνσμαν η Γαλλία και το Μονακό, που θα δει την ομώνυμη ομάδα του να φτάνει μέχρι τη δεύτερη θέση της Ligue 1 στην πρώτη σεζόν του Γερμανού στην πόλη! Στο Κύπελλο Κυπελλούχων, το φθινόπωρο του 1992, οι Μονεγάσκοι αποκλείστηκαν από τον Ολυμπιακό, με τον Γερμανό στράικερ να σημαδεύει το δοκάρι στον αγώνα ρεβάνς του -τότε- σταδίου Καραϊσκάκη! Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά μετά το σκάνδαλο δωροδοκίας, για το οποίο κατηγορήθηκε η Λιόν, η Μονακό ήταν αυτή, που πήρε τη θέση της στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης σεζόν. Η Μονακό με τον Κλίνσμαν στη σύνθεσή της φτάνει μέχρι τον ημιτελικό, όπου θα αποκλειστεί από την μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης, Μίλαν. Η ρήξη συνδέσμων, που θα κρατήσει τον Κλίνσμαν εκτός αγωνιστικών χώρων για δύο μήνες, την επόμενη χρονιά, αλλά και η διαφορετική αγωνιστική αντιμετώπιση της ομάδας απέναντι στη Μονακό, που φαίνεται δυσαρεστημένος από το μοναχικό του ρόλο στην επίθεση, θα τον οδηγήσουν να «σπάσει» το συμβόλαιό του ένα χρόνο πριν την προκαθορισμένη λήξη του το 1995. Με τη Μονακό, σε 65 συμμετοχές, σημείωσε 29 γκολ.  Στο μεταξύ, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, η Γερμανία θα αποκλειστεί μεν από τη Βουλγαρία στα προημιτελικά, ο Κλίνσμαν όμως θα προλάβει να σκοράρει πέντε φορές και να ανακηρυχθεί για δεύτερη φορά «παίκτης της χρονιάς» για τους Γερμανούς.


 «Γιατί αγαπώ τον Κλίνσμαν»

Προς έκπληξη πολλών ο επόμενος σταθμός του Κλίνσμαν είναι το Λονδίνο και η Τότεναμ! Οι Άγγλοι, είτε πρόκειται για οπαδούς, είτε για δημοσιογράφους δεν τον υποδέχονται με τον καλύτερο τρόπο. Πώς να ξεχάσουν άλλωστε, ότι ήταν από τους βασικούς υπαίτιους για τον αποκλεισμό της Εθνικής τους ομάδας από τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990; Και σαν μην έφτανε αυτό, στα μάτια των Άγγλων, ο Κλίνσμαν δεν είναι παρά ένας… diver, όρος που χρησιμοποιείται, για να περιγράψει τον επιθετικό, που κάνει ό,τι μπορεί για να… εκβιάσει φάουλ και πέναλτι πέφτοντας όσο πιο εύκολα και όσο πιο συχνά μπορεί από τα μαρκαρίσματα των αντιπάλων. Και η ιστορία δε σταματά εδώ! Στο ντεμπούτο του με τη φανέλα της Τότεναμ απέναντι στη Σέφιλντ Γουένσντεϊ, σκοράρει με κεφαλιά και πανηγυρίζει κάνοντας μία θεαματική όσο και… ειρωνική βουτιά στο χορτάρι! Μάλιστα, ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας «Guardian», που είχε γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί μισώ τον Γιούργκεν Κλίνσμαν» δύο μήνες αργότερα, αναγκάζεται να γράψει ένα νέο άρθρο με τίτλο αυτή τη φορά «Γιατί αγαπώ τον Γιούργκεν Κλίνσμαν»!  Μετά από όλα αυτά αξίζει να αναφέρουμε, ότι το 1995 ο Κλίνσμαν κέρδισε το βραβείο του «Καλύτερου Παίκτη της Χρονιάς» για την Αγγλία από τη Ένωση των Δημοσιογράφων Αθλητικού Τύπου!


Ο χαρακτήρας του, το χιούμορ του, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τους κριτές και τους επικριτές του, αλλά φυσικά και η απόδοσή του και η παρουσία του στα αγγλικά γήπεδα σύντομα τον έκαναν πολύ αγαπητό και δημοφιλή στην Αγγλία. Οι φανέλες του σημείωσαν ρεκόρ πωλήσεων, ανακηρύχθηκε παίκτης της χρονιάς για το 1995, το όνομά του είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα στην ιστορία της Τότεναμ, ενώ το… κέρινο ομοίωμά του κοσμεί το μουσείο της Madame Tussauds στο Λονδίνο! Στη μία σεζόν που αγωνίστηκε στην αγγλική ομάδα, πέτυχε 21 γκολ  σε 41 ματς πρωταθλήμαος και 30 συνολικά.

 Ο επαναπατρισμός…

Τα επόμενα δύο χρόνια θα βρουν τον Κλίνσμαν στη Γερμανία, αλλά αυτή τη φορά στο Μόναχο και την Μπάγερν. Και τις δύο χρονιές σκοράρει όσο κανείς άλλος συμπαίκτης του, βρίσκοντας τα δίχτυα 31 φορές σε 65 εμφανίσεις, ενώ το 1996 κατακτά με τη φανέλα των Βαυαρών το Κύπελλο UEFA, πετυχαίνοντας μάλιστα το τρίτο γκολ στο 3-1 εναντίον της Μπορντό στο δεύτερο τελικό. Σ΄ αυτή τη διοργάνωση του Κυπέλλου UEFA, πέτυχε 15 γκολ σε 12 παιχνίδια (!), σημειώνοντας ένα ρεκόρ  που κρατούσε μέχρι το 2011, όταν ήρθε ο Ραδαμέλ Φαλκάο (Radamel Falcao García Zárate) και ολοκλήρωσε τη διοργάνωση (Europa League πλέον) με 17 τέρματα! Τίτλος πάντως τον περίμενε και τη δεύτερη χρονιά στο Μόναχο, όταν η Μπάγερν κατέκτησε το πρωτάθλημα Γερμανίας.  


Στη συνέχεια ο Γερμανός επιθετικός θα κάνει μία μικρή στάση στην Ιταλία και τη Σαμπντόρια, για να επιστρέψει εν τέλει στην Αγγλία και την Τότεναμ το χειμώνα του 1997. Τη σεζόν 1997/98 δικά του τα γκολ είναι αυτά που θα σώσουν ουσιαστικά τους Λονδρέζους, οι οποίοι καταφέρουν να παραμείνουν στην κατηγορία. Η Τότεναμ έμελλε να είναι και ο τελευταίος σταθμός της καριέρας του. Πραγματοποιεί το τελευταίο του παιχνίδι στο κλείσιμο της Πρέμιερ Λιγκ εκείνης της χρονιάς κόντρα στη Σαουθάμπτον και ανακοινώνει την απόφασή του να κρεμάσει τα παπούτσια του μετά το επερχόμενα Μουντιάλ του 1998. Το 2003, σε ηλικία 39 ετών αγωνίστηκε με το ψευδώνυμο Jay Goppingen, στην Αμερική για λογαριασμό της Orange County Blue Star, ομάδα τέταρτης κατηγορίας του αμερικανικού πρωταθλήματος και σε οκτώ εμφανίσεις κατάφερε να σκοράρει πέντε φορές!


Σε 108 εμφανίσεις με την Εθνική ομάδα της χώρας του έχει πετύχει 47 τέρματα και μοιράζεται την τρίτη θέση στη σχετική λίστα με τον Ρούντι Φέλερ. Μπροστά τους ο Γκερντ Μίλερ (Gerhard "Gerd" Müller) με 68 γκολ και ο Μίροσλαβ Κλόζε (Miroslav Josef Klose) με 61. Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν σκόραρε σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις, στις οποίες πήρε μέρος από το Euro του 1988 ως το Μουντιάλ του 1998 (και με τη φανέλα της Δυτικής Γερμανίας).  Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που κατάφερε να σκοράρει τουλάχιστον 3 γκολ σε κάθε ένα από 3 Παγκόσμια Κύπελλα, στα οποία συμμετείχε. Τον ισοφάρισαν αργότερα ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο (Ronaldo Luís Nazário de Lima) και ο συμπατριώτης του Μίροσλαβ Κλόζε.


 Ο κόουτς Γιούργκεν Κλίνσμαν

Ο Γιούργκεν Κλίνσμαν το 2004 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Εθνικής ομάδας της Γερμανίας, αποτελώντας το διάδοχο του πάλαι ποτέ συμπαίκτη του, Ρούντι Φέλερ. Ο Κλίνσμαν επιχειρεί να φέρει νέα πνοή και νέα δεδομένα στη γερασμένη όσο και απογοητευτική ομάδα του Euro 2004. Η κριτική που δέχτηκε από μερίδα οπαδών και δημοσιογράφων ήταν σκληρή, ωστόσο δεν τον πτόησε ούτε μετά από κάποια ατυχή αποτελέσματα της ομάδας.  Άλλωστε, ως  τεχνικός της Γερμανίας ήθελε να δώσει τις απαντήσεις του στο γήπεδο. Και σε μεγάλο βαθμό τα κατάφερε, όταν η ομάδα του έφτασε μέχρι τον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006, όπου και αποκλείστηκε από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια κόσμου, Ιταλία. Ο κόσμος αναγνώρισε την προσπάθεια του ίδιου και των παικτών του και τον αποθέωσε κατά την επιστροφή της ομάδας στο Βερολίνο. Πολλοί υποστήριξαν, ότι το επιθετικό στυλ των Γερμανών στο Μουντιάλ του 2006, η πορεία τους μέχρι τον ημιτελικό, αλλά και τα νέα ονόματα που ο Κλίνσμαν έφερε στο προσκήνιο αποκατέστησαν το όνομα της εθνικής ομάδας της Γερμανίας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, ενώ δεν ήταν και λίγοι εκείνοι, που τον αποκάλεσαν… Κάιζερ.


Παρά την αναγνώριση και τις τιμές στο πρόσωπό του, ο Κλίνσμαν κάνει για ακόμη μία φορά την έκπληξη και αποφασίζει να αρνηθεί την πρόταση ανανέωσης του συμβολαίου του με τη γερμανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία εξηγώντας, πως θέλει πλέον να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του, μιας και η ενασχόλησή του με την εθνική ομάδα της χώρας του, απαιτούσε πολλή ενέργεια και φυσικά δουλειά. Από τη μέρα που άφησε την Εθνική το όνομα του Κλίνσμαν είχε συνδεθεί με τις… μισές ευρωπαϊκές ομάδες, όπως είναι η Λίβερπουλ και η Τσέλσι, ενώ είχε ακουστεί και για τον πάγκο της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν αποδείχθηκε αληθινό. Ή ακόμη κι αν ήταν, ο Γερμανός δεν τα έκανε πράξη ποτέ.


Η πρώτη φορά, που ο Κλίνσμαν θα πεισθεί να αναλάβει τα ηνία ενός συλλόγου είναι το 2008, όταν και θα αποδεχθεί την πρόταση της Μπάγερν Μονάχου. Ο Κλίνσμαν θα φέρει αλλαγές και στο Μόναχο και θα καταφέρει να φτάσει την ομάδα του μέχρι και τον προημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, όπου θα αποκλειστεί από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης, Μπαρτσελόνα. Το ρεκόρ του στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ήταν 6 νίκες, 3 ισοπαλίες και 1 ήττα (αυτή από την Μπαρτσελόνα). Μία διαφωνία με τους ανθρώπους στη διοίκηση της ομάδας θα του κοστίσει την απομάκρυνσή του από τον πάγκο της πέντε αγωνιστικές πριν το τέλος της Μπουντεσλίγκα και ενώ η Μπάγερν υπολειπόταν τρεις βαθμούς από την πρωτοπόρο Βόλφσμπουργκ, με απολογισμό 16 νίκες, 6 ισοπαλίες και  7 ήττες.


Ο Γερμανός κατά την πάγια τακτική του έμεινε για άλλα δύο χρόνια εκτός πάγκων προτού αναλάβει τη νέα μεγάλη πρόκληση της προπονητικής καριέρας του. Παράλληλα, διατηρούσε μια εταιρεία με την επωνυμία «Soccer Solutions», οι οποία αποτελούσαν τους συμβούλους της Toronto FC του MLS. Στις 29 Ιουλίου του 2011, ανακοινώθηκε ως ο νέος προπονητής της εθνικής ΗΠΑ. Στις 29 Φεβρουαρίου του 2012, οι Αμερικανοί πέτυχαν ιστορική νίκη σε φιλικό επί της Ιταλίας με 1-0, ενώ στις 2 Ιουνίου του 2013 επικράτησαν με 4-3 της Γερμανίας. Στις 28 Ιουλίου, οι ΗΠΑ κατέκτησαν το 5ο CONCACAF Gold Cup (1-0 επί του Παναμά). Στις 12 Δεκεμβρίου του 2013, επέκτεινε το συμβόλαιο με την αμερικανική ομοσπονδία μέχρι το 2018. Απέκλεισε από την αποστολή για το Μουντιάλ της Βραζιλίας τον Λάντον Ντόνοβαν (Landon Timothy Donovan) χαρακτηρίζοντας την ως την πιο δύσκολη απόφαση της προπονητικής καριέρας του. Οδήγησε την Αμερική στη φάση των "16" του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου αποκλείστηκε στην παράταση από το Βέλγιο (2-1).


 Είναι παντρεμένος με την Κινέζο-Αμερικανίδα Debbie Chin, πρώην μοντέλο, με την οποία έχει αποκτήσει δύο παιδιά, τον 17χρονο Τζόναθαν και τη 13χρονη Λέιλα. Ο φούρνος του πατέρα του υπάρχει ακόμη στη Στουτγκάρδη στην περιοχή Botnang!  Είναι γνωστός και για το φιλανθρωπικό του έργο. Το 1995 αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές του φιλανθρωπικού ιδρύματος «Agapedia» εμπνευσμένο από την ελληνική γλώσσα, που ουσιαστικά σημαίνει την αγάπη για τα παιδιά, ενώ είναι μέλος και του γερμανικής πρωτοβουλίας «Fur die Zukunft lernen», που σημαίνει «Μαθαίνουμε για το μέλλον» και αφορά την εκπαίδευση των νέων σχετικά με το Ολοκαύτωμα. Μιλάει άπταιστα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, ενώ ένα από τα χόμπι του είναι να πιλοτάρει ελικόπτερα, αφού διαθέτει δίπλωμα πιλότου!


 PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1972–1974: TB Gingen
  • 1974–1978: Sport-Club Geislingen 1900
  • 1978–1981: Sportverein Stuttgarter Kickers

Επαγγελματική καριέρα

  • 1981–1984: Sportverein Stuttgarter Kickers, 61 (22)
  • 1984–1989: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893, 156 (79)
  • 1989–1992: Football Club Internazionale Milano , 95 (34)
  • 1992–1994: Association Sportive de Monaco Football Club, 65 (29)
  • 1994/95: Tottenham Hotspur Football Club, 41 (21)
  • 1995–1997: Fußball-Club Bayern München, 65 (31)
  • 1997/98: Unione Calcio Sampdoria, 8 (2)
  • 1997/98: (δανεικός) → Tottenham Hotspur Football Club, 15 (9)
  • 2003: Orange County Blue Star, 8 (5)

Σύνολο καριέρας: 514 (232)

Διεθνής

  • 1984/85: Εθνική Ελπίδων Δυτικής Γερμανίας, 8 (3)
  • 1987/88: Ολυμπιακή Ομάδα Δυτικής Γερμανίας, 14 (8)
  • 1987–1990: Δυτική Γερμανία, 26 (7)
  • 1990–1998: Γερμανία, 82 (40)

Προπονητική καριέρα

  • 2004–2006: Γερμανία
  • 2008/09: Fußball-Club Bayern München
  • 2011–    : Ηνωμένες Πολιτείες

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με την Inter Milan
  • Σούπερ Καπ Ιταλίας: 1989
  • Κύπελλο UEFA: 1990/91

Με τη Bayern Munich

  • Κύπελλο UEFA: 1995/96
  • Πρωτάθλημα Γερμανίας: 1996/97

Διεθνείς

Με τη Δυτική Γερμανία/Γερμανία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 1990
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: φιναλίστ το 1992,  1996
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χάλκινο Μετάλλιο στη Βαρκελώνη το 1988
  • U.S. Cup: 1993

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Γερμανικού Πρωταθλήματος: 1987/88
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για τη Δυτική Γερμανία/Γερμανία: 2 (1988, 1994)
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1990
  • Παίκτης του Μήνα στη Premier League: Αύγουστος 1994
  • Παίκτης της Χρονιάς για τη Tottenham Hotspur: 1994
  • Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς για την Αγγλία από τη Ένωση Δημοσιογράφων Αθλητικού Τύπου: 1994/95
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς για την Αγγλία από τη Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 1994/95
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς από τη Ευρωπαϊκή Ένωση Αθλητικού Τύπου: 1994/95
  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών το 1995
  • 3ος Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς από τη FIFA: 1995
  • Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου UEFA: 1995/96
  • Μέλος Επιλέκτων FIFA: 2 (1996, 1999)
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA

Ως προπονητής

Διεθνείς

Με τη Γερμανία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 3η θέση το  2006
  • Με τις Ηνωμένες Πολιτείες
  • CONCACAF Gold Cup: 2013

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Προπονητής της Χρονιάς για τη Γερμανία: 2006
  • Προπονητής της Χρονιάς για την CONCACAF: 2013


Μπίλι Μέρεντιθ: Ο Ουαλός Mάγος

O Ουαλός ακραίος επιθετικός Μπίλι Μέρεντιθ (William Henry "Billy" Meredith), γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου του 1874 στο Τσερκ, μια μικρή πόλη ανθρακωρύχων, νότια της πόλης του Ρέξαμ στην Ουαλία. Θεωρήθηκε ένας από τους πρώτους σούπερ σταρ του ποδοσφαίρου, λόγω των παραστάσεών του, κυρίως για την Μάντσεστερ Σίτι και την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Θεωρείται ένας παίκτης-«σύμβολο» και για την Σίτι, αλλά και για την Γιουνάιτεντ, αφού έχει περισσότερες από 300 συμμετοχές για κάθε έναν από τους δύο συλλόγους! Κατέκτησε κάθε εθνικό τρόπαιο στο αγγλικό ποδόσφαιρο και κέρδισε 48 διεθνείς συμμετοχές για την Ουαλία, για την οποία σκόραρε 11 γκολ, κατακτώντας και δύο Εσωτερικά Πρωταθλήματα των Βρετανικών Νήσων. Η θέση του ήταν κυρίως έξω δεξιά και στις βασικές δεξιότητες του ήταν η ντρίμπλα, οι κούρσες, οι μεταβιβάσεις και τα γυρίσματα. . Σήμα-κατατεθέν του υπήρξε το γεγονός ότι μασούσε διαρκώς μια οδοντογλυφίδα, σε όλη την διάρκεια της καριέρας του, ακόμα και κατά τη διάρκεια των αγώνων, κάτι που τον έκανε άμεσα αναγνωρίσιμο.


Σε 27 σεζόν στην Football League (1892-1924), μη συμπεριλαμβανομένων των 4 σεζόν λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της περιόδου 1905/06 στην οποία είχε τιμωρηθεί για δωροδοκία, σκόραρε 176 γκολ σε 740 αγώνες πρωταθλήματος και Κυπέλλου. Υπήρξε ένας ταχύτατος «ζογκλέρ», τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής του, που έπαιζε στα άκρα της επίθεσης και αποτελούσε τον «εφιάλτη» κάθε αμυντικού που αναλάμβανε το μαρκάρισμα του. Έπαιξε για την Τσερκ πριν ενταχθεί στη Νόρθγουιτς Βικτόρια το 1892. Η καριέρα του απογειώθηκε όταν υπέγραψε με τη Μάντσεστερ Σίτι το 1894 και έγινε επαγγελματίας τον Ιανουάριο του 1895. Ήταν ο αρχηγός της ομάδας στον πρώτο μεγάλο τίτλο του συλλόγου, τη νίκη με 1-0 επί της Μπόλτον στον τελικό του αγγλικού Κυπέλλου το 1904. Μετακόμισε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τον Μάιο του 1906 μετά την τιμωρία του για δωροδοκία με £ 10 στερλίνες του μπακ της Άστον Βίλα Άλεξ Λικ (Alex Leake). Εκεί κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1907/08 και 1910/11, το Κύπελλο του 1909, καθώς και 2 Τσάριτι Σιλντς. Επίσης, βοήθησε στη δημιουργία της Επαγγελματικής Ένωσης των παικτών, που ήταν ο πρόδρομος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών. Επέστρεψε στην Μάντσεστερ Σίτι το 1921 σε ηλικία 47 ετών και έπαιξε σε 32 παιχνίδια πριν από τη απόσυρσή του το 1924, κάτι που τον καθιστά ως τον γηραιότερο παίκτη στην ιστορία της Μαντσεστερ Σίτι, της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά και της εθνικής Ουαλίας.


Η οικογένειά του ήταν Μεθοδιστές και ο ίδιος απείχε δια βίου τελείως από τη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών! Από μόλις 12 ετών δούλευε σαν οδηγός στα πόνυ των ορυχείων, οδηγούσε, δηλαδή, τα μικρά αλογάκια μέσα σε ειδικούς υπόγειους διαδρόμους, ώστε να φορτώσουν και να ξεφορτώσουν το κάρβουνο. Το «μικρόβιο» της ασπρόμαυρης μπάλας τού το μετέδωσαν τα μεγαλύτερα αδέλφια του, κυρίως ο Ελίας, ο πρεσβύτερος όλων, που τον έπαιρνε μαζί του στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν επαγγελματικές ομάδες, όπως η Έβερτον. Η τοπική ομάδα, η Chirk FC είχε κερδίσει το Κύπελλο Ουαλίας 5 φορές μεταξύ 1887 και 1894, ενώ ο Μπίλι Μέρεντιθ έγινε μέλος της, κάνοντας το ντεμπούτο του τον Σεπτέμβριο του 1892.

O Μέρεντιθ είναι ο πρώτος από αριστερά στην πάνω σειρά

Ποδόσφαιρο, κοινωνία, απεργία

Όπως γίνεται αντιληπτό, γίνεται λόγος για μια εποχή που το ίδιο το ποδόσφαιρο ουδεμία σχέση έχει με τη σύγχρονη «βιτρίνα», πίσω απ' την οποία φιγουράρει σήμερα, ακόμα και στη Μεγάλη Βρετανία, όπου λατρεύεται αρχαιόθεν και παραδοσιακά. Το ίδιο αφορά και τις κοινωνικές συνθήκες. Το 1893 οι ανθρακωρύχοι πραγματοποίησαν μια απ’ τις πολλές απεργιακές στάσεις που επρόκειτο να σημαδέψουν πολιτικές εξελίξεις στα επόμενα χρόνια, έως και την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ, δηλαδή σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Αφορμή τότε ήταν η μείωση κατά 25% των μισθών τους με απόφαση της κυβέρνησης. Η Τσερκ, που τύγχανε της υποστήριξης των ανθρακωρύχων, μιας και επρόκειτο για την πολυπληθέστερη επαγγελματική κατηγορία στην πόλη, αποχώρησε απ’ το «The Combination», το πρωτάθλημα δηλαδή μεταξύ τοπικών ομάδων και των ομάδων με ρεζέρβες από μεγαλύτερους συλλόγους κι εντάσσεται στο ουαλικό πρωτάθλημα. Στο τέλος της πρώτης του σεζόν, έπαιξε στον τελικό του ουαλικού Κυπέλλου του 1893, στον οποίο η Chirk ηττήθηκε 1-2 από τη Ρέξαμ. Ο Μέρεντιθ είχε φτιάξει ένα καλό δίδυμο με τον μέσα δεξιά Ουίλιαμ Όουεν (William Owen), πρώην Ουαλό διεθνή. Την επόμενη σεζόν, κατέκτησε το Κύπελλο Ουαλίας του 1894, που ήταν το πρώτο τρόπαιο για τον 19χρονο εξτρέμ.

Ο Μπίλι Μέρεντιθ στα γαλάζια της Σίτυ

Η μεταγραφή στη Σίτι και οι αντιστάσεις της… μαμάς

Ο Μέρεντιθ, εκείνη την εποχή, αγωνιζόταν παράλληλα και με τη Νόρθγουιτς Βικτόρια, προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερη αμοιβή. Παίζοντας στη Β’ Εθνική με την ομάδα, «τράβηξε» τα βλέμματα κάποιων συλλόγων. Η ίδια η ομάδα του όμως δεν τον κράτησε, θεωρώντας τον «καταραμένα αργό» («too bloody slow»). Ο γραμματέας της Μπόλτον όμως τον απέρριψε, θεωρώντας τον άπειρο και ελαφρύ για τις απαιτήσεις του αγγλικού πρωταθλήματος. Δεν συνέβη το ίδιο με τους ιθύνοντες της Άρντγουικ, που έμελλε να παραμείνει στο αγγλικό ποδόσφαιρο ως… Μάντσεστερ Σίτι! Ο Λόρενς Φέρνις (Lawrence Furniss), υπάλληλος της Άρντγουικ, που τον είχε παρατηρήσει πρώτος ενώ διαιτήτευε έναν αγώνα της Νόρθγουιτς και ο Τζόσουα Πάρλμπυ (Joshua Parlby), γραμματέας του διευθυντή του συλλόγου, ταξίδεψαν στο Τσερκ αποφασισμένοι να πάρουν μαζί τους στη δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας, όπου αγωνιζόταν τότε η ομάδα τους, τον πιτσιρικά και να τον ντύσουν στα «γαλάζια» της ομάδας τους, κάτι που τελικά κατάφεραν. Ο «θρύλος» αναφέρει ότι οι δυο εκπρόσωποι της Άρντγουικ αντιμετωπίστηκαν με τεράστια καχυποψία από το πλήθος των ανθρακωρύχων του Τσερκ, οι οποίοι μέχρι που τους έδιωξαν απ’ την περιοχή. Προκειμένου να μπορέσουν να μιλήσουν με τον Μέρεντιθ, αναγκάστηκαν να… κεράσουν μπύρες και ποτά όλους τους ανθρακωρύχους που δούλευαν μαζί με τον παίκτη! Τελικά, τα μέσα πέτυχαν το σκοπό τους και ο 19χρονος Μέρεντιθ έγινε παίκτης της Σίτι, παρά τις αντιστάσεις που προέβαλε η μητέρα του: «Πάντα έτσι γίνεται, έρχονται μερικοί κύριοι σαν εσάς και νομίζουν πως μπορούν να ξελογιάσουν τα αγόρια μας να αφήσουν τα χωριά και να μετακομίσουν στις μεγάλες πόλεις. Τα παιδιά μας όμως είναι ευτυχισμένα και υγιή εδώ, παίζοντας για τη διασκέδαση τους και μένοντας μακριά απ’ τους μπελάδες της πόλης», φέρεται να έλεγε στους εκπροσώπους της Σίτι, που πάντως κατάφεραν τελικά να πάρουν μαζί τους τον νεαρό ποδοσφαιριστή...

Σύνθημα στα χείλη των οπαδών

Με τους - μετέπειτα- «σίτιζενς» έπαιξε συνολικά 390 παιχνίδια, κάνοντας ντεμπούτο στην ήττα απ’ τη Νιούκαστλ με 4-5, το Νοέμβριο του 1894. Την επόμενη εβδομάδα έπαιξε τον πρώτο αγώνα εντός έδρας και σκόραρε δύο γκολ εναντίον της Νιούτον Χιθ, που έμελλε να παραμείνει στο αγγλικό ποδόσφαιρο ως… Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στο πρώτο ντέρμπι του Μάντσεστερ που παίχτηκε στο αγγλικό πρωτάθλημα της Α’ Κατηγορίας! Η Νιούτον Χιθ κέρδισε τον αγώνα με 5-2. Έγινε επαγγελματίας τον Ιανουάριο του 1895 και τελείωσε τη σεζόν 1894/95 σεζόν με 12 γκολ σε 18 εμφανίσεις, μόλις 3 γκολ πίσω από τον πρώτο σκόρερ Πατ Φίνεραν (Pat Finnerhan), ο οποίος είχε παίξει επιπλέον 12 παιχνίδια. Οι φίλαθλοι των «γαλάζιων» της πόλης πάντως είχαν σε εκτίμηση τον Μέρεντιθ, βλέποντας έναν παίκτη με ικανότητες και πάθος. Οι οπαδοί της ομάδας δεν άργησαν μάλιστα να βγάλουν τραγούδι για να τον τιμήσουν και να του εκφράσουν το θαυμασμό τους. Άλλωστε, αγαπήθηκε αρκετά στη γαλάζια πλευρά του Μάντσεστερ, αφού συνδύασε την παρουσία του με την κατάκτηση δυο πρωταθλημάτων της Β’ Κατηγορίας, το 1899 και το 1903 κι ενός Κυπέλλου Αγγλίας το 1904.

«Oh I wish I was you Billy Meredith
I wish I was you, I envy you, indeed I do!

It ain't that you're tricky with your feet,
But it's those centres that you send in
Which Turnbull then heads in,
Oh, I wish I was you,
Indeed I do
Indeed I do»


«Εύχομαι να ήμουν εσύ, Μπίλι Μέρεντιθ,
εύχομαι να ήμουν εσύ, σε ζηλεύω, αλήθεια!
Δεν είναι για το ταλέντο σου με τα πόδια,
αλλά γι’ αυτές τις σέντρες που στέλνεις μέσα,
και ο Τούρνμπουλ βάζει γκολ με κεφαλιές.
Πόσο εύχομαι να ήμουν εσύ, αλήθεια»!

Οι επιδόσεις είχαν και τον ανάλογο αντίκτυπο στην κοινωνία. Οι δημοσιογράφοι έκαναν λόγο για ένα σπουδαίο ταλέντο, οι αντίπαλοι προπονητές, όπως ο Τομ Γουότσον (Tom Watson) της Λίβερπουλ, παραδέχονταν δημόσια πως «το μόνο που προσέχαμε ήταν οι κινήσεις του Μέρεντιθ, οι υπόλοιποι δεν άξιζαν τίποτα!» κι ο ίδιος, παρότι η ομάδα υποβιβάστηκε στη Β Κατηγορία το 1902, για να ανέβει ξανά την επόμενη σεζόν, τα κατάφερνε περίφημα, σκοράροντας ασταμάτητα και ξεχωρίζοντας για την ποιότητα του. Ψηφίστηκε μάλιστα αρχηγός της ομάδας μόλις στα 21 του χρόνια. Όλα αυτά έμελλε να διακοπούν απότομα το 1904…

Με τα κόκκινα της Γιουνάιτεντ

Το «γκρέμισμα» του ειδώλου

Το όνομά του βρέθηκε μπλεγμένο σε ένα σκάνδαλο δωροδοκίας. Συγκεκριμένα, κατηγορήθηκε πως έδωσε δέκα λίρες στον μπακ-χαφ Άλεξ Λικ (Alex Leake), τον αρχηγό της Άστον Βίλα, για να έχει μειωμένη απόδοση στο μεταξύ τους ματς. Η Ομοσπονδία τον τιμώρησε με απαγόρευση εισόδου στους αγωνιστικούς χώρους για 18 μήνες! Μετά από 12 χρόνια, 339 συμμετοχές και 129 γκολ, το 1906, ο Μπίλυ αφήνει τη Σίτι, και «μετακομίζει» στην κόκκινη πλευρά του Μάντσεστερ, φορώντας τη φανέλα της Γιουνάιτεντ. Την ίδια εποχή μάλιστα οι «κόκκινοι διάβολοι» απέκτησαν πακέτο απ' τη Σίτι και τους Τζίμι Μπάνιστερ (Jimmy Bannister), Χέρμπερτ Μπάργκες (Herbert Burgess) και τον Σάντι Τέρνμπουλ (Sandy Turnbull). Εκεί γίνεται εξίσου αγαπητός με την εποχή που έπαιζε για τους «citizens», αγωνιζόμενος έως το 1921. Έπαιξε για τη Γιουνάιτεντ σε 335 παιχνίδια και σκόραρε 36 φορές σε 15 σεζόν. Λόγω διαφωνιών με την διοίκηση για την πληρωμή του αποχώρησε από τους «κόκκινους διαβόλους» το 1921. Σε ένα παιχνίδι με την Ντέρμπι, λίγο πριν το τέλος εκείνης της σεζόν έγινε ο γηραιότερος παίκτης που έχει αγωνιστεί με την φανέλα της σε ηλικία 46 ετών και 281 ημερών! Το παλμαρέ του έγινε ακόμα πιο λαμπερό, με την κατάκτηση δυο πρωταθλημάτων, αυτών του 1908 και του 1911 και ενός Κυπέλλου Αγγλίας, το 1909.

Το τέλος της καριέρας και της ζωής του

Το 1921, κι αφού κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξε και ένα ματς με τη φανέλα της Πόρτ Βέιλ του Στόουκ, σε ηλικία 47 ετών, επέστρεψε στη Σίτι ως παίκτης-προπονητής, όπου κι έκλεισε την καριέρα του το 1924 στα 49 του. Σε έναν αγώνα κόντρα στην Νιουκάστλ έγινε ο γηραιότερος παίκτης που έχει φορέσει την φανέλα της Σίτι σε ηλικία 49 ετών και 245 ημερών! Είναι, ως σήμερα, απ’ τους γηραιότερους παίκτες που έπαιξαν στην ανώτερη κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Για την εμφάνιση του απέναντι στη Νιούκαστλ, η «Daily Express» έγραψε χαρακτηριστικά: «Αυτός ο κοκκαλιάρης, σχεδόν ξεζουμισμένος υπερ-βετεράνος, με το γκρίζο μαλλί, αποθεώθηκε απ' τους οπαδούς και η αλήθεια είναι πως κατάφερε να κάνει κάποια μικρά πράγματα για να δικαιολογήσει αυτή την αποθέωση. Ήταν όμως πια σαφές πως το ποδόσφαιρο σήμερα απαιτεί πολλές περισσότερες αντοχές απ' αυτές ενός παίκτη που έχει φτάσει σχεδόν τα 50 χρόνια, όσο καλά κι αν έχει παίξει στο παρελθόν!». Οι αριθμοί του πάντως δικαιολογούν τόσο τη λατρεία των οπαδών, όσο και τους λόγους για τους οποίους χαρακτηρίστηκε «μάγος» και έμεινε στην ιστορία! Σε 1586 παιχνίδια με τις ομάδες του σκόραρε 470 γκολ. Πόσοι ακόμα ποδοσφαιριστές έχουν να αντιπαραθέσουν τόσο εντυπωσιακά κατορθώματα;


Έκανε το ντεμπούτο του για την εθνική ομάδα της Ουαλίας, σε μια ισοπαλία 2-2 με την Ιρλανδία, στις 16 Μαρτίου του 1895 στο Μπέλφαστ. Κέρδισε 12 συμμετοχές στη δεκαετία του 1890, αλλά αναγκάστηκε να χάσει 6 παιχνίδια, καθώς ο σύλλογός του δεν τον άφησε να παίξει λόγω σημαντικών αγώνων στο πρωτάθλημα! Η Ουαλία ανταγωνιζόταν με την Ιρλανδία, αλλά τακτικά έφευγε ηττημένη από τη Σκωτία και την Αγγλία. Στις 26 Μαρτίου του 1900, η εθνική Ουαλίας αγωνίστηκε για πρώτη φορά στη Νότια Ουαλία, στο Κάρντιφ Αρμς Παρκ και ο Μέρεντιθ σκόραρε ένα γκολ σε μια ισοπαλία 1-1 με την Αγγλία. Μετά από τη τιμωρία του, το 1907, επέστρεψε στην εθνική ομάδα για το Βρετανικό Εσωτερικό Πρωτάθλημα, το οποίο και κατέκτησε, την πρώτη επιτυχία της Ουαλίας στο διαγωνισμό! Σε αυτά τα τρία παιχνίδια, σκόραρε στη νίκη με 3-2 κατά της Ιρλανδίας,  ήταν ο αρχηγός της στη νίκη με 1-0 επί της Σκωτίας και στην ισοπαλία 1-1 με την Αγγλία.

Βοήθησε την Ουαλία να νικήσει την Αγγλία 2-1 στο Χάιμπουρι και να διεκδικήσει το Βρετανικό Εσωτερικό Πρωτάθλημα του 1920. Ήταν μόλις η δεύτερη νίκη του εναντίον των Άγγλων σε 20 προσπάθειες και σηματοδότησε την τελευταία του από τις 48 συμμετοχές του. Αν και ρεκόρ συμμετοχών αργότερα ξεπεράστηκε, με την ηλικία των 45 ετών και 229 ημερών, παραμένει ο γηραιότερος που έχει κερδίσει συμμετοχή με την ουαλική εθνική ομάδα και ταυτόχρονα ο γηραιότερος εν ενεργεία διεθνής ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ποδοσφαίρου στο Νησί! Είχε συνολικά επιλεγεί από τους εθνικούς προπονητές για 71 αγώνες, αλλά έκανε 48 διεθνείς εμφανίσεις, σκοράροντας 11 γκολ, καθώς οι προπονητές των συλλόγων του τακτικά αρνούνταν να τον απελευθερώσουν για τις διεθνείς υποχρεώσεις!


Η συνηθέστερη εικόνα του, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, ήταν να παίζει με μια οδοντογλυφίδα στο στόμα, σε κάθε παιχνίδι, κάτι που, όπως ισχυριζόταν, βελτίωνε τη συγκέντρωση του! Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Γιουνάιτεντ, έμελλε να μπει για άλλη μια φορά στο «μάτι» της Ομοσπονδίας. Ήταν όταν πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ποδοσφαιρικού συνδικάτου της εποχής (Player Union), με τους παίκτες να αρχίσουν να διεκδικούν τα δικαιώματα που τους αντιστοιχούσαν. Μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του, Τσάρλι Ρόμπερτς (Charlie Roberts), έγιναν προπονητές στην Μάντσεστερ Σέντραλ, μόλις ο Μέρεντιθ αποσύρθηκε. Το 1931 βρέθηκε στον πάγκο της Γιουνάιτεντ, ενώ παρέμεινε σε στενή σχέση με αμφότερες τις ομάδες του Μάντσεστερ μέχρι το τέλος της ζωής του. Παντρεύτηκε την Ellen Negus το 1901 και το ζευγάρι είχε δύο κόρες. Ήταν υποστηρικτής του Φιλελεύθερου Κόμματος. Ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρήσεις σε όλη την καριέρα του, με σχετική επιτυχία, ενώ τον Ιούλιο του 1909, κηρύχθηκε σε πτώχευση, μετά από μια πυρκαγιά που κατέστρεψε ένα κατάστημά του. Διατήρησε ασίγαστο το πάθος του για το ποδόσφαιρο και μετά την απόσυρσή του συζητούσε για το παιχνίδι με πρώην συναδέλφους και τους θαμώνες του ξενοδοχείου του, το Stretford Road Hotel, τον οποίο διηύθυνε από το 1930 έως το 1945. Σπάνια έχανε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα παιχνίδια της Ουαλίας τη δεκαετία του 1920 και του 1930.

Ο Μπίλι Μέρεντιθ, πέθανε στις 19 Απριλίου του 1958, σε ηλικία 83 ετών, στο Γουίδινγκτον, δίπλα στο Μάντσεστερ και για πολλά χρόνια ήταν θαμμένος σε έναν ανώνυμο τάφο. Η Ουαλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, η Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών, η Μάντσεστερ Σίτυ και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, συμφώνησαν αργότερα να καλύψουν τη κατασκευή και το κόστος συντήρησης για ένα μνημείο τιμής πάνω στον τάφο του ανθρώπου, που υπήρξε ο πρώτος μεγάλος παίκτης του βρετανικού ποδοσφαίρου! Τιμάται στο Hall of Fame στο City of Manchester Stadium της Μάντσεστερ Σίτι και τον Αύγουστο του 2007 ήταν ένας από τους 10 νέους ήρωες που πήραν τη θέση τους στο Hall of Fame του αγγλικού ποδοσφαίρου!


Ο «Guardian» αποθέωσε μετά το θάνατο του την ποιότητα του ως ποδοσφαιριστή, αλλά και τον χαρακτήρα του πριν και μετά τα παιχνίδια, σχηματίζοντας ένα προφίλ που παρέπεμπε σε σταρ, τον πρώτο στην εποχή του! Η δημοφιλία του, η τέχνη με την οποία ήθελε να παίζει, το διάσημο του τακουνάκι, το χαρούμενο στυλ παιχνιδιού του, η οδοντογλυφίδα στο στόμα, παραμένουν αξέχαστα μέχρι σήμερα! Το Εθνικό Μουσείο Ποδοσφαίρου της Αγγλίας περιλαμβάνει στην αναφορά του μια χαρακτηριστική αποστροφή: «Απολάμβανε δημοτικότητα που ταίριαζε μόνο σε τραγουδιστές και ηθοποιούς»!

PALMARES


Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • Black Park

 Επαγγελματική καριέρα

  • 1890–1892: Chirk Amateur Athletic Association Football Club                      
  • 1892–1894: Northwich Victoria Football Club, 11 (5)
  • 1894–1906: Manchester City Football Club, 339 (129)
  • 1906–1921: Manchester United Football Club, 303 (35)
  • 1921–1924: Manchester City Football Club, 28 (0)


Σύνολο καριέρας: 681 (169)

Διεθνής

  • 1895–1920: Ουαλία, 48 (11)


Τίτλοι
Συλλογικοί
Με τη Chirk
  • Κύπελλο Ουαλίας: 1894

Με τη Manchester City
  •  Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1898/99
  •  Κύπελλο Αγγλίας: 1903/04

 Με τη Manchester United
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 2 (1907/08, 1910/11)
  •  Κύπελλο Αγγλίας: 1908/09
  • FA Charity Shield: 2 (1908, 1911)

 Διεθνείς
Με την Ουαλία
  •  Εσωτερικό Πρωτάθλημα Βρετανικών Νήσων: 2 (1907, 1920)



ΠΗΓΗ: gazzetta.gr

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Εμίλιο Μπουτραγκένιο: Ο Γύπας

Ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο μπήκε στις
ακαδημίες της Ρεάλ το 1981, στα 17 του
Ο Ισπανός κεντρικός επιθετικός Εμίλιο Μπουτραγκένιο (Emilio Butragueño Santos), γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου του 1963 στη Μαδρίτη. Είναι πιο γνωστός για την περίοδό του με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Με το παρατσούκλι «El Buitre» (Ο Γύπας), ήταν μέλος της θρυλικής «Quinta del Buitre» (Πεντάδα του Γύπα), μαζί με τους Μανόλο Σαντσίς (Manolo Sanchis), Ραφαέλ Μαρτίν Βάσκεζ (Rafael Martín Vázquez), Μίτσελ (Michel) και Μιγκέλ Παρδέθα (Miguel Pardeza). Συγκέντρωσε το σύνολο των 341 παιχνιδιών στην ισπανική με 123 γκολ  σε 12 σεζόν και εκπροσώπησε την εθνική ομάδα της Ισπανίας σε 2 Παγκόσμια Κύπελλα, όντας ο 2ος σκόρερ στην διοργάνωση του 1986 και σε ισάριθμα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, σκοράροντας 26 διεθνή γκολ για τη χώρα του, ένα ρεκόρ που στάθηκε για αρκετά χρόνια.

Η Quinta del Buitre στην Καστίγια. Από αριστερά, Παρδέθα, Σαντσίς, Μίτσελ, Μαρτίν Μπάθκεθ και Μπουτραγκένιο (1983)

Ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στη Ρεάλ είναι σχεδόν μυθιστορηματικός! Ο πατέρας του, φανατικός φίλαθλος των «μερένγκες», μόλις έφυγε από το μαιευτήριο, λίγες ώρες μετά την γέννηση του μικρού, πήγε γραμμή στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου» και τον έκανε μέλος του συλλόγου (είναι το №: 20.612). Στα 10 του χρόνια, ο Εμίλιο γράφτηκε στην ομάδα μπάσκετ του Calasancio, του δημοτικού σχολείου, στο οποίο ήταν μαθητής. Δυο χρόνια αργότερα ξεκίνησε το ποδόσφαιρο, παίζοντας μαζί με τον ξάδερφό του, Μιγκέλ, στην RCD Casariche, μια συνοικιακή ομάδα της Μαδρίτης. Τον Ιούλιο του 1980, σε ηλικία 17 ετών, υπήρξε μέλος της νικήτριας ομάδας του ποδοσφαιρικού τουρνουά της εφημερίδας «As» και τότε ο πατέρας του τον πήγε στις ακαδημίες της Ρεάλ για να δοκιμαστεί, όμως οι υπεύθυνοι των «μερένγκες» τον απέρριψαν. Αυτοί που τον δέχτηκαν τελικά, ήταν οι άνθρωποι της Ατλέτικο Μαδρίτης, με τους οποίους ο Εμίλιο ξεκίνησε προπονήσεις!

Η ομάδα της Καστίγια τη σεζόν 1983/84. Από αριστερά προς τα δεξιά ...
(πάνω) Χουανίτο, Οτσοτορένα, Φράνσις, Πέρεθ Ντουράν, Μαρτίν Γκονθάλεθ, Μίτσελ
 (κάτω) Μπουτραγκένιο, Μαρτίν Μπάθκεθ, Ντε λα Έρας, Σαντσίς, Παρδέθα

Ο μπαμπάς Μπουτραγκένιο όμως δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο γιος του θα έπαιζε μπάλα στην «αιώνια» αντίπαλο και συνέχισε τις προσπάθειές του. Πήγε και βρήκε τον πατέρα του Χουανίτο (Juan Gómez González, “Juanito”), μεγάλου φορ της «Βασίλισσας» τη δεκαετία του 1980, που ήταν γνωστός του και ιδιοκτήτης του εστιατορίου «El Tulipán», στο οποίο πήγαιναν συχνά για φαγητό μέλη της διοίκησης της Ρεάλ. Με τη μεσολάβηση του εστιάτορα λοιπόν, ο πατέρας του Εμίλιο έπεισε τους «μερένγκες» να πείσουν με τη σειρά τους τους υπεύθυνους των ακαδημιών της Ρεάλ να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στον μικρό, περνώντας τον από μια ακόμα δοκιμή! Το τεστ έγινε και ο Εμίλιο το πέρασε με επιτυχία αυτή τη φορά. Η αναφορά των προπονητών που τον παρακολούθησαν και τον δέχτηκαν στη Ρεάλ, έγραφε: «Έχει και τα δυο πόδια, κυρίως το δεξί. Από τη θέση του χαφ, βλέπει το γήπεδο με μια απίστευτη ευκολία». Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 24 Απριλίου του 1982, ο 18χρονος Μπουτραγκένιο πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την Καστίγια (τη δεύτερη ομάδα της Ρεάλ), στη νίκη με 2-1 επί της Ρεάλ Οβιέδο μέσα στο «Μπερναμπέου».

Σε αγώνα της Καστίγια με την Ατλέτικο Μαδρίτης Β (σεζόν 1982/83)

Τον Νοέμβριο του 1983 και ενώ είχε ξεκινήσει η σεζόν 1983/84, ένας από τους πιο γνωστούς δημοσιογράφους της εποχής, ο Χούλιο Θέσαρ Ιγκλέσιας (Julio César Iglesias Moralejo), δημοσίευσε στην «El País» ένα άρθρο που προκάλεσε αίσθηση! Ο τίτλος του ήταν «Amancio y la quinta del Buitre», δηλαδή «Ο Αμάνθιο (Amancio Amaro Varela, “Amancio” -παλιά μεγάλη δόξα της Ρεάλ και προπονητής τότε της Καστίγια) και η σειρά του Γύπα». Το περίεργο ήταν ότι ο Ιγκλέσιας έδωσε το παρατσούκλι «Buitre» στον παίκτη που άργησε περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Με τον όρο “quinta” θέλησε να περιγράψει πρώτα την παρέα των πέντε και μετά την «Πέμπτη» ταχύτητα που έβαζε ξαφνικά ο νεαρός ξανθός, αφήνοντας τους αμυντικούς «στον τόπο»! Ο Γιόχαν Κρόιφ (Hendrik Johannes "Johan" Cruijff) είχε πει λίγα χρόνια αργότερα ότι ο Εμίλιο ήταν ικανός να κάνει πάνω σε ένα νόμισμα, αυτό που άλλοι δεν μπορούσαν να κάνουν σε ένα ολόκληρο γήπεδο! Γιατί ο Μπουτραγκένιο ήταν ένας ιδιοφυής παίκτης και υπήρξε ο άτυπος «αρχηγός» μιας τόσο χαρισματικής γενιάς, που όχι μόνο εντυπωσίασε με το ταλέντο της, αλλά και έφερε έναν φρέσκο αέρα στο ισπανικό ποδόσφαιρο!

Η Quinta, την μοναδική φορά που και οι πέντε βρέθηκαν στο γήπεδο έχοντας ξεκινήσει ως βασικοί. Ήταν σε ένα ματς Σαραγόσα - Ρεάλ Μαδρίτης (31/12/1992), με τον Παρδέθα να αγωνίζεται στην ομάδα της Αραγονίας

Εκείνη τη σεζόν, η πεντάδα ξεχώρισε αμέσως και έκανε σαφές ότι ήθελε να πρωταγωνιστήσει. Ο Μίτσελ (José Miguel González Martín del Campo, “Míchel”) και ο Ραφαέλ Μαρτίν Μπάθκεθ (Rafael Martín Vázquez), δυο χαφ με αστείρευτο ταλέντο, έμπνευση και δημιουργία, ο Μανόλο Σαντσίς( Manuel “Manolo” Sanchís Hontiyuelo), ένας αμυντικός με σπάνια τεχνική και τελειώματα επιθετικού, ο Μιγκέλ Παρδέθα (Miguel Pardeza Pichardo), ένας μεσοεπιθετικός κίνησης και φαντασίας και φυσικά ο «Γύπας», ένας επιθετικός τόσο ντροπαλός έξω από το γήπεδο, αλλά τόσο αποτελεσματικός και γενναιόδωρος μέσα σε αυτό. Ήταν τόσο όμορφο και θεαματικό το ποδόσφαιρο που έπαιζαν, ώστε η διοίκηση αποφάσισε ήδη από το 1982 να τους βάλει να αγωνίζονται στο «Μπερναμπέου», γιατί ήταν χιλιάδες εκείνοι που ζητούσαν να τους παρακολουθούν από κοντά. Η πρώτη ομάδα περνούσε μια παρατεταμένη αγωνιστική κρίση και οι «μερένγκες» έψαχναν παρηγοριά στους μικρούς που έπαιζαν πολύ καλύτερα από τους μεγάλους. Τη σεζόν 1983/84, η Καστίγια έφτασε να έχει μέσο όρο προσέλευσης στους αγώνες της, 65.000 θεατές! Εκείνη τη χρονιά η «Quinta» και οι υπόλοιποι κατέκτησαν το πρωτάθλημα της Segunda División, κάτι που ποτέ πριν ή μετά δεν κατάφερε καμία άλλη θυγατρική ομάδα στην Ισπανία!


Οι φίλαθλοι της Ρεάλ ήθελαν να δουν τους μικρούς στην πρώτη ομάδα. Όλα έμοιαζαν έτοιμα για την αλλαγή σκυτάλης και την προώθηση της νέας γενιάς στους «μπλάνκος». Μια άλλη παλιά δόξα της «βασίλισσας», ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο (Alfredo Stéfano Di Stéfano Laulhé -προπονητής τότε στους μεγάλους), ανέλαβε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του κόσμου. Τον Δεκέμβριο του 1983 έκαναν το ντεμπούτο τους οι Μαρτίν Μπάθκεθ και Σαντσίς και δυο μήνες αργότερα ήρθε η σειρά του Εμίλιο. Στις 5 Φεβρουαρίου του 1984, ο Μπουτραγκένιο κάθισε στον πάγκο του "Ramón de Carranza", στο Κάντιθ. Είχε ζητήσει να φορέσει τη φανέλα με το № 14, γιατί ο Γιόχαν Κρόιφ ήταν το μεγάλο του είδωλο. Το παιχνίδι ξεκίνησε και η Κάντιθ προηγήθηκε 2-0 στο ημίωρο. Με αυτό το σκορ οι δυο ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια για το ημίχρονο. Ο Ντι Στέφανο κοίταξε τους αναπληρωματικούς του, είδε ότι ανάμεσά τους βρισκόταν ο πρώτος σκόρερ της Σεγκούντα Ντιβιζιόν και δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. «Nené, calentá». Δηλαδή, «μικρέ, ζέσταμα»! Ο Εμίλιο ήταν έτοιμος για την σημαντικότερη ποδοσφαιρική στιγμή της ζωής του. Και δικαίωσε τους πάντες. Γιατί το ντεμπούτο του χαρακτηρίζεται μόνο με τη λέξη "ονειρεμένο"!

Με τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο σε προπόνηση της Ρεάλ Μαδρίτης τη σεζόν 1990/91

Δεκαπέντε λεπτά μετά την είσοδό του στον αγωνιστικό χώρο, ο Μπουτραγκένιο πέτυχε το πρώτο του γκολ με δεξί σουτ από το ύψος της μεγάλης περιοχής. 1-2. Στο 88' έβγαλε σέντρα στον Ρικάρντο Γκαγέγο (Ricardo Gallego Redondo), ο οποίος με κεφαλιά ισοφάρισε 2-2. Και ένα λεπτό αργότερα, εκμεταλλεύτηκε την ασθενή απόκρουση του τερματοφύλακα της Κάντιθ, Θεδρούν (Andoni Cedrún Ibarra) και από κοντά ολοκλήρωσε την ανατροπή της Ρεάλ. 2-3 και αποθέωση την επόμενη μέρα από ολόκληρο τον μαδριλένικο Τύπο! Ο «Γύπας» είχε ανοίξει διάπλατα τις φτερούγες του και ήταν έτοιμος να κατακτήσει τη δόξα. Ο Ντι Στέφανο και ο Αμάνθιο ήξεραν ότι είχαν χτυπήσει φλέβα χρυσού. Είχαν μπροστά τους έναν ξεχωριστό παίκτη που οδηγούσε μια επίσης ξεχωριστή γενιά από τις ακαδημίες και που όλοι μαζί έδειχναν έτοιμοι να αφήσουν εποχή στη Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Εμίλιο συνέχισε να βελτιώνεται με ταχύτατους ρυθμούς και γνώρισε την απόλυτη αποθέωση λίγους μήνες αργότερα, αυτή τη φορά από το δικό του κοινό, μέσα στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου». Η Ρεάλ Μαδρίτης αντιμετώπιζε την Άντερλεχτ στη φάση των "16" του Κυπέλλου UEFA της σεζόν 1984/85. Στο πρώτο παιχνίδι, στις Βρυξέλλες, οι «μερένγκες» είχαν ηττηθεί 3-0 και η ρεβάνς φάνταζε πραγματική "mission impossible".

Ο Μπουτραγκένιο έχει πετύχει το πρώτο του γκολ εναντίον της Άντερλεχτ και μαζεύει τη μπάλα από τα δίχτυα. Στη συνέχεια του ματς σκόραρε ακόμα δυο φορές στο πρώτο του
χατ-τρικ με τους "μερένγκες" και η Ρεάλ πήρε τη νίκη-πρόκριση με 6-1
(Κύπελλο UEFA, 12/12/1984)

Εκείνο το βράδυ της 12ης Δεκεμβρίου του 1984, ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο έγινε γνωστός σε ολόκληρη την ποδοσφαιρική υφήλιο. Η Ρεάλ σκόρπισε 6-1 την Άντερλεχτ με τον «Γύπα» να πετυχαίνει χατ-τρικ (το πρώτο του με τους «μερένγκες») και να δίνει δυο ασίστ στον Χόρχε Βαλντάνο (Jorge Alberto Francisco Valdano Castellanos)! Το «Μπερναμπέου» σείστηκε συθέμελα από τις εκδηλώσεις λατρείας του κόσμου προς το πρόσωπο του αρχισκόρερ. Το Τσαμαρτίν είχε βρει ένα καινούργιο είδωλο και στις κερκίδες επικρατούσε πραγματικό ντελίριο. Θυμάται ο ίδιος ο Εμίλιο: «Δυο μέρες πριν τη ρεβάνς, πήγαμε να δούμε στο σινεμά το Karate Kid. Ο Αντόνιο Καμάτσο (José Antonio Camacho Alfaro) ήταν εκείνος που συνεχώς προσπαθούσε να μας εμψυχώσει. Μας φανάτιζε τόσο πολύ που όπου και αν βρισκόμασταν, στα δωμάτια, στους διαδρόμους, στο ασανσέρ ή έξω από το ξενοδοχείο, ουρλιάζαμε χωρίς υπερβολή ότι θα κερδίσουμε, ότι θα πετύχουμε την ανατροπή. Για μένα εκείνο το ματς ήταν πολύ ιδιαίτερο, με έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Ο Αμάνθιο μου είχε πει ότι θα σκοράρω και τελικά πέτυχα τρία γκολ». Μετά το παιχνίδι, ο Ντι Στέφανο είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Αυτός ο τύπος έχει το γκολ μέσα του». Η πορεία εκείνη συνεχίστηκε με τις προκρίσεις απέναντι στις Τότεναμ και Ίντερ και την κατάκτηση του τροπαίου επί της ουγγρικής Βιντεότον.


Ο «Μπουίτρε» και η Quinta, μετά από μια στείρα πενταετία απογοητεύσεων (1980-1985), με χαμένο το Πρωταθλητριών του 1981 απέναντι στη Λίβερπουλ και το Κυπελλούχων του 1983 απέναντι στην Αμπερντίν, 19 ολόκληρα χρόνια μετά τον τελευταίο θρίαμβο των θρυλικών «Ye-Yes», έκαναν και πάλι αισθητή την παρουσία της Ρεάλ Μαδρίτης στην Ευρώπη. Έναν χρόνο αργότερα, οι «μερένγκες» υπερασπίστηκαν με επιτυχία τον τίτλο τους, κατακτώντας το δεύτερο συνεχόμενο Κύπελλο UEFA. Η καινούργια φουρνιά της Quinta είχε αλλάξει πλέον τα δεδομένα και τις ισορροπίες και είχε ξεκινήσει να γράφει τη δική της ιστορία στο ισπανικό ποδόσφαιρο, με μεγάλους πρωταγωνιστές τους Μπουτραγκένιο, Μίτσελ, Σαντσίς και Μαρτίν Μπάθκεθ (ο Παρδέθα έφυγε για τη Σαραγόσα), κατακτώντας 15 τίτλους, εκ των οποίων 6 πρωταθλήματα, τα 5 σερί, ρεκόρ που παραμένει μέχρι σήμερα ακατάρριπτο! Προς το τέλος της καριέρας του, του κόλλησαν το παρατσούκλι «Τζέντλεμαν των Γηπέδων» γιατί δεν δέχτηκε ποτέ κόκκινη κάρτα, ενώ αντίκρισε την κίτρινη μόνο 5 φορές!

Ο Μπουτραγκένιο πέτυχε 171 γκολ σε 463 επίσημες συμμετοχές με τη Ρεάλ Μαδρίτης
σε όλες τις διοργανώσεις

Ο «Γύπας» παρέμεινε 11 χρόνια στη Ρεάλ Μαδρίτης, μέχρι το 1995 και φόρεσε τη φανέλα της 406 παιχνίδια, τα 65 με την Ρεάλ Μαδρίτης Β, βρίσκοντας τον δρόμο προς τα δίχτυα 160 φορές, τις 37 από αυτές με την δεύτερη ομάδα. Κατέκτησε 6 φορές την Ισπανική La Liga (1986, 1987, 1988, 1989, 1990 και 1995), 2 φορές το Copa del Rey (Κύπελλο Ισπανίας -1989 και 1993), 4 φορές το ισπανικό Σούπερ Καπ ( 1988, 1989, 1990 και 1993) και 2 φορές το Κύπελλο UEFA (1985 και 1986). Σε προσωπικό επίπεδο κέρδισε 2 φορές (1985 και 1986) το «Bravo Award», του καλύτερου ευρωπαίου ποδοσφαιριστή κάτω των 23 ετών, ενώ το 1991 χρίστηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 19 γκολ. Λόγω του παραγκωνισμού του, ελέω του διαδόχου του, τότε 17χρονου, Ραούλ (Raúl González Blanco), αποφασίζει να διασχίσει, το 1995, τον Ατλαντικό για χάρη της μεξικάνικης Σελάγια. Με τους «Τόρος» έφτασε σε ένα τελικό πρωταθλήματος (το 1996) ενώ αγωνίστηκε σε 91 παιχνίδια πρωταθλήματος, σκοράροντας 26 φορές. Τον Μάρτιο του 1998, σε ηλικία 35 χρονών, κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες απ’ όπου πήρε πτυχίο Οργάνωσης και Διαχείρισης Αθλητισμού και μαζί με το πτυχίο Οικονομικών που είχε ήδη πάρει όσο αγωνιζόταν στη Ρεάλ, επέστρεψε στη Βασίλισσα για να την βοηθήσει από διοικητικά, πλέον, πόστα. Έχει διατελέσει τεχνικός διευθυντής και αντιπρόεδρος στους «μερένχες», ενώ τώρα είναι υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της ομάδας. Όμως, η ανάμνηση του ποδοσφαιρικού του μεγαλείου παραμένει ανεξίτηλη στο Τσαμαρτίν.

Η μεγαλύτερη εμφάνιση της καριέρας του με τη φανέλα της Furia Roja.
Φάση των "16" στο Μουντιάλ του Μεξικού, εκεί όπου ο "Γύπας" πέτυχε τέσσερα γκολ απέναντι στη Δανία στο τελικό 5-1 υπέρ των Ισπανών (18/6/1986)

Ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο έγραψε τη δική του ιστορία όχι μόνο στη Ρεάλ Μαδρίτης, αλλά και στην Εθνική Ισπανίας. Τη σεζόν 1983/84, όταν ακόμα αγωνιζόταν στην Καστίγια, οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις δεν πέρασαν απαρατήρητες από τους υπεύθυνους των Εθνικών ομάδων της Ισπανίας. Το 1983, ο Εμίλιο κλήθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική U21, με την οποία είχε μόλις 5 συμμετοχές, αφού λίγους μήνες αργότερα, ο εκλέκτορας της Εθνικής ομάδας των ανδρών, Μιγκέλ Μουνιόθ (Miguel Muñoz Mozún), τον πήρε μαζί του στην αποστολή για το EURO του 1984 στη Γαλλία. Ο 20χρονος Εμίλιο, που υπήρξε ο μοναδικός εκπρόσωπος της Quinta σε εκείνη τη διοργάνωση, μπορεί να μην αγωνίστηκε καθόλου, όμως μπήκε στο κλίμα της Εθνικής, παρακολούθησε την πορεία της «Φούρια Ρόχα» μέχρι τον τελικό του τουρνουά και την είδε να χάνει τον τίτλο από την οικοδέσποινα Γαλλία μετά από το τραγικό λάθος του Λουίς Αρκονάδα (Luis Miguel Arconada Echarri) στο φάουλ του Μισέλ Πλατινί (Michel François Platini). Λίγους μήνες αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου του 1984, μέσα στο «Μπενίτο Βιγιαμαρίν» της Σεβίλλης, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την Ισπανία, σε ένα παιχνίδι για την προκριματική φάση του Μουντιάλ του 1986 με αντίπαλο την Ουαλία. Η Ρόχα κέρδισε 3-0 και ο «Μπουίτρε» πέτυχε το 3ο τέρμα της ομάδας του.

Στο ίδιο παιχνίδι, με τη Δανία, ο Μπουτραγκένιο πανηγυρίζει ένα από τα 4 γκολ του (18/6/1986)

Ήταν η πρώτη από τις συνολικά 69 επίσημες συμμετοχές του στην Εθνική και το πρώτο από τα συνολικά 26 γκολ που πέτυχε με το εθνόσημο, παραμένοντας για αρκετά χρόνια ο πρώτος της σκόρερ. Το 1986 έγραψε μια ακόμα χρυσή σελίδα στην μεγάλη του καριέρα. Σε ηλικία 23 ετών, έπαιξε στο Μέξικο, στο πρώτο του Μουντιάλ. Στο ματς του ομίλου με την Βόρεια Ιρλανδία, στο 65” δευτερόλεπτο του αγώνα, μετά από εκπληκτική πάσα του Μίτσελ, τελείωσε τη φάση πλασάροντας ιδανικά τον Πατ Τζένινγκς (Patrick Anthony "Pat" Jennings), ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την πρώτη νίκη της Ισπανίας στη διοργάνωση. Ένα χρυσό ρολόι ήταν το δώρο που πήρε για το πιο γρήγορο γκολ της διοργάνωσης σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο! Η Roja πέρασε στα νοκ-άουτ και στη φάση των "16" αντιμετώπισε στο Κερέταρο την μεγάλη Δανία των Μόρτεν Όλσεν (Morten Olsen), Γέσπερ Όλσεν (Jesper Olsen), Μίκαελ Λάουντρουπ (Michael Laudrup), Σόρεν Λέρμπι (Søren Lerby) και Πρέμπεν Έλκιαερ-Λάρσεν (Preben Elkjær Larsen)!  Οι Δανοί προηγήθηκαν στο 33' με τον Γέσπερ Όλσεν, όμως από εκεί και μετά ξέσπασε η «καταιγίδα» του Μπουτραγκένιο. Ο «Γύπας" πέτυχε 4 γκολ, τα 3 εκ των οποίων στο δεύτερο ημίχρονο και η Ισπανία διέλυσε την αντίπαλό της, φτάνοντας στο εντυπωσιακό 5-1. Ήταν η κορυφαία στιγμή του «Μπουίτρε» στην Εθνική Ισπανίας, που με το  καρέ  του, έγινε ο κορυφαίος σκόρερ σε νοκ-άουτ παιχνίδι στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Είναι μαζί με τον Εουσέμπιο (Eusébio da Silva Ferreira) στη 2η  θέση των ποδοσφαιριστών, που έχουν πετύχει 4 γκολ σε ένα παιχνίδι στην τελική φάση της διοργάνωσης, πίσω από τον Όλεγκ Σαλένκο (Oleg Anatolyevich Salenko) που κατέχει το ρεκόρ με τα 5 εναντίον του Καμερούν στη διοργάνωση του 1994 στις ΗΠΑ.


Εκείνο το παιχνίδι, απέναντι στον «Κόκκινο Δυναμίτη», όπως ήταν το παρατσούκλι αυτής της Εθνικής Δανίας, η οποία είχε ταξιδέψει στο Μέξικο ως ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου, απογείωσε τη φήμη του «Γύπα». Όλοι τον θεωρούσαν πλέον έναν από τους κορυφαίους επιθετικούς στον κόσμο. Η ιταλική «Gazzetta dello Sport» είχε γράψει στο πρωτοσέλιδό της: «Ο Μπουτραγκένιο ακυρώνει τον Πλατινί και τον Μαραντόνα»! Στα προημιτελικά η Ισπανία αποκλείστηκε στα πέναλτι από το Βέλγιο και αμέσως μετά είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Κάρλος Μπιλάρδο (Carlos Salvador Bilardo), προπονητή της Αργεντινής (η οποία θα έπαιζε ημιτελικό με τον νικητή του ζευγαριού), προς τους παίκτες του: «Κύριοι, η Ισπανία αποκλείστηκε, δεν θα παίξουμε με τον Μπουτραγκένιο. Είμαστε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου!» Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο «Γύπας» αγωνίστηκε σε δυο ακόμα μεγάλες διοργανώσεις, το EURO του 1988 (όπου σκόραρε και πάλι εναντίον των Δανών) και το Μουντιάλ του 1990 στην Ιταλία. Όπως το έκανε στη Ρεάλ, έτσι άφησε και στην Εθνική ομάδα τη σφραγίδα του. Πάντα σοβαρός, ταπεινός, ντροπαλός και ευγενικός. Και πάντα φινετσάτος, εκρηκτικός, θεαματικός και καθοριστικός.


PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Εφηβική καριέρα
  • 1981/82: Real Madrid Club de Fútbol

Επαγγελματική καριέρα
  • 1982–1984: Real Madrid Castilla Club de Fútbol, 65 (37)
  • 1984–1995: Real Madrid Club de Fútbol, 341 (123)
  • 1995–1998: Celaya Fútbol Club, 91 (29)

Σύνολο καριέρας: 497 (188)
Διεθνής
  • 1983/84: Εθνική Νέων Ισπανίας, 5 (2)
  • 1984–1992: Ισπανία, 69 (26)

Τίτλοι
Συλλογικοί
Με τη Real Madrid
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 6 (1985/86, 1986/87, 1987/88, 1988/89, 1989/90, 1994/95)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2 (1988/89, 1992/93)
  • Λιγκ Καπ Ισπανίας: 1984/85
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 4 (1988, 1989, 1990, 1993)
    Η Quinta φωτογραφίζεται 25 χρόνια μετά το
    ντεμπούτο της με τη Ρεάλ Μαδρίτης (2008)
  • Κύπελλο UEFA: 2 (1984/85, 1985/86)
  • Copa Iberoamericana: 1994

Διεθνείς
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: φιναλίστ 1984

Προσωπικές Διακρίσεις
  • Bravo Award: 2 (1985, 1986)
  • Χρυσή Μπάλα: 3η θέση: 2 (1986, 1987)
  • Πρώτος Σκόρερ Ισπανικού Πρωταθλήματος (Pichichi Trophy): 1990/91
  • 2ος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1986
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1986
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
ΠΗΓΕΣ: sport24.gr - cobrasports.gr