Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Χοσέ Άνχελ Ιρίμπαρ: Η Λεύκα

Ο Ισπανός τερματοφύλακας Χοσέ Άνχελ Ιρίμπαρ (José Ángel Iribar Cortajarena), γεννήθηκε την 1η Μαρτίου του 1943, σ’ ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Μακάτζα, κοντά στη Σαραούτζ, στην κεντρική Γκιπούθκοα, τη επαρχία στην Χώρα των Βάσκων. Παίζοντας σχεδόν αποκλειστικά για την Αθλέτικ του Μπιλμπάο, εμφανίστηκε σε περισσότερα από 600 επίσημα παιχνίδια για τον σύλλογο κατά τη διάρκεια των 18 σεζόν του στην ισπανική La Liga, κερδίζοντας δύο μεγάλους τίτλους. Θεωρείται ένας από τους Κορυφαίους Τερματοφύλακες στην ποδοσφαιρική ιστορία και είχε το παρατσούκλι "El Txopo" (Η Λεύκα), λόγω του ύψους του και της κορμοστασιάς του! Εκπροσώπησε την εθνική ομάδα της Ισπανίας στο Κύπελλο Εθνών του 1964 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, κατακτώντας τον τίτλο στη πρώτη διοργάνωση.


Μετά από μόλις τρία παιχνίδια,  τη πρώτη επαγγελματική του σεζόν στην Αθλέτικ του Μπιλμπάο, προχώρησε για να γίνει ο βασικός γκολκίπερ της για τις ακόλουθες 16 περιόδους. Τα πρώτα του βήματα στο ποδόσφαιρο, έγιναν με την Ντεπορτίβο Μπασκόνια το 1961, όταν αυτός ο σύλλογος δεν ήταν ακόμη ο τροφοδότης της Αθλέτικ. Μάλιστα, για το Κόπα ντε Χενεραλίσμο (Copa del Generalísimo -το τότε Κύπελλο Ισπανίας) απέκλεισε την Ατλέτικο Μαδρίτης και η εκπληκτική του απόδοση, προκάλεσε την μεταγραφή του για το τότε ποσό-ρεκόρ του 1 εκατομμυρίου πεσετών.


Στην Αθλέτικ, αγωνίστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1963, ύστερα από ένα τραυματισμό του βασικού Καρμέλο Σεντρούν (Carmelo Cedrún) και δεν κοίταξε ποτέ του ξανά πίσω! Κατέκτησε δύο ισπανικά Κύπελλα και έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου UEFA της περιόδου 1976/77, χάνοντας το τρόπαιο από την Γιουβέντους. Αποσύρθηκε το 1980, στα 37 του χρόνια, έχοντας παίξει σε 614 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις, τους περισσότερους από οποιονδήποτε άλλον για τον σύλλογο, τους 466 για το πρωτάθλημα, τους 99 για το Ισπανικό Κύπελλο και τους 49 για τις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1970/71, κράτησε ανέπαφη την εστία του σε 10 διαδοχικούς εντός έδρας αγώνες, το οποίο μεταφράζεται σε 1.018 λεπτά! Κέρδισε το τρόπαιο Ρικάρντο Θαμόρα (Ricardo Zamora Trophy), ως ο Καλύτερος Τερματοφύλακας το 1970. Τον διαδέχθηκε στον σύλλογο, ο Αντόνι Τσουμπιθαρέτα (Andoni Zubizarreta), που ήλθε στην Αθλέτικ το καλοκαίρι του 1980!


Έκανε το ντεμπούτο του για την Ισπανία στις 11 Μαρτίου του 1964, σε μια νίκη 5-1 επί του Έιρε, για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών του 1964.  Ήταν βασικός στον τελικό όταν η Ισπανία κατέκτησε το Κύπελλο. Εκπροσώπησε επίσης την Ισπανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, παίζοντας βασικός σ’ όλα τα παιχνίδια. Διατήρησε τη θέση του για άλλα δέκα χρόνια, με το τελευταίο του παιχνίδι να έρχεται στις 24 Απριλίου του 1976, σε μια ισοπαλία 1-1 εναντίον της Δυτικής Γερμανίας για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1976. Έκανε, συνολικά 49 εμφανίσεις για τους «φούριας ρόχας».


Στη συνέχεια εντάχθηκε στο προπονητικό τιμ της Αθλέτικ, αναλαμβάνοντας προπονητής  των τερματοφυλάκων. Την περίοδο 1983/84 ήταν προπονητής της εφεδρικής ομάδας της Μπιλμπάο, οδηγώντας τους στη δεύτερη θέση στην δεύτερη κατηγορία, την καλύτερη της ιστορίας τους, παρόλο που δεν ήταν ούτως ή άλλως επιλέξιμη για προβιβασμό.


Ήταν επίσης προπονητής στην πρώτη ομάδα, τη σεζόν 1986/87. Από το 1988 και για πάνω από δύο δεκαετίες, ήταν υπεύθυνος της εθνικής ομάδας της Χώρας των Βάσκων. Στις 5 Δεκεμβρίου του 1976, πριν από ένα παιχνίδι εναντίον της Ρεάλ Σοσιεδάδ, ο Ιρίμπαρ και ο αρχηγός της Ρεάλ Σοσιεδάδ του Σαν Σεμπαστιάν, ο Ινάσιο Κορταμπαρία (Inaxio Kortabarria), εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας την Ικουρίνια (Ikurriña), τη σημαία των Βάσκων και την τοποθέτησαν τελετουργικά στον κεντρικό κύκλο. Ήταν η πρώτη δημόσια επίδειξη της σημαίας μετά από τον θάνατο του Φρανθίσκο Φράνκο (Francisco Franco), αλλά ακόμα ήταν παράνομη. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική και τα προβλήματα των Βάσκων, όντας ο ίδιος ιδρυτικό μέλος του «Έρι Μπατασούνα» (Herri Batasuna), πολιτικού σκέλους της ΕΤΑ.




PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Salleco
  • Zarautz

Επαγγελματική καριέρα

  • 1961/62: Club Deportivo Basconia, 24 (0)
  • 1962–1980: Athletic Club Bilbao, 466 (0)

Σύνολο καριέρας: 490 (0)

 Διεθνής

  • 1964–1976: Ισπανία, 49 (0)
  • 1979: Χώρα των Βάσκων, 1 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1983–1986: Athletic Club Bilbao
  • 1986/87: Athletic Club Bilbao
  • 1987: Athletic Club Bilbao (εφεδρική ομάδα)
  • 1988: Χώρα των Βάσκων
  • 1993–2010: Χώρα των Βάσκων


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Athletic Bilbao
  • Κύπελλο Ισπανίας (Copa del Generalísimo): 1969, 1972/73 και φιναλίστ: 2 (1965/66, 1966/67)
  • Κύπελλο UEFA: φιναλίστ 1976/77

Διεθνείς

  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1964

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Καλύτερος Τερματοφύλακας της Ισπανίας (Zamora Trophy): 1969/70

Πάουλο Φούτρε

Ο Πορτογάλος αριστερός ακραίος επιθετικός Παουλο Φούτρε (Paulo Jorge dos Santos Futre), γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1966, στο Μοντίγιο, στη χερσόνησο του Σετούμπαλ, κοντά στη Λισαβόνα. Μετά το ξεκίνημά του με τη Σπόρτινγκ της Λισαβόνας, μετακόμισε στη Πόρτο, κερδίζοντας το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1987, μια επιτυχία που ακολούθησε μια εκτενής επαγγελματική σταδιοδρομία, αγωνιζόμενος σε συλλόγους στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, με περισσότερο σημαντική τη περίοδό του στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Εμφανίστηκε επίσης για την Μπενφίκα κατά τη διάρκεια 4μηνών το 1993, αλλά τα επόμενα χρόνια η καριέρα σημαδεύτηκε από προβλήματα τραυματισμών. Υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος και δημιουργικός αριστεροπόδαρος εξτρέμ, που στις αρχές της καριέρας του συγκρίθηκε ακόμα και με τον Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Maradona). Διακρίθηκε κυρίως για την εκρηκτική επιτάχυνση του, καθώς και την άριστη τεχνική του κατάρτιση. Διέθετε εξαιρετική ντρίμπλα, ρυθμό, ευκινησία και ταχύτητα. Πορτογάλος διεθνής από την ηλικία των 17 ετών, κέρδισε πάνω από 40 διεθνείς συμμετοχές, εκπροσωπώντας τη πατρίδα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986.


Εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά την περίοδο 1983/84, στα 17 του χρόνια, με την Σπόρτινγκ Λισαβόνας, στης οποίας τα τμήματα υποδομής είχε ενταχθεί στην ηλικία των 9 ετών. Ζήτησε αύξηση του μισθού του από τον πρόεδρο Ζοάο Ρότσα (João Rocha), με αποτέλεσμα να φύγει για την Πόρτο μετά από μόλις μία σεζόν και με αντάλλαγμα τους βετεράνους Χάιμε Πατσέκο (Jaime Pacheco) και Αντόνιο Σόουζα (António Sousa), ως μέρος της συμφωνίας.

Τα επόμενα χρόνια κατέκτησε δύο τίτλους πρωταθλητή, βοηθώντας επίσης τους «δράκους» στην κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1986/87, αναδεικνυόμενος με την απόδοσή του, ως MVP του τελικού εναντίον της Μπάγερν Μονάχου. Ύστερα απ’ αυτήν την ευρωπαϊκή επιτυχία, πέτυχε μεταγραφή στην ισπανική Ατλέτικο Μαδρίτης, κερδίζοντας συμβόλαιο με ετήσιες απολαβές 650.000 €! Γρήγορα εξελίχθηκε σε αγαπημένο της εξέδρας, αλλά ταλαιπωρήθηκε από πολλούς τραυματισμούς στο γόνατο που τον βασάνισαν στην ύστερη καριέρα του, τη δεκαετία του 1990.


Στην πέμπτη σεζόν του,  βοήθησε με αμέτρητες ασίστ τον επιθετικό Μανόλο (Manuel Sánchez Delgado, “Manolo”) να σκοράρει 27 γκολ, κερδίζοντας τον τίτλο του Πρώτου Σκόρερ. Ήταν από τους πρωταγωνιστές σε μια νίκη 2-0 επί της Ρεάλ Μαδρίτης για το Κύπελλο. Το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην Ατλέτικο, ήταν ο αρχηγός της ομάδας. Τον Ιανουάριο του 1993, μεταγράφηκε στην Μπενφίκα, με την οποία, μέσα σ’ ένα εξάμηνο, κέρδισε το Κύπελλο Πορτογαλίας, σκοράροντας στον τελικό εναντίον της Μποαβίστα, στον θρίαμβο με 5-2!  Στη συνέχεια, υπέγραψε συμβόλαιο ενός έτους με την Μαρσέιγ, όπου συνεργάστηκε με τον συμπατριώτη του Ρούι Μπάρος (Rui Barros).


Στα μισά της περιόδου 1993/94, παρά το γεγονός ότι βολιδοσκοπήθηκε απ’ τη Μίλαν, αγωνίστηκε τελικά στην νεοφώτιστη στη Serie A, Ρετζιάνα. Στο ντεμπούτο του, στις 21 Νοεμβρίου του 1993, σκόραρε ένα αξέχαστο γκολ, ανοίγοντας το σκορ, στη νίκη (2-0) επί της Κρεμονέζε, δίνοντας στους οικοδεσπότες την πρώτη τους νίκη στην ιστορία τους στην πρώτη ιταλική κατηγορία! Ωστόσο, το δεύτερο εξάμηνο, υπέστη έναν σοβαρό τραυματισμό μετά από μαρκάρισμα του Αλεσάντρο Πεντρόνι (Alessandro Pedroni, ο οποίος τον κράτησε εκτός για το υπόλοιπο της σεζόν, καθώς η ομάδα απέφυγε τον υποβιβασμό.


Την επόμενη σεζόν, κατάφερε μόνο 12 συμμετοχές με 4 γκολ, τα οποία δεν ήταν αρκετά για να σώσουν την Ρετζιάνα απ’ τον υποβιβασμό. Την περίοδο 1995/96 αγωνίστηκε με την Μίλαν, αλλά λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων από τραυματισμούς, καθώς και του ανταγωνισμού από άλλους ταλαντούχους παίκτες στη θέση του, χρησιμοποιήθηκε μόνο μία φορά από τον Φάμπιο Καπέλο (Fabio Capello), ως αλλαγή του Ρομπέρτο Μπάτζιο (Roberto Baggio) στον τελευταίο αγώνα της σεζόν εναντίον της Κρεμονέζε στο Σαν Σίρο, το οποίο έληξε 7-1 για τους γηπεδούχους, όταν γιόρτασαν την κατάκτηση πρωταθλήματος.


Μετά από την Ιταλία, συμφώνησε για ένα χρόνο με την αγγλική Γουέστ Χαμ, όπου αρνήθηκε να παίζει μέχρι να του δοθεί η φανέλα με το № 10! Τέλος, επέστρεψε στην Ατλέτικο Μαδρίτης, παίζοντας 10 παιχνίδια την περίοδο 1997/98, τελειώνοντας την καριέρα του στην Ιαπωνία με την Γιοκοχάμα Φλούγκελς.  Είναι στην 98η θέση του περιοδικού «World Soccer» με τους 100 μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές του 20ου  αιώνα, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1999.


Έπαιξε 41 φορές για την Πορτογαλία σε ένα διάστημα 12 ετών, από το 1983 έως το 1995, σκοράροντας 6 γκολ. Το ντεμπούτο του ήρθε κατά τη Φινλανδίας, για τα προκριματικά του Euro 1984, στις 27 Απριλίου του 1983. Ήταν μόλις 17 χρόνων και 204 ημερών, σπάζοντας το εθνικό ρεκόρ της πορτογαλικής ομάδας. Ήταν μέλος της πορτογαλικής εθνικής ομάδας που αγωνίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μέξικο, παίζοντας 90 λεπτά στην ήττα (1-3) από το Μαρόκο, όταν η Πορτογαλία αποκλείστηκε στους Ομίλους.

Διετέλεσε  διευθυντής του ποδοσφαιρικού τμήματος στην Ατλέτικο Μαδρίτης, από το 2000 έως το 2003. Στη συνέχεια έγινε μεσίτης ακινήτων στη γενέτειρά του. Το Μάιο του 2011, διεκδίκησε ανεπιτυχώς την προεδρία της Σπόρτινγκ Λισαβόνας.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ) 

Εφηβική καριέρα

  • 1974/75: Clube Desportivo de Montijo
  • 1975–1983: Sporting Clube de Portugal

Επαγγελματική καριέρα

  • 1983/84: Sporting Clube de Portugal, 21 (3)
  • 1984–1987: Futebol Clube do Porto, 81 (25)
  • 1987–1993: Club Atlético de Madrid, 163 (38)
  • 1993: Sport Lisboa e Benfica, 11 (3)
  • 1993: Olympique de Marseille, 8 (2)
  • 1993–1995: Associazione Calcio Reggiana 1919, 13 (5)
  • 1995/96: Associazione Calcio Milan, 1 (0)
  • 1996/97: West Ham United Football Club, 9 (0)
  • 1997/98: Club Atlético de Madrid, 10 (0)
  • 1998: Yokohama Flügels, 13 (3)

Σύνολο καριέρας: 320 (79)

Διεθνής

  • 1983–1995: Πορτογαλία, 41 (6)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Porto
  • Πρωτάθλημα Πορτογαλίας: 2 (1984/85, 1985/86)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1986/87

Με την Atlético Madrid
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2 (1990/91, 1991/92)

Με την Benfica
  • Κύπελλο Πορτογαλίας: 1992/93

Με την Milan
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1995/96

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών το 1987
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Πορτογαλία: 2 (1986, 1987)
  • Στην 98η θέση του περιοδικού «World Soccer» με τους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές Του 20ου  Αιώνα, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1999.


Βλόντζιμιρτς Λουμπάνσκι

O Πολωνός κεντρικός επιθετικός Βλόντζιμιρτς Λουμπάνσκι (Włodzimierz 'Włodek' Leonard Lubański), γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1947, στο Γκλίβιτσε της Άνω Σιλεσίας, κοντά στο Κατοβίτσε, στη νότια Πολωνία. Είναι ο Υψηλότερος Σκόρερ Όλων των Εποχών για την πολωνική εθνική ομάδα, για την οποία συγκέντρωσε 75 διεθνείς συμμετοχές μεταξύ 1963 και 1980, πετυχαίνοντας 48 γκολ. Υπήρξε ένας από τους Κορυφαίους Πολωνούς ποδοσφαιριστές την δεκαετίας του 1970. Μεγάλος ντριμπλέρ και ικανότατος γκολτζής, έκανε μεγάλη καριέρα με τη Γκόρνικ του Ζάμπρζε, για την οποία ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής στη μεγαλύτερη διάκριση της ιστορίας της, τη συμμετοχή στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1970. Έπαιξε ακόμη στο Βέλγιο για τη Λόκερεν και στη Γαλλία με τη Βαλανσιέν. Σήμερα, κατέχει τη θέση του αντιπροέδρου στη Πολόνια Βαρσοβίας .


Ξεκίνησε την καριέρα του στην Σόσνιτσα του Γκλίβιτσε, ομάδα των ορυχείων της πόλης, την περίοδο 1957/58, στην γενέτειρά του, όπου ο πατέρας του ήταν γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη συνέχεια έπαιξε στην μεγάλη ομάδα της πόλης, την Γκλίβιτσε, μέχρι το 1962 και στα 15 του χρόνια, μεταγράφηκε στην Γκόρνικ του Ζάμπρζε. Έκανε το ντεμπούτο του, στον πρώτο αγώνα πρωταθλήματος της περιόδου 1962/63, εναντίον της Αρκόνια του Στετίνου. Με τον σύλλογο ήταν 7 φορές πρωταθλητής, τις 5 συνεχόμενες (1963-1967, 1971-1972) και 6 φορές Κυπελλούχος Πολωνίας (1965, 1968-1972). Τέσσερις συνεχόμενες φορές, κατά τις χρονιές 1966-1969 ήταν ο Πρώτος Σκόρερ του πολωνικού πρωταθλήματος με 23, 18, 24 ή 22 γκολ αντίστοιχα. Δύο φορές (1969, 1970) αναδείχθηκε Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς και για μια ακόμα φορά, το 1972, Πρώτος Σκόρερ του πολωνικού πρωταθλήματος.


Στο 1970 έφτασε με την ομάδα στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, τη μεγαλύτερη διάκριση στην ιστορία του πολωνικού συλλόγου, όπου οι «ανθρακωρύχοι» ηττήθηκαν από την Μάντσεστερ Σίτι (1-2). Έγραψε ιστορία στους δραματικούς ημιτελικούς με τη Ρόμα, σκοράροντας στο 90ο και στο 93ο λεπτό του επαναληπτικού (2-2), αλλά και στον τρίτο αγώνα, όπου μετά από παράταση (1-1) η πρόκριση κρίθηκε στην κλήρωση!  Σκόραρε 7 γκολ και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του τουρνουά. Συνολικά, στο πολωνικό πρωτάθλημα έπαιξε 235 παιχνίδια, πετυχαίνοντας 155 γκολ και σε όλες τις διοργανώσεις, έπαιξε για την Γκόρνικ σε 315 παιχνίδια, πετυχαίνοντας 228 γκολ.


Από το 1975, μεταγράφηκε στη βελγική Λόκερεν, με την οποία αγωνίστηκε, για 7 χρόνια. Αγωνίστηκε σε 196 αγώνες και σκόραρε 82 γκολ. Το 1981 έφτασε με την ομάδα στα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA και στους ημιτελικούς του βελγικού Κυπέλλου, όπου αποκλείστηκε από την Σταντάρ Λιέγης. Το 1983, παίζοντας με τη γαλλική Βαλανσιέν, όπου είχε προπονητή τον πρώην συμπαίκτη του, Έρβιν Βίλτσεκ (Erwin Wilczek), ήταν ο πρώτος σκόρερ της γαλλικής δεύτερης κατηγορίας. Η καριέρα του τελείωσε το 1986, στην βελγική Μαλίν.


Έκανε ντεμπούτο στις 4 Σεπτεμβρίου του 1963 και έγινε ο Νεότερος Διεθνής Παίκτης στην ιστορία της, ηλικίας 16 ετών και 228 ημερών, σε μια νίκη με 9-0 επί της Νορβηγίας, στο Στετίνο, μάλιστα σκοράροντας. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου, το 1972, ήταν ο «ήρωας» της ομάδας, οδηγώντας την στην κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου μετά από εκπληκτικές εμφανίσεις. Στα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 στη νίκη με 2-0 εναντίον της Αγγλίας στο Χορζόφ σκόραρε, αλλά είχε ένα σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, μετά από ένα φάουλ του Ρόι ΜακΦάρλαντ (Roy McFarland ), ο οποίος του στέρησε την συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο.


Έμεινε εκτός γηπέδων για 18 μήνες. Αυτό ουσιαστικά τον άφησε πολύ πίσω και όταν επέστρεψε στην δράση δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να ξαναβρεί τον εαυτό του. Συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, όπου η πολωνική ομάδα τερμάτισε στην 5η θέση.  Στην εθνική ομάδα, αγωνίστηκε για τελευταία φορά στις 24 Σεπτεμβρίου του 1980, σε ένα φιλικό εναντίον της Τσεχοσλοβακίας (1-1) στο Χορζόφ. Πέτυχε 48 γκολ με την φανέλα της εθνικής Πολωνίας σε 75 παρουσίες, δείγμα της εκτελεστικής του ικανότητας!


Αναδείχθηκε 7ος Καλύτερος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής το 1972. Δύο φορές συμμετείχε σε Μικτή Ομάδα του Κόσμου, την μια στον αποχαιρετιστήριο αγώνα του Λεβ Γιασίν (Lev Yashin). Το 1978, κέρδισε το βραβείο Fair Play όταν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εναντίον της Δανίας, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να σκοράρει πήδηξε πάνω από το δανό αντίπαλό του για να μη τον τραυματίσει. Το 2003, ονομάστηκε Καλύτερος Πολωνός Ποδοσφαιριστής από την Ομοσπονδία επ’ ευκαιρία της 50ης επετείου της UEFA.


Μετά το τέλος της σταδιοδρομίας του έμεινε στο Βέλγιο, όπου ζει μέχρι σήμερα. Αποφοίτησε από τη βελγική σχολή προπονητών και για πολλά χρόνια ήταν υπεύθυνος των Ακαδημιών της Μαλίν. Το 1990  ίδρυσε την εταιρεία "Lubański Sport-Management" και από το 1994 κατέχει άδεια της FIFA. Έχει διατελέσει αθλητικός διευθυντής στη Λόκερεν και σήμερα είναι αντιπρόεδρος στη Πολόνια Βαρσοβίας. Σχολιάζει αγώνες της πολωνικής εθνικής ομάδας στην τηλεόραση. Ήταν ένας από τους στενότερους συμβούλους του προπονητή Γέρζι Ένγκελ  (Jerzy Engel) . Για ένα διάστημα ήταν και ο ίδιος ιδιοκτήτης Cafe.


Μιλάει έξι ξένες γλώσσες: ρώσικα, τσέχικα, ολλανδικά, γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά. Είναι παντρεμένος με την Γκράζινα  και πατέρας δύο παιδιών, του Μίκαελ και της Μαργαρίτας. Είναι συλλέκτης κρασιών και λάτρης της πολωνικής ζωγραφικής. Για την εξαιρετική συμβολή στην ανάπτυξη του πολωνικού αθλητισμού το 1997, του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Αξιωματικού του Τάγματος της Αναγέννησης της Πολωνικής Δημοκρατίας. Στις 20 Αυγούστου του 2012 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Δημότη του Ζάπμρζε.

PALMARES

Περίοδος, Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1963–1975: Klub Sportowy Górnik Zabrze, 234 (155)
  • 1975–1982: Koninklijke Sporting Club Lokeren Oost-Vlaanderen, 196 (82)
  • 1982/83: Valenciennes Football Club, 31 (28)
  • 1983–1985: Quimper Kerfeunteun Football Club, 58 (14)

Σύνολο καριέρας: 519 (279)

Διεθνής

  • 1963–1980: Πολωνία, 75 (48)

Προπονητική καριέρα

  • 1984/85: Quimper Kerfeunteun Football Club
  • 1985/86: Koninklijke Racing Club Mechelen
  • 1987/88: Koninklijke Sporting Club Lokeren Oost-Vlaanderen

 

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Górnik Zabrze
  • Πρωτάθλημα Πολωνίας: 7 (1963, 1964, 1965, 1966, 1967, 1971, 1972)
  • Κύπελλο Πολωνίας: 6 (1965, 1968, 1969, 1970, 1971, 1972)

Διεθνείς

Με την Πολωνία
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χρυσό Μετάλλιο -1η θέση το 1972 στο Μόναχο

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Κυπέλλου Κυπελλούχων: 1970
  • Πρώτος Σκόρερ Πολωνικού Πρωταθλήματος: 4 (1966, 1967, 1968, 1969)
  • Πρώτος Σκόρερ Γαλλικού Πρωταθλήματος Β’ Κατηγορίας: 1983


Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Ντζάλμα Σάντος

Ο Βραζιλιάνος δεξιός ακραίος αμυντικός Ντζάλμα Περέιρα Ντίας ντος Σάντος, περισσότερο γνωστός απλά ως Ντζάλμα Σάντος (Djalma Pereira Dias dos Santos, Djalma Santos), γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1929, στο Σάο Πάουλο. Έπαιξε για την εθνική ομάδα της Βραζιλίας σε 4 Παγκόσμια Κύπελλα, κερδίζοντας τα δύο, το 1958 και το 1962. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους ακραίους μπακ όλων των εποχών. Ενώ έγινε γνωστός κυρίως για τις αμυντικές του ικανότητες, συχνά αποτολμούσε να αφήνει τη θέση του και να βοηθά το κέντρο της ομάδας, ενώ εμφάνιζε και κάποιες εντυπωσιακές επιθετικές δεξιότητες. Μαζί με τον Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer) και τον Φίλιπ Λαμ (Philipp Lahm), είναι οι μόλις τρεις παίκτες που έχουν συμπεριληφθεί στις ιδανικές ενδεκάδες 3 Παγκοσμίων Κυπέλλων (το 1954, το 1958 και 1962). Δεν είχε καμιά συγγένεια με τον συμπαίκτη του, αμυντική Νίλτον Σάντος (Nilton Santos). Ονομάστηκε από τον Πελέ ως ένας από τους 125  Εν Ζωή Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του Κόσμου τον Μάρτιο του 2004 για τα 100 Χρόνια της FIFA. Ξεκίνησε την καριέρα του με την Πορτουγκέσα το 1948 και το 1959, πήγε στη Παλμέιρας, κερδίζοντας πολλούς τίτλους πρωταθλήματος και κυπέλλου. Έφυγε το 1968, για την Ατλέτικο Παραναένσε και αποσύρθηκε το 1970. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν αποβλήθηκε ποτέ στη καριέρα του! Έκανε 98 επίσημες εμφανίσεις για τη Βραζιλία μεταξύ 1952 και 1968 και σκόραρε 3 γκολ.


Όταν ήταν μικρός έκανε κοπάνες από το σχολείο για να παίξει ποδόσφαιρο. Κοπάνα στην κοπάνα, ο πατέρας του δεν άντεξε. Έκανε μια συμφωνία: Θα ολοκλήρωνε πρώτα τις σπουδές του κι έπειτα θα έπαιζε ποδόσφαιρο. Γι’ αυτό και άρχισε ουσιαστικά το ποδόσφαιρο στα 19 του χρόνια! Παράλληλα είχε ένα ακόμα όνειρο: Να γίνει πιλότος. Με τη φτώχεια που τον έδερνε όμως, το όνειρο γινόταν όλο και πιο θαμπό. Μέχρι τι στιγμή που δουλεύοντας πιτσιρικάς ως τσαγκάρης για να συμπληρώσει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό χτύπησε το δεξί του χέρι. Πιλότος δεν θα γινόταν ποτέ. Ποδοσφαιριστής όμως;


Γρήγορα φάνηκε η αξία του. Οι σκάουτερ των ομάδων δεν άργησαν να τον εντοπίσουν. Τον κέρδισαν αυτοί στη γενέτειρά του, της Πορτουγκέσα, που τον διευκόλυναν στις προπονήσεις για να συνεχίσει να δουλεύει στο τσαγκάρικο! Αρχικά έπαιζε στο κέντρο της άμυνας, αλλά αργότερα μετακόμισε στη δεξιά πλευρά της. Διέκριναν και το επιθετικό του ταπεραμέντο και τον χρησιμοποίησαν και στη μεσαία γραμμή.


Το 1959, μεταγράφηκε στην Παλμέιρας. Έπαιξε σχεδόν 500 παιχνίδια για τον σύλλογο, κερδίζοντας πολλούς τίτλους, μεταξύ των οποίων 3 φορές το πολιτειακό πρωτάθλημα του Σάο Πάουλο (Campeonato Paulista - 1959, 1963 και 1966), μία φορά το Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο (1965) και 4 φορές το πρωτάθλημα Βραζιλίας ((1960, 1967, 1967, 1969). Έφυγε το 1968, πηγαίνοντας την Ατλέτικο Παραναένσε για μια σύντομη περίοδο πριν από την απόσυρσή του το 1970. Εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο στις 21 Ιανουαρίου του 1971, όταν ήταν 42 χρόνων, σ’ ένα αγώνα με αντίπαλο την Γκρέμιο, έχοντας αγωνιστεί σε περίπου 1000 παιχνίδια πρωταθλήματος. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε κερδίσει ένα ακόμη πρωτάθλημα, αυτό της πολιτείας Παρανά με την Ατλέτικο Παρανένσε! Παρά το γεγονός ότι ήταν αμυντικός, ο Βραζιλιάνος, δεν αποβλήθηκε ούτε μία φορά στην 22ετή καριέρα του!


Έκανε 98 επίσημες εμφανίσεις για τη Βραζιλία, μεταξύ 1952 και 1968 και ήταν στην ομάδα για τέσσερα συνεχόμενα Παγκόσμια Κύπελλα, αυτά των 1954, 1958, 1962 και 1966. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση εναντίον του Περού (0-0) στους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1952 στο Σαντιάγκο της Χιλής. Εκεί κέρδισε και τον πρώτο του τίτλο με την «σελεσάο». Στην εθνική, μαζί με τον Νίλτον Σάντος (Nílton dos Santos – απλή συνωνυμία), δημιούργησαν ένα πολύ καλό δίδυμο στα άκρα της ομάδας. Μεγάλο ατού οι επιθετικές αρετές τους που έδιναν άλλο ρυθμό στην ομάδα. Σε μια περίοδο μάλιστα που οι ακραίοι αμυντικοί σπάνια περνούσαν τη σέντρα!


 Έκανε το ντεμπούτο του σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, στη νίκη με 5-0 εναντίον του Μεξικού, το 1954, αγωνιζόμενος σε όλα τα παιχνίδια της Βραζιλίας κατά τη διάρκεια του τουρνουά. Ο ίδιος σημείωσε το πρώτο γκολ του για τη Βραζιλία από το σημείο του πέναλτι στην ήττα με 4-2, από την Ουγγαρία (επίσης γνωστή ως η «Μάχη της Βέρνης»). Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 έχασε τη θέση του στο αρχικό σχήμα από τον Νίλτον ντε Σόρντι (Nílton de Sordi). Ωστόσο μία μόνο συμμετοχή, εκείνη στον τελικό με την Σουηδία, αρκούσε για να αναδειχθεί μέλος της κορυφαίας ενδεκάδας της διοργάνωσης!



Στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1962, εξουδετέρωσε τον Βίλιαμ Σρόιφ (Viliam Schrojf),  γκολκίπερ της Τσεχοσλοβακίας, με έναν... ανέντιμο τρόπο. Συγκεκριμένα έβγαλε επίτηδες μία πολύ ψηλοκρεμαστή σέντρα ποντάροντας στον ήλιο! Εν τέλει δικαιώθηκε αφού ο αντίπαλος τερματοφύλακας "τυφλώθηκε" και ο Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto, “Vavá”) έγραψε το τελικό 3-1. Στην ηλικία των 37 ετών, επιλέχθηκε για 4ο συνεχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο. Η συμμετοχή του στην ομάδα, ήταν μια έκπληξη για μερικούς, αφού αναμενόταν να κληθεί ο Κάρλος Αλμπέρτο (Carlos Alberto Torres). Έπαιξε τα πρώτα δύο παιχνίδια, αλλά έχασε την θέση του, μετά την ήττα (1-3) από την Ουγγαρία. Η Βραζιλία αποκλείστηκε από το τουρνουά στο επόμενο παιχνίδι εναντίον της Πορτογαλίας.


Μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ποδοσφαιρικής τους καριέρας ήταν η συμμετοχή του το 1963 με την Μικτή Κόσμου στον αγώνα στο «Γουέμπλεϊ» κόντρα στην Αγγλία, για να γιορταστούν τα 100 χρόνια της Αγγλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Ήταν ο μόνος Βραζιλιάνος που πήρε μέρος στον αγώνα!

Ο Ντζάλμα Σάντος πέθανε, σε ηλικία 84 ετών, στις 23 Ιουλίου του 2013, σε νοσοκομείο της πόλης Ουμπεράμπα, όπου είχε ζήσει για δύο δεκαετίες. Ο θάνατός του, οφειλόταν σε πνευμονία και σοβαρή αιμοδυναμική αστάθεια, με αποκορύφωμα καρδιακή ανακοπή.

PALMARES

Περίοδος, Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ) 

Επαγγελματική καριέρα

  • 1948–1959: Associação Portuguesa de Desportos, 434 (11)
  • 1959–1968: Sociedade Esportiva Palmeiras, 498 (10)
  • 1969/70: Clube Atlético Paranaense, 32 (2)

Σύνολο καριέρας: 964 (23)

Διεθνής

  • 1952–1968: Βραζιλία, 98 (3)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Portuguesa
  • Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο (Torneio Rio – São Paulo): 2 (1952, 1955)

Με την Palmeiras
  • Πολιτειακό πρωτάθλημα Σάο Πάουλο (Campeonato Paulista): 3 (1959, 1963, 1966)
  • Πρωτάθλημα Βραζιλίας: 4 (1960, 1967, 1967, 1969)
  • Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο (Torneio Rio – São Paulo): 1965

Διεθνείς

  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 2 (1958, 1962)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 3 (1954, 1958, 1962)
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας του Κόσμου από το περιοδικό «World Soccer»: 3 (1962, 1963, 1965)
  • Μέλος Επιλέκτων FIFA: 1963
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας των Παγκοσμίων Κυπέλλων: 1994
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου, που συνέταξε ο Πελέ το 2004, για τα 100 χρόνια της FIFA: 2004
  • Κορυφαίος των Κορυφαίων – Παίκτης του Αιώνα: στο Top-50
  • Μέλος του Βραζιλιάνικου Ποδοσφαιρικού Hall of Fame



Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Καζουγιόσι Μιούρα

Ο Ιάπωνας κεντρικός επιθετικός Καζουγιόσι Μιούρα (Kazuyoshi Miura), γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1967, στη Σιζουόκα, στο Νησί Χονσού του Ιαπωνικού Αρχιπελάγους. Συχνά γνωστός απλά ως «Kazu» η «Ο Βασιλιά Kazu» έπαιξε για την ιαπωνική εθνική ομάδα και ήταν ο πρώτος Ιάπωνας που αναδείχθηκε Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς το 1993, από την Ασιατική Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία. Συνεχίζει ακόμη να αγωνίζεται, αφού για  την περίοδο 2016/17 παίζει για τη Γιοκοχάμα στην ιαπωνική Β’ Κατηγορία. 


Η εκτόξευση της φήμης του στην Ιαπωνία συνέπεσε με την έναρξη του J. League το 1993 και ήταν αναμφισβήτητα ο πρώτος σούπερ σταρ της Ιαπωνίας στο ποδόσφαιρο! Σκόραρε 14 φορές για την Ιαπωνία κατά τη διάρκεια των προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, οδηγώντας τους «Μπλε Σαμουράι» στη πρώτη τους συμμετοχή στη Κορυφαία Ποδοσφαιρική Διοργάνωση του Πλανήτη. Έπαιξε τον τελευταίο διεθνή αγώνα του το 2000, τελειώνοντας σαν ο 2ος Κορυφαίος Σκόρερ στην ιστορία της  ιαπωνικής εθνικής ομάδας με 55 γκολ σε 89 αγώνες. Είναι ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής και γηραιότερος σκόρερ του επαγγελματικού πρωταθλήματος της Ιαπωνίας σε ηλικία 49 ετών. Ο γηραιότερος αδελφός του Yasutoshi ήταν επίσης ένας επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.


Άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο το 1973, στις ακαδημίες της Τζονάι, ωστόσο το 1982 μετακόμισε στη Βραζιλία για να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Υπέγραψε με τη Κλούμπε Ατλέτικο Γιουβέντους μια μικρή ομάδα του Σάο Πάολο και το 1986, υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό του συμβόλαιο με την Σάντος και φαίνεται ότι σκόραρε τουλάχιστον δυο φορές με την ομάδα του Πελέ. Έπαιξε για αρκετούς άλλους βραζιλιάνικους συλλόγους συμπεριλαμβανομένων της Παλμέιρας και της Κοριτίμπα, και άλλες λιγότερο γνωστές ομάδα όπως την 15η Νοεμβρίου και την Ματσουμπάρα. Μετά από μια πενταετία περίπου στη Βραζιλία, το 1990 επέστρεψε στην πατρίδα του και στην Γιομιούρι του Τόκιο (σημερινή Τόκιο Βέρντι), ομάδα με πολλά χρήματα που μάζευε ότι καλύτερο κυκλοφορούσε στο γιαπωνέζικο ποδόσφαιρο.


Αποτέλεσε το πρόσωπο της μετάβασης από το ημιεπαγγελματικό Japan Soccer League (JSL) στην πλήρως επαγγελματική Japan League. Κέρδισε 4 συνεχόμενους τίτλους στο πρωτάθλημα, τους δύο τελευταίους τίτλους της ημιεπαγγελματικής JSL το 1991 και το 1992 και τους πρώτους δύο τίτλους της επαγγελματικής J. League το 1993 και το 1994 (σαν Βέρντι Καβασάκι). Αναδείχθηκε MVP του πρωταθλήματος το 1993. Την ίδια χρονιά έγινε ο πρώτος Ιάπωνας που κατέκτησε τον τίτλο του Κορυφαίου Ποδοσφαιριστή της Ασίας, ενώ το 1994/95 έγινε ο πρώτος Ιάπωνας ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην Ιταλία, ως δανεικός για λογαριασμό της Τζένοα,  αγωνιζόμενος σε 21 αγώνες και σκοράροντας μόλις ένα γκολ, κατά τη διάρκεια του ντέρμπι της Γένοβας εναντίον της  Σαμπντόρια, στις 4 Δεκεμβρίου του 1994. Κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος υπέστη ένα σοβαρό κάταγμα στο πρόσωπό του μετά από ένα μαρκάρισμα του Φράνκο Μπαρέζι (Franco Baresi) στα πρώτα λεπτά του πρώτου ημιχρόνου του πρώτου αγώνα πρωταθλήματος εναντίον της Μίλαν, παραμένοντας στον αγωνιστικό χώρο μέχρι το τέλος του πρώτου ημιχρόνου.


Επέστρεψε στην Βέρντι Καβασάκι για τη σεζόν του 1995 και έπαιξε μαζί της μέχρι το τέλος της σεζόν του 1998. Το 1999 έκανε ακόμα μία απόπειρα στην Ευρώπη με την Ντιναμό Ζάγκρεμπ, χωρίς επιτυχία, αν και έγινε ο πρώτος Ιάπωνας που έπαιξε το UEFA Champions League. Επέστρεψε στην Ιαπωνία, ωστόσο, μετά από μια σύντομη δοκιμή με τη Μπόρνμουθ στην Αγγλία, για τις Κιότο Περπλ Σάνγκα και Βίσελ Κόμπε και με εξαίρεση δυο σύντομους δανεισμούς στη Σίδνεϊ και την Εσπολάντα, από το 2005 φοράει τη φανέλα της Γιοκοχάμα! Τον Νοέμβριο του 2015, υπέγραψε νέο μονοετές συμβόλαιο μαζί της, στην ηλικία των 48 ετών! Το 2016, εναντίον της Σερέζο Οκάντα, έγινε, στα 49 του, ο γηραιότερος παίκτης που σκοράρει γκολ σε επίσημο παιχνίδι. Τον Ιανουάριο του 2017 υπέγραψε ένα νέο συμβόλαιο διάρκειας ενός έτους, επεκτείνοντας την επαγγελματική του καριέρα στη 5η δεκαετία της ζωής του!

 

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1990, έπαιξε στο Πεκίνο εναντίον του Μπαγκλαντές το πρώτο του διεθνές παιχνίδι. Το πρώτο γκολ του για την ιαπωνική εθνική ομάδα, το πέτυχε δύο χρόνια αργότερα, όταν σκόραρε, επίσης στο Πεκίνο, στη νίκη με 4-1 επί της Βόρειας Κορέας. Ο πρώτος του διεθνής τίτλος ήταν το Κύπελλο Εθνών Ασίας του 1992. Αγωνίστηκε με τους «Μπλε Σαμουράι» μεταξύ 1990 και 2000, φτάνοντας στην 7η θέση των συμμετοχών, με 89 διεθνείς εμφανίσεις και στην 2η των σκόρερ με 55 γκολ. Παρ 'όλα αυτά, ποτέ δεν έπαιξε σε τελική φάση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, επειδή ο προπονητής Τακέσι Οκάντα (Takeshi Okada) δεν τον κάλεσε. Το τελευταίο παιχνίδι του με την εθνική ομάδα ήταν ένα φιλικό εναντίον της Τζαμάικα στην Καζαμπλάνκα, στις 6 Ιουνίου του 2000.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1973–1979: Jonai F.C.
  • 1979–1982: Jonai Jr. H.S.
  • 1982: Shizuoka Gakuen School
  • 1982–1986: Clube Atlético Juventus

Επαγγελματική καριέρα

  • 1986: Santos Futebol Clube, 2 (0)
  • 1986: Sociedade Esportiva Palmeiras                     
  • 1986: Sociedade Esportiva Matsubara                   
  • 1987: Clube de Regatas Brasil                    
  • 1987/88: Esporte Clube XV de Novembro de Jaú                             
  • 1988/89: Coritiba Foot Ball Club, 21 (2)
  • 1990: Santos Futebol Clube, 11 (3)
  • 1990–1998: Tokyo Verdy 1969 Football Club (Yomiuri/Verdy Kawasaki), 192 (100)
  • 1994/95: (δανεικός) → Genoa Cricket and Football Club, 21 (1)
  • 1999: Građanski nogometni klub Dinamo, 12 (0)
  • 1999–2000: Kyoto Sanga Football Club, 41 (21)
  • 2001–2005: Vissel Kobe, 103 (24)
  • 2005: Yokohama Football Club, 217 (23)
  • 2005/06: (δανεικός) → Sydney Football Club, 4 (2)
  • 2012: (δανεικός) → Espolada Hokkaido  1 (0)

Διεθνής

  • 1990–2000: Ιαπωνία, 89 (55)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Coritiba
  • Campeonato Paranaense: 1989

Με την Yomiuri /Verdy Kawasaki
  • Πρωτάθλημα Ιαπωνίας: 4 (1990, 1991, 1993, 1994)
  • Κύπελλο Ιαπωνίας: 3 (1992, 1993, 1994)
  • Κύπελλο του Αυτοκράτορα: 1996
  • Σούπερ Καπ Ιαπωνίας: 1994

Με την Dinamo Zagreb
  • Πρωτάθλημα Κροατίας: 1999

Διεθνείς

Με την Ιαπωνία
  • Κύπελλο Εθνών Ασίας: 1992

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για την Ασία: 1993
  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Κυπέλλου Εθνών Ασίας:  1992
  • Πρώτος Σκόρερ Ιαπωνικού Πρωταθλήματος: 2 (1992, 1996)
  • Πρώτος Σκόρερ Ιαπωνικού Κυπέλλου: 1992
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής Ιαπωνικού Πρωταθλήματος: 1993
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Ιαπωνικού Πρωταθλήματος: 3 (1993, 1995, 1996)
  • Ψηφίστηκε παίκτης της J-League το 1993
  • Κορυφαίος σκόρερ στην J-League το 1996
  • Πρώτος σκόρερ στο Κύπελλο της Ιαπωνίας το 1992

ΠΗΓΗ: sombrero.gr