Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς

Ο Γιουγκοσλάβος σέρβικης καταγωγής κεντρικός μέσος, Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς (Vladimir Jugović), γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου του 1969, στο Μιλούτοβατς, μια μικρή πόλη στη κεντρική Σερβία, κοντά στο Τρστένικ. Έπαιξε σε όλη τη σταδιοδρομία του για πολλούς κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, όντας ένας από τους Καλύτερους Σέρβους Όλων των Εποχών και ένας από τους Καλύτερους Μέσους που φάνηκαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα τη δεκαετία του 1990. Ένας ποδοσφαιριστής πολυεργαλείο, με ποικιλία προσόντων, ιδιαίτερα κινητικός, με θαυμάσια τεχνική κατάρτιση και αντίληψη, διακρίθηκε όχι μόνο για τις αμυντικές του αρετές, αφού ξεκίνησε ως δεξιός μπακ, αλλά και τις επιθετικές του, φεύγοντας σε ταχύτατες αντεπιθέσεις!  Διακρίθηκε επίσης, για το ομαδικό του πνεύμα, την ικανότητά του στις ασίστ, την σταθερή απόδοση, αλλά και τα ηγετικά του προσόντα. Με παλμαρέ γεμάτο τίτλους, σε συλλογικό επίπεδο, κατέκτησε 2 φορές το Champions League με τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου και Γιουβέντους και σε διεθνές, εκπροσώπησε τη Γιουγκοσλαβία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και στο Euro του 2000.


Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη γενέτειρά του, τη Τρστένικ. Εκεί εντοπίστηκε από τα «λαγωνικά» του πανίσχυρου Ερυθρού Αστέρα του Βελιγραδίου, οι οποίοι και τον έφεραν στην ομάδα. Λίγο αργότερα δόθηκε δανεικός στη Ραντ, σύλλογο της σερβικής πρωτεύουσας, για να «ψηθεί». Απέκτησε τις απαιτούμενες «παραστάσεις», επέστρεψε στους «ερυθρόλευκους» και όταν οπ Λιούπκο Πέτροβιτς (Ljubomir "Ljupko" Petrović) έγινε προπονητής του Ερυθρού Αστέρα, καθιερώθηκε στο βασικό σχήμα του. Με τον ιστορικό σύλλογο του Βελιγραδίου, έμελλε να χαρεί και τους πρώτους τίτλους της καριέρας του! Κατέκτησε 2 πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας, το 1991 και το  1992, το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης του 1991, όντας βασικός στον τελικό με τη Μαρσέιγ και το Διηπειρωτικό Κύπελλο της ίδιας χρονιάς, όταν και ανακηρύχθηκε ως ο Πολυτιμότερος Παίκτης του τελικού (MVP), στη νίκη με 3-0 κόντρα στη χιλιάνικη Κόλο-Κόλο! Η φήμη του ξεπέρασε πλέον τα γιουγκοσλαβικά σύνορα και αρκετοί  μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι ενδιαφέρθηκαν για την απόκτησή του, με τη «μάχη» να τη κερδίζει τελικά η Σαμπντόρια, το 1992.


Έπαιξε τον πρώτο αγώνα του στη Serie A, στις 6 Σεπτέμβριο του 1992, σε μια ισοπαλία 3-3, εντός έδρας με τη Λάτσιο. Ανήκε για 3 σεζόν στη «Σαμπ», λάμποντας στον αγωνιστικό χώρο, συμμετέχοντας σε 81 ματς, με 18 γκολ, κατακτώντας το ιταλικό Κύπελλο του 1994. Ακολούθησε το πιο μεγάλο βήμα στη καριέρα του, παίρνοντας μεταγραφή για τη Γιουβέντους. Έπαιξε το πρώτο παιχνίδι του με την «Γηραιά Κυρία» στη νίκη με 4-1 εντός έδρας επί της Κρεμονέζε στις 27 Αυγούστου του 1995, παιχνίδι στο οποίο σκόραρε και το πρώτο του γκολ για την Γιούβε, αυτό του 1-0. Στα δύο χρόνια που έμεινε στο «Ντέλε Άλπι» ήταν βασικότατος, παίζοντας σε 77 παιχνίδια με 10 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, εκ των οποίων 56 αγώνες με 8 γκολ για το πρωτάθλημα. Πανηγύρισε το ιταλικό  Σούπερ Καπ του 1995, το δεύτερο Τσάμπιονς Λιγκ της καριέρας του, το 1996, με τον ίδιο  να ευστοχεί στο τελευταίο και καθοριστικό χτύπημα, χαρίζοντας το τρόπαιο στους «μπιανκονέρι» εναντίον του Άγιαξ, άλλο ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο την ίδια χρονιά και το ιταλικό πρωτάθλημα του 1997, ενώ έπαιξε και στον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 1997!


Ακολούθησαν οι μονοετείς μα επιτυχημένες θητείες του, πρώτα  στη Λάτσιο, με 27 παιχνίδια και 2 γκολ, κατακτώντας  μαζί της το Κύπελλο Ιταλίας, φτάνοντας και στον τελικό του Κυπέλλου UEFA, όπου ηττήθηκε από την Ίντερ και κατόπιν στην Ατλέτικο Μαδρίτης με 17 παιχνίδια και 3 τέρματα.  Επέστρεψε  στην Ιταλία, το 1999, για λογαριασμό της Ίντερ, τη φανέλα της οποίας φόρεσε για δύο περιόδους, σε 39 παιχνίδια με 3 γκολ, «πιάνοντας» σχετικά καλή απόδοση. Συνολικά στο ιταλικό πρωτάθλημα είχε 203 συμμετοχές και 31 γκολ. Συνέχισε  για 2 σεζόν στη Μονακό (19 συναντήσεις) και ύστερα αγωνίστηκε διαδοχικά στην  αυστριακή Αντμίρα Βάκερ, τη περίοδο 2003/04, έχοντας 25 ματς με 2 γκολ  και στη γερμανική Άαλεν, για τη σεζόν 2004/05, με 19 παιχνίδια και 2 τέρματα, κρεμώντας με τα χρώματά της τα παπούτσια του, στο τέλος της σεζόν.


Αναδείχθηκε δευτεραθλητής Ευρώπης με την εθνική Ελπίδων της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, το 1990. Χρίσθηκε 41 φορές διεθνής με τη Γιουγκοσλαβία, σκοράροντας 3 γκολ. Έκανε ντεμπούτο με τους «πλάβι» στις 8 Αυγούστου του 1991, εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Συμμετείχε με τα χρώματά της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και στα 4 παιχνίδια βασικός, αποκλειόμενος στους 16  και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000 πάλι βασικός και στα 4 ματς, αποκλειόμενος στα προημιτελικά.  Το τελευταίο του διεθνές παιχνίδι, ήταν στις 13 Φεβρουαρίου του 2002, εναντίον του Μέξικο.


Από το 2005, όταν και κρέμασε τα παπούτσια του, παραμένει κοντά στο ποδόσφαιρο με τις ιδιότητες του σκάουτερ ταλέντων και του σχολιαστή αγώνων για την σέρβικη τηλεόραση.






PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1989–1992: Fudbalski Klub Crvena Zvezda, 61 (11)
  • ·         1990: (δανεικός) → Fudbalski Klub Rad, 16 (7)
  • ·         1992–1995: Unione Calcio Sampdoria, 81 (18)
  • ·         1995–1997: Juventus Football Club, 56, (8)
  • ·         1997/98: Società Sportiva Lazio, 27 (2)
  • ·         1998/99: Club Atlético de Madrid, 17 (3)
  • ·         1999–2001: Football Club Internazionale Milano, 39 (3)
  • ·        2001–2003: Association Sportive de Monaco Football Club, 19 (0)
  • ·         2003/04: Fußballclub Admira Wacker Mödling, 25 (3)
  • ·         2004/05: Rot Weiss Ahlen, 19 (2)

Σύνολο καριέρας: 360 (57)

Διεθνής

  • ·         1991–2002: Γιουγκοσλαβία, 41 (3)

Τίτλοι

Με τον Ερυθρό Αστέρα
  • ·         Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 3 (1989/90, 1990/91, 1991/92)
  • ·         UEFA Champions League: 1990/91
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1991

Με τη Sampdoria
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1993/94

 Με τη Juventus
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1996/97
  • ·         UEFA Champions League: 1995/96
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1996
  • ·         Ευρωπαϊκό  Super Cup: 1996

Με τη Lazio


  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 1997/98

Με τη Monaco
  • ·         Λιγκ Καπ Γαλλίας: 2003

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Πολυτιμότερος Παίκτης  (MVP) Τελικού Διηπειρωτικού Κυπέλλου: 1991



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Πίτερ Γουίδ


Ο Άγγλος κεντρικός επιθετικός Πίτερ Γουίδ (Peter Withe), γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου του 1951, στο Λίβερπουλ. Ένας πολυταξιδεμένος ποδοσφαιριστής που έπαιξε μεταξύ 1971 και 1990, με κάπως περίεργο ξεκίνημα στο αγγλικό ποδόσφαιρο. Έγινε γνωστός μέσα από τη Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιν Κλαφ, με τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του όμως, να έρχονται με την Άστον Βίλα, για την οποία ήταν βασικός παράγοντας στην θριαμβευτική πορεία προς τον τίτλο του αγγλικού πρωταθλήματος της περιόδου 1980/81 και έφτασε στην παγκόσμια αναγνώριση, σκοράροντας το μοναδικό γκολ στον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1982, βοηθώντας την Άστον Βίλα να στεφθεί Πρωταθλήτρια Ευρώπης. Αργότερα, εργάστηκε ως προπονητής, κυρίως στη νοτιο-ανατολική Ασία.


Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο το 1971, στην Δ’ Κατηγορίας Σάουθπορτ και συνέχισε στη Μπάροου. Σε ηλικία 20 ετών, μετακόμισε με τη σύζυγό του, Kathy στη Νότια Αφρική, παίζοντας διαδοχικά για την Πορτ Ελίζαμπεθ και τους Αρκάντια Σέφερντς, πριν επιστρέψει στην Αγγλία τον Νοέμβριο του  1973. Τις επόμενες δύο σεζόν έπαιξε για τη Γουλβς, σκοράροντας 3 γκολ σε 17 παιχνίδια.  Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1975, πέρασε μια σεζόν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αγωνιζόμενος για τους Πόρτλαντ Τίμπερς στη Βορειοαμερικάνικη Λίγκα, όντας ο ακρογωνιαίος λίθος μιας εξαιρετικά ισχυρής επιθετικής γραμμής.


Ο γιγαντόσωμος γενειοφόρος ποδοσφαιριστής, σκόραρε 17 γκολ σε 22 παιχνίδια, προσθέτοντας σε αυτά  και 7 ασίστ, για να οδηγήσει τους Τίμπερς στην πρώτη θέση στη περιφέρειά τους, κάνοντας και το καλύτερο ρεκόρ στο πρωτάθλημα, με 16 νίκες και 6 ήττες. Η εκτελεστική του ικανότητα εκείνο το καλοκαίρι τον έκανε έναν από τους αγαπημένους των οπαδών στο Πόρτλαντ, οι οποίοι του έδωσαν τα  παρατσούκλια «The Mad Header» (Το Τρελό Κεφάλι) και «The Wizard of Nod» (Ο Μάγος του Νεύματος). Τον Αύγουστο οι Τίμπερς έπαιξαν δύο εντός έδρας παιχνίδια για τα play-off μπροστά σε περισσότερους από 30.000 οπαδούς σε κάθε αγώνα, αριθμό ανήκουστο για το ποδόσφαιρο των Ηνωμένων Πολιτειών εκείνη την εποχή! Αγωνίστηκαν στο Soccer  Bowl του 1975, στον τελικό του πρωταθλήματος, στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια στις 24 Αυγούστου, όπου ηττήθηκαν από τους Τάμπα Μπέι Ράουντις με 0-2.


Επέστρεψε στην Αγγλία για λογαριασμό της Μπέρμιγχαμ, ξεκινώντας εντυπωσιακά τη σεζόν 1975/76, σκοράροντας 9 γκολ. Και κάπου εκεί εμφανίστηκε η Νότιγχαμ Φόρεστ του εμβληματικού Μπράιαν Κλαφ (Brian Clough), τότε ακόμα στη Β’ Κατηγορία, η οποία τον απέκτησε λίγο μετά την έναρξη της σεζόν 1976/77! Κέρδισαν την άνοδο στην Α’ Κατηγορία, μέσα από την 3η προνομιούχο θέση και την επόμενη σεζόν 1977/78, κατέκτησαν το πρωτάθλημα Αγγλίας! Με τη λήξη της σεζόν, έφυγε από τη Νότιγχαμ για να ενταχθεί στη Νιούκαστλ, τότε στη Β’ Κατηγορία (!!!) για το ποσό των 225.000 στερλινών, χάνοντας την ευρωπαϊκή καταξίωση της Φόρεστ! Οι «καρακάξες» ήταν ο 9ος (!!!) σύλλογος του Γουίδ σε λιγότερο από 8 χρόνια!


Ο προπονητής τότε της Άστον Βίλα, ο Ρον Σόντερς (Ronald "Ron" Saunders) τον έφερε στο Βίλα Παρκ, παραμονές της σεζόν 1980/81, προσφέροντας το ποσό των 500.000 στερλινών για τον 29χρονο επιθετικό, υπογραφή ρεκόρ για τον μεγάλο σύλλογο του Μπέρμιγχαμ εκείνη την εποχή! Ο Γουίδ, σκόραρε 20 γκολ σε 36 παιχνίδια για να τερματίσει, από κοινού πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με τον Σκωτσέζο Στιβ Άρτσιμπαλντ (Steve Archibald) της  Τότεναμ, στη πρώτη του σεζόν, κατακτώντας παράλληλα και τον αγγλικό τίτλο!  Η αναγνώριση ήλθε την επόμενη σεζόν, όταν στο Ντε Κάιπ του Ρότερνταμ, στις  26 Μαΐου του 1982, στο 67ο λεπτό του αγώνα, ήταν ο σκόρερ του μοναδικού τέρματος, χαρίζοντας το Κύπελλο Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης στους «χωριάτες» εναντίον της Μπάγερν Μονάχου, στον τελικό της υπέρτατης ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης!


Μετά από 5 χρόνια, με 74 γκολ σε 182 αγώνες για την Άστον Βίλα, μεταγράφηκε στη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ, σε αυτό που ο ίδιος αργότερα περιέγραψε ως «το Μεγαλύτερο Λάθος της καριέρας του»! Αγωνίστηκε για μια τετραετία στις «λεπίδες», σκοράροντας 18 γκολ σε 74 αγώνες, με ένα ενδιάμεσο δανεισμό το 1987 στη Μπέρμιγχαμ (8 αγώνες/2 γκολ). Συνέχισε για μια ακόμη σεζόν (1989/90) στη  Χάντερσφιλντ, με ένα γκολ σε 38 παιχνίδια, για να κλείσει τη καριέρα του στην Άστον Βίλα, το 1991 σε ηλικία 40 χρονών!


Για την αγγλική εθνική ομάδα, αγωνίστηκε σε 11 αγώνες της, σκοράροντας μια φορά (εναντίον της Ουγγαρίας), κάνοντας το ντεμπούτο του στις 12 Μαΐου του 1981, στα 30 του χρόνια (!!!) εναντίον της Βραζιλίας και ήταν ο πρώτος παίκτης της Άστον Βίλα που ήταν μέλος αγγλικής ομάδας σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, στην Ισπανία το 1982! Τον Νοέμβριο του 1984, έπαιξε τον 11ο και τελευταίο διεθνή αγώνα του εναντίον της Τουρκίας.


Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, είχε μια σύντομη, καθόλου επιτυχημένη θητεία ως προπονητής της Γουίμπλεντον, κερδίζοντας μόνο ένα παιχνίδι από τα 13 στο πρωτάθλημα και αντικαταστάθηκε μετά από μόλις 105 ημέρες στο τιμόνι της ομάδας! Οδήγησε για μια τετραετία, από το 1998 έως το 2002 την εθνική ομάδα της Ταϊλάνδης, κερδίζοντας τα Πρωταθλήματα Νοτιοανατολικής Ασίας του 2000 και του 2002, κάτι που επανέλαβε και στην τριετία, 2004-2007, όταν ήταν προπονητής στη Ινδονησία, κατακτώντας πάλι τον τίτλο, το 2004. Από τον Απρίλιο μέχρι τον Νοέμβριο του 2012, ήταν προπονητής στην ημιεπαγγελματική Στόκπορτ Σπορτς και από το 2013 μέχρι και σήμερα προπονεί ομάδες στη Ταϊλάνδη.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1971: Southport Football Club, 3 (0)
  • ·         1971/72: Barrow Association Football Club, 1 (0)
  • ·         1972/73: Port Elizabeth City Football Club                            
  • ·         1973: Arcadia Shepherds Football Club                  
  • ·         1973–1975: Wolverhampton Wanderers Football Club, 17 (3)
  • ·         1975: Portland Timbers, 22 (17)
  • ·         1975/76: Birmingham City Football Club, 35 (9)
  • ·         1976–1978: Nottingham Forest Football Club, 75 (28)
  • ·         1978–1980; Newcastle United Football Club, 76 (25)
  • ·         1980–1985: Aston Villa Football Club, 182 (74)
  • ·         1985–1989: Sheffield United Football Club, 74 (18)
  • ·         1987: (δανεικός) → Birmingham City Football Club, 8 (2)
  • ·         1989/90: Huddersfield Town Association Football Club, 38 (1)
  • ·         1991: Aston Villa Football Club, 0 (0)

Σύνολο καριέρας: 539 (177)

 Διεθνής

  • ·         1981–1985: Αγγλία, 11 (1)

Προπονητική καριέρα

  • ·         1991: Wimbledon Football Club
  • ·         1998–2002: Ταϊλάνδη
  • ·         2004–2007: Ινδονησία
  • ·         2012: Woodley Sports (Stockport Sports από το 2012)
  • ·         2013/14: Petroleum Authority of Thailand (PTT) Rayong Football Club
  • ·         2014–2016: Nakhon Pathom United Football Club


Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με τους Portland Timbers
  • ·         Πρωτάθλημα Δυτικής Περιφέρειας της North American Soccer League: 1975 και φιναλίστ στον τελικό του Πρωταθλητή της Λίγκας

Με τη Nottingham Forest
  • ·         Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1976/77
  • ·         Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1977/78
  • ·         Λίγκ Καπ Αγγλίας: 1977/78

Με την Aston Villa
  • ·         Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1980/81
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1981/82
  • ·         Ευρωπαϊκό  Super Cup: 1982

Ως προπονητής

Με την Ταϊλάνδη
  • ·         Πρωτάθλημα Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN Football Championship): 2000, 2002

Με την Ινδονησία

  • ·         Πρωτάθλημα Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN Football Championship): 2004

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Μάουρο Ράμος

Ο Βραζιλιάνος κεντρικός αμυντικός Μάουρο Ράμος ντε Ολιβέιρα, περισσότερο γνωστός απλά ως Μάουρο Ράμος (Mauro Ramos de Oliveira), γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου του 1930, στη Πόκος ντε Κάλντας, μια πόλη στα νότια της πολιτείας Μίνας Ζεράις, στη νοτιοανατολική Βραζιλία. Έπαιξε για την Σάο Πάουλο, την Σάντος και την εθνική ομάδα της Βραζιλίας. Θεωρείται ως ένας από τους Καλύτερους Βραζιλιάνους κεντρικούς αμυντικούς Όλων των Εποχών, που επαινέθηκε σε ολόκληρη την καριέρα του για την ικανότητά του στον αέρα και τον καθαρό τρόπο παιχνιδιού του. Διέθετε πλούσια σωματικά προσόντα και ψυχραιμία στο παιχνίδι του. Κέρδισε 22 διεθνείς συμμετοχές με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας, μένοντας στον πάγκο στην διοργάνωση του 1954, ενώ το ίδιο έγινε και το 1958, αλλά εκεί στέφθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Το 1962, όμως, στη Χιλή πήρε το αίμα του πίσω! Έκανε το ντεμπούτο του σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, παίζοντας σ’ όλα τα ματς και το μετάλλιο του Πρωταθλητή Κόσμου το κέρδισε με το σπαθί του, μετά τη νίκη στον τελικό επί της Τσεχοσλοβακίας, όντας μάλιστα και ο αρχηγός της «σελεσάο»!



Έγινε διάσημος ως κεντρικός αμυντικός για την κομψότητα και τον εξαιρετικό χειρισμό της μπάλας! Ξεκίνησε τη καριέρα του στη Σαντζοανένσε, έναν σύλλογο στη πόλη Μπόα Βίστα και στη συνέχεια πέρασε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του σε δύο από τους μεγαλύτερους συλλόγους της χώρας, στη πολιτεία του Σάο Πάουλο,  τη Σάο Πάουλο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και τη μεγάλη Σάντος, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Έκανε το ντεμπούτο του με τη Σάο Πάουλο, στις 21 Μαρτίου του 1948. Στις 11 σεζόν που έμεινε εκεί, κατέκτησε το πολιτειακό πρωτάθλημα (Campeonato Paulista) 4 φορές, το 1948 και το 1949 και στη συνέχεια, το 1953 και το 1957.


Η απόδοσή του, τού επέτρεψε να κάνει το ντεμπούτο του στην  εθνική ομάδα, στα τέλη του 1949. Ονομάστηκε αρχηγός της ομάδας και τελικά έφυγε από τον σύλλογο μετά τη 12η  σεζόν του εκεί, στα τέλη του 1959, μετά από διαφωνίες με τη διοίκηση του. Οι επίσημες καταγραφές του για τη Σάο Πάουλο, είναι 498 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις (303 νίκες, 2 γκολ), συμπεριλαμβανομένων 340 επίσημων αγώνων (215 νίκες, χωρίς γκολ), εκ των οποίων τα 276 παιχνίδια είναι για το πρωτάθλημα Paulista (187 νίκες). Από άλλες πηγές, επίσημα έχει 444 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις. Εκείνη την εποχή, οι αντίπαλοί του μερικές φορές τον αποκαλούσαν «Martha Rocha» (Μάρθα Ρότσα), αναφερόμενοι στην πρώτη Μις Βραζιλία που εκλέχθηκε το 1954, εξαιτίας του ανέμελου στυλ παιχνιδιού του και την προσοχή που έδινε στην εμφάνιση του και τα ρούχα του!


Στις αρχές του 1960, μεταγράφηκε για 5 εκατομμύρια κρουζέιρος στη Σάντος, τον σύλλογο του νεαρού τότε Πελέ, όπου μαζί με τον Ραούλ Ντοναζάρ (Raul Calvet Donazar), θα συνθέσουν ένα ιδιαίτερα σφιχτό κέντρο της άμυνας. Με τον σύλλογο θα έχει γρήγορα μεγάλες επιτυχίες, κατακτώντας τον πολιτειακό τίτλο  του Σάο Πάολο 5 φορές μεταξύ του 1960 και του 1965. Σε εθνικό επίπεδο, η Σάντος κατέκτησε το Taça Brasil (Κύπελλο Βραζιλίας -ο πρόγονος του πρωταθλήματος της χώρας) για πέντε συνεχόμενες χρονιές, από το 1961 έως το 1965! Αναδείχθηκε τελικά και ως η καλύτερη ομάδα στον κόσμο το 1962 και το 1963, κερδίζοντας 2 χρονιές στη σειρά το Κόπα Λιμπερταδόρες και το Διηπειρωτικό Κύπελλο. Οι Βραζιλιάνοι νίκησαν σε 2 συνεχόμενους τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες τη Πενιαρόλ, το 1962 και τη Μπόκα Τζούνιορς το 1963, ενώ ταυτόχρονα νίκησαν τη Μπενφίκα του Εουσέμπιο (Eusébio da Silva Ferreira) και τη Μίλαν στους αντίστοιχους τελικούς του Διηπειρωτικού! Έφυγε από το σύλλογο το 1967, έχοντας αγωνιστεί σε συνολικά 354 αγώνες (με ένα γκολ).

Η Σάντος που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960

Τελείωσε τη ποδοσφαιρική του καριέρα στο Μέξικο, αγωνιζόμενος για την Τολούκα, η οποία του πρόσφερε τη σεζόν 1967/68 ένα δελεαστικό συμβόλαιο και με την οποία κέρδισε τον τελευταίο τίτλο της σταδιοδρομίας του, το πρωτάθλημα του Μέξικο. Ο εμβληματικός Ιταλός δημοσιογράφος, Τζιάνι Μπρέρα (Gianni Brera), ο άνθρωπος που άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο αρκετός κόσμος και εισήγαγε νέους όρους στο άθλημα, τον θεωρεί τον Καλύτερο Λίμπερο στην ιστορία του παιχνιδιού.


Έκανε τη πρώτη του συμμετοχή με την εθνική ομάδα της Βραζιλίας στο πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής, τον πρόγονο του Κόπα Αμέρικα, του 1949, σε ηλικία 19 ετών, κατακτώντας το πρώτο του τρόπαιο. Στη δεκαετία του 1950 ήταν μονίμως η αλλαγή στο κέντρο της άμυνας, πίσω από τον Πινέιρο (João Carlos Batista Pinheiro), τον Μπελίνι (Hilderaldo Luís Bellini) ή τον Ορλάντο (Orlando Peçanha). Ήταν στις αποστολές, αλλά δεν αγωνίστηκε σε κανένα παιχνίδι για τα Παγκόσμια Κύπελλα του 1954 και του 1958. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, κέρδισε μόνο 8 εμφανίσεις για την εθνική ομάδα σε σχεδόν δέκα χρόνια καριέρας!


Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, είχε πάρει και τη θέση αλλά και το περιβραχιόνιο του αρχηγού από τον Μπελίνι! Ήταν βασικός και στα 6 παιχνίδια του τουρνουά, σηκώνοντας στο τέλος το τρόπαιο στον ουρανό του Σαντιάγκο, τοποθετώντας το όνομά του στη λίστα των αρχηγών που έχουν σηκώσει Παγκόσμιο Κύπελλο! Παρά το γεγονός ότι εξακολούθησε να καλείται μέχρι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, έκανε τη 30η και τελευταία διεθνή εμφάνιση με τη κίτρινη φανέλα, στις 21 Νοεμβρίου του 1965, σ’ ένα φιλικό αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, κατά τη διάρκεια του οποίου αντικατέστησε τον Μπελίνι!


Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας, ανέλαβε προπονητής στην Όρο Γιαλίσκο, μια μεξικάνικη ομάδα που εδρεύει  στην Γκουανταλαχάρα και στη συνέχεια επέστρεψε στην Βραζιλία, τον Νοέμβριο του 1969. Το 1971 διορίστηκε προπονητής της Σάντος, στη θέση του θρυλικού Αντονίνιο (Antônio Fernandes, ‘’Antoninho’’) και κατείχε τη θέση μέχρι τον Απρίλιο του 1972. Το ρεκόρ του ήταν 39 νίκες σε 78 παιχνίδια, χωρίς τίτλο για τον σύλλογο. Μετά από ένα δεύτερο πέρασμα από τη Γιαλίσκο, από τον Φεβρουάριο του 1973 έως τον Μάρτιο του 1974, χωρίς μεγάλη επιτυχία, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο του ποδοσφαίρου.

Ο Μάουρο Ράμος, πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου του 2002, θύμα καρκίνου του στομάχου, στην γενέτειρά του, τη Πόκος ντε Κάλντας, σε ηλικία 72 ετών.

Οι 3 Βραζιλιάνοι που ως αρχηγοί, σήκωσαν τα 3 πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα (τρόπαια Ζιλ Ριμέ) για την "σελεσάο". Αριστερά ο Μάουρο Ράμος το 1962, στη μέση ο Κάρλος Αλμπέρτο το 1970 και δεξιά ο Χιλντεράντο Μπελίνι το 1958

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1947: Clube de Futebol Os Sanjoanenses, ? (?)
  • ·         1948–1959: São Paulo Futebol Clube, 498 (2)
  • ·         1960–1966: Santos Futebol Clube, 354 (1)
  • ·         1967/68: Deportivo Toluca Fútbol Club, ? (?)

Διεθνής

  • ·         1948–1965: Βραζιλία, 22 (0)


Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη São Paulo
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Σάο Πάουλο (Campeonato Paulista): 4 (1948, 1949, 1953, 1957)
  • ·         Torneio Rio-São Paulo: 1959

Με τη Santos
  • ·         Πολιτειακό Πρωτάθλημα Σάο Πάουλο (Campeonato Paulista): 5 (1960, 1961, 1962, 1964, 1965)
  • ·         Κύπελλο Βραζιλίας (Taça Brasil): 5 (1961, 1962, 1963, 1964, 1965)
  • ·         Copa Libertadores: 2 (1962, 1963)
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2 (1962, 1963)
  • ·         Torneio Rio-São Paulo: 3 (1963, 1964, 1966)

Διεθνείς

Με τη Βραζιλία
  • ·         Copa America: 1949
  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 2 (1958, 1962)
  • ·         Copa Roca: 1963

Γιον Νταλ Τόμασον

Ο Δανός επιθετικός ή και μεσοεπιθετικός Γιον Νταλ Τόμασον (Jon Dahl Tomasson), γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1976, στη Κοπεγχάγη. Παίζοντας για την Δανία, όντας φινλανδικής και ισλανδικής καταγωγής, έκανε 112 διεθνείς εμφανίσεις και σημείωσε 52 γκολ, κάτι που τον καθιστά τον Κορυφαίο Σκόρερ της εθνικής δανικής ομάδας. Ήταν γνωστός για τη δύναμη του και τον οπορτουνισμό του μπροστά στην εστία, παρά την έλλειψη αξιόλογου ρυθμού ή σωματοκατασκευής. Υπήρξε ένας από τους Σπουδαιότερους Επιθετικούς στην ιστορία της δανικού ποδοσφαίρου, με μεγάλη καριέρα σε Ολλανδία, Αγγλία, Ιταλία, Γερμανία και Ισπανία. Η πιο αξιοσημείωτη πορεία του σε συλλογικό επίπεδο, ήταν στο πρώτη του θητεία στην Φέγενορντ, με την οποία κατέκτησε το Κύπελλο UEFA του 2002 και με τη Μίλαν, με την οποία κατέκτησε το Champions League του 2003 και έφτασε στον τελικό το 2005. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο του Δανού Παίκτη της Χρονιάς τόσο το 2002 όσο και το 2004.


Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ηλικία των 5 ετών στην ομάδα Νέων της Σόλροντ BK κοντά στο Κόγκε. Στα 9 του χρόνια, μετακόμισε στον μεγαλύτερο σύλλογο της περιοχής, την Κόγκε BK. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα με τον ίδιο σύλλογο, τον Νοέμβριο του 1992, σε ηλικία 16 ετών. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο σεζόν βοήθησε την ομάδα να κερδίσει 2 διαδοχικές ανόδους, πρώτα το 1993 όταν ανέβηκαν στη δανική Γ’ Κατηγορία και αμέσως το 1994 στην Β’ Κατηγορία. Συνολικά, σκόραρε 28 γκολ σε 48 αγώνες. Τον Δεκέμβριο του 1994, στην ηλικία των 18 ετών, πήρε μεταγραφή στην ολλανδική Χέρενφεν. Έγινε ο Πρώτος Σκόρερ της ομάδας τη σεζόν 1995/96 με 14 γκολ σε 30 αγώνες, πράγμα που επανέλαβε έναν χρόνο αργότερα, σκοράροντας 18 τέρματα. Συνολικά πέτυχε 37 γκολ σε 78 ματς και συν τοις άλλοις, κέρδισε επίσης το βραβείο του Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου στο ολλανδικό πρωτάθλημα του 1996, επικρατώντας ποδοσφαιριστών όπως ο  Μπουντεβάιντεν Ζέντεν (Boudewijn Zenden) & ο Πάτρικ Κλάιφερτ (Patrick Kluivert).


 Τον Ιούλιο του 1997, μετά από τις πολύ καλές σεζόν που είχε στο ολλανδικό πρωτάθλημα, πήγε στη Νιούκαστλ. Ο Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) έβλεπε στον Τόμασον τον τέλειο παίκτη για να συνεργαστεί με τον Άλαν Σίρερ (Alan Shearer). Η συνεργασία αρχικά λειτούργησε καλά, με τον Τόμασον να εντυπωσιάζει κατά τη διάρκεια ενός φιλικού καλοκαιρινού τουρνουά στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Ωστόσο, όταν ένας σοβαρός τραυματισμός απείλησε μέχρι και την καριέρα του Σίρερ, σε συνδυασμό με την αμφιλεγόμενη μεταγραφή του δημοφιλούς επιθετικού Λες Φέρντιναντ (Les Ferdinand) στη Τότεναμ, σήμαινε ότι ο Τόμασον θα έπρεπε να αγωνιστεί πλέον ως κεντρικός επιθετικός, από ρόλο μεσοεπιθετικού που είχε μέχρι τότε. Αγωνίστηκε για να προσαρμοστεί στη νέα του θέση, αλλά γενικά δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στο νέο ρόλο, λόγω της σχετικής έλλειψης σε σωματική δύναμη. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σκοράρει 4 γκολ σε 35 εμφανίσεις σε όλες τις διαγωνισμούς. Εν τω μεταξύ, η κακή απόδοση του ήρθε σε μια εποχή που όλη η ομάδα βούλιαζε, αφού στις δύο προηγούμενες σεζόν, η Νιούκαστλ είχε επιτύχει θέσεις επιλαχούσας στην Premier League, αλλά και για την σεζ8ν του 1997/98 που το μόνο που κατάφερε, ήταν να πάρει μια 13η  θέση.


Τον Ιούλιο του 1998 επέστρεψε στην Ολλανδία και την Ερεντιβίζιε, για λογαριασμό της Φέγενορντ. Γύρισε στην φυσική του θέση, του μεσοεπιθετικού κα τη πρώτη σεζόν του στην ομάδα του Ρότερνταμ κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ Ολλανδίας. Τα επόμενα χρόνια δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιον τίτλο, τερματίζοντας στη 3η θέση τη σεζόν 1999-2000, τη 2η, τη σεζόν 2000/01 και πάλι την 3η θέση τη σεζόν 2001/02. Ήταν ο Πρώτος Σκόρερ της Φέγενορντ για τη σεζόν 2000/01, σκοράροντας 15 γκολ στο πρωτάθλημα. Ακολούθησαν 17 γκολ για τη σεζόν 2001/02, σε μια περίοδο όπου έφτιαξε ένα ισχυρό δίδυμο με τον Πιερ βαν Χόιντονγκ (Pierre van Hooijdonk), ο οποίος κατάφερε να γίνει πρώτος σκόρερ της Eredivisie με 24 γκολ. Κατάφερε να κατακτήσει το Κύπελλο UEFA της περιόδου 2001/02, τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο της Φέγενορντ μετά από 26 χρόνια. Σημείωσε συνολικά τέσσερα γκολ στο τουρνουά και το σημαντικότερο, σκόραρε το 3ο γκολ για την ομάδα του Ρότερνταμ, στη νίκη με 3-2 επί της Μπορούσια του Ντόρτμουντ στον τελικό, ενώ στη συνέχεια ψηφίστηκε ως ο MVP της αναμέτρησης. Συνολικά σε 128 ματς, σκόραρε 55 γκολ.


Το καλοκαίρι του 2002, πήγε με ελεύθερη μεταγραφή στη Μίλαν. Στην αρχή ήταν στον πάγκο, αλλά μετά το χατ τρικ που πέτυχε σε αγώνα του Τσάμπιονς Λιγκ, κέρδισε την εμπιστοσύνη του προπονητή και έγινε βασικός στην 11άδα. Κατέκτησε την πρώτη σεζόν το Κύπελλο Ιταλίας, ενώ το 2004 κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ Ιταλίας. Αγωνίστηκε στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ 2004/05, στη Κωνσταντινούπολη με αντίπαλο τη Λίβερπουλ, σκοράροντας στη διαδικασία των πέναλτι που οδηγήθηκε το παιχνίδι, ύστερα από το 3-3 της κανονικής διάρκειας και της παράτασης. Σ’ αυτόν τον αγώνα, η Μίλαν είχε προηγηθεί 3-0 στο ημίχρονο! Όταν ο Κριστιάν Βιέρι (Christian Vieri) εντάχθηκε στην ομάδα τον Ιούλιο του 2005, κρίθηκε ως εν δυνάμει πλεονασματικός και ως εκ τούτου, συμφώνησε με τη Μίλαν να τοποθετηθεί στη λίστα μεταγραφών της. Συνολικά, με την ομάδα του Μιλάνου πέτυχε 22 γκολ σε 76 αναμετρήσεις.


Τον Ιούλιο του 2005 η Στουτγάρδη δαπάνησε 7.500.000 ευρώ για να τον αποκτήσει. Η σεζόν 2005/06 δεν ήταν επιτυχημένη για την Στουτγάρδη, καθώς τερμάτισε στην 9η θέση του βαθμολογικού πίνακα. Παρ' όλα αυτά, ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας, πετυχαίνοντας 8 γκολ. Αποφάσισε να παραμείνει στην γερμανική ομάδα και για την επόμενη σεζόν, την 2006/07 όταν και η Στουτγάρδη κατέκτησε στο τέλος την γερμανική Μπουντεσλίγκα, με τον ίδιο όμως να έχει αποχωρήσει από τον σύλλογο. Συνολικά σκόραρε 8 τέρματα σε 30 ματς.


Στις 24 Ιανουαρίου του 2007, πήγε δανεικός στην Βιγιαρεάλ, ώστε να καλύψει το κενό του Τούρκου Νιχάτ Καχβεσί (Nihat Kahveci), ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Έκανε το ντεμπούτο του με το «κίτρινο υποβρύχιο» 3 μέρες αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου, με αντίπαλο την Ρεάλ Μαδρίτης. Είναι μόλις ο 5ος παίκτης που έχει αγωνιστεί στα 4 κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα (αγγλική Premier League, ιταλική Serie A, γερμανική Bundesliga και ισπανική Primera División). Οι υπόλοιποι είναι οι Ρουμάνοι Φλορίν Ραντουτσόγιου (Florin Răducioiu και Γκεόργκε Ποπέσκου (Gheorghe Popescu), ο Πορτογάλος Άμπελ Ξαβιέ (Abel Xavier) και ο Καμερουνέζος Πιερ Γουομέ (Pierre Nlend Womé). Μετά την λήξη του δανεισμού, αποκτήθηκε με κανονική μεταγραφή από την Στουτγάρδη, καθώς ο Δανός είχε ικανοποιήσει τους ανθρώπους της Βιγιαρεάλ. Όμως, τη σεζόν 2007/08, σκόραρε μόνο 3 γκολ, χάνοντας και τη θέση του στη βασική 11άδα.


Η κακή αγωνιστική επίδοση στην Ισπανία, τον ανάγκασε να φύγει από τον σύλλογο και να επιστρέψει στην Φέγενορντ. Τραυματίστηκε στην πρώτη του σεζόν, αν και πέτυχε 4 γκολ σε 3 παιχνίδια. Τη περίοδο 2009/10 τραυματίστηκε ξανά, αλλά αυτή τη φορά για μικρότερο χρονικό διάστημα. Πέτυχε 14 τέρματα σε 28 αγωνιστικές. Την επόμενη σεζόν όμως, ύστερα από τον νέο πολύ σοβαρό τραυματισμό του, που τον άφησε έξω από κάθε αγωνιστική δράση για 6 μήνες, στις 6 Ιουνίου του 2011, ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση.


Από το 1992 έως το 1997, αγωνίστηκε σε όλες τις αντίστοιχες μικρές δανικές εθνικές ομάδες, σκοράροντας συνολικά, 27 γκολ σε 37 αγώνες γι’ αυτές! Στις 29 Μαρτίου του 1997, έκανε το διεθνές ντεμπούτο με την ανδρική δανική εθνική ομάδα, με αντίπαλο τη Κροατία. Μέχρι το 2010, έκανε 112 διεθνείς εμφανίσεις και σημείωσε 52 γκολ, κάτι που τον καθιστά τον κορυφαίο σκόρερ της εθνικής δανικής ομάδας, από κοινού με τον Πουλ Νίλσεν (Poul Nielsen)! Αγωνίστηκε στα Euro του 2000 και του 2004 καθώς και στα Παγκόσμια Κύπελλα του 2002 και του 2010.

Όταν τελείωσε η ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα από την Εξέλσιορ στην Ολλανδία, αρχικά σαν βοηθός προπονητή και από την 1η Ιουλίου του 2013, ως πρώτος. Από τις 26 Δεκεμβρίου του 2013, μέχρι το 2014, οδήγησε τη Ρόντα του Κερκάντε και για τη περίοδο 2015/16 ήταν βοηθός στη Φίτεσε. Από το 2016, είναι βοηθός στην εθνική Δανίας. Ζει στην Ολλανδία και χει δύο γιους, τον Luca (γεν. το 2008) και τον Liam (γεν. το 2012), μαζί με τη Δανή φίλη του Line Kongeskov.





PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1984/85: Solrød Fodbold Club
  • ·         1985–1992: Køge Boldklub

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1992–1994: Køge Boldklub, 48 (28)
  • ·         1994–1997: Sportclub Heerenveen, 78 (37)
  • ·         1997/98: Newcastle United Football Club, 23 (3)
  • ·         1998–2002: Feyenoord Rotterdam, 122 (55)
  • ·         2002–2005: Associazione Calcio Milan, 76 (22)
  • ·         2005–2007: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893, 30 (8)
  • ·         2007/08: Villarreal Club de Fútbol, 36 (7)
  • ·         2008–2011: Feyenoord Rotterdam, 37 (20)

Σύνολο καριέρας: 450 (180)

Διεθνής

  • ·         1997–2010: Δανία, 112 (52)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2012/13: Stichting Betaald Voetbal Excelsior (βοηθός)
  • ·         2013: Stichting Betaald Voetbal Excelsior
  • ·         2014: Sportvereniging Roda Juliana Combinatie Kerkrade
  • ·         2015/16: Stichting Betaald Voetbal Vitesse (βοηθός)
  • ·         2016–    : Δανία (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Feyenoord Rotterdam
  • ·         Κύπελλο UEFA: 2001/02
  • ·         Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 1998/99
  • ·         Σούπερ Καπ Ολλανδίας: 1999

Με την AC Milan
  • ·         UEFA Champions League: 2002/03 και φιναλίστ 2004/05
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 2003/04
  • ·         Κύπελλο Ιταλίας: 2002/03
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 2004

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Καλύτερος Δανός U19 της Χρονιάς: 1994
  • ·         Ταλαντούχος της Χρονιάς για την Ολλανδία: 1996
  • ·         3ος Καλύτερος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 2002 (4 γκολ)
  • ·         Δανός Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς: 2 (2002, 2004)
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 2004