Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Όλεγκ Προτάσοφ

Ο Σοβιετικός, ουκρανικής καταγωγής, επιθετικός, Όλεγκ Προτάσοφ (Oleh Valerievitch Protasov), γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1964, στο Ντιεπροπετρόφσκ της κεντρικής Ουκρανίας. Βασικό μέλος της εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης, καθ' όλη τη δεκαετία του 1980, με τα 29 γκολ του που έχει πετύχει σε διεθνές επίπεδο, είναι ο 2ος στην ιστορία της, πίσω από τον Όλεγκ Μπλαχίν (Oleh Blokhin). Συμμετείχε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1986 και του 1990, καθώς επίσης και στο Euro του 1988. Σε συλλογικό επίπεδο, ξεκινώντας από τη Ντνίπρο του Ντνιπροπερτρόφσκ, το 1987 μεταγράφηκε στη Ντιναμό Κιέβου. Κατέκτησε το σοβιετικό πρωτάθλημα 2 φορές και ονομάστηκε Καλύτερος  Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς στη Σοβιετική Ένωση, το 1987. Σημείωσε 125 γκολ στο Σοβιετικό πρωτάθλημα, κάτι που τον καθιστά ως τον 8ο Καλύτερο Σκόρερ Όλων των Εποχών στην ιστορία του. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πήρε την ευκαιρία να παίξει στο εξωτερικό και το 1990 εντάχθηκε στον Ολυμπιακό Πειραιώς. Έφυγε το 1994 για τη Γκάμπα της Οζάκα στην Ιαπωνία, για να επιστρέψει στη χώρα μας 2 χρόνια αργότερα, συνεχίζοντας στη Βέροια και τέλος στην Προοδευτική, με την οποία αποσύρθηκε το 1999.


Πρωτόπαιξε επαγγελματικά ποδόσφαιρο στην ομάδα της γενέτειράς του που αγάπησε και τον επέλεξε. Η Ντνιέπρ του άνοιξε τον δρόμο προς την καταξίωση και έμελλε να μείνει εκεί για επτά ολόκληρα χρόνια. Το 1981 θα μπει για πρώτη φορά στο πρωτάθλημα της ενωμένης -τότε- Σοβιετικής Ένωσης και το μπάσιμο του θα είναι εντυπωσιακό! Δεν του παίρνει πολύς καιρός για να πάρει την φανέλα με το № 9 και να «πυροβολεί» τα αντίπαλα δίχτυα. Θα παίξει συνολικά 145 παιχνίδια και θα πετύχει 95 γκολ. Ποσοστό ρεκόρ για την ομάδα, που θα του δώσει την ευκαιρία να τον μάθει όλος ο κόσμος. Ο Προτάσοφ σύντομα γίνεται μόνιμο μέλος και της Εθνικής Σοβιετικής Ένωσης, ενώ το 1989 θα κατακτήσει το πρώτο του πρωτάθλημα.


Το άλμα για το Κίεβο

Κάποιες από τις ιστορικές ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης είχαν ήδη αρχίσει να γλυκοκοιτάζουν τον Όλεγκ Προτάσοφ, όμως η Ντνιέπρ, κατόρθωνε να τον κρατάει στο δυναμικό της, αρνούμενη αρκετές προτάσεις. Ο κύκλος όμως είχε κλείσει. Το καλοκαίρι του 1987, ο Ουκρανός άσος αφήνει την ομάδα που ανδρώθηκε για το Κίεβο και την Ντινάμο. Έχοντας αγωνιστεί ήδη σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και έχοντας αναδειχθεί ήδη πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης, ο Προτάσοφ έβλεπε πως έρχεται μία ακόμη μεγαλύτερη ευκαιρία σε ένα από τα μεγάλα κλαμπ που πρωταγωνιστούσε και στην Ευρώπη. Με την Ντινάμο Κιέβου θα πάρει το πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης του 1990 ενώ θα πετύχει 30 γκολ σε 71 παιχνίδια. Είναι ο όγδοος σκόρερ όλων των εποχών στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν πια ένας ώριμος ποδοσφαιριστής και θεωρούνταν πια ένας από τους κορυφαίους σέντερ-φορ στην πατρίδα του. Ήταν η ώρα για το επόμενο βήμα και μάλλον ούτε ο ίδιος δεν θα φανταζόταν ότι ο επόμενος σταθμός της καριέρας του θα τον στιγμάτιζε για ολόκληρη την ζωή του.


Αποθέωση στον Πειραιά!

Χιλιάδες οπαδοί του Ολυμπιακού δεν μπορούν να πιστέψουν στην είδηση που έβλεπαν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ο Όλεγκ Προτάσοφ είχε συμφωνήσει να γίνει κάτοικος Πειραιά! Το «Ελληνικό» θα «βουλιάξει» τη στιγμή της άφιξής του. Δεν είχε έρθει μάλιστα μόνος, αλλά μαζί με άλλα δύο σπουδαία ονόματα του Σοβιετικού ποδοσφαίρου, τον Γκενάντι Λιτόφτσενκο (Hennadiy Lytovchenko) αλλά και τον Γιούρι Σάβιτσεφ (Yuri Savichev). Ο Όλεγκ Προτάσοφ όμως ήταν… το κάτι διαφορετικό!


Με τη φανέλα του Ολυμπιακού, πάντως, δεν θα κατακτήσει πρωτάθλημα (πανηγύρισε το κύπελλο το 1992 και το Σούπερ Καπ την ίδια χρονιά) όπως ήθελε και όπως ενδεχομένως αρκετός κόσμος θα περίμενε. Κέρδισε, όμως, τον σεβασμό όλου του κόσμου. Σε 83 παιχνίδια με την «ερυθρόλευκη» φανέλα, πέτυχε 48 γκολ. Ίσως και ο ίδιος να περίμενε κάτι παραπάνω, όμως οι οπαδοί του Ολυμπιακού δε σταματούν να τραγουδούν το όνομα του σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι. Τελικά, μετά από τέσσερα χρόνια παρουσίας στη χώρα μας, αντιλαμβανόμενος ότι πρέπει να κολλήσει τα τελευταία ποδοσφαιρικά του ένσημα, δελεάζεται από τα χρήματα που του προσφέρουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας και αναχωρεί για εκεί. Δίνοντας πάντως την υπόσχεση πρώτα στον ίδιο τον εαυτό του πως θα επιστρέψει στη χώρα μας!


Σε ακόμη τρεις ελληνικές ομάδες

Ίσως δεν μπορούσε ποτέ να σκεφτεί ότι μία τόσο λαμπρή καριέρα θα έκλεινε σε μία ομάδα όπως ο Πανελευσινιακός, όμως στην ζωή κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει. Η Βέροια πάντως ήταν αυτή που τον έφερε και πάλι στην Ελλάδα το 1996. Με την φανέλα της Βασίλισσας θα αγωνιστεί σε 62 παιχνίδια και θα πετύχει 11 γκολ. Τραγική ειρωνεία; Στο πρώτο πρωτάθλημα του Ολυμπιακού με τον Ντούσαν Μπάγεβιτς (Dušan Bajević) στον πάγκο, την τελευταία αγωνιστικά η Βέροια και Ολυμπιακός αγωνίζονται στο «Καραϊσκάκης». Η Βέροια, με τον Ολυμπιακό να κάνει την φιέστα του, κερδίζει 2-0 χάρη σε δύο γκολ του Όλεγκ Προτάσοφ, ο οποίος αποθεώνεται από τον κόσμο των «ερυθρόλευκων»! Ήταν σα να συμμετέχει και ο ίδιος στην γιορτή! Οι δεσμοί του με τον Ολυμπιακό άλλωστε δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Ο Προτάσοφ συνέχισε στην ομάδα της Προοδευτικής και έκλεισε την καριέρα του στον Πανελευσινιακό. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, μία λαμπρή καριέρα φθάνει στο τέλος της και μία άλλη, αυτή του προπονητή, έμελλε να ξεκινήσει.


Ένδοξη καριέρα και στην Εθνική

Ο Όλεγκ Προτάσοφ συνδύασε το όνομα του και με την καλή εποχή της εθνικής Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν συμπαίκτες με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του Σοβιετικού ποδοσφαίρου, ενώ βρέθηκε σε τρία μεγάλα ραντεβού της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν παρών στην αποστολή της ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, ενώ κάτι αντίστοιχο συνέβη και στα γήπεδα της Ιταλίας, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990. Το 1988 ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της εθνικής στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα, στο οποίο οι Σοβιετικοί έφθασαν μέχρι τον τελικό, όπου και έχασαν 2-0 από την Ολλανδία. Είναι ο δεύτερος σκόρερ στην ιστορία της Εθνικής Σοβιετικής Ένωσης με 29 γκολ σε 68 συμμετοχές, πίσω από τον τεράστιο Όλεγκ Μπλαχίν (Oleh Blokhin). Μετράει και μία συμμετοχή με την Εθνική ομάδα της Ουκρανίας.


Η (προπονητική) ευκαιρία στον Ολυμπιακό

Αν και ο Ολυμπιακός ζούσε πια τις εξαιρετικές του εποχές, με τον Σωκράτη Κόκκαλη στην προεδρία, το πρόβλημα με τις συχνές αλλαγές προπονητών δεν είχε εκλείψει. Μετά τον Ντούσαν Μπάγεβιτς αναζητούνταν ο καταλληλότερος και έπειτα από αρκετές αλχημείες, ο ισχυρός άνδρας της ομάδας έδινε την ευκαιρία και στον Όλεγκ Προτάσοφ, ο οποίος έκανε ουσιαστικά τα πρώτα του προπονητικά βήματα. Είχε ήδη δουλέψει στον Ολυμπιακό και τώρα του δινόταν η δυνατότητα να το κάνει σαν πρώτος προπονητής. Θα πανηγυρίσει αρκετές επιτυχίες και στο Τσάμπιονς Λιγκ, θα στεφθεί πρωταθλητής, όμως δεν θα μπορέσει να μείνει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στον πάγκο, αν και η θητεία του ήταν σαφώς μεγαλύτερη από κάποιους συναδέλφους του. Τεχνικός που ερχόταν πιο κοντά στους παίκτες, μιλούσε στους περισσότερους στην μητρική τους γλώσσα και διακρινόταν για την σοβαρότητα του. Ο Ολυμπιακός του έδωσε την ευκαιρία και έτσι είχε και συνέχεια στην προπονητική. Την περίοδο 2004/05 βρέθηκε στην Κύπρο και στον πάγκο της ΑΕΛ, ενώ έπειτα κάθισε στον πάγκο της Στεάουα Βουκουρεστίου.


Ο Όλεγκ Προτάσοφ δεν μπορούσε να πει «όχι» στην πρόταση της Ντνιέπρ το 2006. Εκεί έμεινε για δύο χρόνια και η παρουσία της ομάδας ήταν ομολογουμένως καλή. Θα βρεθεί για λίγο στην Κουμπάν πριν έρθει ξανά στην Ελλάδα για να μείνει λίγο καιρό στον πάγκο του Ηρακλή. Την περίοδο 2010/11 βρέθηκε στη Ρωσία και στη Ροστόφ, έκανε ένα πέρασμα από την Αστάνα, βρέθηκε για μια περίοδο στην Δυναμό Μινσκ και στην Ρουμανία για την Άστρα Γκιοργκίου και το 2015 ήταν προπονητής στον Άρη Θεσσαλονίκης


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1972–1981: Football Club Dnipro Dnipropetrovsk

Επαγγελματική καριέρα


  • 1981–1987: Football Club Dnipro Dnipropetrovsk, 145 (95)
  • 1987–1990: Football Club Dynamo Kyiv, 71 (30)
  • 1990–1994: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 83 (48)
  • 1994/95: Gamba Osaka, 55 (24)
  • 1996–1998: Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Βέροια, 62 (11)
  • 1998/99: Αθλητικός Όμιλος Προοδευτική Νεολαία, 28 (5)
  • 1999–2000: Πανελευσινιακός Αθλητικός Όμιλος, 2 (1)
Σύνολο καριέρας: 446 (214)

Διεθνής

  • 1984–1991: Σοβιετική Ένωση, 68 (29)
  • 1993/94: Ουκρανία, 1 (0)

Προπονητική καριέρα


  • 2002–2004: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς
  • 2004/05: Αθλητική Ένωση Λεμεσού
  • 2005: Fotbal Club Steaua București
  • 2006–2008: Football Club Dnipro Dnipropetrovsk
  • 2008: Football Club Kuban Krasnodar
  • 2009: Γυμναστικός Σύλλογος Ηρακλής Θεσσαλονίκης
  • 2010/11: Football Club Rostov
  • 2012: Football Club Astana
  • 2012/13: Football Club Dinamo-Minsk
  • 2014/15: Fotbal Club Astra Giurgiu
  • 2015: Αθλητικός Σύλλογος Άρης Θεσσαλονίκης

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Διεθνείς

Με την Σοβιετική Ένωση
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα : φιναλίστ το 1988

Συλλογικοί


Με την Dniepr Dniepropetrovsk
  • Πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης : 1983
Με την Dynamo Kiev
  • Πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης: 1990
  • Κύπελλο Σοβιετικής Ένωσης : 1990
Με τον Ολυμπιακό
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1992

Ως προπονητής


Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 2 (2002, 2003)
Με την Steaua Bucarest
  • Σούπερ Καπ Ρουμανίας: φιναλίστ το 2005

ΠΗΓΗ: cobrasports.gr

Λάκης Γκλέζος

Ο Έλληνας κεντρικός αμυντικός Απόστολος (Λάκης) Γκλέζος, γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1947 στα Άσπρα Χώματα της Νίκαιας. Υπήρξε ένας από τους καλύτερους αμυντικούς που ανέδειξε το ελληνικό ποδόσφαιρο και μαζί με τον Βασίλη Σιώκο αποτέλεσαν το σούπερ δίδυμο της «ερυθρόλευκης» άμυνας στη «χρυσή» εποχή του Γουλανδρή. Σε ηλικία 15 ετών πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Α Εθνική με τη φανέλα της Προοδευτικής, κάνοντας εντυπωσιακές εμφανίσεις είτε ως λίμπερο ως στόπερ, που του έδωσαν το δικαίωμα να φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο στο στήθος. Υπήρξε ο μοναδικός παίκτης της Προοδευτικής που χρίστηκε διεθνής. Ένα χρόνο αργότερα εντάχθηκε στον Ολυμπιακό, με τη φανέλα του οποίου έζησε μεγάλες στιγμές, κατακτώντας 3 συνεχόμενα Πρωταθλήματα (1973, 1974, 1975) και 2 Κύπελλα (1973, 1975). Το 1978, εντάχθηκε στην Καλλιθέα (Β’ Εθνική), στην οποία κρέμασε τα παπούτσια του. Χρίστηκε 10 φορές διεθνής και πέτυχε ένα γκολ. O Λάκης Γκλέζος πέθανε τον Ιούνιο του 2007, συνέπεια επιπλοκών από τον καρκίνο που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.


Οι γονείς του ονομάζονταν Θανάσης και Ελπίδα και είχε άλλα δυο αδέλφια, τον Νίκο και τον Γιάννη. Ο πατέρας του ήταν φορτοεκφορτωτής στο επάγγελμα, γνωστός στη Νίκαια και με το παρατσούκλι «Τσάκαλος». Από πολύ μικρός αγωνιζόταν σε μια μικρή ομάδα που υπήρχε στα Άσπρα Χώματα, το «Ατρομητάκι». Σε ηλικία 14 ετών τον πρόσεξε ο πρόεδρος του Ερμή Νικαίας, Παντελής Ορφανός, και το 1961 τον πήρε στην ομάδα, που συμμετείχε τότε στην Α΄ κατηγορία της Ε.Π.Σ. Πειραιώς.


Δέχτηκε να υπογράψει δελτίο με τον όρο ο πρόεδρος της ομάδας, που ήταν και διευθυντής σε επαγγελματική σχολή, να μεσολαβήσει για να μην απορριφθεί στο σχολείο του, δεδομένου ότι δεν είχε πάει καλά στις εξετάσεις και φοβόταν μην το μάθει ο πατέρας του. Πράγμα που έγινε. Στον Ερμή αγωνίστηκε δύο χρόνια, κρυφά από την οικογένειά του και για αυτόν τον λόγο παρακαλούσε τους δημοσιογράφους όταν έγραφαν τη σύνθεση της ομάδας να μην βάζουν το όνομά του, για να μην αποκαλυφθεί.

Το καλοκαίρι του 1963 τον ζήτησε η Προοδευτική, στην οποία προπονητής ήταν ο Θανάσης Κίνλεϊ. Πήγε με αντάλλαγμα ένα ποδήλατο, ώστε να μπορεί να μετακινείται από τα Άσπρα Χώματα στον Κορυδαλλό. Αρχικά αγωνιζόταν ως αριστερό μπακ αλλά ο τότε προπονητής της εθνικής Νέων Λάκης Πετρόπουλος, τον καθιέρωσε ως κεντρικό αμυντικό και με τις εμφανίσεις του κλήθηκε στην Εθνική ομάδα το 1971. Ήταν σπάνιο να γίνεται διεθνής παίκτης μικρής ομάδας. Έγινε ο πρώτος διεθνής ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής.


Το 1972 αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό του Νίκου Γουλανδρή έναντι 1.300.000 δραχμών. Αυτή τη φορά πήρε και ο ίδιος χρήματα για τη μεταγραφή του: 300.000 δρχ. Οι τρεις συμμετοχές του στην Εθνική και η πολύ καλή παρουσία του στο πρωτάθλημα, τον έφερε στον Ολυμπιακό, όταν ο Νίκος Γουλανδρής ήδη δημιουργούσε τη μεγάλη ομάδα του Ολυμπιακού. Όταν ο πολυσυζητημένος Έλληνας Τεχνικός Λάκης Πετρόπουλος πήρε στα χέρια του την ομάδα του Γουλανδρή, ο κύκλος των μεταγραφών είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, η ενδεκάδα της ερχόμενης χρονιάς ήταν κιόλας έτοιμη στις σελίδες των εφημερίδων. Ο Πετρόπουλος δεν πείραξε το κέντρο και την επίθεση, αλλά κατάλαβε πως ο Πολέτι κι ο Νικολάου ήταν καλοί για τα πρωτοσέλιδα, αλλά ως εκεί!

Το πόσο εκτιμούσε τον Γκλέζο ο Πετρόπουλος, είχε ήδη φανεί από μια πρωτοφανή απόφασή του, όταν ακόμη ήταν προπονητής της Εθνικής Ομάδας. Άνοιξη του 1971, σ' ένα παιχνίδι με την Ελβετία εκτός έδρας, τον ξεκίνησε βασικό κι ας είχε παίξει την παραμονή ολόκληρο το παιχνίδι με τις Ελπίδες. Και να σκεφτεί κανείς πως ο Γκλέζος ήταν στα 22-23 κι έπαιζε στη μικρή Προοδευτική, σε μια εποχή που σπάνια παίκτες ομάδων αυτού του βεληνεκούς φορούσαν τη φανέλα με το εθνόσημο...


Ο Γκλέζος δικαίωσε τον Πετρόπουλο, έχοντας τεράστια συμμετοχή σ' εκείνο το εκπληκτικό ρεκόρ με το παθητικό των 13 τερμάτων σε 34 παιχνίδια, ένα ρεκόρ που κινδύνεψε σοβαρά μόνο απ' αυτή την ίδια άμυνα, την επόμενη χρονιά που δέχτηκε 14! Μαζί με τον Βασίλη Σιώκο δημιούργησαν ένα ισχυρό αμυντικό δίδυμο. Κατέκτησαν τρεις συνεχόμενους τίτλους πρωταθλήματος (1972-73, 1973-74 και 1974-75), καθώς και δύο κύπελλα Ελλάδας (1972-73, 1974-75).

Η πρώτη του χρονιά συνοδεύτηκε απ' το νταμπλ, η δεύτερη έφερε "μόνο" το πρωτάθλημα καθώς το κύπελλο χάθηκε αναπάντεχα στα πέναλτι στον τελικό της Φιλαδέλφειας. Ακολούθησε ένα ακόμη νταμπλ, την επόμενη χρονιά, μέσα στη δίνη της αποχώρησης των Γουλανδρή-Πετρόπουλου (με τον Δαρίβα πια στο τιμόνι), αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη ούτε για την ομάδα, ούτε για τον Γκλέζο. Η διοικητική αστάθεια, που ακολούθησε την περίοδο Γουλανδρή, είχε σοβαρές επιπτώσεις και στο αγωνιστικό πρόσωπο της ομάδας, έστω κι αν κάποιο τίτλοι χάθηκαν στο παραπέντε.


Ο Γκλέζος πλήρωσε ανάμεσα στ' άλλα την ιδιομορφία του Μπάκιγχαμ, που έδειχνε αρχικά να μην τον υπολογίζει, ωστόσο κάποια στιγμή ο ίδιος ο ξεροκέφαλος Εγγλέζος τον επανέφερε στην ομάδα, λίγο πριν αποχωρήσει αφήνοντας συντρίμμια πίσω του. Ο κόσμος δεν τον έβγαλε ποτέ απ' την καρδιά του. Ακόμη και στις μαύρες μέρες, οι πωλητές με τις φτηνές αφίσες έβλεπαν τον Γκλέζο να ξεπουλάει πρώτος-πρώτος.


Δεν ήταν μονάχα η αγωνιστική του αξία. Ήταν και η ηγετική του φυσιογνωμία κι ας ήταν ελάχιστες οι φορές που τον είδαμε με το περιβραχιόνιο. Όταν ο Ντομενγκίνι έβαλε εκείνο το απίθανο γκολ στο παιχνίδι με την Κάλιαρι, ο Γκλέζος ήταν που έτρεξε να εμψυχώσει τον Κελεσίδη: "Μη σε παίρνει από κάτω ρε Παναγιώτη! Εκατό φορές να ξανασουτάρει ο Ιταλός από κει, αποκλείεται να ξαναπάει η μπάλα στο γάμμα". Όταν χάθηκε το κύπελλο στη Φιλαδέλφεια, ο Γκλέζος ήταν που έτρεξε -σαν μεγαλύτερος αδερφός- να παρηγορήσει τον Πέτρο Καραβίτη, που έκλαιγε ασταμάτητα, καθώς είχε χάσει πέναλτι στην κανονική διάρκεια του αγώνα.


Υπήρχε η άποψη πως ο Σιώκος ήταν καλύτερος στα "στημένα" κι ο Γκλέζος συνήθιζε σ' αυτές τις φάσεις να μένει πίσω. Αν αναλάμβανε άλλος αυτό το ρόλο, ίσως να ‘χε σκοράρει πολύ περισσότερο. Είχε εξαιρετική τεχνική για αμυντικό. «Χρησιμοποιεί το πόδι του σαν ρακέτα» είχε πει ο Κώστας Καραπατής και γιατί είχε συμβάλει σε κάποιες επικές ανατροπές, τότε που η περήφανη ψυχή του δεν αποδεχόταν την ήττα, έβλεπε το παιχνίδι να τελειώνει κι ορμούσε μπροστά να καθαρίσει! Έτσι ισοφάρισε στον "Τελικό του Χατζηπαναγή", λίγο πριν απ' τη λήξη. Έτσι ισοφάρισε σ' ένα παιχνίδι κυπέλλου στη Λεωφόρο, πάλι λίγο πριν απ' το τελευταίο σφύριγμα. Έτσι ισοφάρισε και σ' ένα παιχνίδι της Εθνικής στη Σόφια, πάλι τελευταία στιγμή, τότε που η πρόκριση στα τελικά χάθηκε λόγω Μάλτας (όπου ο Γκλέζος δεν έπαιξε).


Όταν έφυγε, το 1979, με την ανανέωση του Τόζα, πήγε παρέα με τον Υβ στην Καλλιθέα, στη Β΄ Εθνική, όμως λίγους μήνες αργότερα αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έπειτα από σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο. Συνολικά συμμετείχε σε 261 αγώνες πρωταθλήματος, 132 με την Προοδευτική και 129 με τον Ολυμπιακό.

Το 1964 κλήθηκε στην εθνική Νέων και την επόμενη χρονιά (1965) που παρουσιάστηκε στο Λιμενικό, κλήθηκε να αγωνιστεί και στην Εθνική Ενόπλων. Υπήρξε επίσης διεθνής με την εθνική Ελπίδων την περίοδο 1967-69. Φόρεσε 10 φορές τη φανέλα της εθνικής Ελλάδας από το 1971 ως το 1974, 3 ως ποδοσφαιριστής της Προοδευτικής και 7 του Ολυμπιακού. Σημείωσε ένα γκολ στον εκτός έδρας αγώνα με τη Βουλγαρία, ισοφαρίζοντας για την Ελλάδα στο 88΄ και διαμορφώνοντας παράλληλα το τελικό αποτέλεσμα (3-3).


Το 1981 ξαφνικά έμεινε παράλυτος και πήγε στον Καναδά, όπου θεραπεύτηκε. Διατηρούσε τρία καταστήματα με παπούτσια στην Καλλιθέα, στο Μοσχάτο, στο κέντρο της Αθήνας καθώς και μια βιοτεχνία. Όμως μια επιχείρηση εμφιαλωμένου νερού που άνοιξε στην Αλβανία το 1997 δεν πήγε καλά, με αποτέλεσμα να χάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Οι οικονομικές του περιπέτειες έγιναν λίγο-πολύ γνωστές. Ο Γκλέζος είχε το μυαλό να διαβάζει τις ιδέες των αντιπάλων επιθετικών, πριν αυτές γεννηθούν, αλλά ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο χρήμα.


Σ’ εκείνο το μαγαζί με τα παπούτσια, χαμηλά στη Σταδίου, τ' όνομά του πασίγνωστο ακόμα, τράβαγε σαν μαγνήτης τον ανδρικό πληθυσμό (για τις κυρίες, αρκούσε ο χαμογελαστός Γκλέζος στην είσοδο). Γιατί δεν στέριωσε εκείνο το μαγαζί; Επειδή, έφτανε να μπει κάποιος, να του θυμίσει μια ιστορία απ' τον Ολυμπιακό κι ο Γκλέζος μεταφερόταν αμέσως "αλλού" κι άρχιζε να ξετυλίγει το κουβάρι με τις αναμνήσεις. Οι υποψήφιοι πελάτες έχαναν την υπομονή τους κι έφευγαν... Οι υπόλοιποι έμεναν να θυμούνται μαζί του τα στραβά ("Πού μυαλό τότε;", χαμογελούσε όταν του θύμιζες κάτι κοπάνες απ' το ξενοδοχείο και τις καμπάνες του Δαρίβα) αλλά κυρίως τις μεγάλες στιγμές. Όπως τότε που κάποιος θρασύς αντίπαλος έφευγε προς την εστία του Κελεσίδη, η εξέδρα ανταριαζόταν, αλλά σε λίγο ξεσπούσε σ' επιφωνήματα ανακούφισης: "Πού πας αγόρι μου; Εκεί γράφει ΣΤΑΣΗ ΓΚΛΕΖΟΥ !!!".

Με τη σύζυγό του Σόνια απέκτησαν δύο κόρες, την Ελπίδα και την Έλενα. O Λάκης Γκλέζος πέθανε στις 18 Ιουνίου του 2007 από καρκίνο.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1961-1963: Ερμής Νίκαιας
Επαγγελματική καριέρα

  • 1963-1972: Αθλητικός Όμιλος Προοδευτική Νεολαία, 132 (0)
  • 1972-1978: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 129 (1)
  • 1978/79: Γυμναστικός Σύλλογος Καλλιθέα                

Σύνολο καριέρας: 261 (1)

Διεθνής

  • 1966: Εθνική Νέων Ελλάδας, 2 (0)
  • 1967-1969: Εθνική Ελπίδων Ελλάδας,                     
  • 1971-1974: Ελλάδα, 10 (1)

Τίτλοι


Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 3 (1972/73, 1973/74, 1974/75)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 2 (1972/73, 1974/75)
ΠΗΓΗ: ksypnare.com

Γκιούλα Γκρόσιτς: Ο Μαύρος Πάνθηρας

Ο Ούγγρος τερματοφύλακας Γκιούλα Γκρόσιτς (Gyula György Grosics), γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1926 στην πόλη Ντόρογκ, στη βόρεια Ουγγαρία, περίπου 40 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βουδαπέστης. Κροατικής καταγωγής, έπαιξε 86 φορές για την Εθνική Ουγγαρίας και ήταν βασικότατο μέλος της περίφημης «Χρυσής Ομάδας» των Ούγγρων της δεκαετίας του 1950. Θεωρείται ως ένας από τους Μεγαλύτερους Τερματοφύλακες Όλων των Εποχών και πιστεύεται ότι είναι ο πρώτος τερματοφύλακας στην ποδοσφαιρική ιστορία  που έπαιζε έξω από τη περιοχή του, σε ρόλο αμυντικού! Είχε το παρατσούκλι «Fekete Párduc» (Μαύρος Πάνθηρας) επειδή φορούσε πάντα μαύρα ρούχα, όταν αγωνιζόταν.


Το όνειρο της μητέρας του ήταν να τον δει μια μέρα ιερέα. Θεωρούσε πως αυτό θα του εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Το δικό του όνειρο, όμως, ήταν να γίνει ποδοσφαιριστής και το κυνήγησε από μικρός όταν έγινε μέλος της ομάδας της πόλης του, την Ντόρογκι. Η προσχώρηση της Ουγγαρίας στις δυνάμεις του Άξονα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έστειλε υποχρεωτικά τον Γκρόσιτς στο μέτωπο, όπου και συνελήφθη. Με τη λήξη του Πολέμου, ο φέρελπις τερματοφύλακας κάλυψε γρήγορα τον χαμένο χρόνο, συνέχισε την ποδοσφαιρική του καριέρα και, μάλιστα, από το 1947 έγινε μέλος της Εθνικής Ουγγαρίας η οποία εκείνη την εποχή ήταν υπερδύναμη. Ο Γκρόσιτς, όμως, είχε ένα... ελάττωμα για την εποχή. Ήταν (όπως και πολλοί συμπαίκτες του) ανεπιθύμητος από το Κομμουνιστικό Καθεστώς της χώρας και το 1949 κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και προδοσία.


Η αρχική ποινή που του επεβλήθη ήταν ο κατ’ οίκον περιορισμός, αλλά, τα εις βάρος του στοιχεία ήταν ελλιπέστατα με αποτέλεσμα να μην υποστεί μεγαλύτερες συνέπειες. Αρχικά τιμωρήθηκε και με διετή αποκλεισμό από την Εθνική ομάδα, αλλά έναν χρόνο μετά, επέστρεψε κανονικά στις υποχρεώσεις της. Ήταν αναντικατάστατο μέλος της ομάδας των Μαγυάρων που από το 1950 μέχρι το 1954 μέτρησε ένα αήττητο σερί 31 αγώνων!


Ο Γκρόσιτς ήταν ο πρώτος τερματοφύλακας που έπαιζε καλά και μακριά από την εστία του σαν λίμπερο. Του πιστώνεται η εξέλιξη του τρόπου παιχνιδιού του τερματοφύλακα σε ρόλο επιπρόσθετου αμυντικού («τερματοφύλακας-σκούπα»). Με αυτό τον τρόπο και εκμεταλλευόμενος τα καλά χτυπήματα που είχε με την μπάλα, αποκτούσε ενεργό ρόλο στο παιχνίδι της ομάδας του, ενώ πολλές φορές ανέκοπτε -προτού καν δημιουργηθούν- τις επιθετικές προσπάθειες των αντιπάλων.

Το ύψος του δεν ξεπερνούσε το 1,77μ. αλλά είχε μεγάλο άλμα, σωστές τοποθετήσεις και ήταν αρκετά γρήγορος. Επίσης, λόγω των ολόμαυρων στολών που φορούσε και των αντανακλαστικών του είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «μαύρος πάνθηρας». Αυτός ο χαρακτηρισμός αποτέλεσε και τον προάγγελο ενός άλλου μεγάλου τερματοφύλακα, του Λεβ Γιασίν (Lev Yashin -«μαύρη αράχνη»).


Ήταν «παρών» στην κατάκτηση του χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου το 1952 στο Ελσίνκι, στο ανεπανάληπτο 6-3 επί της Αγγλίας στο Λονδίνο το 1953, αλλά και στον πιο σκοτεινό τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, όλων των εποχών, στη Βέρνη το 1954. Τότε που οι Ούγγροι είχαν συντρίψει στον όμιλο τη Δυτική Γερμανία με 8-3 και στον τελικό προηγήθηκαν με 2-0 στο 8΄, αλλά τελικά ηττήθηκαν... μυστηριωδώς με 3-2. Εκείνη η ομάδα που από το 1950 έως το 1956 σημείωσε 42 νίκες, 7 ισοπαλίες και μόλις μία ήττα άρχισε σιγά σιγά να αποσυντίθεται για ποδοσφαιρικούς -και όχι μόνο- λόγους.



Το πέρασμα από την Ελλάδα

Η Ουγγαρία πήρε μέρος σε άλλα δύο παγκόσμια κύπελλα (1958, 1962) με τον Γκρόσιτς κάτω από τα δοκάρια αλλά δεν θύμιζε ούτε στο ελάχιστο την τρομερή ομάδα της περιόδου 1948-1954. Άλλωστε, πολλοί από εκείνους τους παίκτες είχαν εγκαταλείψει τη χώρα μετά την εισβολή των σοβιετικών δυνάμεων το 1956. Ο «μαύρος πάνθηρας» δεν κατάφερε να δραπετεύσει και έμεινε «εγκλωβισμένος» σε μία αφιλόξενη -προς εκείνον- χώρα. Το 1957 έγινε κι αυτός μέρος μιας πραγματικής ιστορίας που αγγίζει όμως τα όρια του μύθου. Μαζί με τους Πούσκας και Κότσις αλλά και άλλους σπουδαίους Ούγγρους ποδοσφαιριστές κατέφθασε στην Αθήνα για φιλικούς αγώνες με την «ανεξάρτητη» και υπό διωγμό ομάδα της «Hungaria». Ηταν τότε που ο πρόεδρος του Εθνικού, Δημήτρης Καρέλλας, προσέγγισε τους μεγάλους αστέρες των Μαγυάρων και προσπάθησε να τους αποκτήσει! Η κίνηση αυτή που θα άλλαζε τον χάρτη του ελληνικού (και ίσως του ευρωπαϊκού) ποδοσφαίρου δεν τελεσφόρησε με αποτέλεσμα, το τέως ΠΟΚ (Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΑΕΚ) να μη χάσει την κυριαρχία του.


Ο Γκρόσιτς εν τέλει επέστρεψε στην πατρίδα του και πήρε μεταγραφή από τη Χόνβεντ, ελπίζοντας ότι, επιτέλους, θα μπορούσε ν’ αγωνιστεί στην ομάδα της καρδιάς του, τη Φερεντσβάρος!!! Σε εκείνη ήθελε να παίξει από πάντα. Αυτήν αγαπούσε. Ωστόσο, δεν του επετράπη ποτέ από το τότε καθεστώς της χώρας του να μετεγγραφεί σε αυτήν! Αναγκάστηκε να πάρει μετεγγραφή στην Ταταμπάνια. Παρέμεινε σε αυτή την ομάδα για το υπόλοιπο της καριέρας του, μολονότι δεν μπόρεσε ποτέ να τερματίσει ψηλότερα από την τέταρτη θέση στο πρωτάθλημα.


Το 1962, έλαβε το γράμμα από την Ομοσπονδία, που του απαγόρευε οριστικά να παίξει στον αγαπημένο του σύλλογο, ευχαρίστησε την τότε ομάδα του, και δήλωσε «Σήμερα, αποσύρομαι από το ποδόσφαιρο»... Έφτασε στο ποδοσφαιρικό του φινάλε αφού δεν άντεξε άλλο τη δύναμη που ασκούσε πάνω του το καθεστώς.  Ήταν πλέον 36 ετών και δεν είχε κάποιο άλλο κίνητρο στην καριέρα του. Αφού συνειδητοποίησε ότι δεν θα φορούσε ποτέ τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας αποφάσισε να κρεμάσει τα γάντια του.

Οι προσπάθειές του να ακολουθήσει προπονητική καριέρα δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα, με τον Γκρόσιτς να φθάνει μέχρι και το Κουβέιτ, όπου για μία διετία ανέλαβε την Εθνική ομάδα της χώρας.



Η στιγμή που εκπληρώθηκε ένα μεγάλο όνειρο

Η ζωή του Γκιούλα Γκρόσιτς μετά την απόσυρσή του από τους αγωνιστικούς χώρους βρήκε ένα σταθερό και ήρεμο τέμπο. Η πολιτική κατάσταση στην Ουγγαρία σταδιακά ομαλοποιήθηκε, ενώ μετά την κατάρρευση του Κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, ο Γκρόσιτς έβαλε υποψηφιότητα με το Ουγγρικό Δημοκρατικό Φόρουμ. Ωστόσο, δεν εξελέγη. Μία από τις φράσεις που συνήθιζε να επαναλαμβάνει ήταν πως «η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις». Δεν θα περίμενε όμως και ο ίδιος την έκπληξη που τον περίμενε τον Μάρτιο του 2008.

Στο στάδιο Φλόριαν Άλμπερτ της Βουδαπέστης διεξάγεται ένας αλλιώτικος αγώνας. Η Φερεντσβάρος αντιμετωπίζει σε φιλικό τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Κάτω από τα δοκάρια των Ούγγρων, για μερικά λεπτά, στέκεται ένας άνθρωπος... 82 ετών! Γίνεται αλλαγή λίγο μετά την έναρξη του παιχνιδιού, και αποθεώνεται.


Ναι, καλά μαντέψατε! Επρόκειτο για τον Γκιούλα Γκρόσιτς, που στα βαθιά του γεράματα αξιώθηκε να φορέσει έστω και για λίγο τη φανέλα της λατρεμένης του ομάδας! Εμφανώς συγκινημένος, με τη μαύρη του στολή, στα 82 του χρόνια ο «μαύρος πάνθηρας» άρπαζε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να φορέσει τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας. Εξάλλου, το συγκεκριμένο ματς είχε διοργανωθεί προς τιμήν του, ακριβώς για να του δοθεί η ευκαιρία να αγωνιστεί επιτέλους με τη Φερεντσβάρος. Στάθηκε για λίγα λεπτά κάτω από τα δοκάρια και όταν έγινε αλλαγή οι φίλαθλοι του χάρισαν το πιο θερμό τους χειροκρότημα. Η Φερεντσβάρος μάλιστα ύστερα από το παιχνίδι, απέσυρε τη φανέλα με το νούμερο 1 προς τιμήν του, κι ας μην τη φόρεσε για παραπάνω από μερικά λεπτά. Μπορεί να είχαν περάσει 46 χρόνια από την απόσυρσή του αλλά το όνειρό του πραγματοποιήθηκε.


Στη φωτογραφία, πάνω, βλέπετε τον Γκρόσιτς να βγαίνει στο γήπεδο μαζί με την υπόλοιπη ομάδα της Φερεντσβάρος στο ματς με τη Σέφιλντ. Και κάνοντας κλικ στο παρακάτω βίντεο ...
  

... δείτε την ολοκλήρωση του πιο μεγάλου έρωτα στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Ουγγαρίας!!!
Η στιγμή αυτή φάνηκε να χαρίζει ζωή στον Γκρόσιτς ο οποίος το 2006 είχε υποστεί βαρύ εγκεφαλικό και είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο. Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του Φέρεντς Πούσκας, γεγονός που όπως είχε παραδεχθεί ο ίδιος τον είχε επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό. Ο Γκιούλα Γκρόσιτς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών, στις 13 Ιουνίου του 2014, ταλαιπωρημένος από καρδιακά και αναπνευστικά προβλήματα. Η Ταταμπάνια έχει δώσει τα’ όνομά του στο στάδιό της σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης!

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1945–1947: Dorogi Futball Club Bányász, 61 (0)
  • 1947–1949: MATEOSZ Budapest, 55 (0)
  • 1949/50: Teherfuvar, 30 (0)
  • 1950–1957: Budapest Honvéd Futball Club, 125 (0)
  • 1957–1962: Tatabánya Bányász SC, 123 (0)

Σύνολο καριέρας: 394 (0)
Διεθνής
  • 1947–1962: Ουγγαρία, 86 (0)
Προπονητική καριέρα
  • 1963: Tatabánya Bányász SC
  • 1964/65: Salgótarjáni BTC
  • 1966: KSI
  • 1966–1968: Κουβέιτ

Τίτλοι
Συλλογικοί
Με την  Honvéd
  • Πρωτάθλημα Ουγγαρίας: 4 (1950, 1952, 1954, 1955)

Διεθνείς
Με την Ουγγαρία
  • Βαλκανικό Κύπελλο: 1947
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: Χρυσό Μετάλλιο -1η θέση το 1952 στο Ελσίνκι
  • Πρωτάθλημα Κεντρικής Ευρώπης: 1953
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1954

Προσωπικές Διακρίσεις
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ουγγρική Ομοσπονδία:  2 (1949, 1950)
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1954
  • Μέλος Επίλεκτης Ενδεκάδας FIFA: 2 (1960, 1961)

ΠΗΓΕΣkathimerini.gr  - balleto.gr

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Σερ Στάνλεϊ Μάθιους: O Μάγος της Ντρίμπλας

Ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους (Sir Stanley Matthews) γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1915 στο Χάνλεϊ, στην περιοχή του Στόουκ. Θεωρείται ως ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες του αγγλικού ποδοσφαίρου, είναι ο πρώτος ποδοσφαιριστής που χρίσθηκε Ιππότης και ο μοναδικός που τιμήθηκε με τον τίτλο ενώ εξακολουθούσε να παίζει ποδόσφαιρο! Είναι ο πρώτος νικητής του βραβείου  της Χρυσής Μπάλας, δηλαδή του Καλύτερου Ευρωπαίου Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς. Στα παρατσούκλια του περιλαμβάνονται τα «Ο Μάγος του Ντρίμπλας» και «Ο Μάγος».  Κρατήθηκε αρκετά υγιής για να παίξει στο κορυφαίο επίπεδο μέχρι τα 50 του χρόνια. Ήταν ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε ποτέ στην κορυφαία κατηγορία του αγγλικού ποδοσφαίρου και ο γηραιότερος που εκπροσώπησε διεθνώς τη χώρα του. Έπαιξε το τελευταίο ανταγωνιστικό παιχνίδι του το 1985, στην ηλικία των 70 ετών! Ήταν επίσης ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στο αγγλικό Ποδοσφαιρικό Hall of Fame το 2002, για να τιμήσει έτσι η συμβολή του στο παιχνίδι. 


Πέρασε 19 χρόνια με την Στόουκ Σίτι, παίζοντας για τους «Πότερς» από το 1932 έως το 1947 και πάλι από το 1961 έως το 1965. Την βοήθησε στη κατάκτηση του τίτλου της Β’ Κατηγορίας το 1932/33 και το 1962/63. Ανάμεσα στις δύο περιόδους του στη Στόουκ, πέρασε 14 χρόνια με την Μπλάκπουλ, με την οποία, αφού ήταν στη πλευρά των ηττημένων στους τελικούς του Κυπέλλου Αγγλίας το 1948 και το 1951, την βοήθησε να κατακτήσει το Κύπελλο με μια τρομερή προσωπική απόδοση στον περίφημο «Τελικό του Μάθιους» του 1953. Μεταξύ 1934 και 1957 κέρδισε 54 διεθνείς συμμετοχές για την Αγγλία, παίζοντας στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1950 και του 1954, κατακτώντας 9 τίτλους στο Βρετανικό Εσωτερικό Πρωτάθλημα.


Μετά από μια ανεπιτυχή θητεία ως πρώτος προπονητής στη Πορτ Βέιλ, μεταξύ 1965 και 1968, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, διδάσκοντας ποδόσφαιρο και διατελώντας προπονητής σε ερασιτεχνικούς συλλόγους. Η πιο αξιοσημείωτη από αυτέ τις εμπειρίες του ήρθε το 1975 στη Νότια Αφρική, όπου παρά τους σκληρούς νόμους του απαρτχάιντ, ίδρυσε μια ομάδα εξ ολοκλήρου από μαύρους ποδοσφαιριστές, στο Σοβέτο που έγινε  γνωστή ως «Οι άνδρες του Σταν».

Με τον Σταν Μόρτενσεν, πριν από διεθνή αγώνα το 1953 στο Στάμφορντ Μπριτζ

Ένα αστέρι γεννιέται

Γεννημένος στο Χάνλεϊ, στην περιοχή του Στόουκ, ήταν ο τρίτος από τέσσερις αδελφούς. Είχε αυστηρούς αλλά στοργικούς γονείς. Ο πατέρας του ήταν κουρέας και μποξέρ και επιχείρησε να μυήσει τον Στάνλεϊ στην πυγμαχία. Ο μικρός Μάθιους δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο άθλημα, δηλώνοντας εξ αρχής τη θέλησή του να μάθει τα μυστικά της στρογγυλής θεάς. Ο πατέρας του δεν ήταν αντίθετος, αρκεί να έδειχνε από τα πρώτα χρόνια πως αξίζει να παίζει αυτό το άθλημα.


Από μικρός έδειξε ότι ήταν πολύ γρήγορος και είχε κερδίσει σχολικούς αγώνες ταχύτητας. Το πάθος του όμως ήταν το ποδόσφαιρο. Πηγαίνοντας σχολείο, επελέγη στην εθνική ομάδα των μαθητών, αγωνιζόμενος μόλις στα 13 του με την Αγγλία σε αγώνα εναντίον της Ουαλλίας. Το 1929, σε ηλικία 15 ετών πέρασε το κατώφλι της Στόουκ Σίτι, της ομάδας που λάτρεψε, υπογράφοντας το πρώτο του συμβόλαιο και τρία χρόνια αργότερα έγινε επαγγελματίας. 


Γρήγορα έγινε βασικός και διεθνής με την εθνική Αγγλίας. Έπαιζε δεξί εξτρέμ και μπορούσε να τρέχει αδιάκοπα για 90 λεπτά. Την σεζόν 1932/33 βοήθησε την Στόουκ να ανέβει στην πρώτη κατηγορία. Στην πρώτη του διεθνή συμμετοχή έβαλε το τρίτο γκολ της Αγγλίας στη νίκη επί της Ουαλίας με 4-0. Ήταν ο πιο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής στην Βρετανία και ο πιο διάσημος. Λάμβανε 200 γράμματα την ημέρα! Ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην καριέρα του με την Αγγλία το έκανε εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Η Αγγλία νίκησε 5-4 με χατ-τρικ του Μάθιους. Πολύ καλή εμφάνιση πραγματοποίησε τον Μάιο του 1938 στην ιστορική νίκη της Αγγλίας επί της Γερμανίας με 6-3 στο Ολυμπιακό στάδιο του Βερολίνου. Πριν τον αγώνα οι Άγγλοι παίκτες αναγκάστηκαν να χαιρετίσουν ναζιστικά.


Το 1938 ζήτησε μεταγραφή προκαλώντας την αντίδραση των οπαδών της Στόουκ. Τέσσερεις χιλιάδες άνθρωποι έκαναν διαδήλωση ζητώντας την παραμονή του στην ομάδα. Κι επειδή «φωνή λαού, οργή θεού», ο Στάνλεϊ ανέβαλε τα σχέδιά του για το μέλλον. Έμεινε στην ομάδα άλλα δέκα χρόνια.


Η μεταγραφή στην Μπλάκπουλ

Σε ηλικία 24 ετών, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε την καριέρα του Μάθιους. Την πλέον παραγωγική του περίοδο την πέρασε όχι στα ποδοσφαιρικά γήπεδα αλλά στα χαρακώματα. Κατά την διάρκεια του πολέμου αγωνίστηκε ως  γκεστ-σταρ  σε φιλικά ματς με τα χρώματα διάφορων ομάδων, όπως προκύπτει από εναπομείναντα προγράμματα αγώνων. Ήταν οι αγγλικές: Μπλάκπουλ, Κρου, Μάντσεστερ , Άρσεναλ, η ουαλική Ρέξαμ και οι σκοτσέζικες: Ρέιντζερς , Μόρτον και Στενχάουσμιουρ. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Μάθιους εξακολουθεί να βρίσκεται στη Στόουκ, αρχηγός της οποίας αναλαμβάνει ο Νιλ Φράνκλιν (Neal Franklin). Φημολογείται πως ο Μάθιους είναι ανεπιθύμητος στην ομάδα, επειδή δεν είναι δημοφιλής στα αποδυτήρια. Χάνει τη θέση του στη βασική σύνθεση και παράλληλα χάνει την παρουσία του στην Εθνική.Το 1947 εν τέλει, πήρε μεταγραφή στην Μπλάκπουλ αντί 11.500 λιρών, ποσό εξαιρετικά υψηλό για την εποχή. Ήταν 32 ετών και είχε μετακομίσει στην πόλη με την σύζυγο και τα δύο παιδιά του.


Στη νέα του ομάδα βρήκε τους Σταν Μόρτενσεν (Stan Mortensen) και Τζάκι Μούντι (Jackie Mudie) δημιουργώντας μία σπουδαία επιθετική τριάδα. Το 1948 αναδείχθηκε "Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς" από την Ένωση Δημοσιογράφων Ποδοσφαίρου. Μία ημέρα μετά την προσωπική του διάκριση η Μπλάκπουλ ηττήθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι με 4-2. Τρία χρόνια αργότερα, στον τελικό του Κυπέλλου η Μπλάκπουλ έχασε από τη Νιουκάστλ με 2-0. Η τρίτη προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία. Ήταν ο τελικός του Στάνλεϊ Μάθιους, όπως τον αποκάλεσαν όσοι τον παρακολούθησαν.

Ο ιστορικός τελικός στο Γουέμπλεϊ
Στις 2 Μαϊου 1953, εκατό χιλιάδες φίλαθλοι στοιβάχτηκαν στο Γουέμπλεϊ για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας Μπλάκπουλ - Μπόλτον. Ωστόσο, η αναμέτρηση της Μπλάκπουλ και της Μπόλτον, χαρακτηρίζεται ως ιστορική και για πολλούς ακόμα λόγους. Πρώτον, ήταν η πρώτη τηλεοπτική «παράσταση» που απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό. Δεύτερον, ο Σταν Μόρενσεν παραμένει μέχρι και σήμερα ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που κατάφερε να πετύχει χατ τρικ σε τελικό. Τρίτον, η βασίλισσα Ελισάβετ παρακολούθησε ιδίοις όμμασι τον αγώνα και έγινε η πρώτη Βασίλισσα που παρέστη σε ποδοσφαιρικό αγώνα, παρουσία 100 χιλιάδων ανθρώπων στο θρυλικό Γουέμπλεϊ.


Ο 38χρονος Μάθιους είχε μία τελευταία ευκαιρία να κατακτήσει το τρόπαιο. Έκανε τον αγώνα της ζωής του. Η Μπόλτον προηγήθηκε στο 2' με τον Λοφτχάους. Ο Σταν Μόρτενσεν ισοφάρισε στο 35'. Το ημίχρονο έληξε 2-1 υπέρ της Μπόλτον χάρις στο γκολ του Μόιερ.

Δέκα λεπτά μετά την έναρξη του 2ου ημιχρόνου ο Έρικ Μπελ έδωσε προβάδισμα δύο γκολ στην Μπόλτον. Ο τελικός είχε απρόβλεπτη εξέλιξη στον οποίο ο Στάνλεϊ Μάθιους είχε καταπληκτική παρουσία, ενέπνευσε τους συμπαίκτες του και ανέδειξε τα πλούσια ποδοσφαιρικά του χαρίσματα. Είκοσι λεπτά πριν την λήξη του αγώνα, μετά από σέντρα του Μάθιους, ο Μόρτενσεν μείωσε το σκορ 3-2. Στο 89' οι δύο παίκτες συνεργάστηκαν και ο Μόρτενσεν ισοφάρισε για την Μπλάκπουλ πετυχαίνοντας χατ-τρικ, το μοναδικό που έχει σημειωθεί στην ιστορία ενός τελικού Κυπέλλου Αγγλίας.


Το γκολ της νίκης για την Μπλάκπουλ έβαλε ο Μπιλ Πέρι, στις καθυστερήσεις μετά από ασίστ του Μάθιους. Η ανατροπή είχε ολοκληρωθεί και ο Μάθιους ήταν ο πολυτιμότερος παίκτης των νικητών χωρίς να βάλει ούτε ένα γκολ. Μοιράζοντας ασίστ, πλαγιοκοπώντας και ντριμπλάροντας, προσέφερε τα γκολ στους συμπαίκτες του. Οι αντίπαλοι του αναγνώρισαν την αξία του. Στην ιστορία έμεινε και η στιγμή κατά την οποία ο Μάθιους σήκωσε στον ουρανό το μετάλλιο του νικητή, προκειμένου να τον καμαρώσει ο πατέρας του «από ψηλά». Ήταν τέτοια η σημασία της συγκεκριμένης κατάκτησης, αλλά και τόσο εμφατικός ο τρόπος με τον οποίο επετεύχθη, που ανέβασαν ακόμα περισσότερο στα μάτια των ποδοσφαιρόφιλων των Σερ Στάνλεϊ Μάθιους.


Η επιστροφή στην Στόουκ και το τέλος

Σε ηλικία 40 ετών η φυσική του κατάσταση ήταν εξαιρετική και παρέμενε ανταγωνιστικός. Το 1956, του απονεμήθηκε η πρώτη Χρυσή Μπάλα της ιστορίας, το ετήσιο βραβείο για τον καλύτερο Ευρωπαίο ποδοσφαιριστή. Mετά από 440 εμφανίσεις με την Μπλάκπουλ είχε έρθει η στιγμή να επιστρέψει στην Στόουκ, που παράπαιε στην δεύτερη κατηγορία και ο κόσμος είχε απομακρυνθεί από την ομάδα. Το 1961, λοιπόν επέστρεψε στην Στόουκ. Έκλεινε τα 46 χρόνια του και ένα χρόνο αργότερα πανηγύρισε μαζί της την κατάκτηση του πρωταθλήματος της Β’ κατηγορίας,  οδηγώντας την στην άνοδο. Το 1962, επίσης, ανακηρύχτηκε για δεύτερη φορά στην καριέρα του "Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς" για το αγγλικό πρωτάθλημα.


Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένας παίκτης της αξίας του Στάνλεϊ Μάθιους, δεν κέρδισε στην καριέρα του περισσότερους τίτλους, παρά μόνο το περίφημο Κύπελλο Αγγλίας το 1953, λόγω της επιλογής του να παίξει σε μεσαίας δυναμικότητας ομάδες. Οι φίλαθλοι της Στόουκ πίστευαν ότι θα είχε πάρει το πρωτάθλημα το 1947, αν έμενε μέχρι το τέλος της σεζόν στην ομάδα ο αγαπημένος τους παίκτης.

Το 1965, ήλθε η μεγάλη ώρα της αποχώρησης! Στις 6 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 50 ετών, πέντε μέρες μετά τα γενέθλιά του, σταμάτησε το ποδόσφαιρο! Οι τραυματισμοί ήταν συχνοί και η διάρκεια τους μεγαλύτερη σε σύγκριση με το παρελθόν. Το παράπονό του; Ότι σταμάτησε νωρίς το ποδόσφαιρο λόγω ενός προβλήματος τραυματισμού που αντιμετώπιζε στο γόνατό του!!!


Οι αριθμοί του προκαλούν δέος: 886 επίσημοι αγώνες και 95 γκολ. Στη διάρκεια της καριέρας του ο Στάνλεϊ Μάθιους κέρδισε το σεβασμό, όχι μόνο διότι υπήρξε σπουδαίος ποδοσφαιριστής αλλά και ως τζέντλεμαν. Αξίζει να αναφερθεί ότι ποτέ δεν τιμωρήθηκε στα 700 παιχνίδια της σταδιοδρομίας του. Φορούσε τη φανέλα με το №7, είχε άριστη φυσική κατάσταση και… ήταν φυτοφάγος!!

Η αποχώρηση της Βρετανίας από τη FIFA, από το 1928 έως το 1946, του στέρησε τη δυνατότητα να παίξει σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Όμως, το 1950, σε ηλικία 35 ετών, πήρε μέρος στο Μουντιάλ της Βραζιλίας, αλλά εκεί τα «λιοντάρια» έχασαν από τις ΗΠΑ με 1-0.  Αγωνίστηκε επίσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 εναντίον του Βελγίου. Ο αγώνας φαινόταν χαμένος για την Αγγλία, όταν ο Μάθιους μετακινήθηκε σε θέση μέσα δεξιά και οδήγησε την ομάδα στην ισοπαλία με 4-4!


Στην Εθνική έχει ένα ρεκόρ που δύσκολα θα καταρριφθεί. Αγωνίστηκε σ’ αυτήν για 23 ολόκληρα χρόνια, έχοντας 54 συμμετοχές και 11 γκολ. Ντεμπούτο έκανε στο νικηφόρο 4-0 εναντίον της Ουαλίας (1934), ενώ η αυλαία έπεσε στο 4-1 εναντίον της Δανίας στη Κοπεγχάγη (1957), σε ηλικία 42 ετών.



Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο έγινε προπονητής στην Πορτ Βέιλ, όμως τρία χρόνια μετά αναγκάστηκε να φύγει, λόγω υποθέσεων φοροδιαφυγής στις οποίες είχε μπλέξει ο σύλλογος. Ακολούθησε η Χιμπέρνιαν Μάλτας ως προπονητής-παίχτης, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν οι  "Stan's Men" στο Σοβέτο της Νότιας Αφρικής, αλλά και ομάδες του Καναδά. 

 Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που κέρδισε αυτό τον τίτλο και είναι ο μόνος που ως σερ έπαιζε ακόμη ποδόσφαιρο. Τον Απρίλιο του 1965 η Στόουκ διοργάνωσε αγώνα για να τον τιμήσει. Αντίπαλος η Μικτή Κόσμου. Παίκτες όπως οι Λεβ Γιασίν, Γιόζεφ Μάζοπουστ, Φέρεντς Πούσκας, Αλφρέδο Ντι Στέφανο κ.ά έδωσαν το παρόν και 35.000 θεατές στο «Βικτόρια Γκράουντ» δεν σταμάτησαν να τον χειροκροτούν.


Έγινε ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που πήρε μέρος σε αγώνα του αγγλικού πρωταθλήματος. Λίγο πριν σταματήσει το ποδόσφαιρο η Βασίλισσα Ελισάβετ τον είχε ονομάσει "Σερ" για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα.

Πλήρης αφοσίωση στο άθλημα που λάτρεψε
Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ είχε δηλώσει πως η τεχνική και η ταχύτητα που έχει στο παιχνίδι του, καθιστά «αδύνατο για τον οποιονδήποτε να τον σταματήσει». Το ερώτημα που γεννάται όμως, είναι πώς αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να αγωνιστεί για τόσα πολλά χρόνια. Ο Μάθιους αγωνίστηκε για τελευταία φορά σε ηλικία 51 ετών, γεγονός που δημιουργεί ένα τρομερό ρεκόρ, αν αναλογιστούμε πως έπαιξε σε πολύ υψηλό για την εποχή επίπεδο.


Ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, ο Μάθιους έτρεχε στην παραλία από τις επτά το πρωί κάθε μέρα. Τα παπούτσια που φορούσε όσο έτρεχε, περιείχαν ένα χημικό μέταλλο. Λόγω αυτού, όταν άλλαζε σε ποδοσφαιρικά τα παπούτσια, του δημιουργείτο η εντύπωση πως τα πόδια του είναι πιο ελαφρά και συνεπώς θα μπορούσε να τρέξει γρηγορότερα. Δεν κάπνισε ποτέ στη ζωή του, ενώ ήταν ιδιαιτέρως προσεκτικός ως προς τη διατροφή του. Ακολουθούσε ένα καθημερινό πρόγραμμα συστηματικής και πολύ αυστηρής γυμναστικής από νεαρή ηλικία, μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Επίσης, φημολογείται πως η μόνη φορά που κατανάλωσε αλκοόλ, ήταν στα επινίκια της κατάκτησης του Κυπέλλου το 1953, όταν με όλη την ομάδα ήπιε σαμπάνια. Στο Μουντιάλ του 1950 στο οποίο και συμμετείχε, παρέτεινε την παραμονή του, παρακολουθώντας τις υπόλοιπες ομάδες, έτσι ώστε να βελτιωθεί και να μάθει επιπλέον πράγματα για το άθλημα που λάτρευε.


Ποτέ στην καριέρα του δεν απεβλήθη, αλλά ούτε και αντίκρισε την κίτρινη κάρτα στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια που συμμετείχε. Ποτέ δεν άφησε τα συναισθήματά του να επηρεάσουν την απόδοσή του, όντας πλήρως αφοσιωμένος στο ποδόσφαιρο. Μετά τη συνταξιοδότησή του, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο προσπαθώντας να μεταλαμπαδεύσει την εμπειρία του σε νεαρούς ποδοσφαιριστές, ως προσωπικός τους προπονητής.

Μέχρι τα τελευταία χρόνια στην καριέρα του δεν πληρώθηκε με περισσότερα από 20 λίρες την εβδομάδα (περίπου 485 λίρες σημερινά λεφτά). Ήταν αρκετά για να ζήσει μία άνετη ζωή αλλά δεν συγκρίνονται με τα χρήματα που κερδίζουν οι ποδοσφαιριστές στις μέρες μας. Οι επικριτές του τον θεωρούσαν ατομιστή και μοναχικό άνθρωπο που σπάνια είχε συναναστροφές με τους συμπαίκτες του. Σύμφωνα με τον Μπιλ Ράιτ ήταν ένας πόνος στο λαιμό για τους συμπαίκτες του που μάταια περίμεναν μία πάσα από τον Μάθιους. Μετά τη συνταξιοδότησή του, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο προσπαθώντας να μεταλαμπαδεύσει την εμπειρία του σε νεαρούς ποδοσφαιριστές, ως προσωπικός τους προπονητής.


Ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους πέθανε στις 23 Φεβρουαρίου του 2000, σε ηλικία 85 ετών. Στη κηδεία του, στη γενέτειρά του συγκεντρώθηκαν 100.000 θαυμαστές του. Έξω από το νέο γήπεδο της Στόουκ Σίτι, το Britannia Stadium, έχει τοποθετηθεί ο ανδριάντας του. Άλλος ένας υπάρχει στη γενέτειρά του, το Hanley. Στη βάση τους αναγράφεται: "Το όνομά του συμβολίζει την ομορφιά του παιχνιδιού, η φήμη του διαχρονική και διεθνής, το αθλητικό πνεύμα και η κοσμιότητά του αναγνωρισμένα παγκοσμίως. Ένας μαγικός παίκτης από την ανθρωπότητα, για την ανθρωπότητα."

Η 1η Φεβρουαρίου έχει καθιερωθεί ανεπισήμως ως "Ημέρα Σερ Στάνλεϊ Μάθιους" στην Αγγλία. Εκείνη την ημέρα όλοι φορούν τη φανέλα με το № 7, τον αριθμό του Μάθιους και συγκεντρώνουν χρήματα για το ίδρυμα που έχει δημιουργήσει, το "Ίδρυμα Στάνλεϊ Μάθιους". Το σύνθημα είναι: "Φόρεσέ τη με υπερηφάνεια για τον Σερ Σταν" και στόχο να δίνει στα παιδιά με αναπηρίες αθλητικές ευκαιρίες!




PALMARES

Περίοδος, Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1930–1932: Stoke City Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1932–1947: Stoke City Football Club, 259 (51)
  • 1947–1961: Blackpool Football Club, 379 (17)
  • 1961–1965: Stoke City Football Club, 59 (3)
Σύνολο καριέρας: 697 (71)

Διεθνής

  • 1929: Εθνική Αγγλική Σχολική Ομάδα, 1 (0)
  • 1934–1956: Επίλεκτοι Αγγλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, 13 (2)
  • 1934–1957: Αγγλία, 54 (11)
  • 1939–1946: Αγγλία → Επίλεκτοι Στρατιωτικών Υπηρεσιών, 29 (2)
  • 1947–1955: Μεγάλη Βρετανία, 2 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1967/68: Port Vale

Tίτλοι


Συλλογικοί

Με την Blackpool
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1953 και φιναλίστ: 2 (1948, 1951)
Με την Stoke City
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 2 (1932/33, 1962/63)

Διεθνείς


Με την Αγγλία
  • Πρωτάθλημα Βρετανικών Νήσων: 9 (1935, 1938, 1939, 1947, 1948, 1950, 1952, 1954, 1955)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς από την Ένωση Δημοσιογράφων Ποδοσφαίρου: 2 (1948, 1963)
  • Χρυσή Μπάλα: 1956
  • Μετάλλιο της Τιμής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 1957
  • Ιππότης: 1965
  • Μέλος του Αγγλικού Ποδοσφαιρικού Hall of Fame: 2002