Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Ανατόλι Ντεμιανένκο

Ο Σοβιετικός, ουκρανικής καταγωγής, αριστερός ακραίος αμυντικός ή και μέσος, Ανατόλι Ντεμιανένκο (Anatoliy Vasilyovich Demyanenko), γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, στο Ντνιπροπετρόφσκ της κεντροανατολικής Ουκρανίας. Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους αμυντικούς που ανέδειξε η πρώην Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα μαχητικός, γρήγορος και με επικίνδυνες επιθετικές εξάρσεις, «όργωνε» την πτέρυγά του. Θεωρούνταν σκληρός στην αντιμετώπιση, αλλά ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στη Ντνίπρο του Ντνιπροπετρόφσκ, το 1978. Την επόμενη χρονιά, μεταγράφηκε στη Ντιναμό Κιέβου για να εξελιχθεί σε μακροχρόνιο αρχηγό της. Τον Δεκέμβριο του 2000 ψηφίστηκε ως ο 3ος Καλύτερος Παίκτης στην «Ομάδα του Αιώνα» για την Ουκρανία. Με 80 διεθνείς συμμετοχές, είναι ο τέταρτος στη σχετική λίστα για την εθνική Σοβιετική ομάδα και έπαιξε σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988.


Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα ως φοιτητής της σχολής ποδοσφαίρου “Dnipro-75” στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Γέννημα-θρέμμα του Ντνιπροπετρόφσκ, αλλά και του μεγάλου συλλόγου της πόλης, της Ντνίπρο, εγγράφηκε στα τμήματα υποδομής της το 1975 και προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα της το 1978. Ένα χρόνο αργότερα, έχοντας καταγράψει 20 εμφανίσεις και ένα τέρμα με τα χρώματα των «Dnepryani», μετεγγράφηκε στη Ντυναμό Κιέβου.


Ανήκε στο ιστορικό ουκρανικό σωματείο για δώδεκα συνεχόμενες χρονιές. Σ’ αυτό το διάστημα, χρησιμοποιήθηκε σε 439 αναμετρήσεις σε όλες τις διοργανώσεις, σημειώνοντας 28 γκολ σε 333 αναμετρήσεις για το Σοβιετικό πρωτάθλημα, κατακτώντας 5 τίτλους πρωταθλητή, 4 Κύπελλα και 3 Σούπερ Καπ Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1986. Αναδείχθηκε 2 φορές ως ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ουκρανία (1982, 1985) και μία φορά Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής της Σοβιετικής Ένωσης (1985).


Όταν ο κύκλος του στους «κυανόλευκους» έκλεισε, εντάχθηκε στο Μαγδεμβούργο της Γερμανίας, το οποίο όμως άφησε μερικούς μήνες αργότερα για να μετεγγραφεί στην πολωνική Βίτσεβ Λοτζ. Έμεινε μία σεζόν στον «κόκκινο στρατό», παίζοντας σε 13 ματς και ακολούθως επέστρεψε στη Ντυναμό Κιέβου όπου και κρέμασε τα παπούτσια του το 1993. Τον Δεκέμβριο του 2000 ψηφίστηκε ως ο 3ος Καλύτερος Παίκτης στην «Ομάδα του Αιώνα» για την Ουκρανία, πίσω από τον Αντρέι Σεφτσένκο (Andrei Shevchenko) και τον Όλεγκ Μπλαχίν (Oleg Blokhin).


Έκανε το ντεμπούτο του στη εθνική Σοβιετική ομάδα, στις 23 Οκτωβρίου του 1981, σε μια νίκη με 4-0 επί της Τουρκίας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, όπου μάλιστα σκόραρε.  Υπήρξε βασικό και αναντικατάστατο στέλεχος της για 9 χρόνια έως το 1990, συμπληρώνοντας με τη φανέλα της 80 διεθνείς συμμετοχές, επίδοση που τον κατατάσσει στην 4η  θέση της σχετικής κατάταξης, σημειώνοντας 6 γκολ. Πήρε μέρος σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα, αυτά του 1982 στην Ισπανία, του 1986 στο Μέξικο και του 1990 στην Ιταλία, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988 στην Γερμανία, κατακτώντας την δεύτερη θέση, με τον ίδιο να αγωνίζεται σε όλη τη διάρκεια του τελικού κόντρα στην Ολλανδία, (0-2). Διετέλεσε και αρχηγός της εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης.


Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα με την ΤΣΣΚΑ Κιέβου το 1993. Αφού οι ομάδα του Στρατού συγχωνεύτηκε με την FC Μπόρισπιλ έγινε μέλος του τεχνικού τιμ της νεοσυσταθείσας FC ΤΣΣΚΑ-Μπορισφέν Κιέβου. Το 1994 εντάχθηκε στη Ντιναμό Κιέβου και μέχρι το 2005 ήταν τακτικός προπονητής στο προπονητικό τιμ της Ντιναμό, όταν του προσφέρθηκε να γίνει ο πρώτος προπονητής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κέρδισε την ουκρανική Premier League το 2006/07 και 2 φορές το ουκρανικό Κύπελλο (2005/06 και 2006/07). Παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2007, μετά το άσχημο ξεκίνημα στη σεζόν 2007/08. 


Τον Ιανουάριο του 2008, έγινε προπονητής στη αζέρικη Νέφτσι Μπακού, γράφοντας ιστορία στο Αζερμπαϊτζάν, αφού η Νέφτσι έγινε η πρώτη ομάδα που κατάφερε να περάσει στον 3ο γύρο του Κυπέλλου UEFA. Απολύθηκε μετά από 2 ήττες τις 2 πρώτες αγωνιστικές της επόμενης σεζόν. Ανέλαβε την ουζμπέκικη Νασάφ Καρσί, την οποία οδήγησε στην κατάκτηση του AFC Cup, του αντίστοιχου «Γιουρόπα Λιγκ» της Ασίας, το 2011 και για τη περίοδο 2012/13 επέστρεψε στην Ουκρανία για λογαριασμό της Βολίν του Λουτσκ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1971–1977: Football Club Dnipro-75 Dnipropetrovsk

Επαγγελματική καριέρα

  • 1978: Football Club Dnipro Dnipropetrovsk, 20 (1)
  • 1979–1991: Football Club Dynamo Kyiv, 333 (28)
  • 1991: 1. Fußballclub Magdeburg, 3 (0)
  • 1991/92: Reaktywacja Tradycji Sportowych Widzew Łódź, 13 (0)
  • 1992/93: Football Club Dynamo Kyiv, 14 (1)

Διεθνής

  • 1979: Ουκρανία -για τους Αγώνες της Σπαρτακιάδας των Λαών της ΕΣΣΔ
  • 1981–1990: Σοβιετική Ένωση, 80 (6)

Προπονητική καριέρα

  • 1993: Football Club Central Sports Club of the Army Kyiv (CSCA)
  • 1993: Football Club Borysfen Boryspil (μέλος τεχνικού επιτελείου)
  • 1993–2005: Football Club Dynamo Kyiv (μέλος τεχνικού επιτελείου)
  • 2005–2007: Football Club Dynamo Kyiv
  • 2008: Neftçi Peşəkar Futbol Klubu Baku
  • 2010–2012: Football Club Nasaf Qarshi
  • 2012/13: Football Club Volyn Lutsk

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Dynamo Kyiv
  • Πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης: 5 (1980, 1981, 1985, 1986, 1990)
  • Κύπελλα Σοβιετικής Ένωσης: 4 (1982, 1985, 1987, 1990)
  • Super Cup Σοβιετικής Ένωσης: 3 (1980, 1985, 1986)
  • Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: 1986
  • Trofeo Santiago Bernabéu: 1986
  • Πρωτάθλημα Ουκρανίας: 1993
  • Κύπελλο Ουκρανίας: 1993

Ως προπονητής

Με την Dynamo Kyiv
  • Πρωτάθλημα Ουκρανίας: 2006
  • Κύπελλο Ουκρανίας: 2006, 2007

Με την Nasaf Qarshi
  • Πρωτάθλημα Ουζμπεκιστάν: επιλαχών το 2011
  • Κύπελλο Ουζμπεκιστάν: φιναλίστ το 2011
  • Κύπελλο AFC: 2011

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Ουκρανός Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς: 2 (1982, 1985)
  • Σοβιετικός Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς : 1985

Με στοιχεία από το balleto.gr

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Κλοντ Μακελελέ

Ο Γάλλος αμυντικός μέσος Κλοντ Μακελελέ (Claude Makélélé Sinda), γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1973, στην Κινσάσα, τη πρωτεύουσα του Ζαΐρ. Στην ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, η οποία τελείωσε με την Παρί Σεν Ζερμέν το 2011, έπαιξε επίσης για τη Ναντ, τη Μαρσέιγ, τη Θέλτα του Βίγκο, τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Τσέλσι. Κέρδισε τίτλους πρωταθλήματος στη Γαλλία, την Ισπανία και την Αγγλία, καθώς και το Champions League της περιόδου 2001/02, κατά τη διάρκεια του χρόνου του με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Ήταν διεθνής με την εθνική ομάδα της Γαλλίας για 13 χρόνια και ήταν μέλος της ομάδας που έφτασε μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006. Εκπροσώπησε επίσης τη χώρα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, σε 2 Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996. Θεωρείται ως ένας από τους Μεγαλύτερους ποτέ παίκτες στη θέση του, έχοντας πιστωθεί τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του αμυντικού μέσου στο αγγλικό ποδόσφαιρο, ειδικά κατά τη διάρκεια της περιόδου 2004/05 στη Premier League, όπου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να βοηθήσει την Τσέλσι να κερδίσει τον τίτλο με 95 βαθμούς. Προς τιμήν του, πολλοί οπαδοί και οι αυθεντίες του ποδοσφαίρου, αναφέρονται πλέον στη θέση του αμυντικού μέσου ως «ρόλος Μακελελέ».


Γεννημένος στη πρωτεύουσα του παλαιού βελγικού Κονγκό, το όνομά του σημαίνει «Θόρυβοι» στη γλώσσα Λιγκάλα. Μετακόμισε στο Παρίσι το 1977, όταν ήταν τεσσάρων ετών. Ο πατέρας του, Αντρέ-Ζοζέφ Μακελελέ (André-Joseph Makélélé), ήταν επίσης ένας ποδοσφαιριστής που εκπροσώπησε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και έκλεισε την καριέρα του στην Α 'Κατηγορία του Βελγίου. Ξεκίνησε την καριέρα του με την Μπρεστ, το 1991. Την επόμενη περίοδο μεταπήδησε στην Ναντ, στην οποία ανήκε έως το 1997, πραγματοποιώντας 135 εμφανίσεις και σημειώνοντας 5 γκολ. Κατέκτησε το γαλλικό πρωτάθλημα το 1995 και βοήθησε την ομάδα να φτάσει στον ημιτελικό του UEFA Champions League την επόμενη χρονιά. Έφυγε για την Μαρσέιγ, όπου ύστερα από 32 εμφανίσεις και 2 γκολ, τράβηξε τα βλέμματα όλης της Ευρώπης πάνω του, με την Θέλτα να είναι αυτή που απέσπασε τελικά την υπογραφή του.


Στα δύο χρόνια που πέρασε στο Βίγκο (1998-2000) έδειξε το πλούσιο ταλέντο του και στην Πριμέρα Ντιβιζιόν, συμμετέχοντας σε 70 παιχνίδια με 3 γκολ, αναγκάζοντας την Ρεάλ Μαδρίτης να προξενήσει τριβές ανάμεσα στον σύλλογο και τον ποδοσφαιριστή, ώστε να τον αποκτήσει! Οι άνθρωποι της Θέλτα δεν ήθελαν, να τον παραχωρήσουν, αρνούμενοι την αρχική προσφορά των Μαδριλένων, με τον Γάλλο να απέχει από τις προπονήσεις ως μέσο πίεσης για να ολοκληρωθεί η μεταγραφή του. Τελικά, ο σύλλογος αναγκάστηκε να τον δώσει για μόλις 14.000.000 ευρώ, ποσό πολύ μικρότερο από αυτό με τον οποίο τον είχε αξιολογήσει ο σύλλογος του Βίγκο!


Έγινε αμέσως ο κυρίαρχος της μεσαίας γραμμής, παρουσιάζοντας όλες τις αρετές του και επηρεάζοντας καταλυτικά τον τρόπο με τον οποίο αγωνιζόταν η ομάδα. «Έριχνε» αδιάκοπο τρέξιμο βοηθούμενος από την εκπληκτική, «βιονική» του αντοχή. Χάρη στο «κοφτερό» μυαλό του, «κατέστρεφε» ιδανικά το παιχνίδι του. Ακόμη, προστάτευε την άμυνα από τους αντιπάλους φορ και σε περίπτωση ανάγκης κάλυπτε τους συμπαίκτες του κεντρικούς αμυντικούς μην αφήνοντας αποστάσεις μεταξύ μεσαίας γραμμής και κέντρου άμυνας. Τέλος, «ξεδίπλωνε» το παιχνίδι της δικής του ομάδας, δίνοντάς της μία ακόμη επιθετική λύση.


Ο Μακελελέ έμεινε στη Ρεάλ ως το 2003, καταγράφοντας 140 επίσημες συμμετοχές και ένα γκολ και κερδίζοντας δύο πρωταθλήματα, ισάριθμα ισπανικά Σούπερ Καπ, ένα Τσάμπιονς Λιγκ (το 2002, βασικός στον τελικό με Λεβερκούζεν), ένα Σούπερ Καπ Ευρώπης (2002) και ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο (2002), αποκτώντας στάτους ποδοσφαιριστή παγκόσμιας κλάσης. Κατά την παρουσία του στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου» θεωρήθηκε ως ο κορυφαίος μέσος όλου του πλανήτη και όχι άδικα.


Ο ιδιοκτήτης της Τσέλσι, Ρομάν Αμπράμοβιτς, σπατάλησε 20.000.000 ευρώ για να αποκτήσει τον Γάλλο ποδοσφαιριστή, απόφαση που αποδείχθηκε από τις πιο σοφές στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Από το 2003 μέχρι και το 2008 ο Κλοντ Μακελελέ παρέα με τους υπόλοιπους σταρ της Τσέλσι και τον Ζοσέ Μουρίνιο στον πάγκο έφεραν μετά από 50 χρόνια το πρωτάθλημα της Πρέμιερ Λιγκ στο Λονδίνο! Με τους «μπλε», ο Γάλλος είχε 217 εμφανίσεις με δύο γκολ και χάρηκε δύο πρωταθλήματα (2005, 2006), ένα Κύπελλο Αγγλίας (2007), δύο αγγλικά Λιγκ Καπ (2005, 2007), ένα Κομιούνιτι Σιλντ (2005) και ήταν φιναλίστ στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση του πλανήτη το 2008, όταν η Τσέλσι ηττήθηκε στα πέναλτι από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.  Οι  Άγγλοι αθλητικογράφοι και φίλαθλοι αναφέρουν από τότε τον ρόλο του μεσοαμυντικού ως «ρόλο Μακελελέ», προς τιμήν του!


Όταν ο κύκλος του στο «Στάμφορντ Μπριτζ» έκλεισε, επέστρεψε στη Γαλλία για λογαριασμό της Παρί Σεν Ζερμέν, ομάδα στην οποία έκλεισε τη λαμπρή καριέρα του το 2011 με 118 παρουσίες, ένα γκολ και το Κύπελλο Γαλλίας του 2010.


Έκανε το ντεμπούτο του για τη Γαλλία σε έναν αγώνα ενάντια στη Νορβηγία τον Ιούλιο του 1995 και πήγε για να εκπροσωπήσει τη χώρα του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996. Δεν είχε επιλεγεί για τα θριαμβευτικά για τη Γαλλία Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000. Χρίσθηκε 71 φορές διεθνής με τη Εθνική Γαλλίας, την οποία βοήθησε να φθάσει στον τελικό του Μουντιάλ το 2006, όπου ηττήθηκε από την  Ιταλία, στα πέναλτι.


Θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους ποτέ παίκτες στη θέση του, έχοντας αναβαθμίσει τον ρόλο του αμυντικού χαφ στην Premier League. Ένας παίκτης συνεπής, δυνατός σωματικά και εργατικός, που έπαιζε συνήθως μπροστά από την αμυντική γραμμή της ομάδας του, υπηρετώντας κυρίως ως αμυντικός μέσος ενεργώντας από τα άκρα, για πιο επιθετικούς συμπαίκτες του. Διακρίθηκε για την επιθετική του νοοτροπία, καθώς και την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι, να σπάει τις αντίπαλες επιθέσεις και την πρόβλεψη των φάσεων. Σε αυτό το ρόλο, ήταν ιδιαίτερα γνωστός για την αίσθηση της θέσης, τη τακτική πειθαρχία, την ευφυΐα, την ενέργεια και την ικανότητά του με τη μπάλα, παρόλο που ο ίδιος ήταν επίσης σε θέση να λειτουργεί ως οργανωτής του παιχνιδιού για την ομάδα του, χάρη στην ικανότητά του να υπαγορεύει το ρυθμό του παιχνιδιού.  Ένας αποδοτικός ποδοσφαιριστής, με ανεξάντλητα αποθέματα αντοχής, κάτι που του επέτρεψε να συνδέει αποτελεσματικά την άμυνα με την επίθεση. Προς τιμήν του, πολλοί οπαδοί και οι αυθεντίες του ποδοσφαίρου, αναφέρονται πλέον στη θέση του αμυντικού μέσου ως «ρόλος Μακελελέ».


Σήμερα ο Κλοντ Μακελελέ παραμένει στον χώρο του ποδοσφαίρου, ως προπονητής. Δούλεψε για αρκετά χρόνια ως μέλος του τεχνικού τιμ της Παρί Σεν Ζερμέν ενώ από τον Μάιο ως τον Νοέμβριο του 2014 κοουτσάρισε τη Μπαστιά.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)


Εφηβική καριέρα

  • 1989/90: US Melun
  • 1990/91: Stade Brestois 29

Επαγγελματική καριέρα

  • 1991–1997: Football Club de Nantes Atlantique, 169 (9)
  • 1997/98: Olympique de Marseille, 32 (2)
  • 1998–2000: Real Club Celta de Vigo, 70 (3)
  • 2000–2003: Real Madrid Club de Fútbol, 94 (0)
  • 2003–2008: Chelsea Football Club, 144 (2)
  • 2008–2011: Paris Saint-Germain Football Club, 98 (1)

Σύνολο καριέρας: 607 (17)

Διεθνής

  • 1995/96: Εθνική Ελπίδων Γαλλίας, 11 (1)
  • 1995–2008: Γαλλία, 71 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 2011–2013: Paris Saint-Germain Football Club (βοηθός)
  • 2014: Sporting Club de Bastia


Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με  την Nantes
  • Πρωτάθλημα  Γαλλίας: 1994/95

Με την Real Madrid
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 2 (2000/01, 2002/03)
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 2 (2001, 2003)
  • UEFA Champions League: 2001/02
  • UEFA Super Cup: 2002
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 2002

Με την Chelsea
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 2 (2004/05, 2005/06)
  • Λιγκ Καπ Αγγλίας: 2 (2004/05, 2006/07)
  • Κομιούνιτι Σιλντ: 2005
  • Κύπελλο Αγγλίας: 2006/07

Με την Paris-Saint Germain
  • Κύπελλο Γαλλίας: 2009/10

Διεθνείς

Με την Γαλλία


  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 2006

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Καλύτερης Παγκόσμιας Ενδεκάδας από την Παγκόσμια Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών (FIFPro XI): 2005
  • UNFP Trophée d'honneur: 2010

Ως προπονητής

Συλλογικοί

Με την Paris-Saint Germain (βοηθός)
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 2012–13



Πηγή: halamadrid.gr

Ρούντιγκερ Άμπραμτσικ

Ο (Δυτικο)-Γερμανός περιφερειακός ή και κεντρικός επιθετικός Ρούντιγκερ Άμπραμτσικ (Rudiger Abramczik), γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1956, στο Γκελσενκίρχεν. Διακρίθηκε για την ακρίβεια στη πάσα και την διεμβολιστική του ικανότητα. Ξεκινώντας από την Σάλκε, θεωρήθηκε ο διάδοχος του τεράστιου Ράινχαρντ “Σταν” Λιμπούντα (Reinhard "Stan" Libuda), αγωνιζόμενος ως δεξιός εξτρέμ. Το 1980 μεταγράφηκε στην αιώνια αντίπαλο, τη Μπορούσια του Ντόρτμουντ. Αγωνίστηκε ακόμη στη Νυρεμβέργη, την Ομπερχάουζεν και τη Γαλατάσαραϊ, στη Τουρκία. Διεθνώς, έκανε 19 συμμετοχές με την εθνική Δυτικογερμανική ομάδα και αγωνίστηκε μαζί της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978.  Ήταν ο νεότερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην Μπουντεσλίγκα και μέχρι πρότινος ο νεαρότερος σκόρερ της.


Γιος ενός κλειδαρά, εντάχθηκε στις τάξεις του μεγάλου συλλόγου της πόλης, την Σάλκε, από την τοπική SV Έρλε 08, στην ηλικία των δέκα ετών, όταν εντοπίστηκε από τον παλιό γερμανό διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπέρνχαρτ Κλοτ (Bernhard Klodt). Ο πρώην διεθνής, Φρίντελ Ράους (Friedel Rausch), προπονητής των τμημάτων υποδομής τότε, εντυπωσιάστηκε από την μοναδική του κινητικότητα και τον ρυθμό του. Αυτός ήταν που πίεσε τον τότε προπονητή της πρώτης ομάδας, Ίβιτσα Χόρβατ (Ivica Horvath), να δώσει στον νεαρό, διεθνή με την σχολική δυτικογερμανική ομάδα (23 εμφανίσεις!) «Άμπι», κάποιες ευκαιρίες σε υψηλότερο επίπεδο.


Στο εναρκτήριο παιχνίδι της Μπουντεσλίγκα, για την περίοδο 1973/74, η Σάλκε ταξίδεψε στην Στουτγκάρδη και ο Χόρβατ χρησιμοποίησε τον Άμπραμτσικ στην αρχική ενδεκάδα. Η Σάλκε ηττήθηκε σ’ αυτό το παιχνίδι 0-3, αλλά η εμφάνιση του Άμπραμτσικ σ’ αυτό τον αγώνα της 11ης Αυγούστου, τον έκανε τον νεαρότερο που αγωνίστηκε στην Μπουντεσλίγκα  εκείνη την εποχή. Το πρώτο γκολ του με τους «Βασιλικούς Μπλε», το σκόραρε πέντε εβδομάδες πριν από τα 18α γενέθλιά του, στη νίκη με 5-2 νίκη επί της Μπόχουμ. 


Κάνοντας 14 εμφανίσεις στην πρώτη του περίοδο, έγινε βασικός σε λιγότερο από τρία χρόνια, σκοράροντας 10  γκολ την περίοδο 1976/77, όταν η Σάλκε τερμάτισε δεύτερη πίσω από την Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ. Η επίδοση των 10 γκολ από τον τότε 20χρονο Άμπραμτσικ, παρέμεινε η καλύτερη για νεαρό παίκτη στην Μπουντεσλίγκα, μέχρι ο 18χρονος Λούκας Ποντόλσκι (Lukas Podolski) να σημειώσει 10 γκολ για την Κολωνία, την περίοδο 2003/04.


Μετά από 7 χρόνια στην Σάλκε, το 1980, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που ενέσκηψαν στον σύλλογο, πήγε στην αιώνια αντίπαλο Μπορούσια Ντόρτμουντ, με την οποία αγωνίστηκε για 3 περιόδους, φτιάχνοντας με τον Μάνφρεντ Μπουργκσμίλερ (Manfred Burgsmüller) ένας από τα πιο παραγωγικά ντουέτα εκέινης της εποχής. Μεταγράφηκε το 1983 στην Νυρεμβέργη, αλλά αυτό αποδείχθηκε μια καταστροφική κίνηση για την καριέρα του, αφού η νέα του ομάδα υποβιβάστηκε στο τέλος της περιόδου, με τον ίδιο να τιμωρείται από τον σύλλογο για  διάπραξη παραπτώματος. Στη συνέχεια αγωνίστηκε, την περίοδο 1984/85, για την Γαλατάσαραϊ στην Κωνσταντινούπολη υπό τις οδηγίες του παλιού ομοσπονδιακού τεχνικού Γιουπ Ντέρβαλ (Jupp Derwall).


Ακολούθησε άλλη μια περίοδος στην Ομπερχάουζεν,  στη 2η κατηγορία, πριν επιστρέψει στην Σάλκε, τον Οκτώβριο του 1987, με τέσσερις αγώνες να απομένουν, σε διάστημα 5 εβδομάδων. Η Σάλκε δεν κατάφερε να αποφύγει τον υποβιβασμό και ο Άμπραμτσικ αποφάσισε να αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Συνολικά, αγωνίστηκε  σε 316 παιχνίδια της γερμανικής Μπουντεσλίγκα, στα οποία σκόραρε 77 γκολ. Συνέχισε σε ερασιτεχνικό επίπεδο με την Βορμάτια Βορμς και την Γκουτερσλός, μέχρι το 1991.


Έκανε ντεμπούτο με την Δυτικογερμανική εθνική ομάδα , στις 27 Απριλίου του 1977, στην Κολωνία, εναντίον της Βορείου Ιρλανδίας (5-0). Έφτιαξε ένα τρομερό επιθετικό ντουέτο με τον συμπαίκτη του στην Σάλκε, Κλάους Φίσερ (Klaus Fischer. Αγωνίστηκε βασικός στα παιχνίδια της τελικής φάσης για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, όπου η γερμανική ομάδα δεν διακρίθηκε για την παραδοσιακή συνοχή και αποτελεσματικότητά της, επηρεάζοντας και την περαιτέρω παρουσία του στην εθνική ομάδα. Η διεθνής του καριέρα περιλάμβανε μόνο 19 εμφανίσεις, στο διάστημα μεταξύ 1977 και 1979, με συγκομιδή 2 γκολ. Έληξε στην Μάλτα, σε μια νίκη με 3-1. Το απότομο τέλος ήλθε ύστερα από μια σύγκρουση με τον τότε πρόεδρο της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, Χέρμαν Νοϊμπέργκερ (Hermann Neuberger) .


Αν και οικονομικά ανεξάρτητος, μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας, έγινε βοηθός προπονητή στην Σααρμπρίκεν και το 1992, διορίστηκε πρώτος προπονητής της. Αργότερα εργάστηκε στην Λέφσκι Σόφιας στην Βουλγαρία, στην αυστριακή Κέρτεν, στην τουρκική Αντάλιασπορ και στην Λετονική Λιεπάγια. Στην Βουλγαρία και στην Λετονία κατέκτησε τίτλο πρωταθλητή.


Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Ο αδελφός του Βόλκερ (Volker Abramczik) ήταν επίσης επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Επαγγελματικά, διατηρούσε επιχείρηση (αλυσίδα) καθαριστηρίου ρούχων στο Γκελσενκίρχεν, με αρκετά καταστήματα στη πόλη. Μαζί με τους πρώην συμπαίκτες του Μάνφρεντ Μπουργκσμίλερ και Πέτερ Νοϊρόιερ (Peter Neururer) διατηρούν ένα ταξιδιωτικό γραφείο.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)


Εφηβική καριέρα

  • 1964–1966: SV Erle 08
  • 1966–1973: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04

Επαγγελματική καριέρα

  • 1973–1980: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 198 (44)
  • 1980–1983: Ballspielverein Borussia 09 e.V. Dortmund, 90 (30)
  • 1983/84: 1. Fußball-Club Nürnberg Verein für Leibesübungen, 24 (3)
  • 1984/85: Galatasaray Spor Kulübü, 30 (9)
  • 1985–1987: Sport-Club Rot-Weiß Oberhausen, 47 (9)
  • 1987/88: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 4 (0)
  • 1988–1989: Verein für Rasensport Wormatia Worms 08, 9 (5)
  • 1989–1991: Fußball-Club Gütersloh

Διεθνής

  • 1977–1979: West Germany, 19 (2)

Προπονητική καριέρα

  • 1992/93: 1.Fußball-Club Saarbrücken
  • 1999/00: Antalyaspor Kulübü
  • 2001: Professional Football Club Levski Sofia
  • 2002/03: FC Kelag Kärnten
  • 2004/05: FC Karpa
  • 2005/06: HSG Mülheim-Kärlich
  • 2008–2010: Futbola Klubs Liepājas Metalurgs

 

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Galatasaray
  • Κύπελλο Τουρκίας: 1985

Ως προπονητής

Με την Levski Sofia
  • Πρωτάθλημα Βουλγαρίας: 2001 

Με την Liepājas Metalurgs

  • Πρωτάθλημα Λετονίας: 2009

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Ανδρέας Παπαεμμανουήλ: Ο Κούνελος

Ο Έλληνας επιθετικός και αργότερα αριστερός μέσος, Ανδρέας Παπαεμμανουήλ, γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1939, στο Νέο Φάληρο, δίπλα στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης». Θεωρείται από πολλούς ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών που συνέβαλε ουσιαστικά τη δεκαετία του 1960 στην αναγέννηση του Παναθηναϊκού και της Εθνικής Ελλάδος. Με τις επελάσεις του δημιουργούσε συχνά πανικό στις αντίπαλες άμυνες, ενώ υπήρξε δεινός σουτέρ σκοράροντας συχνά από μεγάλες αποστάσεις. Τα παρατσούκλια του ήταν, «Κούνελος», που του το κόλλησαν οι συμπαίκτες του στον Παναθηναϊκό και  «Παπα-κανόνης», με το οποίο τον φώναζαν φίλοι και αντίπαλοι, για το εξαιρετικά δυνατό σουτ που διέθετε!


Ήταν το 9ο παιδί της οικογένειας, με 7 αδελφές και άλλους 2 αδελφούς! Το 1952, σε ηλικία 14 χρονών αγωνιζόταν στον Πειραϊκό και στα 17 του χρόνια, παρότι τον είχε σίγουρο ο Ολυμπιακός, τον έκλεψε κυριολεκτικά ο Παναθηναϊκός, με προσωπικές ενέργειες του Αντώνη Μαντζεβελάκη, σε μια μεταγραφή που, σύμφωνα με τον ίδιο,έκλεισε η μεγαλύτερη αδελφή του!


Πραγματοποίησε μεγάλη καριέρα στον Παναθηναϊκό, αγωνιζόμενος με τους «πράσινους» για 12 χρόνια, από το 1958 έως το 1969. Σκόραρε στον πρώτο αγώνα που έπαιξε με τον Παναθηναϊκό, απέναντι στην ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Συμμετείχε σε 196 αγώνες τους στη Α΄ Εθνική κατηγορία, σκοράροντας 80 γκολ και 17 στο κύπελλο, ενώ στα κύπελλα Ευρώπης είχε 13 συμμετοχές και σκόραρε μια φορά. Αν και μεγαλούργησε ως επιθετικός, με την εφαρμογή του 4-3-3 στον Παναθηναϊκό από τον Στέφαν Μπόμπεκ (Stjepan Bobek), χρησιμοποιήθηκε ως αριστερός μέσος, με τον Τάκη Λουκανίδη στο κέντρο και τον Μίμη Δομάζο δεξιά. Με τον Παναθηναϊκό κατέκτησε 5 πρωταθλήματα (1960, 1961, 1962, 1964, 1965,) και 1 κύπελλο (1967).


Είναι ο μοναδικός παίκτης που έχει πετύχει χατ-τρικ εναντίον του Ολυμπιακού, στο 4-1 το 1961, μέσα στο «Καραϊσκάκης»! Την επόμενη χρονιά, πέτυχε το πρώτο τέρμα του Παναθηναϊκού στο νεοσύστατο πρωτάθλημα της Α' Εθνικής. Είναι επίσης ο πρώτος παίκτης του Παναθηναϊκού που σκόραρε σε ευρωπαϊκό αγώνα, στο 1-1 με τη Γιουβέντους.

Η ομάδα του Παναθηναϊκού που κατέκτησε το αήττητο πρωτάθλημα του 1964.

Με την ανανέωση του 1969, έφυγε από τον Παναθηναϊκό και αγωνίστηκε για 6 μήνες στην Αυστραλία με την Καντέρμπουρι στο Μπανκστόουν της Νέας Νότιας Ουαλίας. Όταν γύρισε, συμφώνησε με την ΑΕΚ, στην οποία αγωνίστηκε μέχρι το 1972, συμμετέχοντας σε 63 αγώνες και πετυχαίνοντας 7 γκολ. Κατέκτησε με τους «κιτρινόμαυρους» το πρωτάθλημα του 1971.


Με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, αγωνίστηκε το διάστημα από το 1958 έως το 1965. Συμμετείχε σε 16 αγώνες της και σκόραρε 7 γκολ. Το ντεμπούτο του πραγματοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1958, στον εντός έδρας αγώνα εναντίον της Γαλλίας (1-1), για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών του 1960. Σε μια από τις σημαντικότερες στιγμές του με τη γαλανόλευκη φανέλα, στις 3 Μαΐου του 1961, σημείωσε και τα δύο τέρματα της Ελλάδας στη νίκη επί της Βόρειας Ιρλανδίας με 2-1, για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 1962 ενώ στις 22 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου σκόραρε για την ίδια διοργάνωση και εναντίον της (τότε Δυτικής) Γερμανίας στην εκτός έδρας (στο Άουγκσμπουργκ) ήττα με 1-2.


Έπειτα από την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα. Πρώτος σταθμός υπήρξε η Αναγέννηση Άρτας στην οποία εργάστηκε για 6 χρόνια, από το 1972 έως το 1978. Συνέχισε στην Κέρκυρα, στον Τυνησιακό, στην Καλλιθέα και στον Φωστήρα. Τις περιόδους 1980/81 και 1982/83 εργάστηκε ως προσωρινός προπονητής του Παναθηναϊκού αλλά και ως προπονητής της Εθνικής Ελπίδων της Ελλάδας.


PALMARES

Περίοδος, Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1958-1969: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 196 (80)
  • 1969: Bankstown Berries Football Club
  • 1969-1972: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ), 63 (7)

Σύνολο καριέρας: 259 (87)

Διεθνής

  • 1958-1965: Ελλάδα, 16 (7)

Τίτλοι

Με τον Παναθηναϊκό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 5 (1960, 1961, 1962, 1964, 1965,)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1967

Με την ΑΕΚ

  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 1971

Ίλια Ίβιτς

Ο Σέρβος μεσοεπιθετικός Ίλια Ίβιτς (Ilija Ivić), γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1971, στο Ζρένγιανιν της Βοϊβοντίνα. Ένας επιδέξιος μεσοεπιθετικός που διακρίθηκε για τη εξαιρετική τεχνική του ικανότητα, συχνά λειτουργούσε σ’ ένα δεύτερο επιθετικό ρόλο, ανοίγοντας χώρους για τους συμπαίκτες του. Σε διεθνές επίπεδο, έπαιξε μια φορά για την εθνική ομάδα της χώρας του, ενάντια Ελβετία το Σεπτέμβριο του 1998. Έχοντας ξεκινήσει από τη Προλετέρ στη γενέτειρά του, το 1988, μετά από μια τριετία μεταγράφηκε στον Ερυθρό Αστέρα, κατακτώντας ένα πρωτάθλημα κι ένα Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας. Ήλθε στον Ολυμπιακό το 1994 και αμέσως έγινε ο αγαπημένος της εξέδρας, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην εδραίωση της δυναστείας που έχτισαν στο ελληνικό ποδόσφαιρο από το 1996 οι «ερυθρόλευκοι. Πήγε στην Ιταλία για λογαριασμό της Τορίνο, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, για να επιστρέψει ξανά στη χώρα μας για λογαριασμό του Άρη και της ΑΕΚ. Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 2004. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Πετρουλάκη και έχουν 4 κόρες.

Πρωτόπαιξε επαγγελματικά, το 1988,  στην Προλετέρ του Ζρένγιανιν, για την οποία σκόραρε 26 γκολ σε 92 παιχνίδια. Οι εκεί ελπιδοφόρες εμφανίσεις του, έπεισαν τους διοικούντες τον Ερυθρό Αστέρα να ξοδέψουν κάτι παραπάνω για να τον αποκτήσουν. Στα τρία χρόνια έμεινε στο «Μαρακανά» του Βελιγραδίου, ωριμάζοντας σιγά-σιγά ποδοσφαιρικά, έδειξε ότι μπορούσε να σταθεί κι εκτός Γιουγκοσλαβίας. Τον απέκτησε ο Ολυμπιακός το 1994. Χάρη στην άψογη ντρίμπλα του, την όμορφη τεχνική και το γεμάτο μπρίο παιχνίδι του, ο Ίβιτς ξεχώρισε και αγαπήθηκε απ’ τους οπαδούς των «ερυθρολεύκων», ξέροντας να παίρνει πάντα την κατάλληλη θέση για να πετύχει γκολ. Μέτρησε, σε πέντε χρόνια παρουσίας του στον Ολυμπιακό, 146 αγώνες και 81 τέρματα, κατακτώντας τρεις τίτλους πρωταθλήματος (1997, 1998, 1999) και έναν Κυπέλλου (1999).


Το 1999, μετακόμισε στην Ιταλία και την Τορίνο, αγωνιζόμενος σε 19 ματς με τους «γκρανάτα», έως το Δεκέμβριο του 2001. Γύρισε πάλι στην Ελλάδα για λογαριασμό του Άρη Θεσσαλονίκης, με τον οποίο αγωνίστηκε σε 18 ματς πετυχαίνοντας 6 γκολ. Το Γενάρη του 2002 φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΚ. Συμμετείχε σε 48 αγώνες των «κιτρινόμαυρων», πετυχαίνοντας 18 γκολ και της χάρισε το Κύπελλο του 2002! Μπήκε αλλαγή στον τελικό στο 82’ και στο 83’ σκόραρε με κεφαλιά το νικητήριο (2-1) γκολ, το οποίο, χαρακτηριστικά, δεν το πανηγύρισε, αφού αντίπαλος ήταν ο Ολυμπιακός!


Το 2004 σταμάτησε το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ως παίκτης της ΑΕΚ. To όνομα Ίβιτς, συνέχισε να υπάρχει στα ελληνικά γήπεδα, αφού το 2005 ήλθε στη χώρα μας ο αδελφός του, Βλάνταν που έπαιξε σε ΑΕΚ, Άρη και ΠΑΟΚ.


Ο Ίλια Ίβιτς χρίστηκε μια φορά διεθνής με την Εθνική Γιουγκοσλαβίας, τον Σεπτέμβριο του 1998, εναντίον της Ελβετίας.


Αφού σταμάτησε το ποδόσφαιρο, κράτησε με επιτυχία το πόστο του τεχνικού διευθυντή σε ΑΕΚ (2004-2007), Ολυμπιακό (2007-2008) και Ερυθρό Αστέρα (2008-2009). Τον Ιούνιο του 2014, ανέλαβε εκ νέου Τεχνικός Διευθυντής στην ΑΕΚ. Είναι παντρεμένος με την γνωστή γυμνάστρια Ελένη Πετρουλάκη και έχουν 4 κόρες!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1988–1991: Fudbalski Klub Proleter Zrenjanin, 92 (26)
  • 1991–1994: Fudbalski klub Crvena Zvezda, 77 (38)
  • 1994–1999: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 112 (64)
  • 1999–2000: Torino Football Club, 19 (0)
  • 2001/02: Αθλητικός Σύλλογος Άρης Θεσσαλονίκης, 18 (6)
  • 2002–2004: Αθλητική Ένωσις Κωνσταντινουπόλεως , 47 (18)

Σύνολο καριέρας: 254 (152)

Διεθνής

  • 1998: Γιουγκοσλαβία, 1 (0)

Τίτλοι

Με τον Ερυθρό Αστέρα
  • Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 1992
  • Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 1993

Με τον Ολυμπιακό
  • Πρωτάθλημα Ελλάδος: 3 (1997, 1998, 1999)
  • Κύπελλο Ελλάδος: 1999

Με την Torino
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Ιταλίας: 2001

Με την AEK
  • Κύπελλο Ελλάδος: 2002



ΠΗΓΗ: balleto.gr