Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Ρενέ Χιγκίτα: Ο Τρελός Τερματοφύλακας

Ο Κολομβιανός τερματοφύλακας Ρενέ Χιγκίτα (José René Higuita Zapata), γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1966, στο Μεντεγίν, στη βορειοκεντρική Κολομβία. Με το παρατσούκλι «El Loco» (Ο Τρελός) για το υψηλού κινδύνου παίξιμό του εκτός περιοχής, σε ρόλους λίμπετο/σκούπας και για τις κατά καιρούς εκκεντρικότητές του εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου, έγινε γνωστός στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, πρώτα με την Ατλέτικο Νασιονάλ του Μεντεγίν, όντας από τους ακρογωνιαίους λίθους ώστε αυτή να γίνει ο πρώτος σύλλογος από την Κολομβία που κατέκτησε το Κόπα Λιμπερταδόρες, αλλά και ακόμη περισσόρερο με την εθνική κολομβιανή ομάδα. Το στυλ παιχνιδιού του Ρενέ Χιγκίτα, που για πρώτη φορά παρουσιάστηκε σε παγκόσμιο ακροατήριο κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990, ήταν πρωτοποριακό στο να επηρεάσει άλλους τερματοφύλακες να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες, μακριά από το τέρμα και να συμμετέχουν πιο ενεργά στο παιχνίδι. Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) κατατάσσει τον Χιγκίτα ως τον 8ο Καλύτερο Τερματοφύλακα στην ιστορία της Νότιας Αμερικής. Έχει μείνει στην Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία για το περίφημό του «Χτύπημα του Σκορπιού».

Το ξεκίνημα

Μεγάλωσε μέσα στην απόλυτη φτώχεια και ανατράφηκε από την γιαγιά του, αφού η άγαμη μητέρα του πέθανε νωρίς. Όλα ήταν δυσοίωνα για εκείνον και ο Κολομβιανός αστέρας δύσκολα φαινόταν ότι θα είχε την εύνοια της τύχης και την ευμένεια των Θεών. «Το ποδόσφαιρο είναι ο ένας τρόπος να βγεις από το αδιέξοδο» δήλωσε στον Guardian. «Ο άλλος είναι τα ναρκωτικά». Το ταλέντο του φάνηκε από νωρίς. Αρχικά ως σέντερ φορ και εντελώς τυχαία ως τερματοφύλακας. Εκεί βρήκε την κλίση του. «Όλοι οι επαγγελματίες αθλητές θέλουν να διασκεδάσουν και δείξουν τις ικανότητές τους. Έχω την τεχνική και το φυσικό ταλέντο και Θεού θέλοντος μία μέρα θα έχω την ευκαιρία να το κάνω» είχε πει.


Ποιος είναι ο άνθρωπος που τον «σημάδεψε»; Σίγουρα ο προπονητής της εθνικής ομάδας της Κολομβίας, ο Φρανσίσκο  Ματουράνα (Francisco Antonio Maturana García), αφού παρέα με αυτόν έφτασε στο απόγειο της δόξας του. Ήταν σαν ένα δίδυμο από αυτά που γνωρίζει να δημιουργεί ο ποδοσφαιρικός χώρος και από αυτά τα δίδυμα που φτιάχνουν ιστορία. Με τον Ματουράνα έφτασαν στο Μουντιάλ του 1990, ο Ματουράνα ήταν που προσπάθησε να τον επαναφέρει στο Μουντιάλ του 1994, όταν και είχε μπλέξει με τον Εσκομπάρ, με τον Ματουράνα ταξίδεψαν στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ. Ο Κολομβιανός προπονητής αποτελεί από τους ανθρώπους ορόσημο στη ζωή του τρελού, μία διαχρονική «συντροφιά» σε κάθε του νέο ξεκίνημα.


Έγινε γνωστός αμέσως για την ευκολία στο σκοράρισμα, αφού σε όλη του την καριέρα πέτυχε 44 γκολ, αλλά το πιο σημαντικό ήταν η επιθυμία του να παίζει ως λίμπερο. Σε αυτόν στηρίχτηκε και το τακτικό πλάνο της εθνικής Κολομβίας. Ήταν ένα σχέδιο που το πλήρωσε η Κολομβία, όπως το περίφημο σφάλμα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, όπου ο Ροζέ Μιλά (Albert Roger Mooh Miller, “Roger Milla”) του κλέβει την μπάλα και σκοράρει. Ο κόουτς Ματουράνα είχε δηλώσει: «δεν θυμώσαμε, επειδή είχε εκφράσει την κολομβιανή ψυχή»!


«Άλλος κόσμος, αφεντικό»

Υπό τις οδηγίες του Ματουράνα λάμπει. Στο Γουέμπλεϊ το 1988, ο Μπόμπι Ρόμπσον (Sir Robert William "Bobby" Robson) είχε δηλώσει μετά το τέλος του παιχνιδιού: «Έφυγε από την περιοχή 5 φορές του κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μάρκαρε τον Γκάρι Λίνεκερ (Gary Winston Lineker) έξω από την περιοχή, έκανε παιχνιδάκια με τον Πίτερ  Μπίρτσλι (Peter Andrew Beardsley)» και όταν ο Ρόμπσον ρώτησε τον Στιβ Μακμάχον (Stephen Joseph "Steve" McMahon), τι του είπαν οι Κολομβιανοί, εκείνος απάντησε: «Τίποτα. Άλλος κόσμος, αφεντικό»! Από το 1989, ο «τρελός» έγινε πραγματικά διάσημος. Η δημοτικότητα εκτοξεύτηκε και στο μουντιάλ του 1990 έκλεψε την παράσταση. Ο Ματουράνα είχε δηλώσει μετά την κλήρωση για τον όμιλο: «σε αυτόν τον όμιλο υπάρχουν οι ιδιοφυίες και οι τρελοί. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona) και ο Ρενέ Χιγκίτα!»


Το Μπακότερμα

Η εθνική Κολομβίας ήταν άλλη ομάδα με τον Χιγκίτα. Η ικανότητά του να παίζει με την μπάλα στα πόδα μακριά από το τέρμα έδινε την τακτική πολυτέλεια να ανεβάζει τις γραμμές και να δίνει ουσιαστικά αριθμητικό πλεονέκτημα. Κοινώς ο Ρενέ έπαιζε μπακότερμα (Ναι! Αυτό που παίζαμε πιτσιρικάδες, όταν δεν συμπληρώναμε! …) σε ΥΨΗΛΟΤΑΤΟ επίπεδο! Η πρωτοπορία του αυτή σφυρηλάτησε και την υπόλοιπη ομάδα, αφού με τον Χιγκίτα η Κολομβία γνώρισε τις καλύτερες ποδοσφαιρικές μέρες, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Με τον Χιγκίτα πίσω τους, η αμυντική γραμμή γινόταν συμπαγέστερη, είχε περισσότερες επιλογές στην ανάπτυξη και απειλούσε τον αντίπαλο. Το κέντρο ήταν δημιουργικότερο και η επίθεση απελευθερωνόταν δημιουργικά. Η καινοτομία μπορεί να συγκριθεί τακτικά και στρατηγικά με τον Άγιαξ του 1974!


Η κορυφή και η αρχή του τέλους

Πάντα αυτό γίνεται όταν νομίζεις ότι έχεις πιάσει κορυφή. Στα καλύτερά του,  ο «τρελός» βρέθηκε από το 1987 μέχρι το 1990. Υπό τις οδηγίες του Μαρουράνα έπαιξε στη Νασιονάλ και στην εθνική Κολομβίας, έλαμψε και πραγματοποίησε αυτό που θα ζήλευε κάθε ποδοσφαιριστής: έβγαλε την προσωπικότητά του και λατρεύτηκε για αυτήν. Το 1989, ιδιαίτερα, η Ατλέτικο Νασιονάλ του Μεντεγίν, έγινε η πρώτη κολομβιανή ομάδα που κατακτά το Κόπα Λιμπερταδόρες, όταν κέρδισε στα πέναλτι 5-4 την Ολύμπια της Ασουνσιόν, με τον «τρελό» να πιάνει 4. Τον Οκτώβρη, η Κολομβία επέστρεψε στο Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά το 1962, ενώ τον Δεκέμβρη, στο Διηπειρωτικό, έχασε στις καθυστερήσεις από τη Μίλαν του Αρίγκο Σάκι (Arrigo Sacchi), με τον Χιγκίτα να είναι στο κέντρο και να ντριπλάρει τους αντίπαλους… χάφ!


Το 1990 έπιασε την κορυφή. Εδραιωμένος πια και φημισμένος μπήκε στο αεροπλάνο και μαζί με τον μέντορά του, τον Ματουράνα, προσγειώθηκε στην Ιταλία. Η πρόκληση ήταν ήδη εκεί, η παράσταση είχε προετοιμαστεί, το κοινό ψοφούσε για Χιγκίτα, η Κολομβία πήγαινε με ελπίδες για τη διοργάνωση. Ο «τρελός» δεν απογοήτευσε κανέναν μέχρι που ο βετεράνος Μιλά, αφού είχε ήδη σκοράρει στην αρχή της παράτασης, εκμεταλλεύθηκε το μοιραίο λάθος που στιγμάτισε τον Χιγκίτα μέχρι το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Ήταν στην παράταση, η άμυνα της Κολομβίας είχε ανάβει ψηλά και ο Χιγκίτα άλλαζε πάσες με το δεξί μπακ. Το Καμερούν πίεσε, ο Μιλά του έκλεψε την μπάλα και προχώρησε προς την κενή αστεία. Μάταια η προσπάθεια του Χιγκίτα να τον προλάβει με ένα τάκλιν, αλά λίμπερο. Κάπου εκεί τελείωσαν όλα για τον Χιγκίτα. Σε αυτό το αποτυχημένο τάκλιν, ο διαβασμένος φίλαθλος μπορούσε να διακρίνει την κάθοδο, ένα μοιραίο λάθος από το οποίο δεν θα ξεκολλούσε ποτέ.


Τα κολλητιλίκια με τον Εσκομπάρ και η πτώση

Το 1991 ακολούθησε τον Ματουράνα στην Ρεάλ Βαγιαδολίδ, αλλά το πέρασμα δεν ήταν επιτυχημένο και επέστρεψε στη Νασιονάλ. Τον Μάιο του 1993 ενεπλάκη στο σκάνδαλο της απαγωγής της 11χρονης κόρης του Κάρλος Μολίνα, συνεργάτη του βαρόνου των ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ. Φυλακίστηκε για συμμετοχή σε απαγωγή, αφού ενεργώντας ως ενδιάμεσος ο κολομβιανός τερματοφύλακας ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την απελευθέρωση της κόρης του. Ο Χιγκίτα πήρε 64.000 δολάρια για τις υπηρεσίες του, που σημαίνει ότι παρανόμησε, αφού επωφελήθηκε από μια απαγωγή. Είχε φυλακιστεί για 7 μήνες, ποινή μη εξαγοράσιμη. Σχολιάζοντας την υπόθεση, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι «είμαι ένας ποδοσφαιριστής, δεν ήξερα τίποτα για τους νόμους περί απαγωγής». Λόγω της φυλάκισης δεν ταξίδεψε στην Αμερική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994! Τον Μάρτιο επιβεβαιώθηκε ότι θα μείνει έξω. «Έχει προβλήματα που δεν μπορούμε να λύσουμε», δηλώνει ο Ματουράνα. «Μου κλέψανε την ευκαιρία να είμαι μαζί με την οικογένειά μου, την εθνική ομάδα» αντιμίλησε ο «τρελός» στο Sports Illustrated το 2008 και «όταν τελικά αποδείχθηκα αθώος δεν είπαν σχεδόν τίποτα. Δεν ξέρει ο κόσμος ότι είμαι αθώος».


Ο Σκορπιός

Για την εθνική έπαιξε ξανά το 1995 για το Κόπα Αμέρικα και όλα έδειχναν πως θα ξαναπρωταγωνιστήσει, αφού η Κολομβία τερμάτισε 3η. Εκείνη τη χρονιά σε ένα ισόπαλο και αδιάφορο 0-0 φιλικό με την Αγγλία, έκανε τον Σκορπιό. Η φήμη του αναζωπυρώθηκε και φάνηκε πώς η παράσταση δεν είχε τελειώσει για τον εκκεντρικό perfomer. Σε μία συνέντευξή του, σε τηλεοπτικό κανάλι της Κολομβίας, ο Χιγκίτα εξήγησε πώς του ήρθε η ιδέα για την κίνηση του Σκορπιού: «Κάναμε μία τηλεοπτική διαφήμιση και κάποιο από τα παιδιά έκανε ένα από τα κόλπα με τη μπάλα στο στήθος του και πίσω από την πλάτη του. Έτσι αποφάσισα να το κάνω και εγώ. Στην αρχή δεν ήξερα πώς θα αντιδράσει ο κόσμος, αλλά εκείνη τη στιγμή ο σκορπιός βγήκε από μέσα μου». Οι θαυμαστές και οι φίλοι του, βλέποντας το τηλεοπτικό, του ζητούσανε επίμονα να επαναλάβει το κόλπο σε ένα πραγματικό αγώνα. Παρά την εκκεντρικότητά του κανείς δεν πίστευε πραγματικά ότι θα δοκίμαζε την κίνηση του σκορπιού, μέχρι που ήρθε η 6η Σεπτεμβρίου του 1995.


Με τις μνήμες από την δολοφονία του Πάμπλο Εσκομπάρ, λίγους μήνες πριν, ακόμη νωπές και ενώ προσπαθούσε να χτίσει από την αρχή, την ποδοσφαιρική και προσωπική του υπόληψη, ήρθε ο φιλικός αγώνας με την Αγγλία, στο παλαιό Γουέμπλεϊ.  Η εθνική ομάδα και πολύ περισσότερο, ο λαός πίσω στην Κολομβία, είχε ανάγκη, από μία σπουδαία παράσταση. Ο Κάρλος Βαλντεράμα (Carlos Valderrama) και ο Φαουστίνο Ασπρίγια (Faustino Asprilla), ήταν οι επικρατέστεροι για να την προσφέρουν, αλλά ο Χιγκίτα τους έκλεψε κυριολεκτικά την δόξα. Η μπάλα έφυγε από τα πόδια του Τζέιμι Ρέντκναπ (Jamie Redknapp), σε κάτι που ξεκίνησε σαν σέντρα, αλλά κατέληξε να πάρει τροχιά προς την εστία της Κολομβίας. Ο Higuita φάνηκε για ένα μόνο κλάσμα του δευτερολέπτου, να το σκέφτεται. Αμέσως μετά, έκανε ένα βήμα πίσω και εκτινάχθηκε προς τα εμπρός, σε μια κίνηση, που θυμίζει τους σημερινούς skydivers. Τα πόδια του, σαν άλλο κεντρί σκορπιού, γύρισαν προς το κεφάλι του και απομάκρυναν με εντυπωσιακό τρόπο την μπάλα.


Ο Higuita σηκώθηκε αμέσως και ύψωσε τα χέρια του, δείχνοντας στους συμπαίκτες του τον επόπτη, ο οποίος όμως δεν είχε υποδείξει οφσάιντ! Ο Ρενέ προσπάθησε να δικαιολογήσει την ενέργεια του, αλλά είναι βέβαιο ότι βαθιά μέσα του, ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος. Με αυτοπεποίθηση που ταίριαζε σε έναν απόλυτο σταρ, πραγματοποίησε ένα από τα εκπληκτικότερα ποδοσφαιρικά κόλπα όλων των εποχών. Το πλήθος των 20.038 ανθρώπων που είχε συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει το φιλικό ξετρελάθηκε! Και το θαύμα έγινε! Όλο το στάδιο έμεινε… παγωτό! Ο φλεγματικός σχολιαστής, με τον βρετανικό αξεπέραστο τρόπο σχολίασε: «Παναγία μου! Έχετε δει ποτέ κάτι τέτοιο στη ζωή σας από έναν τερματοφύλακα;»



Το 1996 ανακοίνωσε ότι θα αποσυρθεί λόγω της φόρμας του και πράγματι έμεινε εκτός δράσης για 6 μήνες. Η βόμβα στο σπίτι του στη Μπογκοτά τον Ιανουάριο του 1997 τον ανάγκασε να μετακομίσει στο Μέξικο από το οποίο επέστρεψε τον Οκτώβριο του 1998 και υπόγραψε τελικά για την Ιντεπεντιέντε του Μεντεγίν το 1999. Αυτή τη χρονιά αποσύρθηκε και από το διεθνές ποδόσφαιρο, έχοντας σημειώσει 7 γκολ σε 68 διεθνείς συμμετοχές. Αφού γυρολόγησε, τον Οκτώβριο του 2002 τιμωρήθηκε για 6 αγώνες αφού βρέθηκε θετικός σε ένα τεστ κοκαΐνης. Έφυγε για το γειτονικό Εκουαδόρ για λογαριασμό της Άουκας, αλλά τον Ιανουάριο του 2004 πιάστηκε ξανά για κοκαΐνη και ο πρόεδρος της ομάδας του τελειώνει την ιστορία Χιγκίτα.

Ένας «τρελός» στο γυαλί

Από το 2005 δοκίμασε την τύχη του στην τηλεόραση. Ούτως ή άλλως θα ήταν πολύ δύσκολο για έναν τέτοιο σταρ να μείνει εκτός σκηνής μακριά από οποιαδήποτε φώτα δημοσιότητας. «Έκανα αποτοξίνωση» είχε δηλώσει. «Ευτυχώς που βρήκα την τηλεόραση ως διέξοδο». Κάπου εκεί ξεκίνησε τα Reality shows για να ακολουθήσουν όλων των ειδών οι ακρότητες, όπως survivor και άλλα τηλεοπτικά shows που τον διατήρησαν στο προσκήνιο. Τον Αύγουστο του 2007, λίγο πριν τα 41α γενέθλια του, επιχείρησε τη μεγάλη επιστροφή. Υπόγραψε για την Γκάουρος, μία ομάδα από τη Βενεζουέλα, αλλά το εγχείρημα δεν τράβηξε. Υποστήριξε ότι δεν πληρώθηκε παρά μόνο για τον 1ο μήνα από ένα ετήσιο συμβόλαιο και έφυγε από την ομάδα. «Δεν μπορούν να πούνε κουβέντα» δήλωσε και υπέγραψε για την 2ης κατηγορίας Ριονέγκρο.


Τον Ιανουάριο του 2010 κρέμασε τα γάντια του (και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια) σε ένα αποχαιρετιστήριο παιχνίδι όπου μάλιστα δοκίμασε για τελευταία φορά την κίνηση του σκορπιού.





PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Millonarios Fútbol Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1985: Millonarios Fútbol Club, 16 (7)
  • 1986–1992: Club Atlético Nacional, 112 (1)
  • 1992: Real Valladolid Club de Fútbol, 15 (2)
  • 1993–1997: Club Atlético Nacional, 69 (1)
  • 1997/98: Club Deportivo Tiburones Rojos de Veracruz, 30 (2)
  • 1999–2000: Deportivo Independiente Medellín, 20 (11)
  • 2000/01: Real Cartagena Fútbol Club, 21 (0)
  • 2001/02: Club Deportivo Popular Junior F.C. S.A, 4 (0)
  • 2002/03: Corporación Social, Deportiva y Cultural de Pereira, 13 (0)
  • 2004: Sociedad Deportiva Aucas, 35 (3)
  • 2005: Bajo Cauca (Corporación Deportiva Itagüí Ditaires), 13 (1)
  • 2007: Club Deportivo Lara, 10 (5)
  • 2008: Deportivo Rionegro (Leones Fútbol Club Urabá), 10 (3)
  • 2008–2010: Corporación Social, Deportiva y Cultural de Pereira, 12 (5)
Σύνολο καριέρας: 380 (41)

Διεθνής

  • 1987–1999: Κολομβία, 68 (3)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Atlético Nacional
  • Copa Libertadores: 1989 και φιναλίστ το  1995.
  • Copa Interamericana: 1990.
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: φιναλίστ το  1989.
  • Πρωτάθλημα Κολομβίας: 2 (1991, 1994)

Διεθνείς

  • Copa America: 3η θέση: 2 (1993, 1995)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσό Παπούτσι ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2009

ΠΗΓΗ: cobrasports.gr

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Τζιουζέπε Μεάτσα: Ο ανεπανάληπτος Πεπίνο

Ο Ιταλός επιθετικός ή και μεσοεπιθετικός Τζιουζέπε Μεάτσα (Giuseppe "Peppino" Meazza) γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1910 στο Μιλάνο. Επίσης γνωστός ως «Il Balilla», σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του, έπαιξε κυρίως για την Ίντερ του Μιλάνου στη δεκαετία του 1930, σκοράροντας 242 γκολ σε 365 παιχνίδια για τον σύλλογο, κατακτώντας 3 τίτλους της ιταλικής Serie A, καθώς και το Κύπελλο Ιταλίας. Αργότερα, έπαιξε επίσης για την αιώνια αντίπαλο, τη Μίλαν, καθώς και τη Γιουβέντους, εκτός από τις θητείες του στη Βαρέζε και την Αταλάντα. Σε διεθνές επίπεδο, οδήγησε την Ιταλία στη κατάκτηση 2 συνεχόμενων Παγκοσμίων Κυπέλλων: το 1934 στα γήπεδα της πατρίδας του και το 1938 στη Γαλλία ως αρχηγός. Ονομάστηκε μέλος της Ιδανικής 11άδας και κέρδισε το βραβείο του Καλύτερου Παίκτη του Τουρνουά (Χρυσή Μπάλα) στη διοργάνωση του 1934. Μαζί με τον Τζιοβάνι Φεράρι (Giovanni Ferrari) και τον Εράλντο Μοντζέλιο (Eraldo Monzeglio), είναι ο ένας από τους μόλις τρεις Ιταλούς παίκτες που έχουν κερδίσει 2 Παγκόσμια Κύπελλα. Μετά την απόσυρσή του, υπηρέτησε ως προπονητής της εθνικής ομάδας της Ιταλίας και για αρκετές ιταλικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων της Ίντερ, της Αταλάντα, της Προ Πάτρια, καθώς και της τουρκικής Μπεσίκτας, ενώ ήταν ο προπονητής της Ιταλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 .


Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Καλύτερους Παίκτες της γενιάς του, ως ένας από τις Μεγαλύτερους Όλων Των Εποχών, καθώς και από πολλούς ως ο Μεγαλύτερος Ποτέ Ιταλός Παίκτης. Λόγω των τεχνικών ικανοτήτων του, της παραγωγικότητας στο σκοράρισμα και της δημιουργικής ικανότητας, συχνά αναφέρεται με το παρατσούκλι «Il Genio» (Η Ιδιοφυΐα) από τον ιταλικό Τύπο κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Κατατάσσεται ως ο 4ος Καλύτερος Παίκτης στην Ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ένας παραγωγικότατος επιθετικός, κέρδισε 3 φορές στην καριέρα του το βραβείο του Κορυφαίου Σκόρερ στην ιταλική Serie A. Με 216 γκολ, είναι ο 4ος Υψηλότερος Σκόρερ Όλων Των Εποχών στην κορυφαία ιταλική κατηγορία, μαζί με τον Ζοζέ Αλταφίνι (José Altafini), ενώ με 33 γκολ, είναι επίσης ο 2ος Υψηλότερος Σκόρερ για την ιταλική εθνική ομάδα. Με 338 γκολ συνολικά, είναι ο 3ος Υψηλότερος Ιταλός Σκόρερ σε όλες τις διοργανώσεις. Το Στάδιο Σαν Σίρο, το κύριο στάδιο του Μιλάνου, το οποίο μοιράζονται οι δύο τεράστιοι σύλλογοι της πόλης, επίσημα ονομάζεται Stadio Giuseppe Meazza προς τιμήν του. Το 2011, μεταθανάτια εγκαταστάθηκε στο ιταλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame.

«Il Balilla»: ψευδώνυμο με αιτία!

Όταν ήλθε στον κόσμο, η Ευρώπη βρίσκεται στα πρόθυρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και ο πατέρας του μικρού Τζιουζέπε, φεύγει για το μέτωπο απ’ όπου δεν θα επιστρέψει ποτέ. Η μητέρα του τον μεγάλωσε μόνη της και για να τα βγάλει πέρα, αναγκάζεται να πουλάει φρούτα στην αγορά του Μιλάνου, έχοντας ως μοναδικό της στήριγμα τον μοναχογιό της. Ωστόσο, τα απογεύματα όταν η αγορά έκλεινε, ο μικρός «Πεπίνο» έβρισκε πάντα χρόνο, για να ασχοληθεί με τα μυστικά της «στρογγυλής θεάς». Του έκρυβε τα ποδοσφαιρικά παπούτσια, ώστε να μην αποσπάται από το διάβασμα στο σχολείο, κάτι όμως που γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο όσο ο νεαρός Μεάτσα μεγάλωνε και ανακάλυπτε, αυτός και όσοι τον παρακολουθούσαν, πως πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση. Έτσι, αργά η γρήγορα, παρακάμπτοντας τις οδηγίες της μητέρας του, πραγματοποίησε την «εκκίνηση» του σε ηλικία 12 ετών στην Γκλόρια, με το πρώτο ζευγάρι παπούτσια να είναι δώρο ενός οπαδού!

Το ταλέντο ήταν κάτι που περίσσευε σε αυτό το παιδί, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους ανθρώπους της Ίντερ, οι οποίοι χωρίς δεύτερη σκέψη τον ενέταξαν στο δυναμικό της ομάδας. Ήταν μόλις 14 ετών, όταν φόρεσε για πρώτη φορά τα χρώματα των «νερατζούρι». Δούλευε από την ηλικία των 12 χρόνων σε εργοστάσιο. Τα δύο πρώτα χρόνια (από τα 14 έως τα 16) η Ίντερ τον κράτησε για να τον ταΐσει και να « … βάλει λίγο κρέας επάνω του». Ξεκινώντας απ' την αρχή να αγωνίζεται στην κορυφή της επίθεσης, ξεχώρισε για την ικανότητα του στο σκοράρισμα και την τεχνική του κατάρτιση. Αυτά τον οδήγησαν σε ηλικία μόλις 17 ετών στην ανδρική ομάδα της Ίντερ, κάτι που όμως αρχικά έγινε δεκτό με δυσπιστία. Ο Λεοπόλντο Κόντι (Leopoldo Conti), παίκτης της Ίντερ, στο άκουσμα της κλήσης του 17χρονου Μεάτσα στην ομάδα είπε: «… φαίνεται πως σε λίγο θ' αρχίζουμε να τους μαζεύουμε απ' το νηπιαγωγείο!», παραπέμποντας στην Εθνική Όπερα Μπαλίλα, τη φασιστική οργάνωση που επί Μπενίτο Μουσολίνι έκανε παιδομάζωμα σε κάθε νεαρό Ιταλό ηλικίας 8 έως 14 ετών! Έτσι, του απέδωσε το ψευδώνυμο «Il Balilla», σύντομα όμως θα αναγκαζόταν να ανακαλέσει τον βιαστικό υποτιμητικό χαρακτηρισμό!


Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1927, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του κόντρα στην Αθλητική Ένωση του Μιλάνου για το «Κύπελλο Βόλτα» στο Κόμο, πετυχαίνοντας 2  γκολ στη νίκη της Ίντερ με 6-2. Την επόμενη μέρα η «Gazzetta dello Sport» του επιφύλασσε αποθεωτικούς χαρακτηρισμούς, κάτι παράδοξο για πρωτοεμφανιζόμενο παίκτη: «Πανέξυπνος, φρέσκος, γρήγορος». Παράλληλα, δεχόταν κι από άλλους μεγάλους της εποχής εκείνης, όπως του Τζίπο Βιάνι (Giuseppe "Gipo" Viani), ευμενή σχόλια για την ποδοσφαιρική του αξία. Σε όλους έκανε εντύπωση η αντίληψη και η ευφυΐα του, οδηγώντας αναπόφευκτα στην απονομή ενός ακόμα τιμητικού ψευδωνύμου: «Il Genio», ο ιδιοφυής.

Ένας σταρ πριν την εποχή του

Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως αποτέλεσε, αν όχι τον πρώτο, έναν απ' τους πρώτους σταρ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Οδηγούσε μια καμπριολέ, έπινε σαμπάνια και λάτρευε τις γυναίκες, ενώ ήταν ο μόνος παίκτης της «σκουάντρα ατζούρα» στον οποίο επιτρεπόταν το κάπνισμα. Το αρχοντικό στυλ στο παιγνίδι του, γεμάτο ντρίπλες και φαντεζί ενέργειες, συνηγορεί στον χαρακτηρισμό μιας μορφής «προγενέστερου» σούπερ - σταρ, ενώ σε κανέναν μάλλον δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως ξεχώριζε για τις ικανότητες του στον χορό και ειδικότερα στο τάνγκο....


Το ιταλικό ποδόσφαιρο φημίζεται παλαιόθεν για τη σκληρότητα και την τραχύτητα των αμυντικών. Έτσι, μόνο αποθέωση θα μπορούσε να επιφέρει για τον Μεάτσα το ταλέντο που είχε να ξεπερνά κάθε αμυντικό με ευκολία και να αποτελεί άπιαστο στόχο για τις αντίπαλες ομάδες. Το «γκολ αλα Μεάτσα» έγινε χαρακτηριστική φράση που χαρακτήριζε οποιοδήποτε τέρμα πετύχαινε κάποιος μετά από πολλές ντρίπλες γεμάτες φαντασία, ενώ του αποδίδεται και η κίνηση να προσπερνά όποιον βρίσκει μπροστά του, να φτάνει μπροστά απ' τη γραμμή του τέρματος και να προσκαλεί τον τερματοφύλακα για να τον ντριμπλάρει πάλι! Ο ίδιος όριζε ακριβώς που ήθελε να στείλει τη μπάλα, έχοντας την ικανότητα να ελέγχει τη μοίρα της φάσης και των ενεργειών του, εξ ου και -λέγεται πως- έχει πει πως «δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' το να χάνεις ένα πέναλτι κόντρα σε έναν τερματοφύλακα που απλά το αποκρούει τυχαία».

Καριέρα - «παραμύθι»

Με τη φανέλα της Ίντερ, έμελλε να καθιερωθεί ως ο πιο φημισμένος Ιταλός ποδοσφαιριστής στο εξωτερικό την εποχή που αγωνίστηκε. Σε 365 εμφανίσεις του με τα χρώματα των «νερατζούρι» πέτυχε 243 γκολ. Η Χούντα του Μουσολίνι είχε αναγκάσει το σύλλογο του Μιλάνου ν’ αλλάξει την ονομασία του από Ίντερ σε Αμπροζιάνα (Ambrosiana), χωρίς αυτό βέβαια να εμποδίσει τον νεαρό Μεάτσα να συμμετάσχει στο πρώτο πρωτάθλημα της ζωής του στη Serie A, σημειώνοντας μάλιστα 31 γκολ σε 33 παιχνίδια, ρεκόρ ανεπανάληπτο για τα δεδομένα της εποχής. Με αυτήν την εξαιρετική επίδοση,  έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο πρωτάθλημα που κατέκτησε η Ίντερ το 1930, το πρώτο μετά από μια δεκαετία, στο οποίο οι «νερατζούρι» ξεκίνησαν ως αουτσάιντερ πίσω από τη Γιουβέντους, τη Μπολόνια, τη Τζένοα και την Τορίνο. Όμως με αυτά τα 31 γκολ του Μεάτσα, τα περισσότερα που έχει πετύχει ποτέ παίκτης στη Serie A’ στην πρώτη του χρονιά, έκοψαν πρώτοι το «νήμα».

Ταυτίστηκε με τη φανέλα της Ίντερ, την οποία δόξασε για 14 χρόνια (1927 - 1940 και 1946/47 ως παίκτης - προπονητής). Αγωνίστηκε τόσο στη Μίλαν (1940 - 1942) όσο και στη Γιουβέντους (1942/43), καθώς επίσης στη Βαρέζε (1944) και την Αταλάντα (1945/46), όμως στη συλλογική μνήμη των τιφόζι μόνο οι «νερατζούρι» αισθάνονται πως μιλούν για το δικό τους σύμβολο! Συνολικά σκόραρε 269 γκολ στα 440 παιχνίδια του στη Serie A’, ενώ με τη φανέλα της  Ίντερ αναδείχθηκε 3 φορές πρώτος σκόρερ της  Serie A’, τη περίοδο 1929/30 με 31 γκολ, την περίοδο 1935/36 με 25 γκολ σε πρωτάθλημα 16 ομάδων και την περίοδο 1937/38 με 20 γκολ, πάλι σε πρωτάθλημα 16 ομάδων. Ο Μεάτσα ολοκλήρωσε την καριέρα του σε ηλικία 38 ετών το 1948 φορώντας την φανέλα της αγαπημένης του Ίντερ.

Οι προκλήσεις

Κατά τη διάρκεια της σεζόν το 1933, ο Τζιανπιέρο Κόμπι (Gianpiero Combi), αρχηγός της Εθνικής Ιταλίας και τερματοφύλακας της Γιουβέντους, προκάλεσε τον Μεάτσα πως δεν μπορούσε να του βάλει γκολ. Ο Μεάτσα αποδέχθηκε την πρόκληση και σε μια προπόνηση της Εθνικής Ιταλίας σκόραρε με ένα απίθανο σουτ, κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με τα πόδια του σαν να οδηγεί ποδήλατο («bicycle kick»). O Κόμπι, μη μπορώντας να το ανεχθεί, τον προκάλεσε λέγοντας πως δεν μπορούσε να το ξανακάνει. Έτσι, στον αγώνα μεταξύ της Ίντερ και της Γιουβέντους στην Αρένα Σιβίκα για το πρωτάθλημα, το Μάιο του 1933, ο Μεάτσα απάντησε σκοράροντας δις! Το πρώτο γκολ ήταν ίδιο με αυτό που του έβαλε στην προπόνηση, ενώ στο δεύτερο πέρασε πολλούς αμυντικούς, έφτασε απέναντι από τον Κόμπι, προσποιήθηκε, τον προσπέρασε και πλάσαρε σε κενή εστία. Τότε ο Κόμπι σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι του, σε μια ένδειξη μεγαλοθυμίας και αναγνώρισης της αξίας ενός αντιπάλου που για τους περισσότερους - αν όχι, μετά απ' αυτό, για όλους - έμοιαζε ανίκητος!

Υπήρξε φλογερός σε ταμπεραμέντο, σε προσωπικότητα και αξία ποδοσφαιριστής. Στο Μιλάνο, ως επί σειρά ετών παίκτης της Ίντερ, «μισήθηκε» όσο κανείς από τους οπαδούς της Μίλαν, όμως αυτό δεν ενόχλησε πολύ. Άλλωστε λίγο πριν κρεμάσει τα παπούτσια του, ο υπέροχος κυνηγός φρόντισε να παίξει σχεδόν για 2 περιόδους στην «μεγάλη αντίπαλο», την Μίλαν. Όσο για το κλασικό γεγονός της καριέρας του στο καμπιονάτο, αυτό αφορά περιπέτεια με ροζ προεκτάσεις αλλά και απίστευτη απόδειξη των ικανοτήτων του Μεάτσα …

 Έπαιζαν Ίντερ - Μίλαν, ντέρμπι δηλαδή, και ο πυρετός ήταν στο φόρτε του. Λίγο πριν από την έναρξη, ο προπονητής της Ίντερ διαπίστωσε ότι ο Τζιουζέπε δεν βρισκόταν στα αποδυτήρια. Πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα τον δήλωνε στο φύλλο αγώνα, θα ξεκινούσε την αναμέτρηση με … 10 παίκτες και ­ στο μεταξύ ­ ομάδα «ερευνητών» θα επιχειρούσε να τον ανακαλύψει, ώστε να τον φέρει στο γήπεδο και να παίξει ­ όσο παίξει! Πράγματι, έτσι έγινε. Η Ίντερ μπήκε στο τερέν με 10 παίκτες και λίγο πριν λήξει το πρώτο μέρος βρέθηκε να χάνει 3-0. Στο μεταξύ οι... ποδηλάτες είχαν καταφέρει να βρουν τον Μεάτσα. Βρισκόταν σε... ημικεντρικό ξενοδοχείο με δύο φιλενάδες του! Όμως, μόλις πληροφορήθηκε ότι η ομάδα του έχανε με 3-0, δεν είχε αντίρρηση να τις αφήσει στα κρύα του λουτρού και επιστρέψει για βοήθεια! Το δεύτερο μέρος του ντέρμπι επιφύλαξε σκληρή ειρωνεία για την Μίλαν και τους οπαδούς της. Με τέσσερα γκολ του (... κατάκοπου από τις εξωγηπεδικές ασχολίες) Μεάτσα, η Ίντερ γύρισε το ματς: 4-3.

«Αστέρι» και στην Εθνική

Ακόμα και ο συνήθως «ανηλεής» εθνικός προπονητής Βιτόριο Πότσο (Vittorio Pozzo) πιάστηκε στη σαγήνη που ασκούσε ο Μεάτσα, καλώντας τον 19χρονο να κάνει το διεθνές ντεμπούτο του στην εθνική στον αγώνα με την Ελβετία στη Ρώμη, στις 9 Φεβρουαρίου του 1930, όπου οι Ιταλοί έφτασαν στη νίκη με 4-2, με δυο δικά του γκολ. Αλλά τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα για τον διάσημο «Πεπίνο» του ιταλικού ποδοσφαίρου. Στις 11 Οκτωβρίου του 1930, η Ιταλία αντιμετωπίζει την πανίσχυρη τότε Ουγγαρία στην Βουδαπέστη, την οποία και συντρίβει 5-0, με τον 20χρονο τότε Μεάτσα, να πετυχαίνει χατ-τρικ. Μέχρι να κλείσει τα 20 χρόνια ζωής, είχε σκοράρει για λογαριασμό των Ατζούρι το ρεκόρ των 10 γκολ σε 7 εμφανίσεις!  Όταν λοιπόν 4 χρόνια αργότερα, η Ιταλία διοργάνωσε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1934, ο 24χρονος Μεάτσα μετρούσε ήδη 20 διεθνή ματς στην εθνική, με τις προσδοκίες όλων να είναι αυξημένες για την πορεία των Ατζούρι στο Μουντιάλ.


Και σαν να μην έφτανε η πίεση των οπαδών, ο φασίστας ηγέτης Μπενίτο Μουσολίνι, αναγορεύει τη νίκη της ομάδας σε «επιτακτική ανάγκη», ενσταλάζοντας τον φόβο της αποτυχίας στους Ατζούρι. Παρά ταύτα, ο Μεάτσα δεν καταλάβαινε από αυτά και οδήγησε αγέρωχα την ομάδα του στον απόλυτο θρίαμβο: νίκη κατά των ΗΠΑ με 7-1 στο εναρκτήριο ματς, με τον Μεάτσα να πετυχαίνει το μόνο γκολ στα προημιτελικά με την Ισπανία, οδηγώντας έτσι την ομάδα στην ημιτελική φάση. Κι εκεί, από δική του πάλι ενέργεια θα περάσει η Ιταλία το δύσκολο ματς με την Αυστρία, φέρνοντας τους Ατζούρι στον τελικό. Θα λάμψει για άλλη μια φορά, καθώς παρά την ισοπαλία με 1-1, πάλι από δική του ενέργεια θα προκύψει το γκολ που θα στείλει την Ιταλία στα ουράνια και θα είναι εκεί για να σηκώσει το βαρύτιμο τρόπαιο μέσα στη Ρώμη, επικρατώντας στον τελικό της Τσεχοσλοβακίας με 2-1.


Ο ιταλός θρύλος ήταν επίσης σε φανταστική φόρμα όταν έφερε την ομάδα του στα γήπεδα της Γαλλίας για να υπερασπιστούν τον τίτλο τους στο Μουντιάλ του 1938. Τη σεζόν μάλιστα αυτή, είχε σκοράρει στον σύλλογό του 28 γκολ σε 30 ματς, τίποτα λοιπόν δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Παρά μόνο η αλλαγή της θέσης του, όπου και πάλι ο Μεάτσα διαπρέπει, καθώς τα περισσότερα γκολ του πρώτου σκόρερ του θεσμού Σίλβιο Πιόλα (Silvio Piola), βγήκαν από συστημένες πάσες του Μεάτσα! Το μόνο δικό του γκολ θα έρθει στα ημιτελικά με τη Βραζιλία, στην εύστοχη εκτέλεση πέναλτι που θα δώσει τη νίκη στην Ιταλία. Το παράξενο είναι ότι χτύπησε το πέναλτι, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατούσε το παντελονάκι για να μη του πέσει, αφού του είχε κοπεί το λάστιχο! Με τον Ντούτσε να προειδοποιεί για άλλη μια φορά τη μαυροφορεμένη πλέον Εθνική Ιταλίας (ώστε να μοιάζει με τους φριχτούς Μελανοχίτωνές του) ότι η νίκη ήταν μονόδρομος, οι Ατζούρι αντιμετωπίζουν την ισχυρή Ουγγαρία στον τελικό και φεύγουν νικητές με 4-2, σώζοντας όχι μόνο το γόητρο της φασιστικής Ιταλίας αλλά και τις ίδιες τους τις ζωές.


Τα κερδισμένα για τη «σκουάντρα ατζούρα» Παγκόσμια Κύπελλα του 1934 και του 1938, φέρουν από κάτω φαρδιά - πλατιά την «υπογραφή» του, αφού εκτός από αρχηγός, έγινε και ο πρώτος παίκτης μαζί με τους Τζιοβάνι Φεράρι (Giovanni Ferrari), Γκουίντο Μασέτι (Guido Masetti) και Εράλντο Μοντζέλιο (Eraldo Monzeglio) που κερδίζουν 2 συνεχόμενα Μουντιάλ! Έως σήμερα, κανείς άλλος Ευρωπαίος δεν έχει καταφέρει κάτι αντίστοιχο! Κατατάσσεται ως ο 4ος Καλύτερος Παίκτης στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου! Ο τελευταίος αγώνας του για την εθνική Ιταλίας, έγινε στις  20 Ιουλίου του 1939 στο Ελσίνκι, σε μια νίκη 3-2 επί της Φινλανδίας. Συνολικά με τη φανέλα της Εθνικής πέτυχε 33 γκολ σε 53 εμφανίσεις από το 1930 έως το 1939, όντας έως σήμερα 2ος σκόρερ στην ιστορία της πίσω από τον Λουίτζι Ρίβα (Luigi "Gigi" Riva) και μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τον «θρύλο» γύρω από το όνομα του. Για τον τελευταίο μάλιστα δεν επεφύλασσε πολύ επιτιμητικές κουβέντες, όταν αυτός έσπασε το ρεκόρ του ως πρώτος σκόρερ το 1973: «Αυτός ο Ρίβα είναι καλός. Έχει σκοράρει αρκετές φορές εναντίον της Τουρκίας και της Κύπρου. Σίγουρα όμως τα δικά μου γκολ ήταν πολύ πιο σημαντικά»!


Γήπεδο «Σαν Σίρο» ή αλλιώς «Τζιουζέπε Μεάτσα»!

Αργότερα και αφού είχε αφήσει πίσω του μια επιτυχημένη καριέρα ως ποδοσφαιριστής, προσπάθησε να αναδειχθεί ως δημοσιογράφος αλλά και ως προπονητής μη έχοντας όμως την ίδια επιτυχία. Διετέλεσε ως προπονητής στην Ίντερ, στην Προ Πάτρια και σε άλλες ομάδες χωρίς όμως κάτι το ιδιαίτερο. Πρωταγωνίστησε ακόμα  και σε μια κινηματογραφική ταινία «Milano miliardaria», του 1951 με βασικό σενάριο τον ποδοσφαιρικό αγώνα Ίντερ-Νάπολι.

Ο θρυλικός Τζιουζέπε Μεάτσα, άφησε την τελευταία του πνοή, στις 27 Οκτωβρίου του 1979, στο Ραπάλο, σε ηλικία 69 ετών, εξαιτίας μιας αθεράπευτης αρρώστιας. Στις 3 Μαρτίου του 1980, το γνωστό ως τότε «Σαν Σίρο» μετονομάστηκε προς τιμήν του, ως ποδοσφαιριστή αμφότερων των δύο ομάδων του Μιλάνου, καθώς και της Εθνικής Ιταλίας. Βέβαια η ονομασία «Σαν Σίρο» έχει καθιερωθεί ως πιο συχνά χρησιμοποιούμενη, ενώ ως «Τζιουζέπε Μεάτσα» το αποκαλούν συχνότερα οι οπαδοί της Ίντερ. Αναμφίβολα πάντως, με το όνομα του πλέον να έχει θέση στις καθημερινές συζητήσεις των σύγχρονων οπαδών και παρατηρητών του ιταλικού ποδοσφαίρου, ο Μεάτσα έχει περάσει στο πάνθεον του calcio, με τα κατορθώματα του να γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να ξεπεραστούν ή να λησμονηθούν...


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1927–1940: Football Club Internazionale Milano, 348 (241)
  • 1940–1942: Associazione Calcio Milan, 37 (9)
  • 1942/43: Juventus Football Club, 27 (10)
  • 1944: Varese Calcio Società Sportiva Dilettantistica, 20 (7)
  • 1945/46: Atalanta Bergamasca Calcio, 14 (2)
  • 1946/47: Football Club Internazionale Milano, 17 (2)

Διεθνής

  • 1930–1939: Ιταλία, 53 (33)

Προπονητική καριέρα

  • 1946: Atalanta Bergamasca Calcio
  • 1946–1948: Football Club Internazionale Milano
  • 1948–1949: Beşiktaş Jimnastik Kulübü
  • 1949–1951: Aurora Pro Patria 1919
  • 1952/53: Ιταλία
  • 1955/56: Football Club Internazionale Milano
  • 1957: Football Club Internazionale Milano

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την F.C. Internazionale Milano
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 3 (1929/30, 1937/38, 1939/40) και επιλαχών: 3 (1932/33, 1933/34, 1934/350
  • Κύπελλο Ιταλίας: 1938/39
  • Mitropa Cup; φιναλίστ 1933

Με την A.C. Milan
  • Κύπελλο Ιταλίας: φιναλίστ 1941/42

Διεθνείς


Με την Ιταλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 2 (1934, 1938)
  • Διεθνές Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης: 2 (1927/30, 1933/35)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Ιταλικού Πρωταθλήματος: 3 (1929/30, 1935/36, 1937/38)
  • Πρώτος Σκόρερ Mitropa Cup: 3 (1930, 1933, 1936)
  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1934
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1934
  • Μέλος του Hall of Fame του Ιταλικού Ποδοσφαίρου: 2011

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Χαβιέ Ζανέτι: Το Αγέραστο Ρυμουλκό

Ο Αργεντίνος αμυντικός ή και μέσος Χαβιέ Ζανέτι (Javier Zanetti Adelmar), γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου του 1973, στο Μπουένος Άιρες. Έχοντας ξεκινήσει την καριέρα του στην Αργεντινή, πρώτα με την Ταγιέρες και στη συνέχεια με την Μπάνφιλντ, από το 1995 έως το 2014, αγωνίστηκε στην Ίντερ του Μιλάνου, υπηρετώντας την ως αρχηγός της από το 2001. Έχοντας παίξει σε 1114 επίσημα παιχνίδια, είναι ο 5ος παίκτης από πλευράς συμμετοχών στην Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία. Επίσης, είναι ο Ξένος Παίκτης με τις Περισσότερες Συμμετοχές στην ιταλική Serie A με 615 εμφανίσεις, ενώ κατέχει την 4η θέση με τις περισσότερες εμφανίσεις στο ιταλικό πρωτάθλημα, πίσω μόνο τον Πάολο Μαλντίνι (Paolo Maldini), τον Τζιανλουίτζι Μπουφόν (Gianluigi Buffon) και τον Φραντσέσκο Τότι (Francesco Totti). Είναι ο Ρέκορντμαν Συμμετοχών στην ιστορία της Ίντερ με 858 παιχνίδια, κατακτώντας 16 τρόπαια με την ομάδα: 5 πρωταθλήματα, 4 Κύπελλα και 4 Σούπερ Καπ Ιταλίας, καθώς επίσης ένα Κύπελλο UEFA, ένα Τσάμπιονς Λιγκ και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA. Είναι και ο Ρέκορντμαν Συμμετοχών  ως Αρχηγός στο Τσάμπιονς Λιγκ με 82 αγώνες.


Με την εθνική ομάδα της Αργεντινής, έπαιξε σε 145 παιχνίδια, ο Ρέκορντμαν Συμμετοχών στην ιστορία της «αλμπιτσελέστε». Με την Αργεντινή έφτασε στον τελικό του Κόπα Αμέρικα το 2004 και το 2007 και στουε τελικούς του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών το 1995 και το 2005. Γνωστός για την ευελιξία του, ήταν το ίδιο χρήσιμος και στην αριστερή, αλλά και στη δεξιά πτέρυγα, έχοντας παίξει και στις δύο πλευρές ως full-μπακ, καθώς και σαν εξτρέμ. Μπορούσε επίσης να παίξει ως αμυντικός μέσος. Μετά την απόσυρσή του, ο σύλλογος απέσυρε τη φανέλα με το Νο 4 και τον ονόμασε αντιπρόεδρό της. Έχει ονομαστεί πρεσβευτής για τον Παιδικά Χωριά SOS στην Αργεντινή από τη FIFA, ενώ το 2005 τιμήθηκε με το βραβείο «Ambrogino d'Oro» από την πόλη του Μιλάνου για τις κοινωνικές πρωτοβουλίες του. Είναι επίσης ένας Παγκόσμιος Πρέσβης των Special Olympics.

Τα πρώτα βήματα

Γεννημένος από γονείς της εργατικής τάξης, ιταλικής καταγωγής, μεγάλωσε στην περιοχή του λιμανιού, στη περιοχή Dock Sud, μια από τις πιο διαβόητες περιοχές της πόλης.  Ο πατέρας του, Ροδόλφο ήταν ένας οικοδόμος και η μητέρα του Βιολέτα Μπονατζόλα (Violeta Bonnazola) εργαζόταν ως καθαρίστρια. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο σε διάφορες αλάνες στα προάστια της πόλης, περνώντας στο γήπεδο στον ελεύθερο χρόνο του. Όταν ήταν έφηβος, προσπάθησε να εγγραφεί στα τμήματα υποδομής της Ιντεπεντιέντε, αλλά τελικά απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι του έλειπε η σωματική διάπλαση για να πετύχει στο παιχνίδι. Αντ' αυτού, επικεντρώθηκε στο σχολείο του και εργάστηκε ως βοηθός του πατέρα του με την οικοδομή, καθώς και δουλειές του ποδαριού, όπως την παράδοση του γάλακτος και βοηθώντας στο παντοπωλείο ενός συγγενούς του.  Μετά την απόρριψη του από την Ιντεπεντιέντε, υπέγραψε στη Ταγιέρες ντε Ρεμέδιος ντε Εσκαλάδα, ένα σύλλογο στο Λανούς, στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες, που τότε αγωνιζόταν στη Β’ Κατηγορία της Αργεντινής. Μαζί τους, έπαιξε 33 αγώνες και σκόραρε ένα γκολ σε μόλις μια σεζόν, πριν μετακομίσει το 1993 στην αργεντίνικη Α’ Κατηγορία, τη Primera División για λογαριασμό της Μπάνφιλντ.


Ο 20χρονος Ζανέτι έκανε το ντεμπούτο του για την Μπάνφιλντ στις 12 Σεπτεμβρίου του 1993, σ’ έναν αγώνα εντός έδρας εναντίον της Ρίβερ Πλέιτ. Σημείωσε το πρώτο του γκολ, 17 ημέρες αργότερα εναντίον της Νιούελς Ολντ Μπόις σε έναν αγώνα που έληξε ισόπαλος 1-1. Οι εξαιρετικές επιδόσεις του για τη Μπάνφιλντ, έχουν ως αποτέλεσμα να γίνει ο πρώτος σε δημοτικότητα από τους οπαδούς στο Ελ Ταλάντρο, ενώ παράλληλα θα κερδίσει και τη πρώτη του κλήση στην εθνική ομάδα! Φυσικά, προσέλκυσε και το ενδιαφέρον των γιγάντων, της Ρίβερ Πλέιτ και της Μπόκα Τζούνιορς, αλλά αποφάσισε να παραμείνει για άλλη μια χρονιά στο σύλλογο. Το 1995, μαζί με τον συνάδελφό του Αργεντίνο κεντρικό επιθετικό της Ιντεπεντιέντε, Σεμπαστιάν Ράμπερτ (Sebastián Pascual Rambert -Ναι, αυτόν που ήλθε στον Ηρακλή το 2001!), μεταγράφηκαν στην Ιταλία, στην Ίντερ του Μιλάνου, στη πρώτη αγορά του Μάσιμο Μοράτι (Massimo Moratti) όταν ανέλαβε πρόεδρος του μεγάλου μιλανέζικου συλλόγου!

Στην Ίντερ του Μιλάνου

Βασικότατο μέλος της ομάδας για 19 ολόκληρες σεζόν και με 858 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις, είναι σήμερα ο παίκτης της ομάδας με τη πιο μακροχρόνια παρουσία και ο πρώτος σε συμμετοχές, ξεπερνώντας τον Τζιουζέπε Μπέργκομι (Giuseppe Bergomi) με 758,  στη λίστα των κορυφαίων της Ίντερ όλων των Εποχών! Καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του με τον σύλλογο, κέρδισε 16 τρόπαια, τα 15 εκ των οποίων υπό την αρχηγία του! Το Κύπελλο UEFA/Europa League του 1998, τα Κύπελλα Ιταλίας του 2005, του 2006, του 2010 και του 2011,  το ιταλικό Σούπερ Καπ του 2005, του 2006, του 2008 και του 2010, τα πρωταθλήματα τις σεζόν 2005/06, 2006/07, 2007/08, 2008/09 και 2009/10 και το UEFA Champions League της περιόδου 2009/10!


Έπαιζε 12 χρόνια, χωρίς να έχει αποβληθεί σε κανένα αγώνα. Την πρώτη φορά που αποβλήθηκε στη καριέρα του, ήταν στις 17 Φεβρουαρίου του 1999, σ’ έναν αγώνα για το Κύπελλο Ιταλίας εναντίον της Πάρμα, αλλά έσπασε το σερί του, όταν αποβλήθηκε σε αγώνα της Serie A εναντίον της Ουντινέζε, στις 3 Δεκεμβρίου του 2011. Αυτές ήταν και οι μόνο 2 φορές που αποβλήθηκε σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του στην Ίντερ! Στους «νερατζούρι», ο Ζανέτι έπαιξε υπό τις οδηγίες δεκαεννέα (19) διαφορετικών προπονητών, όντας ο μόνος παίκτης που έχει παίξει για τον σύλλογο κάτω από τόσους πολλούς προπονητές!  Έκανε το ντεμπούτο του για την Ίντερ, στις 27 Αυγούστου του 1995, με τη Βιτσέντζα στο Μιλάνο. Σκόραρε το 2ο γκολ στη νίκη με 3-0 επί της Λάτσιο στον τελικό του Κυπέλλου UEFA το 1998 στο Παρκ ντε Πρενς στο Παρίσι, τον πρώτο του τίτλο με τον σύλλογο, αφού έχει χάσει τον ίδιο τελικό την προηγούμενη σεζόν. Στις 29 Αυγούστου του 1999, βραβεύτηκε με την αρχηγία της ομάδας, παίρνοντας το περιβραχιόνιο από τον θρυλικό αμυντικό Τζιουζέπε Μπέργκομι (Giuseppe Bergomi)! Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είχε ενοχληθεί να υπογράψει για τη Ρεάλ Μαδρίτης πριν γίνει αρχηγός.


Μετά την άφιξη του Βραζιλιάνου Μαϊκόν (Maicon Douglas Sisenando), από την αρχή της σεζόν 2006/07, μεταφέρθηκε από τη θέση του δεξιού οπισθοφύλακα στη μεσαία γραμμή. Τελείωσε μια ξηρασία σε επίτευξη τερμάτων 4 ετών, όταν σκόραρε στις 5 Νοεμβρίου του 2006, σ’ έναν αγώνα εντός έδρας εναντίον της Άσκολι, αφού η προηγούμενη φορά που σκόραρε ήταν στις 6 Νοεμβρίου του 2002, σ’ έναν εκτός έδρας αγώνα εναντίον της Έμπολι. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 2006, εναντίον της Μπάγερν Μονάχου, έπαιξε τον 500ο  επαγγελματικό του αγώνα για την Ίντερ και στις 22 Νοεμβρίου του 2006, εμφανίστηκε στον 100ο του αγώνα για τις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις της UEFA, εναντίον της Σπόρτινγκ Λισαβόνας! Γιόρτασε τον 600ο του αγώνα για τους "νερατζούρι" στις 24 Σεπτεμβρίου του 2008 με μια νίκη με 1-0 επί της νεοφώτιστης Λέτσε. Λίγα λεπτά πριν από τον αγώνα, τιμήθηκε με ένα αναμνηστικό πιάτο από τον πρώην υπαρχηγό του Ιβάν Κόρδοβα (Iván Ramiro Córdoba Sepúlveda) για να σηματοδοτήσει την ειδική περίσταση.


Αν και ο Ζανέτι χαρακτηρίζεται ως αμυντικός, έπαιξε κυρίως στη μεσαία γραμμή κατά το πρώτο εξάμηνο της σεζόν 2008/09. Τις τελευταίες εβδομάδες του Οκτωβρίου του 2008, με την πορτογάλο προπονητή Ζοζέ Μουρίνιο (José Mourinho) στον πάγκο της, η Ίντερ αντιμετώπισε μια κρίση στη μεσαία γραμμή, λόγω των τραυματισμών σε βασικούς μέσους όπως ο Εστεμπάν Καμπιάσο (Esteban Cambiasso) και ο Σάλι Μουντάρι (Sulley Muntari). Αγωνίστηκε στο κέντρο για τους αγώνες εναντίον της Τζένοα και της Φιορεντίνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Μουρίνιο τον έβαζε το κέντρο λόγω της παρουσίας των Μαϊκόν, Λούσιο (Lucimar Ferreira da Silva, “Lúcio”), Βάλτερ Σάμουελ (Walter Samuel) και Κρίστιαν Κίβου (Cristian Chivu) στη τετράδα της άμυνας.


Η σεζόν 2009/10 ξεκίνησε καλά για τον Ζανέτι και την Ίντερ, ειδικά μετά από μια επιβλητική νίκη με 4-0 επί των αιωνίων αντιπάλων της Μίλαν, στο «Derby della Madonnina». Στον αγώνα εναντίον της Τζένοα, στη Γένοβα στις 17 Οκτωβρίου, ο ίδιος ξεκίνησε την αντεπίθεση που οδήγησε στο 2ο γκολ της Ίντερ, μετά από κόψιμο σε παίκτη της Τζένοα. Η Ίντερ έγινε η πρώτη ομάδα της σεζόν που θα κερδίσει με μια διαφορά 5 γκολ. Στις 24 Οκτωβρίου, έφτασε τον παίκτη θρύλο της Ίντερ, τον Τζατσίντο Φακέτι (Giacinto Facchetti) στο ρεκόρ των 476 εμφανίσεων στη Serie A, σ’ έναν αγώνα εναντίον της Κατάνια, που έληξε με νίκη 2-1 για τους «νερατζούρι». Επίσης σήμερα κατέχει το ρεκόρ συλλόγου των 149 συνεχόμενων εμφανίσεων. Η Ίντερ κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 2009/10, νικώντας στον τελικό 2-0 τη Μπάγερν Μονάχου, στις 22 Μαΐου του 2010. Αυτή ήταν η 700η εμφάνιση του Ζανέτι για την Ίντερ, που παράλληλα τον έκανε τον πρώτο παίκτη που ως αρχηγός σ’ έναν ιταλικό σύλλογο, κατακτούσε το πρωτάθλημα, το Κύπελλο Ιταλίας και το Τσάμπιονς Λιγκ!


Στις 20 Οκτωβρίου του 2010, σε ηλικία 37 ετών και 71 ημερών, έγινε ο γηραιότερος παίκτης που σκοράρει στο Champions League, πετυχαίνοντας τέρμα εναντίον της Τότεναμ, στη νίκη με 4-3 στο Giuseppe Meazza. Αυτό ήταν μόλις το δεύτερο του ποτέ γκολ στο Champions League, με το πρώτο του να σημειώνεται τον Δεκέμβριο του 1998, σε μια νίκη 2-0 εναντίον της Στουρμ Γκρατζ. Σκόραρε το ένα από τα γκολ της Ίντερ, στη νίκη τους με 3-0 επί της κορεάτικης Σεονγκνάμ στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων του 2010, το οποίο τελικά κατέκτησε, αν και η Ίντερ είχε χάσει το Ευρωπαϊκό Super Cup εκείνη τη περίοδο. Στις 19 Ιανουαρίου του 2011, ξεπέρασε τον θρύλο της Ίντερ, τον Τζιουζέπε Μπέργκομι στις εμφανίσεις στη Serie A για τον σύλλογο, με τον 520ο  αγώνα του, όλους για την Ίντερ! Στις 11 Μαΐου του 2011, έκανε τη 1000η του εμφάνισή ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αγωνιζόμενος για την Ίντερ εναντίον της Ρόμα, στον δεύτερο αγώνα των ημιτελικών για το Κύπελλο Ιταλίας! Στις 20 Σεπτεμβρίου του 2011, έκανε το ρεκόρ εμφανίσεων όλων των εποχών στη Serie A, σ’ έναν αγώνα εναντίον της Νοβάρα, ξεπερνώντας τον Μπέργκομι.


Στις 10 Μαρτίου του 2013, έπαιξε τον 600ο αγώνα του στη Serie Α, σε μια ήττα 0-1 από τη Μπολόνια στο Giuseppe Meazza. Στις 21 Απριλίου του 2014, στην εντός έδρας νίκη με 1-0 επί της Πάρμα, ο Χαβιέ Ζανέτι έπαιξε το 1100ο του επίσημο αγώνα και έγινε ο 4ος παίκτης με τις περισσότερες  εμφανίσεις όλων των εποχών. Κατέχει πλέον το ρεκόρ συμμετοχών για έναν «παίκτη-εντός-παιδιάς», πλην δηλαδή του τερματοφύλακα, στην ιστορία του ποδοσφαίρου, με 1123 παιχνίδια! Μόνον ο Βραζιλιάνος Ροζέριο Σένι (Rogério Mücke Ceni) με 1257 και ο Άγγλος Πίτερ Σίλτον (Peter Leslie Shilton) με 1362 -ΚΑΙ οι 2 τερματοφύλακες!- έχουν παίξει περισσότερα παιχνίδια! Στις 29 Απριλίου του 2014, ο πρόεδρος της Ίντερ Έρικ Τοχίρ (Erick Thohir) ανακοίνωσε ότι ο Ζανέτι θα αποσυρθεί στο τέλος της σεζόν 2013/14, για να γίνει ένας από τους διευθυντές του συλλόγου. 


Το  τελευταίο ανταγωνιστικό παιχνίδι του Ζανέτι, πραγματοποιήθηκε στο San Siro και ήταν μια νίκη 4-1 επί της Λάτσιο, στις  10 Μαΐου του 2014. Μπήκε ως αλλαγή για τον Τζόναθαν (Jonathan Cícero Moreira) στο 52ο  λεπτό και φόρεσε ένα ειδικό περιβραχιόνιο που είχε τα ονόματα όλων των παικτών που είχε παίξει μαζί, κατά τη διάρκεια της καριέρας του στην Ίντερ. Αποσύρθηκε μετά και το τελευταίο παιχνίδι της σεζόν, σε μια εκτός έδρας ήττα με 1-2 από την Κιέβο Βερόνα στις 18 Μαΐου. Τον Ιούνιο του 2014 διορίστηκε Αντιπρόεδρος του συλλόγου για τα επόμενα δύο χρόνια. Στις 4 Μαΐου του 2015, κατά τη διάρκεια ενός φιλανθρωπικού αγώνα στο San Siro, με πρώην και νυν αστέρες του ποδοσφαίρου, που οργανώθηκε από τον ίδιο τον Ζανέτι για τις εναρκτήριες εκδηλώσεις της Expo-2015 στο Μιλάνο, η Ίντερ επίσημα απέσυρε τη φανέλα με το № 4!

Στην Αλμπιτσελέστε

Έκανε το ντεμπούτο του για την εθνική ομάδα της Αργεντινής, στις 16 Νοεμβρίου του 1994, εναντίον της Χιλής, με προπονητή τον Ντανιέλ Πασαρέλα (Daniel Alberto Passarella). Εκπροσώπησε τη χώρα του στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1998 και του 2002 και ήταν επίσης μέλος της ομάδας που κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996 στην Ατλάντα. Κλήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στη Γαλλία, όπου έκανε το ντεμπούτο του στο εναρκτήριο αγώνα της ομάδας εναντίον της Ιαπωνίας, που τελείωσε με νίκη 1-0. Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, σκόραρε το 2-2, ύστερα από ένα χτύπημα φάουλ του Χουάν Σεμπάστιαν Βερόν (Juan Sebastián Verón), στον κύκλο των 16 εναντίον της Αγγλίας. Η Αργεντινή κέρδισε 4-3 στα πέναλτι, αλλά έχασε τον προημιτελικό αγώνα με την Ολλανδία. Ήταν και στην επιλογή του Μαρσέλο Μπιέλσα (Marcelo Bielsa) στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, παίζοντας σε όλα τα παιχνίδια, όμως η Αργεντινή τερμάτισε 3η  στον όμιλό της, παρά τη νίκη στον εναρκτήριο αγώνα.


Γιόρτασε την 100η διεθνή συμμετοχή του, βοηθώντας την Αργεντινή να κερδίσει τον ημιτελικό του Kυπέλλου Συνομοσπονδιών της FIFA του 2005, επί του Μέξικο, στις 26 Ιουνίου του 2005, στον οποίο κέρδισε το βραβείο του Πολυτιμότερου Παίκτη του Αγώνα (MVP). Όντας βασικό μέλος της ομάδας κατά τη διάρκεια των προκριματικών, δεν κλήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 από τον προπονητή Χοσέ Πέκερμαν (José Pekerman) σε μια αμφιλεγόμενη απόφαση. Αντίθετα, στη θέση του κλήθηκε ο Λιονέλ Σκαλόνι (Lionel Scaloni),  μια επιλογή έκπληξη, που μπέρδεψε πολλά οπαδούς και τα μέσα ενημέρωσης!


Με τον νέο προπονητή Άλφιο Μπαζίλε (Alfio Basile), κλήθηκε για ένα φιλικό αγώνα εναντίον της Γαλλίας στις 7 Φεβρουαρίου του 2007. Έπαιξε άψογα και βοήθησε τον Χαβιέ Σαβιόλα (Javier Saviola) να σκοράρει το μοναδικό γκολ του αγώνα που έδωσε στην Αργεντινή τη πρώτη της νίκη, στον δεύτερο αγώνα του Μπαζίλε. Την ίδια χρονιά ήταν υπαρχηγός της ομάδας για το Κόπα Αμέρικα του 2007, έχοντας προηγουμένως εμφανιστεί και στις διοργανώσεις του 1995, του 1999 και του 2004, φτάνοντας στον δεύτερο συνεχόμενο  τελικό του Κόπα Αμέρικα. Τον Απρίλιο του 2007, τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Giuseppe Prisco. Μετά την αποχώρηση του Ρομπέρτο ​​Αγιάλα  (Roberto Fabián Ayala), του δόθηκε το περιβραχιόνιο του αρχηγού! Σε ένα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 εναντίον της Βολιβίας, στις 17 Νοεμβρίου του 2007, έγινε ο ρέκορντμαν συμμετοχών για την Αργεντινή!


Παρέμεινε η πρώτη επιλογή όταν ανέλαβε ο Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona), αν και ο Χαβιέ Μαστσεράνο (Javier Mascherano) ανέλαβε ως αρχηγός, μετά από αίτημα του Μαραντόνα. Παρά τη κατάκτηση του Champions League σε επίπεδο συλλόγων από την Ίντερ, ο Ζανέτι και ο συμπαίκτης του στην Ίντερ Εστεμπάν Καμπιάσο, δεν είχαν συμπεριληφθεί στην ομάδα για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. Αυτή η κίνηση είχε επικριθεί έντονα από ειδήμονες του ποδόσφαιρο τόσο στη Νότια Αμερική, όσο και στην Ευρώπη. Αντίθετα, ο 30χρονος Αριέλ Γκαρσέ (Ariel Garcé), ο οποίος είχε κληθεί μόνο 2 φορές τα προηγούμενα 5 χρόνια, πήρε μια συγκλονιστική επιλογή, αλλά τελικά δεν έπαιξε ούτε ένα λεπτό στη διοργάνωση! Στη θέση του στην αρχική 11άδα λήφθηκε από τον Γιόνας Γκουτιέρες (Jonás Gutiérrez), ο οποίος τη προηγούμενη σεζόν έπαιξε στα άκρα της μεσαίας γραμμής της Νιούκαστλ στη Β’ Κατηγορία της Αγγλίας!


Στις 20  Αυγούστου του 2010, ο προπονητής της Αργεντινής Σέρτζιο Μπατίστα (Sergio Batista),  τον χρησιμοποίησε σ’ ένα φιλικό κατά της Ισπανίας. Στις 7 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στο Monumental,  αυτός και ο συνάδελφός του, ο θρύλος Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (Gabriel Omar Batistuta), τιμήθηκαν από τη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής για την εξαιρετική τους σταδιοδρομία, με περισσότερους από 48.000 θεατές παρόντες στη γιορτή! Κλήθηκε και πάλι για το φιλικό εναντίον της Ιαπωνίας στη Σαϊτάμα, τον Οκτώβριο του 2010, αλλά αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή λόγω τραυματισμού. Ήταν μέλος της ομάδας της Αργεντινής για το Κόπα Αμέρικα του 2011 στη πατρίδα του, ξεκινώντας και στους 4 αγώνες της ομάδας, πριν αποκλειστούν από την Ουρουγουάη στα προημιτελικά. Με 5 γκολ σε 143 εμφανίσεις, κατέχει το ρεκόρ συμμετοχών στην ιστορία της εθνικής ομάδας της Αργεντινής!

Στυλ του παιχνιδιού

Έχει κερδίσει το παρατσούκλι «El Tractor» (Το Ρυμουλκό)  για την αντοχή και το ακούραστο τρέξιμό του πάνω κάτω από τις πτέρυγες για να βοηθήσει τόσο την επίθεση όσο και την άμυνα. Ήταν γνωστός στους συμπαίκτες του για τη συνέπεια του, τον επαγγελματισμό του και την εξαιρετική φυσική του κατάσταση, στην οποία έχει πιστωθεί και η παράταση της καριέρας του. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων σεζόν, αγωνιζόταν βασικός σε πάνω από 30 παιχνίδια σε κάθε σεζόν παρά το γεγονός ότι πλησίαζε τα 40 του χρόνια! Ως αρχηγός, ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς ακόμη και από τους οπαδούς των αντιπάλων ομάδων για την ηγεσία του, την ήρεμη συμπεριφορά και τη συμπεριφορά του ως αρχηγός της Ίντερ! Σε όλη την καριέρα του, 22 ολόκληρα χρόνια, πήρε μόνο δύο κόκκινες κάρτες!


Ξεκίνησε την καριέρα του ως εξτρέμ, αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν, όπου έγινε ένας στρατηγικά έξυπνος και ευέλικτος παίκτη, ο οποίος ήταν σε θέση να παίζει οπουδήποτε στη μεσαία γραμμή ή στην άμυνα. Χρησιμοποιούνταν κυρίως ή ως μέσος ή ως full back και στις δύο πτέρυγες, σε όλη την καριέρα του, παρόλο που ο ίδιος έχει επίσης αποδώσει εξαιρετικά ως κεντρικός αμυντικός, σκούπα, είτε ως κεντρικός ή αμυντικός μέσος. Είχε ακόμη παίξει σε πιο επιθετικό ρόλο σε ορισμένες περιστάσεις. Έχει επαινεθεί για την αποφασιστικότητα, την συνέπεια και τη προσφορά του, καθώς και την πειθαρχία του και τη μακροζωία, που έχει αποδοθεί στην επιμέλεια του στις προπονήσεις!

Προσωπική ζωή

Στις 23 Δεκεμβρίου του 1999, παντρεύτηκε την παιδιόθεν φίλη του Paula De la Fuente, κόρη ενός καθηγητή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Συναντήθηκαν όταν αυτός ήταν 19 και εκείνη 14, και ημερομηνία επτά χρόνια πριν από το γάμο τους! Ζουν κοντά στη λίμνη Κόμο και έχουν επίσης ένα εστιατόριο που ονομάζεται « El Gaucho» στο Μιλάνο στην περιοχή Navigli, μια δημοφιλή τουριστική περιοχή. Η Paula εργάζεται ως φωτογράφος. Το ζευγάρι έχει μια κόρη, την Sol (γεν. 11 Ιουνίου του 2005) και δύο γιους, τον Ignacio (γεν. το 2008) και τον Tomas (γεν. 9 Μαΐου του 2012). Είναι ένας αφοσιωμένος καθολικός και μετά την εκλογή του συμπατριώτη του Πάπα Φραγκίσκου, το 2013 κλήθηκε στο Βατικανό για ένα ακροατήριο μαζί του!


Είναι στενοί φίλοι με τον Ολλανδό ποδοσφαιριστή Γουέσλι Σνάιντερ ( Wesley Sneijder), στον οποίο μάλιστα ενέπνευσε στον καθολικισμό! Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Sergio, είναι  πρώην τερματοφύλακας. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Κριστιάνο Ζανέτι (Cristiano Zanetti), έναν Ιταλό, πέραν του ότι υπήρξαν συμπαίκτες στην Ίντερ για μια πενταετία. Είναι πρεσβευτής της FIFA για τα Παιδικά Χωριά SOS στην Αργεντινή και έχει δηλώσει την υποστήριξή του για τους μεξικάνους αντάρτες Ζαπατίστας.

Κοινωνική δράση

Έχει επίσης δείξει κοινωνική συνείδηση, όταν ως απάντηση στην οικονομική κρίση του 2001 στην Αργεντινή, η οποία έριξε εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια, ο Χαβιέ Ζανέτι, με τη σύζυγό του Paula, δημιούργησε το «Fundación Pupi» (είναι το παρατσούκλι του από όταν έπαιζε στη πατρίδα του) στην Αργεντινή για την κοινωνική ένταξη των φτωχών παιδιών. Ο στόχος της οργάνωσης είναι να βοηθήσει τα παιδιά που έμειναν εξαθλιωμένα από την οικονομική κρίση της χώρας, δίνοντάς τους ευκαιρίες εκπαίδευσης, καθώς και τη φροντίδα των διατροφικών αναγκών τους! Ο ίδιος εξηγεί:
«Όταν κοιτάζω πίσω στην παιδική ηλικία μου, πολλές συγκεκριμένες σκηνές έρχονται στο μυαλό μου, καλές και κακές. Είχα μια δύσκολη παιδική ηλικία  και ακόμα κι αν δεν ζω στη χώρα μου σήμερα, ξέρω πολύ καλά τι συμβαίνει εκεί και το καταστροφικό αποτέλεσμα αυτού είναι που κρατά φτωχότερα τα παιδιά μας. Πάντα πίστευα ότι οι δημόσιες δράσεις μας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη κοινωνική μας ευθύνη»


Μαζί με τον Εστεμπάν Καμπιάσο, ίδρυσαν τη φιλανθρωπική ένωση «Leoni di Potrero» για να βοηθήσουν μικρά παιδιά με προβλήματα κοινωνικής απομόνωσης και δυσκολίες συντονισμού των κινήσεων να ασχοληθούν με τον αθλητισμό! Είπε ότι «αυτό το πνεύμα βρίσκεται στη βάση όλων των πρωτοβουλιών της Ίντερ για τους νέους», συνεχίζοντας «Πρέπει πάντα να υπάρχουν τιμές στην καρδιά του αθλητισμού  και αυτό είναι που πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά.»



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1992/93: Club Atlético Talleres de Remedios de Escalada, 33 (1)
  • 1993–1995: Club Atlético Banfield, 66 (4)
  • 1995–2014: Football Club Internazionale Milano, 615 (12)

Σύνολο καριέρας: 714 (17)

Διεθνής

  • 1996: Εθνική Ελπίδων Αργεντινής, 12 (0)
  • 1994–2011: Αργεντινή, 143, (5)

Αγωνιστικά Στατιστικά

  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 615 παρουσίες, 12 γκολ
  • Κύπελλο Ιταλίας: 70 παρουσίες, 3 γκολ
  • Σούπερ Καπ Ιταλίας: 7 παρουσίες
  • UEFA Champions League: 105 παρουσίες, 2 γκολ
  • Κύπελλο UEFA: 53 παρουσίες, 3 γκολ
  • Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων FIFA: 2 παρουσίες, 1 γκολ
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 8 παρουσίες, 1 γκολ
  • Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA (Confederations Cup): 8 παρουσίες
  • Copa América: 22 παρουσίες

Τίτλοι

Συλλογικοί


Με την Inter
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 5 (2005/06, 2006/07, 2007/08, 2008/09, 2009/10)
  • Κύπελλο Ιταλίας: 4 (2004/05, 2005/06, 2009/10, 2010/11)
  • Σούπερ Καπ Ιταλίας: 4 (2005, 2006, 2008, 2010)
  • UEFA Champions League: 2009/10
  • Κύπελλο UEFA: 1997/98
  • Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων FIFA: 2010

Διεθνείς

Με την Αργεντινή
  • Copa America: φιναλίστ 2 (2004, 2007)
  • Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA (Confederations Cup): φιναλίστ 2 (1995, 2005)
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: φιναλίστ το 1996 στην Ατλεντα
  • Παναμερικανικοί Αγώνες: 1995

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς από την UEFA: 5 (2003, 2007, 2008, 2009, 2010)
  • Διεθνές Βραβείο Επιτευγμάτων Καριέρας "Gaetano Scirea": 2010
  • Χρυσό Παπούτσι: 2011, ως ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου
  • Διεθνές Βραβείο Giacinto Facchetti: 2012