Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Γκάρι Σπιντ: Η ψυχή της Ουαλίας


Ο Ουαλός μεσοεπιθετικός Γκάρι Σπιντ (Gary Andrew Speed), γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1969, στο Μάνκοτ, ένα χωριό της βόρειας Ουαλίας, κοντά στην αγγλική πόλη του Τσέστερ. Ως παίκτης, είναι γνωστός για την θητεία του του μεταξύ 1988 και 1996 στη Λιντς Γιουνάιτεντ, με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα Αγγλίας το 1992, την χρονιά πριν από την ίδρυση της Premier League και επίσης για την θητεία του μεταξύ του 1998 και του 2004 στη Νιούκαστλ, παίζοντας σε διαδοχικούς τελικούς του αγγλικού Κυπέλλου, χάνοντας από την Άρσεναλ το 1998 και την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 1999.  Έπαιξε επαγγελματικά για τη Λιντς, την Έβερτον, τη Νιουκάστλ, την Μπόλτον και τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Σπάνια εκτός εξαιτίας τραυματισμού ή τιμωρίας, κατείχε το ρεκόρ για τις περισσότερες εμφανίσεις στην Premier League με 535 αγώνες, μέχρι που τον ξεπέρασε ο Ντέιβιντ Τζέιμς (David James). Συμπεριλαμβανομένων των εμφανίσεών του και σε αγώνες Κυπέλλου, έκανε 840 επίσημες εμφανίσεις. Κατά την στιγμή της αποχώρησής του, μόνο ο Τζέιμς και ο Ράιαν Γκιγκς (Ryan Joseph Giggs), τον ξεπερνούσαν.


Ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας της Ουαλίας, μέχρι την αποχώρησή του από το διεθνές ποδόσφαιρο το 2004. Παραμένει ο Ρέκορντμαν Συμμετοχών για παίκτη εντός παιδιάς (πλην δηλαδή του τερματοφύλακα) για την Ουαλία και ο 2ος συνολικά, έχοντας εμφανιστεί 85 φορές σε διεθνές επίπεδο μεταξύ 1990 και 2004, παίζοντας κυρίως στην αριστερή πλευρά της μεσαίας γραμμής. Έχοντας ξεκινήσει το 1988, αποχώρησε το 2010, για να γίνει προπονητής, αναλαμβάνοντας προπονητής της Σέφιλντ Γιουνάιτεντ το 2010, αλλά έφυγε το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς για να οδηγήσει την εθνική ομάδα της Ουαλίας, παραμένοντας σε αυτό το ρόλο μέχρι τις 27 Νοεμβρίου του 2011, όταν αυτοκτόνησε σε ηλικία 42 ετών.


Η πόλη του Τσέστερ ουσιαστικά είναι η πατρίδα του, μιας και οι γονείς του, ο Roger και η Carol, αλλά και τα αδέλφια του, η Lesley, ο Thomas και ο Edward, γεννήθηκαν όλοι εκεί. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Hawarden, στο οποίο αργότερα θα φοιτούσε και ο Άγγλος επιθετικός, Μάικλ Όουεν (Michael Owen). Υπήρξε από τα μικράτα του οπαδός της Έβερτον, έχοντας μεγαλώσει μάλιστα στην ίδια γειτονιά με τον μελλοντικό αρχηγό της, Κέβιν Ράτκλιφ  (Kevin Ratcliffe). Αγωνίστηκε σε σχολικές ομάδες της περιφέρειας του Flintshire και για την Άστον Παρκ Ρέιντζερς. Ως νεαρός, διακρίθηκε στο κρίκετ, καθώς και το ποδόσφαιρο.


Ξεκίνησε την καριέρα του με την Λιντς Γιουνάιτεντ, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ως ασκούμενος, πριν υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο, στις 13 Ιουνίου του 1988. Όταν αποκτήθηκε από τη Λιντς ως "μαθητευόμενος", εισέπραττε 25 λίρες την εβδομάδα. Το 1988, όταν και υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο σε ηλικία 19 ετών, "καρπώθηκε" αύξηση σχεδόν 370% και πλέον λάμβανε το … εξωφρενικό ποσό των 90 λιρών την εβδομάδα. Ο προπονητής της Λιντς, Χάουαρντ Γουίλκινσον (Howard Wilkinson), ήταν αυτός που πρώτος παρατήρησε τον Σπιντ, σ’ ένα παιχνίδι τη νεανικής ομάδας, ενώ ο παίκτης έπαιζε ως αριστερό μπακ. Έκανε το ντεμπούτο του στη πρώτη ομάδα, σε ηλικία 19 ετών, σε μια λευκή ισοπαλία εναντίον της Όλνταμ στη Β’ κατηγορία και θα έπαιζε στις 9 από τις 10 θέσεις μέσα στην ομάδα, παρόλο που ο ίδιος ήταν κατά κύριο λόγο παίκτης της αριστερής πλευράς.


Έπαιξε καθοριστικό ρόλο, παίζοντας στα 41 από τα 42 παιχνίδια της σεζόν, σκοράροντας 7 γκολ, όταν η Λιντς κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλητή Αγγλίας, τη σεζόν 1991/92, ως μέλος μιας μεσαίας γραμμής που αποτελούνταν επίσης από τον Γκόρντον Στράχαν (Gordon Strachan), τον Γκάρι ΜακΆλιστερ (Gary McAllister) και τον Ντέινιντ Μπάτι (David Batty), μια γραμμή που ο πρώην προπονητής της Λιντς Έντι Γκρέι (Eddie Gray) θεωρεί από τις καλύτερες στη σύγχρονη εποχή! Ο Γουίλκινσον ονόμασε τον Σπιντ ως Παίκτη της Χρονιάς για τη Λιντς!


Τον Σεπτέμβριο του 1992, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, όταν μετά την επικράτηση της Στουτγάρδης με 3-0 στο πρώτο παιχνίδι, βοήθησε τη Λιντς σε μια νίκη με 4-1, σκοράροντας ένα από τα τέρματα, που αργότερα περιέγραψε ως το καλύτερο της καριέρας του!  Αν και η Λιντς αποκλειόταν από το εκτός έδρας γκολ, μια λάθος χρησιμοποίηση παίκτη από τους Γερμανούς, έδωσε τη πρόκριση στα «παγώνια»! Επιλέχθηκε στην ιδανική 11άδα των αθλητικογράφων για τη σεζόν 1992/93. Έπαιξε σε 312 παιχνίδια για τη Λιντς, σκοράροντας 57 γκολ με τελευταίο του ματς, την ήττα στον τελικό του Λιγκ Καπ του 1996 από την Άστον Βίλα.


Οπαδός της από την παιδική του ηλικία, υπέγραψε στην  Έβερτον, με προπονητή τον Τζόε Ρόιλ (Joe Royle), πριν την έναρξη της σεζόν 1996/97, έναντι αμοιβής ύψους £ 3,5 εκατομμυρίων στερλινών. Έκανε το ντεμπούτο του στις 17 Αυγούστου του 1996, σκοράροντας εναντίον της Νιούκαστλ. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ​​σημείωσε χατ-τρικ -το μοναδικό της καριέρας του-, όταν η Έβερτον νίκησε τη Σαουθάμπτον 7-1 στο Γκούντισον Παρκ. Τελείωσε τη σεζόν με 11 γκολ, από κοινού πρώτος σκόρερ του συλλόγου με τον Ντάνκαν Φέργκιουσον (Duncan Ferguson) και ψηφίστηκε ως Παίκτης της Χρονιάς για την Έβερτον, για τις επιδόσεις του κατά την πρώτη του σεζόν εκεί!


Ο Χάουαρντ Κένταλ (Howard Kendall) διαδέχθηκε τον Ρόιλ ως προπονητής, κατά την έναρξη της σεζόν 1997/98 και όρισε τον Σπιντ ως αρχηγό της ομάδας. Ωστόσο, από το τέλος του έτους, η σχέση μεταξύ τους είχε χαλάσει. Έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι του για τα «ζαχαρωτά» στις 18 Ιανουαρίου του 1998, σκοράροντας στη νίκη 3-1 επί της Τσέλσι. Δεν ταξίδεψε για το επόμενο παιχνίδι τους, εκτός έδρας με τη Γουέστ Χαμ και στη συνέχεια παραχωρήθηκε στη Νιούκασλ για £ 5,5 εκατομμύρια στερλίνες. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν την μεταγραφή του δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ. Είπε στην ‘’Liverpool Echo’’: «… Ξέρεις γιατί φεύγω, αλλά δεν μπορώ να το εξηγήσω δημοσίως, γιατί θα καταστρέψω το καλό όνομα της Έβερτον ως ποδοσφαιρικού συλλόγου και δεν είμαι διατεθειμένος να το κάνω αυτό»


Υπέγραψε για τη Νιούκαστλ στις 6 Φεβρουαρίου του 1998, με προπονητή τον Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) και έκανε το ντεμπούτο του σε μια εντός έδρας ήττα 0-1 από τη Γουέστ Χαμ την επόμενη μέρα. Το πρώτο του γκολ ήρθε στον 5ο  αγώνα του, για τον 6ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας της περιόδου 1997/98. Το μοναδικό γκολ στο πρωτάθλημα της σεζόν 1997/98 ήρθε στην εντός έδρας νίκη με 3-1 επί της Τσέλσι, στο προτελευταίο αγώνα πρωταθλήματος, στις 2 Μαΐου, όταν σημείωσε το 3ο γκολ της Νιούκαστλ, στο 59ο λεπτό. Τελείωσε τη σεζόν με το παιχνίδι στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας του 1998, όταν η Νιούκαστλ ηττήθηκε 0-2 από την Άρσεναλ, στις 16 Μαΐου.


Με τις «καρακάξες» συμμετείχε και στον δεύτερο συνεχόμενο -και πάλι χαμένο- τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας της περιόδου 1998/99, στις  22 Μαΐου του 1999, με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Στις 19 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, σκόραρε ένα γκολ στη νίκη με 8-0 επί της Σέφιλντ Γουένσντεϊ, αγώνα στον οποίο ο συμπαίκτης του Άλαν Σίρερ (Alan Shearer) σκόραρε -το ρεκόρ-  5 γκολ! Έπαιξε επίσης στο UEFA Champions League με τη Νιούκαστλ, στη σεζόν 2002/03, ισοφαρίζοντας στο 58ο  λεπτό, στη νίκη με 2-1 νίκη επί της Ντιναμό Κιέβου, στη φάση των ομίλων, στις 29 Οκτωβρίου του 2002.


Μετακόμισε στη Μπόλτον, σε μια συμφωνία δύο ετών, για £ 750.000 στερλίνες, τον Ιούλιο του 2004. Έγινε ο πρώτος παίκτης που έφτασε τις 500 εμφανίσεις στην Premier League, όταν αγωνίστηκε στη νίκη με 4-0 της Μπόλτον επί της Γουέστ Χαμ, τον Δεκέμβριο του 2006.  Την 1η Μαΐου του 2007, ονομάστηκε ως πρώτος προπονητής της ομάδας, όταν ο Σαμ Αλαρντάις (Sam Allardyce) παραιτήθηκε από το πόστο του ως προπονητής. Ωστόσο, τον Οκτώβριο άφησε τη θέση του προπονητή και επέστρεψε στο να είναι απλά ένας παίκτης της ομάδας. Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το περιστατικό, με τη μια να λέει ότι ο τότε προπονητής Σάμι Λι (Sammy Lee) τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του για να επικεντρωθεί στο αγωνιστικό μέρος του παιχνιδιού, αλλά ο Σπιντ, σε μια συνέντευξη στην ‘’Bolton News’’, ισχυρίστηκε ο ίδιος επέλεξε να παραιτηθεί.


Σημείωσε ένα γκολ με κεφαλιά για Μπόλτον εναντίον της Ρέντινγκ, στις 25 Αυγούστου του 2007, καθιστώντας τον, εκείνη την εποχή, τον μοναδικό παίκτη που έχει σκοράρει σε κάθε σεζόν της Premiership μέχρι τότε! Ο Ράιαν Γκιγκς αργότερα ισοφάρισε αυτό το επίτευγμα στις 20 Οκτωβρίου του 2007 και του το «έκλεψε» στις 8 Φεβρουαρίου του 2009. Είχε αναφερθεί τον Δεκέμβριο του 2007, ότι αποτελούσε ​​μεταγραφικό στόχο για τη Ντέρμπι Κάουντι, αλλά στις 24 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, επιβεβαιώθηκε ότι θα ενταχθεί στη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ με τη μορφή δανείου, από την 1η Ιανουαρίου του 2008, με προοπτική την μόνιμη μεταγραφή για περίπου £ 250.000 στερλίνες.


Έκανε το ντεμπούτο του με τις «λεπίδες» την ημέρα της μεταγραφής του (!!!), στην αρχική ενδεκάδα, σε μια ισοπαλία  0-0 με τη  Γουλβς, τη Πρωτοχρονιά του 2008. Έπαιξε κανονικά για το υπόλοιπο της σεζόν και ήταν ο αρχηγός της ομάδας όταν ο εκλεγμένος Κρις Μόργκαν (Chris Morgan) δεν ήταν διαθέσιμος! Σκόραρε το πρώτο του γκολ για τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ, σε μια νίκη επί της Κόβεντρι, το Μάρτιο του ίδιου έτους. Τελείωσε τη σεζόν με 3 γκολ, σκοράροντας και τα 2 γκολ σε ένα 2-1 νίκη επί της Μπρίστολ Σίτι, στο προτελευταίο παιχνίδι της σεζόν 2007/08. Σε μια συνέντευξη του στο ‘’BBC Wales’’ στις 10 Μαΐου του 2008, άφησε να εννοηθεί ότι η περίοδος 2008/09 μπορεί να είναι η τελευταία του ως ενεργός ποδοσφαιριστής πριν από τη μετάβαση στη προπονητική, αλλά δήλωσε ότι δεν το είχε ακόμη ξεκαθαρίσει.

Ξεκίνησε την επόμενη σεζόν ως βασικός στο κέντρο των «λεπίδων», αλλά τραυματίστηκε στη μέση το Νοέμβριο του 2008. Παρά του το ότι υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για να διορθώσει το πρόβλημα, δεν κατάφερε να ανακτήσει την ικανότητά του και έχασε το υπόλοιπο της σεζόν, εστιάζοντας αντ' αυτού σε ένας ρόλο προπόνησης στο σύλλογο. Τον Ιούνιο του 2009, τον πλησίασε η Σουόνσι με σκοπό να αναλάβει προπονητής της, θέση που άφησε κενή ο Ρομπέρτο Μαρτίνεζ (Roberto Martinez).


Στα τέλη του Οκτωβρίου του 2009, δήλωσε ότι «Είμαι 40 ετών, δεν έχω παίξει για ένα χρόνο και μπορείτε να πάρετε ότι θέλετε από αυτό. Δεν μου λείπει το παιχνίδι επειδή το απολαμβάνω από την άλλη πλευρά». Ανακοίνωσε τελικά την αποχώρησή του από το παιχνίδι στο 41ο έτος της ηλικίας του, αλλά συμφώνησε να παραμείνει στη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ για τουλάχιστον μία ακόμη σεζόν ως προπονητής. Παρά το γεγονός αυτό, είχε και πάλι καταχωρηθεί ως παίκτης, διατηρώντας το δελτίο του και πήρε θέση στο πάγκο για τον πρώτο γύρο του Λιγκ Καπ, σ΄ ένα παιχνίδι εναντίον της Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ κατά την έναρξη της επόμενης περιόδου!


Έπαιξε για την Ουαλία σε επίπεδο Νέων και κέρδισε 3 συμμετοχές για την ομάδα U-21. Έπαιξε 85 φορές για την Ουαλία, κάτι που τον καθιστά τον δεύτερο υψηλότερο σε συμμετοχές Ουαλό, πίσω μόνο από τον τερματοφύλακα Νέβιλ Σάουθχολ (Neville Southall) που έκανε 92 εμφανίσεις. Ήταν ο αρχηγός της Ουαλίας σε 44 περιπτώσεις. Η πρώτη του εμφάνιση για την εθνική ομάδα, είχε έρθει στις 20 Μαΐου του 1990, σε μια φιλική νίκη 1-0 επί της Κόστα Ρίκα στο Νίνιαν Παρκ του Κάρντιφ, ως αλλαγή του Γκλιν Χοντζ (Glyn Hodges) στο Β’ ημίχρονο. Δεν σκόραρε μέχρι την 27η συμμετοχή του, στην εκτός έδρας ήττα 2-3 από τη Μολδαβία, σε ένα παιχνίδι για τη προκριματική φάση του Euro 1996, στις 12 Οκτωβρίου του 1994. Αρχηγός ήταν κατά τη διάρκεια της 46ης συμμετοχής του, μια εκτός έδρας νίκη 3-0 στη Μάλτα, στις 3 Ιουνίου του 1998.


Έσπασε το ρεκόρ συμμετοχών που κατείχε ο Ντιν Σόντερς (Dean Saunders) για παίκτη της Ουαλίας εντός παιδιάς, πλην δηλαδή του τερματοφύλακα, όταν κέρδισε την 76η του συμμετοχή, όντας ο αρχηγός, σε μια ισοπαλία 1-1 με την Φινλανδία, σε ένα προκριματικό για το Euro 2004, στις 10 Σεπτεμβρίου του 2003. Αποσύρθηκε από διεθνές ποδόσφαιρο το 2004, μετά την ήττα 2-3 από την Πολωνία σε ένα προκριματικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006. Μετά την αποχώρησή του από το διεθνές ποδόσφαιρο, προτάθηκε τόσο από το πρώην προπονητή του Μαρκ Χιουζ (Mark Hughes), όσο και τον συνάδελφό του Ουαλό μέσο, Ρόμπι Σάβατζ (Robbie Savage) ως μελλοντικός προπονητής της ουαλικής εθνικής ομάδας.


Εργατικός, τίμιος και με αυτοκριτική, δεν είχε ευλογηθεί με εξαιρετικό ταλέντο σε νεαρή ηλικία, αλλά, αντίθετα, ανέπτυξε την τεχνική του μέσα από πολλές ώρες σκληρής προπόνησης! Είχε τη φήμη ενός εξαιρετικά προσαρμόσιμου  ποδοσφαιριστή που φρόντιζε το σώμα του, έχοντας μια σύγχρονη προσέγγιση για τη διατροφή και τη καλή φυσική κατάσταση, μια σπάνια ποιότητα μεταξύ των παικτών της γενιάς του! Το επίπεδο της φυσικής του κατάστασης, τού επέτρεψε να αποφεύγει τους τραυματισμούς και να συνεχίσει να παίζει σε υψηλότατο επίπεδο μέχρι τα 39 του, σπάνια χάνοντας παιχνίδι!


Χαρακτηρίστηκε από τους συμπαίκτες του σαν μια «εμπνευσμένη φιγούρα», ο οποίος υπήρξε το παράδειγμα και απαίτησε το καλύτερο από τους γύρω του. Είχε επίσης μια φήμη ως ένα φιλικό και υποστηρικτικό πρόσωπο, που φρόντιζε και είχε ένα ενδιαφέρον για τις ζωές των ανθρώπων γύρω του! Η persona του «καλού παιδιού», τον είχε κάνει δημοφιλή και μια σεβαστή φιγούρα ανάμεσα τους!


Με μόνο 3 παιχνίδια στη σεζόν 2010/11, ο προπονητής της Σέφιλντ Γιουνάιτεντ Κέβιν Μπλάκγουελ (Kevin Blackwell) απολύθηκε, με τον Σπιντ να επιβεβαιώνεται ως νέος μάνατζερ του συλλόγου με ένα τριετές συμβόλαιο, στις 17 Αυγούστου του 2010. Στις 21 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, τιμωρήθηκε για ένα παιχνίδι και πρόστιμο £ 2.000 στερλινών από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία για αντιαθλητική συμπεριφορά στο παιχνίδι εναντίον της Γουάτφορντ, στις 2 Οκτωβρίου του 2010. Στις 11 Δεκεμβρίου του 2010, μαζί με τους Τζον Χάρτσον (John Hartson), Μπράιαν Φλιν (Brian Flynn), Κρις Κόουλμαν ( Chris Coleman)  και Λαρς Λάγκερμπακ (Lars Lagerback), ήταν υποψήφιοι για τη κενή θέση του προπονητή της εθνικής Ουαλίας!  Η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ επιβεβαίωσε ότι είχε δώσει την άδεια για να μιλήσει με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουαλίας. Με μόλις 4 μήνες προπονητική εμπειρία, ο Γκάρι Σπιντ επιβεβαιώθηκε ως ο νέος προπονητής της εθνικής Ουαλίας, στις 14 Δεκεμβρίου του 2010, διαδεχόμενος τον Τζον Τόσακ (John Toshack) που είχε παραιτηθεί τον Σεπτέμβριο του 2010. Η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ τον απελευθέρωσε από το συμβόλαιό του, μετά την αποζημίωση που καταβλήθηκε από την Ουαλική Ομοσπονδία.


Το τέλος της εποχής Τζον Τόσακ στην εθνική Ουαλίας, βρήκε μία ομάδα τελείως αποδιοργανωμένη, δίχως πλάνο παιχνιδιού, να προσθέτει χρόνια από την τελευταία εμφάνισή της σε Μουντιάλ (19 Ιουνίου 1958) και Euro (1976). Το πρώτο μέλημά του ήταν η επιστροφή της "παλιάς γενιάς" που είχε απογοητευτεί επί Τόσακ. Κι αν στις περιπτώσεις Γκιγκς και Ντέιβις (προσωρινά στον δεύτερο) δεν είχε τύχη, τονίζοντας πως δεν τα παρατάει, ο Κρέγκ Μπέλαμι (Craig Bellamy) έχει γίνει πλέον κάτι σαν βοηθός του εντός του "στρατοπέδου" των ποδοσφαιριστών. Έδωσε εντολή στους διεθνείς να μάθουν τους στίχους του εθνικού ύμνου της χώρας («Hen Wlad Fy Nhadau» ή «Η γη των πατέρων μας»), φυσικά στην ουαλική γλώσσα, υπό τη βοήθεια της Μις Ουαλία 2010, Κόρτνεϊ Χάμιλτον.

Και υπήρξε και συνέχεια στις τολμηρές αποφάσεις. Προσέλαβε τον πολύπειρο, αλλά αιρετικό Ολλανδό γυμναστή Ρέιμοντ Φερχέιχεν (Raymond Verheijen) ως βοηθό του, με τον πρώην συνεργάτη των Γκους Χίντινκ (Guus Hiddink) και Ντικ Άντβοκαατ (Dirk Nicolaas "Dick" Advocaat) να τσακώνεται με την ολλανδική ομοσπονδία. Το πρώτο παιχνίδι του ως προπονητής  της εθνικής ομάδας ήταν στις 8 Φεβρουαρίου του 2011 στο Carling Nations Cup, στην ήττα από την Ιρλανδία με 0-3. Ο πρώτος ανταγωνιστικός αγώνας του ήταν για τα προκριματικά του Euro 2012, εντός έδρας με την Αγγλία, στις 26 Μαρτίου του 2011 και διόρισε ως αρχηγό τον 20χρονο Άαρον Ράμσεϊ (Aaron Ramsey), παρότι εξέφραζε σε ιδιωτικές συζητήσεις την ανησυχία του για το πως θα αντιμετωπίσει αυτήν την απόφαση ο Αρσέν Βενγκέρ (Arsène Wenger), καθιστώντας τον ως τον νεαρότερο αρχηγό της Ουαλίας Όλων των Εποχών! Ηττήθηκε 0-2 από την Αγγλία και τον Αύγουστο του 2011 βρισκόταν στη χαμηλότερη στην ιστορία τους θέση, στη κατάταξη της FIFA, την 117η. Ακολούθησαν μια 2-1 νίκη επί του Μαυροβουνίου, μια 0-1 ήττα στην Αγγλία, μια 2-0 εντός έδρας νίκη επί της Ελβετίας και μια 1-0 εκτός έδρας νίκη επί της Βουλγαρίας. Κατά συνέπεια, τον Οκτώβριο του 2011, η Ουαλία ήταν 45η στον κόσμο από τη FIFA. Το τελευταίο παιχνίδι ​​ως προπονητής της Ουαλίας ήταν στις 12 Νοεμβρίου του 2011, μια εντός έδρας νίκη με 4-1 σε φιλικό αγώνα κατά της Νορβηγίας. Στις 21 Δεκέμβριο του 2011, την ημέρα των τελικών κατατάξεων στους πίνακες της FIFA, στην Ουαλία απονεμήθηκε ο τίτλος του «Best Movers» της χρονιάς, έχοντας κατακτήσει τις περισσότερες θέσεις προώθησης από κάθε άλλη εθνική ομάδα το 2011.


Παντρεύτηκε την αρραβωνιαστικιά του Louise το 1996. Το ζευγάρι είχε δύο παιδιά, τον Tommy και τον Eddie. Του άρεσαν τα κουίζ, αλλά ήταν καλύτερος σε θέματα γεωγραφίας και ιστορίας από το ποδόσφαιρο. Διορίστηκε μέλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (ΜΒΕ), το 2010 για τις υπηρεσίες του στο ποδόσφαιρο.  Τον Μάρτιο του 2012, ο μεγαλύτερος γιος του, ο Eddie, είχε επιλεγεί για την εθνική ομάδα της Ουαλίας U-16


Στις 26 Νοεμβρίου του 2011, εμφανίστηκε ως guest στο τηλεοπτικό πρόγραμμα του ‘’BBC One’’, ‘’Football Focus’’, με παρουσιαστή τον Dan Walker, ο οποίος αργότερα περιέγραψε ότι ο Σπιντ βρισκόταν σε «καλή φόρμα». Μετά από το τέλος του προγράμματος στις 13:00, κουβέντιασε σε διάφορους άλλους προσκεκλημένους στα στούντιο της ‘’MediaCity’’ στο Salford πριν πάει μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του στη Νιούκαστλ, Άλαν Σίρερ, να παρακολουθήσουν τη παλιά τους ομάδα εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, στο Ολντ Τράφορντ, σε μικρή απόσταση με τα πόδια από τα στούντιο. Μετά την ολοκλήρωση του παιχνιδιού, στις 17:00, οδήγησε στο σπίτι του, στο Huntington του Cheshire, περίπου μία ώρα οδικώς από το Ολντ Τράφορντ.


Το επόμενο πρωί, στις 27 Νοεμβρίου, λίγο πριν από τις 7:00, η γυναίκα του Louise βρήκε το σώμα του κρεμασμένο στο γκαράζ του σπιτιού του. Εκείνη τηλεφώνησε την υπηρεσία ασθενοφόρων στις 07.08 π.μ. και ενημέρωσε και την αστυνομία. Επιβεβαιώθηκε ότι είναι νεκρός και η αστυνομία ανακοίνωσε ότι δεν είχαν ύποπτες ενδείξεις του θανάτου του. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν τεκμηριωθεί πλήρως τα γεγονότα, αναφέρθηκε ότι ο Γκάρι Σπιντ αυτοκτόνησε. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε στο κοινό από το Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουαλίας λίγες ώρες αργότερα.


Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι η πίεση της προπονητικής είχε βάλει κάποια πίεση και στο γάμο του και ότι ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν τσακωθεί τη νύχτα πριν από το θάνατό του. Ωστόσο, ο οικογενειακός τους φίλος Άλαν Σίρερ, είχε πει στον Σπιντ ότι τέτοιου είδους διαφωνίες ήταν φυσιολογικές μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση. Η σύζυγός του είπε πώς σε πρόσφατες συνομιλίες ανάμεσα σε εκείνη και τον σύζυγό της αναφέρθηκε στο «… μέλλον μας μαζί και πόσο ενθουσιασμένος ήταν για το ταξίδι μας μαζί». Η μητέρα του, Carol, τον περιέγραψε ως ένα « … πρόσωπο σαν μισοάδειο ποτήρι» και η Louise είπε ότι ήταν «… κάπως κλειστός χαρακτήρας» και ότι είχε δει την τελευταία τηλεοπτική εμφάνιση του μετά το θάνατό του και σκέφτηκα ότι «… το χαμόγελό του δεν φαινόταν γνήσιο ... αυτό φαινόταν στα μάτια του». Αν και ποτέ δεν συζήτησε τυχόν θέματα ψυχικής υγείας με κανέναν, 4 ημέρες πριν από το θάνατό του έκανε κουβέντα στη Louise για το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, αλλά ο ίδιος απέρριψε επίσης μια τέτοια ενέργεια, λόγω της σημασίας της στην σύζυγο του και τα δύο παιδιά του.  Άφησε περισσότερα από £ 1.280.000 στερλίνες, περιουσία στη σύζυγό του και στους γιους του.


Η είδηση του θανάτου του ​​ανακοινώθηκε για πρώτη φορά από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουαλίας και στη διάρκεια της ημέρας χιλιάδες μηνύματα συμπαράστασης απελευθερώθηκαν από πολλούς ανθρώπους του ποδοσφαίρου, εντός και εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Στενοί του φίλοι και πρώην συμπαίκτες, ΑΠΑΝΤΕΣ εξέφρασαν τη βαθιά λύπη τους στο θάνατό του. Πολλοί Βρετανοί πολιτικοί εξέφρασαν τη θλίψη τους και έστειλαν τα συλλυπητήριά τους προς την οικογένεια του, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον και του Αρχηγού της Αξιωματικής αντιπολίτευσης Εντ Μίλιμπαντ. Ανάμεσα στις διεθνείς προσωπικότητες που απέτισαν φόρο τιμής στη μνήμη του, ήταν ο πρόεδρος της UEFA Μισέλ Πλατινί (Michel Platini) και ο Πρόεδρος της FIFA, Σεπ Μπλάτερ (Sepp Blatter).


Στον αγώνα μεταξύ της Νότιγχαμ Φόρεστ και της Λιντς, οι οπαδοί της Λιντς τραγούδησαν το όνομα του Σπιντ στο 11ο λεπτό για 11 λεπτά και στη συνέχεια για ολόκληρο το παιχνίδι στη μνήμη του, φώναζαν συνεχώς το όνομά του. Το № 11 ήταν το νούμερο της φανέλας του στη Λιντς. Παρόμοιες σκηνές διαδραματίστηκαν και στα γήπεδα όλων των συλλόγων που αγωνίστηκε, αλλά και σε όλα τα γήπεδα της Αγγλίας και της Ουαλίας, κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του στους αγώνες της 4ης Δεκεμβρίου. Διεθνείς ποδοσφαιριστές, συμπαίκτες του, καλοί του φίλοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν την είδηση και πολλοί απ’ αυτούς ξέσπασαν σε κλάματα. Όλοι οι σύλλογοι που αγωνίστηκε, εμφανίστηκαν με μαύρα περιβραχιόνια στους αγώνες της επόμενης αγωνιστικής και όλοι φόρεσαν φανέλες με φράσεις στη μνήμη του, κάτι που έκαναν και άλλοι ποδοσφαιριστές, μεμονωμένα σε διάφορα παιχνίδια. Στις 29 Φεβρουαρίου του 2011, έγινε ένα παιχνίδι στη μνήμη του, στο Νίνιαν Παρκ του Κάρντιφ, ανάμεσα στην Ουαλία και την Κόστα Ρίκα, την ομάδα εναντίον της οποίας έκανε το διεθνές ντεμπούτο του! Την εθνική Ουαλίας, οδήγησαν στον αγωνιστικό χώρο οι δυο γιοι του, δίπλα στον αρχηγό Γκρεγκ Μπέλαμι!



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1984–1988: Leeds United Football Club

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1988–1996: Leeds United Football Club, 248 (39)
  • ·         1996–1998: Everton Football Club, 58 (16)
  • ·         1998–2004: Newcastle United Football Club, 213 (29)
  • ·         2004–2008: Bolton Wanderers Football Club, 121 (14)
  • ·         2008–2010: Sheffield United Football Club, 37(6)
Σύνολο καριέρας: 677 (104)

Διεθνής

  • ·         1990/91: Εθνική Νέων Ουαλίας, 3 (2)
  • ·         1990–2004: Ουαλία, 85 (7)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2010: Sheffield United
  • ·         2010/11: Ουαλία

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Leeds United
  • ·         Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1989/90
  • ·         Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1991/92
  • ·         FA Charity Shield: 1992
  • ·         Λιγκ Καπ Αγγλίας: φιναλίστ 1996
Με τη Newcastle United
  • ·         Κύπελλο Αγγλίας: φιναλίστ: 2 (1997/98, 1998/99)
  • ·         UEFA Intertoto Cup: φιναλίστ  2001

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αγγλίας: 1993
  • ·       Βραβείο Περισσότερων Συμμετοχών 10ετίας Premier League (1992/93 έως 2001/02): 352 συμμετοχές

Συμπληρωματικά στοιχεία από το contra.gr

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Μαρσέλ Ντεσαγί: Ο Βράχος

Ο Γάλλος κεντρικός αμυντικός ή και αμυντικός μέσος Μαρσέλ Ντεσαγί (Marcel David Desailly), γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1968, στην Άκρα, τη πρωτεύουσα της Γκάνα. Ήταν μέλος των εθνικών ομάδων της Γαλλίας που κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και το Euro του 2000. Θεωρείται ένας από τους πιο Ολοκληρωμένους Ποδοσφαιριστές της γενιάς του και συγκαταλέγεται στην «αφρόκρεμα» των κεντρικών αμυντικών που φάνηκαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα τη δεκαετία του 1990! Γρήγορος και δυνατός παίκτης, αποτελεσματικός και σταθερός σε απόδοση, με θαυμάσια σωματικά προσόντα, εξαιρετική τεχνική και στόφα ηγέτη! Απέδωσε το ίδιο καλά και ως ανασταλτικός μέσος, συνδυάζοντας την επιθετικότητά του και την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι, με αξιοσημείωτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, γράφοντας με χρυσά γράμματα τη δική του σελίδα στο βιβλίο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου! Σε συλλογικό επίπεδο, σε μια άκρως επιτυχημένη 20ετή καριέρα (1986-2006), φόρεσε τη φανέλα μερικών εκ των ιστορικότερων συλλόγων της «Γηραιάς Ηπείρου», κατακτώντας το Champions League με την Μαρσέιγ και την Μίλαν, ενώ έπαιξε ακόμη για τη Ναντ και την Τσέλσι, μεταξύ άλλων. Είχε το παρατσούκλι «Ο Βράχος»!


Γεννημένος από Γκανέζους γονείς με το όνομα Οντένκε Άμπεϊ (Odenke Abbey), άλλαξε το όνομά του, όταν η μητέρα του παντρεύτηκε τον επικεφαλής του γαλλικού προξενείου στην Άκρα, ο οποίος υιοθέτησε όλα τα παιδιά της. Μάλιστα, ο πρώην επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, Σεθ Αντονκόρ (Seth Adonkor), με εξαιρετική καριέρα στη Ναντ και πρότυπο -κατά δήλωσή του- του Ντιντιέ Ντεσάμπ (Didier Deschamps), 7 χρόνια μεγαλύτερος του Μαρσέλ, ήταν ετεροθαλής αδελφός του. Η οικογένεια μετακόμισε στη Γαλλία όταν ο νεαρός Μαρσέλ ήταν 4 ετών.


Εκεί έμαθε τα μυστικά της μπάλας και ξεκίνησε τη λαμπρή καριέρα του, κάνοντας τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, ως μέλος της φημισμένης ακαδημίας της Ναντ, όπου τον έφερε ο ετεροθαλής αδελφός του, παρέα με τον Ντιντιέ Ντασάμπ, με τον οποίο από τότε έχουν εξαιρετική φιλία.  Έγινε επαγγελματίας το 1986, δύο χρόνια αφότου ο ετεροθαλής αδελφός του είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Έκανε ντεμπούτο στις 26  Αυγούστου του 1986, στη νίκη με 3-0 επί της Μπορντό. Με τα χρώματα των «καναρινιών», αγωνίστηκε για 6 σεζόν, έως το 1992, παίρνοντας άφθονο χρόνο συμμετοχής, παίρνοντας μέρος σε 165 αναμετρήσεις, πετυχαίνοντας 5 γκολ. Στη συνέχεια,  μεταγράφηκε στη Μαρσέιγ.


Έμεινε μόλις μία χρονιά στη δύναμη της «ΟΜ», αλλά πρόλαβε να κατακτήσει μαζί της ένα πρωτάθλημα, το οποίο όμως αργότερα αφαιρέθηκε από τον σύλλογο, λόγω εμπλοκής του τότε προέδρου της, Μπερνάρ Ταπί (Bernard Tapie), σε σκάνδαλο δωροδοκίας και το Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 1992/93, όταν οι Μαρσεγιέζοι επικράτησαν στον τελικό με 1-0 της Μίλαν, στην οποία ο ταλαντούχος άσος μεταπήδησε λίγες εβδομάδες αργότερα! Ανήκε στους «ροσονέρι» για μια πενταετία και σε αυτό το διάστημα, χρησιμοποιήθηκε σε 164 αναμετρήσεις, σημειώνοντας 7 τέρματα και χάρηκε μαζί τους 2 πρωταθλήματα (1993/94, 1995/96) και ένα Σούπερ Καπ Ιταλίας (1994), καθώς επίσης το Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 1993/94. Eίναι ο πρώτος παίκτης που κατακτά το τρόπαιο σε διαδοχικές σεζόν με διαφορετικές ομάδες, με τον ίδιο μάλιστα να σκοράρει στην εμφαντική νίκη με 4-0 επί της Μπαρτσελόνα στο ΟΑΚΑ και το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ αυτής της χρονιάς.


Το 1998, μεταγράφηκε στη Τσέλσι για £ 4,6 εκατομμύρια στερλίνες και καθιερώθηκε άμεσα στο βασικό της σχήμα ενώ τού δόθηκε και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Υπηρέτησε τους «μπλε» για 6 συνεχόμενες περιόδους, κάνοντας 156 εμφανίσεις, με 7 γκολ, βοηθώντας τους να κατακτήσουν το Κύπελλο Αγγλίας του 2000, το Τσάριτι Σιλντ της ίδιας χρονιάς, ενώ προηγουμένως, τη πρώτη του σεζόν στον σύλλογο, είχε κατακτήσει και το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ (1998). Αποδεσμεύθηκε από τους Λονδρέζους και υπέγραψε στην Αλ Γκαράφα του Κατάρ. Έπαιξε σε αυτήν έναν χρόνο (28 ματς/15 τέρματα) κατακτώντας το πρωτάθλημα  κι εν συνεχεία μετεγγράφηκε στην Κατάρ FC, ως ποδοσφαιριστής της οποίας κρέμασε τα παπούτσια του λίγους μήνες αργότερα.


Με την εθνική γαλλική ομάδα, χρίστηκε διεθνής σε 116 αγώνες της και σημείωσε 3 τέρματα, από το 1993, έως το 2004. Πήρε μέρος στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα του 1996, του 2000, το οποίο και κατέκτησε, αλλά και σ’ αυτό του 2004. Πήρε επίσης μέρος στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1998, στο οποίο αναδείχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής και σ’ αυτό του 2002, ενώ διετέλεσε και αρχηγός των «τρικολόρ». Ακρογωνιαίος λίθος των μεγάλων γαλλικών επιτυχιών, η σπουδαία άμυνα των Ντεσαγί και της παρέας του, του Λιλιάν Τουράμ (Lilian Thuram), του Λοράν Μπλαν (Laurent Blanc), του Μπιξέντε Λιζαραζού (Bixente Lizarazu), οι οποίοι με τον Φαμπιάν Μπαρτέζ (Fabien Barthez) κάτω από τα δοκάρια παρείχαν όλα τα εχέγγυα για τους διεθνείς θριάμβους!


Στις 28 διεθνείς αναμετρήσεις που έπαιξαν μαζί, από την ήττα με 0-1 από τη Γερμανία σε φιλικό προετοιμασίας για το Ευρωπαϊκό του 1996, μέχρι και τη νίκη στον τελικό του Ευρωπαϊκού του 2000 κατά της Ιταλίας, το αμυντικό τετράδυμο δεν έχασε ποτέ ματς! Τη περίοδο αυτή των 4 ετών, η Γαλλία δέχτηκε μόνο 13 γκολ, κάνοντας μόλις 5 ήττες στα 57 ματς που έπαιξε και μάλιστα στις ήττες της, τουλάχιστον ένας από τους 4 σωματοφύλακες της άμυνας, έλειπε από την ενδεκάδα!


Κατέχει όμως και ένα «ιδιαίτερο» ρεκόρ, αφού έγινε μόλις ο 3ος παίκτης που αποβλήθηκε σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν τιμωρήθηκε με 2η κίτρινη κάρτα στον γαλλικό θρίαμβο με 3-0 κατά της Βραζιλίας το 1998. Η τελευταία του συμμετοχή στη διεθνή σκηνή ήταν στο Ευρωπαϊκό του 2004, όταν η ομάδα του 36χρονου Ντεσαγί, υποκλίθηκε στην μετέπειτα πρωταθλήτρια του θεσμού, εθνική Ελλάδος, με εκείνο το ιστορικό 1-0 να σηματοδοτεί την τελευταία από τις 116 διεθνείς εμφανίσεις του φοβερού Γάλλου…


Ο Μαρσέλ Ντασαγί, με το παρατσούκλι «Ο Βράχος», λόγω της συνεκτικότητας, της δύναμης και του σκληρού στυλ παιχνιδιού, θεωρείται ένας από τους πιο Επιτυχημένους Παίκτες της γενιάς του και ένας από τους Καλύτερους Γάλλους αμυντικούς Όλων των Εποχών, ο οποίος ξεχώρισε και για τα ηγετικά του προσόντα καθ' όλη την διάρκεια της καριέρα του. Ένας γρήγορος, σκληρός και δυναμικός παίκτης, ο οποίος διακρίθηκε στον αέρα, συνδυάζοντας την επιθετικότητα, την αντοχή και την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι, με τις φυσικές, πνευματικές και αμυντικές του ικανότητες, με αξιοσημείωτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, προσόντα πυου του επέτρεψαν επίσης να παίξει αποδίδοντας εξαιρετικά και στη μεσαία γραμμή καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Πράγματι, αφού μεταγράφηκε στη Μίλαν, παρόλο που αρχικά ξεκίνησε να παίζει ως κεντρικός αμυντικός, αργότερα αναπτύχθηκε ως αμυντικός μέσος, θέση στην οποία οριοθέτησε νέα δεδομένα. Το 2004, ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”), στον κατάλογο «FIFA 100», των 125 Εν Ζωή Μεγαλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, στο πλαίσιο των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας.


Μετά την απόσυρσή του έγινε μια αυθεντία για το «BBC Sport» και εργάστηκε με το ίδιο κανάλι στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006. Έχει επίσης εργαστεί για το BBC Sport στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 2008 και το Euro 2008 και είναι τακτικός σχολιαστής για το γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι Canal Plus. Το 2010 εργάστηκε στο ITV Sport για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. Είναι παντρεμένος με την Virginie και έχει 4 παιδιά. Το 2011 άνοιξε στη γενέτειρά του ένα υπερσύγχρονο αθλητικό κέντρο, που ονομάζεται «Lizzy Sports Complex», στη μνήμη της μητέρας του, που απευθύνεται σε νέους παίκτες και ιδιαίτερα τα παιδιά. Πολλές αφρικανικές εθνικές ομάδες χρησιμοποιούν το κέντρο για να προετοιμαστούν για διεθνή τουρνουά.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1986–1992: Football Club de Nantes Atlantique, 162 (5)
  • ·         1992/93: Olympique de Marseille, 47 (1)
  • ·         1993–1998: Associazione Calcio Milan, 137 (5)
  • ·         1998–2004: Chelsea Football Club, 158 (6)
  • ·         2004/05: Al-Gharafa Sports Club, 28         (6)
  • ·         2005/06: Qatar Sports Club, 7 (0)
Σύνολο καριέρας: 539 (23)

Διεθνής

  • ·         1993–2004: Γαλλία, 116 (3)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Marseille

  • ·         UEFA Champions League: 1992/93
Με τη Milan
  • ·         Πρωτάθλημα Ιταλίας: 2 (1993/94, 1995/96)
  • ·         UEFA Champions League: 1993/94
  • ·         Σούπερ Καπ Ιταλίας: 1994
  • ·         Ευρωπαϊκό Super Cup: 1994
Με τη Chelsea
  • ·         Ευρωπαϊκό Super Cup: 1998
  • ·         Κύπελλο Αγγλίας: 1999–2000
  • ·         FA Charity Shield: 2000

Διεθνείς

Με τη Γαλλία
  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 1998
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 2000
  • ·         Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA: 2 (2001, 2003)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Ξένων για τη δεκαετία της Premier League (1992/93 – 2001/02)
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας της Δεκαετίας της Premier League (1992/93 – 2001/02)
  • · Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 2 (1996, 2000)
  • ·         Μέλος Επιλέκτων FIFA: 1996
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1998
  • ·         Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • ·         Mέλος του Hall of Fame της A.C. Milan

 Στοιχεία από εδώ: balleto.gr - newsbeast.gr

Ντάρκο Πάντσεφ: Η Κόμπρα

Ο Γιουγκοσλάβος, σκοπιανής καταγωγής, κεντρικός επιθετικός Ντάρκο Πάντσεφ (Darko Pančev), γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1965, στα Σκόπια.  Ξεκίνησε την καριέρα του το 1982 στη Βαρντάρ στα Σκόπια. Το 1988 μεταγράφηκε στον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, με τον οποίο κατέκτησε 3 φορές το πρωτάθλημα και μια φορά το Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας καθώς επίσης το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1991, όπως και το Διηπειρωτικό Κύπελλο την ίδια χρονιά,  αναδεικνυόμενος παράλληλα και Κορυφαίος Σκόρερ στην Ευρώπη. Η επίδοσή του, αμφισβητήθηκε έντονα με αποτέλεσμα να σταματήσει και ο διαγωνισμός της Χρυσής Μπάλας για μερικά χρόνια! Το βραβείο του δόθηκε ετεροχρονισμένα, 15 χρόνια αργότερα. Μετακόμισε το 1992 στην Ιταλία για λογαριασμό της Ίντερ, παίζοντας δανεικός από τον Ιανουάριο του 1994 έως το τέλος της σεζόν στην Γερμανία για την Λειψία. Μετά από άλλη μια σεζόν στην Ίντερ, την περίοδο 1995/96 πήγε στην Φορτούνα του Ντίσελντορφ και τελείωσε την καριέρα του το 1997 στην Σιόν στην Ελβετία. Με την Γιουγκοσλαβική εθνική ομάδα συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, σκοράροντας 2 γκολ σε τρεις συμμετοχές. Έκανε  27 διεθνείς για τη Γιουγκοσλαβία και 6 ακόμα για τη FYROM. H τρομερή εκτελεστική του δεινότητα και oi επιθετικές ικανότητες, του χάρισαν και το παρατσούκλι «Η Κόμπρα».


Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του, σε ηλικία 17 ετών, το 1982 με τη Βαρντάρ, όπου γρήγορα εξελίχθηκε σε έναν από τα πιο φοβερούς στράικερ του Γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος, με αποκορύφωμα να αναδειχθεί σε κορυφαίο σκόρερ τη περίοδο 1983/84. Η ικανότητα του και η φαινομενική ευκολία στην επίτευξη των γκολ, τον έκαναν έναν από τους πλέον περιζήτητους ποδοσφαιριστές για τους μεγαλύτερους συλλόγους στη γειτονική χώρα. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1988, ο 22χρονος Πάντσεφ, υπέγραψε στον Ερυθρό Αστέρα του Βελιγραδίου, ενώ κι ένας άλλος ταλαντούχος νεαρός, ο 21χρονος Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς, υπέγραφε επίσης στο σύλλογο κατά την ίδια μεταγραφική περίοδο. Όμως και οι δύο αμέσως κλήθηκαν να υπηρετήσουν την θητεία του στον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό, κάτι που τους κράτησε μακριά από τους αγωνιστικούς χώρους για όλη τη σεζόν στο πρωτάθλημα. Έκανε το ντεμπούτο του για τη νέα του ομάδα το 1989 και έπαιξε τρεις πλήρεις σεζόν για τους «ερυθρόλευκους», σκοράροντας ένα απίστευτο αριθμό 84 γκολ σε 91 εμφανίσεις (!!!) στο πρωτάθλημα και κατακτώντας το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης, αλλά και το Διηπειρωτικό Κύπελλο το 1991.


Η Βαρντάρ, όταν κατέκτησε τον τίτλο του 1986/87. Ο Ντάρκο Πάντσεφ είναι στους καθιστούς, ο μεσαίος, ο αρχηγός της ομάδας. Δεύτερος από αριστερά στους καθήμενους, δίπλα στον Πάντσεφ, είναι ο Τόνι Σαβέβσκι και ο πρώτος αριστερά στους ορθίους, ο Ιλίγια Ναϊντόφσκι κι αυτός πρωταθλητής Ευρώπης αργότερα με τον Ερυθρό Αστέρα.







Λόγω του πρωτοφανούς ρυθμού σκοραρίσματος, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ήταν ευρέως αναγνωρισμένος ως ένας από τις καλύτερους επιθετικούς στον κόσμο! Η τρομερή εκτελεστική του δεινότητα και οι επιθετικές του ικανότητες, είναι που του χάρισαν το παρατσούκλι «Η Κόμπρα» από αθλητικά  σέρβικα ΜΜΕ. Οι οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα τον θυμούνται ως τον παίκτη που σκόραρε το νικητήριο πέναλτι στο Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1991, εναντίον της Μαρσέιγ, χαρίζοντας στο Αστέρα το πιο διάσημο τρόπαιο των ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων για πρώτη φορά σε 50 χρόνια ιστορίας τους.


Στις 4 Μαρτίου του 1992, σημείωσε δύο γκολ για τον Ερυθρό Αστέρα, στη νίκη επί του Παναθηναϊκού με 2-0 στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Έγινε το επίκεντρο όταν, ερχόμενος στην Ελλάδα, έγραψε την εθνικότητα του ως «Μακεδονική». Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Ελλήνων υπευθύνων και κρατήθηκε αρκετές ώρες προτού του επιτραπεί η είσοδος στη χώρα μας. Ήταν ο υψηλότερος σκόρερ στις κορυφαίες κατηγορίες των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων, τη σεζόν 1990/91 με 34 γκολ και θα έπρεπε να κερδίσει το ευρωπαϊκό «Χρυσό Παπούτσι». Ωστόσο, η UEFA αποφάσισε να αναστείλει τον διαγωνισμό, για μια εξαετία, λόγω ύποπτων επιτευγμάτων, με τις έρευνες να έχουν ξεκινήσει από το 1987, με αφορμή τη σκανδαλώδη εύνοια του Ρουμάνου Ροντιόν Καματάρου τις τελευταίες αγωνιστικές του ρουμανικού πρωταθλήματος της περιόδου 1986/87, αλλά και του Ντάρκο Πάντσεφ στο γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα της σεζόν 1990/91. Η καταγγελία για την υπόθεση Πάντσεφ προήλθε από την Κύπρο η οποία υποστήριζε πως ο σκοπιανός είχε πετύχει 19 γκολ και όχι 34. Ο Πάντσεφ τελικά πήρε το βραβείο, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις 3 Αυγούστου του 2006 στα Σκόπια.


Στα μέσα του 1992, στα 27 του χρόνια, υπέγραψε στην Ίντερ του Μιλάνου, σε μια μεταγραφή υψηλού προφίλ κόστους 14 δις ιταλικών λιρετών (£ 7.000.000 στερλίνες) που καταβλήθηκαν στον Αστέρα! Φτάνοντας σε μια ομάδα που είχε τελειώσει την προηγούμενη σεζόν στο πρωτάθλημα σε μια απογοητευτική 8η  θέση -και η οποία οδήγησε σε σαρωτικές αλλαγές, με τη διάσημη Γερμανική τριανδρία του Λόταρ Ματέους (Lothar Herbert Matthäus), Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann) και Αντρέας Μπρέμε (Andreas "Andy" Brehme), να εγκαταλείπει το Σαν Σίρο, μαζί με τον  προπονητή, Λουίς Σουάρεθ (Luis Suárez Miramontes)- ο Πάντσεφ θεωρήθηκε το πρώτο αστέρι, ύστερα από τη λαμπερή φήμη του στη Γιουγκοσλαβία και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις  με τον Ερυθρό Αστέρα. Μετά την υπογραφή, ο τότε πρόεδρος των «νερατζούρι» Ερνέστο Πελεγκρίνι (Ernesto Pellegrini), τον σύγκρινε ακόμα και με τον Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi), δίνοντας μια ένδειξη για το επίπεδο των προσδοκιών που είχαν από τον Σκοπιανό!


Μπαίνοντας σε μια ομάδα που, εκτός από τον νέο προπονητή Οσβάλντο Μπανιόλι (Osvaldo Bagnoli), επίσης, χαρακτηρίστηκε από πολλά νέα πρόσωπα, το λογικό θα ήταν, αυτές οι συνθήκες να λειτουργούσαν  υπέρ του, όσον αφορά την καθιέρωσή του στην 11άδα. Οι ανταγωνιστές του για τις θέση, ήταν όλοι νεοαφιχθέντες, όπως ο Ουρουγουανός Ρούμπεν Σόσα (Rubén Sosa) που ήρθε από την Λάτσιο, ο Ιταλός ήρωας του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990, Σαλβατόρε Σκιλάτσι (Salvatore Schillaci) που ήρθε από τη Γιουβέντους  και  ανάλογα με την διαμόρφωση, ακόμα και ο Ρώσος μεσοεπιθετικός Ιγκόρ Σαλίμοφ (Igor Shalimov) που ήρθε από τη Φότζια.


Ωστόσο, σε αντίθεση με τον πρόεδρο του συλλόγου, ο προπονητής Μπανιόλι δεν ήταν τόσο ευχαριστημένος με το στυλ παιχνιδιού του Πάντσεφ και ήδη κατά τη διάρκεια της προρτοιμασίας, κατηγόρησε τον παίκτη για την έλλειψη κίνησης. Μόλις ξεκινήσει η σεζόν, οι αγωνιστικές παραστάσεις του Πάντσεφ ήταν εντελώς εκτός των προσδοκιών. Ήταν εμφανές ότι ο Σκοπιανός αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα προσαρμογής στις σφιχτές ιταλικές άμυνες και η εκτελεστική του δεινότητα έγινε ξαφνικά ανύπαρκτη. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να οδηγηθούν στα άκρα οι σχέσεις του με τον Μπανιόλι, καθώς οι δυο τους άρχισαν να έχουν κατά μέτωπο συγκρούσεις, συχνά δημοσίως! Κατέφυγε  ακόμη και «ψεύτικες» ασθένειες, προκειμένου να μην καθίσει στον πάγκο.


Ο ιταλικός τύπος έγινε ιδιαίτερα επιθετικός στον παίκτη, εμπαικτικά τροποποιώντας το παρατσούκλι που του είχαν δώσει οι οπαδοί του Αστέρα, από «Η Κόμπρα» σε «Il Ramarro» (Η Πράσινη Σαύρα)! Περίμενε μέχρι μετά τη χειμερινή διακοπή για να πετύχει το πρώτο του γκολ στο πρωτάθλημα, εντός έδρας με την Ουντινέζε, τον Ιανουάριο του 1993. Παράλληλα, η Ίντερ κατάφερε μια αξιοπρεπή σεζόν στο πρωτάθλημα, κυρίως μέσα από τα γκολ του Ρούμπεν Σόσα, χωρίς να έχει ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, τελειώνοντας το πρωτάθλημα στη 2η θέση πίσω από τη Μίλαν. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της πρώτης του σεζόν, εμφανίστηκε σε μόλις 12 αγώνες πρωταθλήματος για τους» νερατζούρι», σκοράροντας ένα γκολ στο πρωτάθλημα, συν άλλα 4 γκολ σε 5 αγώνες για το Κύπελλο Ιταλίας.


Παρέμεινε μέλος Ίντερ για τη σεζόν 1993/94, παρόλο που ήταν εντελώς έξω από τη πρώτη ομάδα και η σχέση του με τον Μπανιόλι να επιδεινώνεται σε σημείο χωρίς επιστροφή! Επιπλέον, η άφιξη των £ 12 εκατομμυρίων στερλινών υπογραφή, του Ντένις Μπέργκαμπ (Dennis Nicolaas Maria Bergkamp) από τον Άγιαξ, υποβίβασε τον Σκοπιανό ακόμη περισσότερο. Δεν είχε καμία εμφάνιση στο πρωτάθλημα κατά το πρώτο μισό της σεζόν ούτε είχε πάρει μέρος στο Κύπελλο UEFA. Τον Ιανουάριο του 1994, κατά τη διάρκεια της χειμερινής διακοπής, πήγε δανεικός στη γερμανική Λειψία. Φτάνοντας σε μια ομάδα που πάλευε τον υποβιβασμό, ο Πάντσεφ σημείωσε 2 γκολ σε 10 αγώνες στο δεύτερο μισό της Μπουντεσλίγκα, με την ομάδα να μη καταφέρνει να σωθεί.


Επέστρεψε στο Σαν Σίρο μετά από τον εξάμηνο δανεισμό του, ελπίζοντας να αξιοποιήσει στο έπακρο τη 2η  ευκαιρία του. Παίζοντας υπό τον νέο προπονητή Οτάβιο Μπιάνκι (Ottavio Bianchi), ο 29χρονος ήταν σε καλό δρόμο για να το επιτύχει αυτό νωρίς στη σεζόν, σκοράροντας σε μια εντός έδρας νίκη 3-1 επί της  Φιορεντίνα και δύο εβδομάδες αργότερα, σε μια ήττα 1-2 εντός από τη Μπάρι. Ωστόσο, οι τραυματισμοί δεν τον βοήθησαν με αποτέλεσμα να κάνει μόνο 7 μόνο εμφανίσεις στο πρωτάθλημα κατά την διάρκεια της σεζόν. Στο Κύπελλο UEFA, εναντίον της Άστον Βίλα, έπαιξε το μοναδικό του παιχνίδι σε ευρωπαϊκή διοργάνωση όσο ήταν στην Ίντερ. Καθ 'όλη τη σεζόν, ολόκληρη η ομάδα ταλανιζόταν από μεγάλες εσωτερικέ διαμάχες και τελικά ο ιδιοκτήτης τη πούλησε στον μεγιστάνα του πετρελαίου Μάσιμο Μοράτι (Massimo Moratti), τον Μάρτιο του 1995. Στο τέλος της σεζόν, κατά τη διάρκεια της μεταγραφικής περιόδου του καλοκαιριού του 1995, ο Πάντσεφ πήρε μεταγραφή στην Φορτούνα του Ντίσελντορφ . Τελείωσε την καριέρα του παίζοντας στη ελβετική Σιόν το 1997.


Για την εθνική γιουγκοσλαβική ομάδα έπαιξε από το 1984 μέχρι το 1991, συμμετέχοντας σε 27 παιχνίδια και σκοράροντας 17 γκολ. Έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 και σκόραρε δύο γκολ στη νίκη με 4-1 επί των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στη Φάση των Ομίλων. Αποδείχτηκε το μόνο διεθνές τουρνουά που έπαιξε, εξαιτίας της απαγόρευσης συμμετοχής της Γιουγκοσλαβίας στο Euro του 1992, λόγω του πολέμου στη Βοσνία, παρόλο που είχε καταφέρει να προκριθεί. Ήταν ο κορυφαίος σκόρερ της ηπείρου στα προκριματικά, με δέκα γκολ. Έπαιξε στο πρώτο επίσημο αγώνα της σκοπιανής εθνικής ομάδας, στις 13 Οκτωβρίου του 1993, εναντίον της Σλοβενίας. Έπαιξε σε συνολικά 6 διεθνή παιχνίδια της FYROM, σημειώνοντας ένα γκολ. Τον Νοέμβριο του 2003, στο  πλαίσιο του εορτασμού του Ιωβιλαίου της UEFA (50ετία), επιλέχτηκε ως ο Χρυσός Παίκτης της FYROM από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας όντας ο σημαντικότερος παίκτης τους τα τελευταία 50 χρόνια.


Μετά τη απόσυρσή του από το παιχνίδι, συνεργάστηκε με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της πατρίδας του. Τον Ιούλιο του 2006, ανέλαβε ως αθλητικός διευθυντής της Βαρντάρ. Είναι ιδιοκτήτης ενός bar-restaurant που ονομάζεται «Devetka» (№ 9) στα Σκόπια.  Είναι παντρεμένος με την τραγουδίστρια Maja Grozdanovska-Pančeva και έχουν δύο κόρες: τη Nadica και τη Marija.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1983–1988: Fudbalski Klub Vardar, 151 (84)
  • ·         1988–1992: Fudbalski Klub Crvena Zvezda, 91 (84)
  • ·         1992–1995: Football Club Internazionale Milano, 19 (3)
  • ·         1994: (δανεικός) → 1. Fußballclub Lokomotive Leipzig, 10 (2)
  • ·         1995/96: Düsseldorfer Turn- und Sportverein Fortuna 1895, 14 (2)
  • ·         1996/97: Football Club de Sion, 5 (0)
Σύνολο καριέρας: 290 (175)

Διεθνής

  • ·         1984–1991: Γιουγκοσλαβία, 27 (17)
  • ·         1993–1995: FYROM, 6 (1)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Vardar
  • ·         Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 1986/87
Με τον Ερυθρό Αστέρα
  • ·         Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 3 (1989/90, 1990/91, 1991/92)
  • ·         Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 1989/90
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών: 1990/91
  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1991

Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Χρυσή Μπάλα: επιλαχών 1991
  • ·         Πρώτος Σκόρερ Γιουγκοσλαβικού Πρωταθλήματος: 4 (1984, 1990, 1991, 1992)
  • ·         Χρυσό Παπούτσι: 1991
  • ·        Χρυσός Παίκτης για τη FYROM, ως ο Καλύτερος της 50ετίας, στο πλαίσιο των εορτασμών του Ιωβιλαίου (50ετηρίδα) της UEFA: 2003