Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Πέδρο Μονζόν

Ο Αργεντίνος κεντρικός αμυντικός Πέδρο Μονζόν (Pedro Damián Monzón), γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 1962,  στη Γκόγια της επαρχίας Κοριέντες, στην βορειοδυτική Αργεντινή. Αγωνίστηκε σε διάφορους συλλόγους, αλλά διακρίθηκε με την Ιντεπεντιέντε, με την οποία απέκτησε 4 τίτλους, συμπεριλαμβανομένου του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1984. Με την εθνική ομάδα της Αργεντινής, σκόραρε ένα γκολ εναντίον της Ρουμανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990. Έγινε ο πρώτος παίκτης που αποβλήθηκε σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν στο τελικό του 1990, δέχθηκε απ’ ευθείας κόκκινη κάρτα για ένα μαρκάρισμά του στον (Δυτικο)-Γερμανό Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann), στο 65ο λεπτό του αγώνα. Μετά από 20 λεπτά, τον ακολούθησε ο συμπατριώτης του αμυντικός Όσκαρ Ρουγκέρι (Oscar Ruggeri). Η Αργεντινή έχασε το παιχνίδι με 1-0. Τελείωσε την καριέρα του όταν βρέθηκε θετικός σε χρήση κοκαΐνης. Ο εθισμός, του δημιούργησε αρκετά προβλήματα αργότερα στη ζωή του. Κατάφερε όμως να απεξαρτηθεί με τη βοήθεια ενός πάστορα και ακολούθησε καριέρα προπονητή.


Πήρε τα πρώτα του βήματα στην Χουρακάν της Γκόγια, στην γενέτειρά του. Στα 15 του, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στο Μπουένος Άιρες, όπου πήγε να δοκιμαστεί σε διάφορους συλλόγους. Το 1977 κατάφερε να μπει για λίγους αγώνες στη τέταρτη ομάδα της Ροζάριο Σεντράλ, στην οποία έμεινε μέχρι το 1979. Συνέχισε την προσπάθεια και κέρδισε ένα δοκιμαστικό στην Ιντεπεντιέντε, στον σύλλογο που πέρασε το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της καριέρας του. Εντάχθηκε στα χαμηλότερα τμήματα το 1980 και λίγο αργότερα ανέβηκε στη πρώτη ομάδα.


Έπαιξε εκεί για 11 χρόνια, με την οποία κατέκτησε 4 τίτλους, 2 πρωταθλήματα Αργεντινής, το Κόπα Λιμπερταδόρες και το Διηπειρωτικό Κύπελλο.  Την περίοδο 1980/81, αγωνίστηκε στην Ουνιόν του Σάντα Φε. Μετά την επιστροφή του, υπήρχαν αρκετά σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή του. Αναμφίβολα, τη μεγαλύτερη βοήθεια την πήρε από τον Κάρλος Μπιλάρδο (Carlos Bilardo), προπονητή της εθνικής ομάδας της Αργεντινής, ο οποίος τον ξεκίνησε βασικό στο Κόπα Αμέρικα του 1987.


Όταν επέστρεψε από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, συνέχισε να αγωνίζεται με την «Κόκκινη» της Αβεγιανέδα και εντελώς ξαφνικά, την περίοδο 1991/92, έφυγε για την Μπαρτσελόνα του Κίτο στο Εκουαδόρ. Μετά από έξι μήνες επέστρεψε για λογαριασμό της Χουρακάν, με την οποία έπαιξε 23 παιχνίδια. Συνέχισε στην Β’ Κατηγορία με την Κίλμες. Μετά από μια διακοπή κατά το πρώτο εξάμηνο του 1995,  εντάχθηκε στην Αλιάνζα της Λίμα στο Περού και μετά από έξι μήνες επέστρεψε για να ενταχθεί στην Ατλέτικο του Τουκουμάν. Το δεύτερο εξάμηνο του 1996 μετανάστευσε και πάλι, αυτή τη φορά στη Χιλή, όπου εντάχθηκε στη Σαντιάγκο Γουόντερερς, όπου και τελείωσε την καριέρα του το 1996, όταν βρέθηκε θετικός στην κοκαΐνη, σε έλεγχο ντόπινγκ!


Ήταν μέλος της ομάδας νέων που κατέκτησε το Τουρνουά «Ελπίδες της Τουλόν» στη Γαλλία, το 1983. Δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή  για το Παγκόσμιο Κύπελλο του Μέξικο το 1986. Παρά την κακή απόδοση της εθνικής ομάδας στο Κόπα Αμέρικα του 1987, ήταν από τους λίγους που διακρίθηκαν και επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Αργεντινή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988, υπό την τεχνική διεύθυνση του Κάρλος Πατσαμέ (Carlos Pachamé).


Παρά τον αποκλεισμό στους προημιτελικούς, ο Κάρλος Μπιλάρδο, τον κάλεσε για το Κόπα Αμέρικα του 1989 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, όπου σκόραρε στον αγώνα με την Ρουμανία. Έγινε ο πρώτος παίκτης που αποβλήθηκε σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, όταν ο διαιτητής Ενγκάρντο Κοντεσάλ (Edgardo Codesa)l του έδωσε απ’ ευθείας κόκκινη κάρτα, για ένα μαρκάρισμα στον (Δυτικο)-Γερμανό Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann), στο 65ο λεπτό του αγώνα. Μετά από 20 λεπτά, τον ακολούθησε ο συμπατριώτης του αμυντικός Όσκαρ Ρουγκέρι (Oscar Ruggeri). Η Αργεντινή έχασε το παιχνίδι με 1-0. Πολλοί αναλυτές του ποδοσφαίρου ονομάζουν την φάση ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των πεσιμάτων του Κλίνσμαν.


Σε μια συνέντευξη του, το 2004, ο Κλίνσμαν είπε ότι το φάουλ του άφησε μια βαθιά πληγή στην κνήμη του, μήκους 15 cm! Ο Μονζόν ζήτησε συγγνώμη για αυτή τη φάση, την οποία και χαρακτήρισε ως την « …πιο θλιβερή στιγμή στην καριέρα μου!» παράλληλα με το ότι έγινε ο πρώτος που αποβλήθηκε σε τελικό. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, δεν ξανακλήθηκε στην εθνική ομάδα. Συνολικά έπαιξε σε 15 παιχνίδια με την «Αλμπιτσελέστε»


Με την οικονομική του κατάσταση σε επισφαλή θέση λόγω του εθισμού του, ζούσε σε μια συγκεκριμένη εγκατάσταση στο Σαραντί. Με την βοήθεια του πάστορα Χούγκο Χιμένεζ (Hugo Aníbal Giménez), αναγνώρισε δημόσια τον εθισμό του στα ναρκωτικά, κάτι το οποίο τον βοήθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του. Συνεργάστηκε με την Άρσεναλ του Σαραντί, αναλαμβάνοντας θέση στα τμήματα υποδομής του συλλόγου. Κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματα με τα ναρκωτικά και να εδραιώσει τον εαυτό του ως προπονητής. 


Έχει προπονήσει διάφορους συλλόγους στο Μέξικο και το Εκουαδόρ, καθώς και ως υπεύθυνος τμημάτων υποδομής σε συλλόγους στο Μεξικό και την Αργεντινή. Είχε μια σύντομη περίοδο ως προσωρινός προπονητής της Ιντεπεντιέντε.  Στον Ισημερινό, είχε τιμωρηθεί για 2 μήνες, όταν προπονούσε την Ολμέδο, επειδή επιτέθηκε σ’ έναν διαιτητή. Στη συνέχεια έγινε προπονητής της ομάδας νέων στη μεξικάνικη Βερακρούζ, πριν αναλάβει ως πρώτος προπονητής της ομάδας, από την οποία απολύθηκε το 2007. Το 2008 επέστρεψε στην Αργεντινή για να αναλάβει προπονητής της Τσακαρίτα Τζούνιορς.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1980–1991: Independiente, 199 (8)
  • 1980/81: Unión de Santa Fe, 7 (0)
  • 1992: Barcelona SC, 10 (1)
  • 1992/93: Huracán, 23 (0)
  • 1993/94: Quilmes, 41 (1)
  • 1995: Alianza Lima, ? (?)
  • 1995/96: Atlético Tucumán, 16 (0)
  • 1996: Santiago Wanderers, ? (?)

Σύνολο καριέρας: 296 (10)

Διεθνής

  • 1987–1990: Αργεντινή, 15 (1)

Προπονητική καριέρα

  • 2004: Independiente (interim)
  • 2005: Potros
  • 2005: Olmedo
  • 2006: Veracruz
  • 2008: Chacarita Juniors
  • 2010: Juventud Antoniana
  • 2011–     : San Martín de Tucumán

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Independiente
  • Πρωτάθλημα Αργεντινής: 2 (Metropolitano 1983, Primera División 1989)
  • Copa Libertadores: 1984
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο: 1984

Τζόνι Κάρεϊ

Ο Ιρλανδός κεντρικός αμυντικός Τζόνι Κάρεϊ (John James "Johnny" Carey), γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 1919, στο Δουβλίνο. Επίσης γνωστός ως Τζάκι Κάρεϊ (Jackie Carey), πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όντας ο αρχηγός της ομάδας από το 1946 μέχρι την αποχώρησή της ως παίκτης το 1953. Ήταν επίσης από τους λίγους ποδοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί και με τις δύο εθνικές ομάδες της Ιρλανδίας. Το 1947 ήταν ο αρχηγός της Μικτής Ευρώπης που έπαιξε εναντίον των Επιλέκτων της Μεγάλης Βρετανίας στο Χάμπντεν Παρκ της Γλασκόβης. Το 1949 ψηφίστηκε ως Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς από την Ένωση των Αθλητικογράφων και την ίδια χρονιά ήταν ο αρχηγός της ομάδας της Ιρλανδίας που νίκησε την Αγγλία με 2-0 στο Γκούντισον Παρκ του Λίβερπουλ, η πρώτη ομάδα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου που νίκησε την Αγγλία στην έδρα της. Ήταν επίσης ο πρώτος παίκτης εκτός Ηνωμένου Βασιλείου και ο πρώτος Ιρλανδός ποδοσφαιριστής, που ως αρχηγός κατέκτησε τίτλο Πρωταθλητή και Κυπελλούχου στην Αγγλία! Ήταν ένας εξαιρετικά ευέλικτος ποδοσφαιριστής και έπαιξε σε εννέα διαφορετικές θέσεις σε όλη του την καριέρα, ακόμη και τερματοφύλακας μια φορά για τη Γιουνάιτεντ. Διέθετε άψογη τεχνική κατάρτιση και ηγετικά προσόντα.


Ως μαθητής, έπαιξε ποδόσφαιρο για στην Χόουμ Φαρμ. Επαγγελματικά, ξεκίνησε την καριέρα του στην Σεντ Τζέϊμς Γκέϊτ, την περίοδο 1936/37. Μετά από μόλις δύο μήνες, εντοπίστηκε από τον Μπίλι Μπέχαν (Billy Behan), σκάουτερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Τον Νοέμβριο του 1936, υπέγραψε για το ποσό-ρεκόρ των 250 λιρών. Έκανε το ντεμπούτο του, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1937 εναντίον του Σαουθάμπτον. Την πρώτη περίοδό του στο «Ολντ Τραφορντ», βοήθησε στην άνοδο στην Α’ Κατηγορία.


Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συνέχισε να παίζει για την Μάντσεστερ και μεταξύ του 1939 και 1943, έπαιξε σε 112 παιχνίδια, σκοράροντας 47 γκολ στα περιφερειακά πρωταθλήματα του πολέμου. Έπαιξε επίσης ως προσκεκλημένος και για αρκετούς άλλους αγγλικούς συλλόγους, συμπεριλαμβανομένων της Κάρντιφ, της Μάντσεστερ Σίτι, της Έβερτον, της Λίβερπουλ και της Μίντλεσμπρο. Συμμετείχε και σε παιχνίδια επιλέκτων στο Νησί. Έκανε, πάλι ως προσκεκλημένος, κάποιες εμφανίσεις με την Σάμροκ Ρόβερς, στην Ιρλανδία. Υπηρετώντας στην Μέση Ανατολή και στην Ιταλία, αγωνίστηκε και με ιταλικούς συλλόγους με το ψευδώνυμο «Cario». Όταν τελείωσε ο πόλεμος δέχτηκε πολλές προτάσεις να παραμείνει στην Ιταλία.


Επέστρεψε στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αγωνιζόμενος ως μέσος και αμυντικός. Διορίστηκε αρχηγός της ομάδας από τον Ματ Μπάσμπι (Matt Busby). Ήταν ο αρχηγός της Γιουνάιτεντ στη νίκη στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1948, πριν τελικά κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή, το 1952. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του με την Γιουνάιτεντ, έπαιξε 304 παιχνίδια πρωταθλήματος, σκοράροντας 17 γκολ. Έπαιξε επιπλέον 38 παιχνίδια για το Κύπελλο, σκοράροντας ένα ακόμη γκολ και 2 τελικούς Τσάριτι Σιλντ. Ήταν ο πρώτος Ιρλανδός που κέρδισε ένα σημαντικό τρόπαιο με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ήταν αρχηγός της ομάδας από το 1946 μέχρι την αποχώρησή του ως παίκτης, το 1953. Το 1949 ψηφίστηκε ως  Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων. 


Όταν ξεκίνησε τη διεθνή του καριέρα, το 1937 υπήρχαν, δύο ποδοσφαιρικές ενώσεις, της Βόρειας Ιρλανδίας (IFA) και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας (Έιρε -FAI) που  ισχυριζόντουσαν ότι είχαν δικαιοδοσία σε ολόκληρη την Ιρλανδία και επέλεγαν παίκτες από όλο το νησί! Ως αποτέλεσμα, αρκετοί σημαντικοί Ιρλανδοί παίκτες αυτής της εποχής, έπαιξαν για τις δύο ομάδες. Τον Σεπτέμβριο του 1946, ο Κάρεϊ έπαιξε για τις δύο ομάδες εντός τριών ημερών, δύο φορές εναντίον της Αγγλίας. Στις 28 Σεπτεμβρίου για την Βόρεια Ιρλανδία, στην ήττα με 2-7 ήττα και στη συνέχεια, στις 30 Σεπτεμβρίου, για το Έιρε, σε μια ήττα 1-0.


Μεταξύ του 1937 και του 1953, έκανε 29 συμμετοχές και σημείωσε 3 γκολ για το Έιρε, κάνοντας ντεμπούτο εναντίον της Νορβηγίας, στις 7 Νοεμβρίου του 1937, (3-3) για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1938. Σκόραρε το πρώτο του γκολ για το Έιρε, σε μια νίκη 3-2 εναντίον της Πολωνίας, στις 13 Νοεμβρίου του 1938. Ήταν αρχηγός της σε 19 παιχνίδια. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1949, ήταν ο αρχηγός όταν το Έιρε νίκησε την Αγγλία με 2-0 στο Γκούντισον Παρκ του Λίβερπουλ, την πρώτη ομάδα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου που κέρδισε την Αγγλία στην έδρα της! Έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι του για το Έιρε στις 25 Μαρτίου του 1953, σε μια νίκη 4-0 επί της Αυστρίας.

Έκανε επίσης 9 συμμετοχές για την Βόρεια Ιρλανδία μεταξύ 1946 και 1949. Το 1946 έπαιξε σε Διεθνές Τουρνουά για τα επινίκια του Πολέμου εναντίον της Σκωτίας και της Ουαλίας. Στις 27 Νοεμβρίου του 1946 έπαιξε για την Βόρεια Ιρλανδία, σε μια ισοπαλία 0-0 με τη Σκωτία, μαζί με άλλους 7 ποδοσφαιριστές που γεννήθηκαν στο ελεύθερο Ιρλανδικό κράτος. Το 1947 ήταν ο αρχηγός της Μικτής Ευρώπης εναντίον της Μικτής Μεγάλης Βρετανίας, στο Χάμπντεν Παρκ της Γλασκόβης. 

Όσο ακόμη διαρκούσε η επαγγελματική του καριέρα, ανέλαβε ως προπονητής του Έιρε, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948, στο Λονδίνο.  Όταν  αποσύρθηκε ως παίκτης, το 1953 σχεδόν αμέσως αποδέχθηκε τη θέση του προπονητή στη Μπλάκμπερν. Το 1958, τους οδήγησε στην Α’ Κατηγορία. Στη συνέχεια ανέλαβε την Έβερτον, αλλά, παρά το ότι την οδήγησε στην πέμπτη θέση τη σεζόν 1960/61, την υψηλότερη μεταπολεμικά τότε θέση τους, απολύθηκε ανήθικα, στο πίσω μέρος ενός ταξί, από τον ιδιοκτήτη Τζον Μουρς (John Moores)! Από τότε, σε όλα τα αγγλικά γήπεδα, για τους υπ’ ατμόν προπονητές, χρησιμοποιείται η προσβλητική έκφραση «Ταξί για τον πούλο»!


Το επόμενο καλοκαίρι, οδήγησε την Λέιτον Όριεντ, στην Α’ Κατηγορία, το 1962. Ωστόσο, η μεγαλύτερη επιτυχία του ως προπονητής ήρθε με την Νότιγχαμ Φόρεστ, όταν το 1967,  έφτασε στους ημιτελικούς του Κυπέλλου και στην 2η θέση στο πρωτάθλημα, πίσω από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Μεταξύ 1955 και 1967 υπηρέτησε επίσης ως εκλέκτορας της εθνικής ομάδας του Έιρε.

Ο Τζόνι Κάρεϊ πέθανε στις 22 Αυγούστου του 1995, στο Μάκλσφιλντ της Αγγλίας, σε ηλικία 76 ετών.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 193?: Home Farm Football Club
  • 193?: Dublin GAA (Γκαελικό ποδόσφαιρο)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1936: St James's Gate Football Club 
  • 1936–1953: Manchester United Football Club, 304 (17)
  • Περίοδος ΒΠαγκοσμίου Πολέμου: → Manchester United Football Club, 112 (47)
  • 1941/42: → (προσκεκλημένος) Cardiff City Football Club, 1 (0)
  • 1941/42: → (προσκεκλημένος) Manchester City Football Club, 1 (0)
  • 1941–1945: → (προσκεκλημένος) Shamrock Rovers Football Club, 2 (3)
  • 1942/43: → (προσκεκλημένος) Middlesbrough  Football Club, 1 (0)
  • 1942/43: → (προσκεκλημένος) Everton  Football Club, 2 (0)
  • 194?: → (προσκεκλημένος) Liverpool Football Club
  • 194?: → (προσκεκλημένος) σε διάφορους συλλόγους στην Ιταλία

Διεθνής

  • 1937–1953: Ιρλανδία -Έιρε (FAI) , 29 (3)
  • 1940: Επίλεκτοι Ομοσπονδίας του Έιρε, 1 (0)
  • 1946–1949: Βόρεια Ιρλανδία (IFA), 9 (0)
  • 1947: Επίλεκτοι Ευρώπης, 1 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1953–1958: Blackburn Rovers Football Club
  • 1955–1967: Έιρε
  • 1958–1961: Everton Football Club
  • 1961–1963: Leyton Orient Football Club
  • 1963–1968: Nottingham Forest Football Club
  • 1970–1971: Blackburn Rovers Football Club

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Manchester United
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1948
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1951/52
  • Τσάριτι Σιλντ: 1952


Μαρκ Βίλμοτς

Ο Βέλγος επιθετικός μέσος Μαρκ Βίλμοτς (Marc Robert Wilmots), γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1969, στο Ντόλγκενμπεργκ, της βόρειας Βαλονίας, στο κεντρικό Βέλγιο. Με 5 γκολ, είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ για το Βέλγιο όλων των εποχών στις διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα ο 2ος Σκόρερ της εθνικής ομάδας με 28 γκολ! Κατά τη διάρκεια της  συλλογικής του καριέρα, κέρδισε τρόπαια με την Μαλίν, τη Σταντάρ Λιέγης και τη Σάλκε στη Γερμανία. Διακρίθηκε για τη μεγάλη ικανότητα διεμβολισμού της αντίπαλης άμυνας, με κατά μέτωπο προσπάθειες, τις οποίες ξεκινούσε πολλά μέτρα μακριά από την περιοχή. Δυνατός παίκτης, ιδιαίτερα μαχητικός, ευέλικτος και έξυπνος. Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ασχολήθηκε με τη προπονητική, με σημαντικότερη τη τετραετία του στην εθνική ομάδα του Βελγίου. Υπήρξε επίσης ένας πολιτικός, αφού κάθισε στην Γερουσία για δύο χρόνια για το Μεταρρυθμιστικό Κίνημα.




Πρωτόπαιξε επαγγελματικά ποδόσφαιρο, το 1987 στη Σεντ Τρούιντεν. Έμεινε έναν χρόνο στα «καναρίνια», πραγματοποιώντας καλές εμφανίσεις και συμμετέχοντας σε 30 ματς με 9 γκολ. Η Μαλίν έσπευσε και τον έκανε δικό της. Ανήκε στους «ερυθροκίτρινους» ως το 1991 και στο διάστημα αυτό, πήρε μέρος σε 87 αναμετρήσεις, σημείωσε 22 τέρματα και πανηγύρισε ένα πρωτάθλημα. Επόμενος «σταθμός» του ήταν η Σταντάρ Λιέγης. Συνέχισε να έχει σταθερά καλή απόδοση, και μάλιστα βοήθησε τους «κόκκινους» να κερδίσουν το Κύπελλο, το 1993. Κατέγραψε με τα χρώματά τους 136 συμμετοχές και 67 γκολ ως το 1996, όταν και μεταγράφηκε στη Σάλκε.


Την πρώτη του κιόλας χρονιά στους «βασιλικούς μπλε» χάρηκε την κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA! Είχε τεράστια συμβολή σε αυτήν την επιτυχία, καθώς σημείωσε 6 τέρματα σε εκείνη τη διοργάνωση! Ένα γκολ του στον δεύτερο αγώνα με την Ίντερ ακυρώθηκε, αλλά η Σάλκε κέρδισε το παιχνίδι στα πέναλτι με τον Βίλμοτς να πετυχαίνει τη καθοριστική εκτέλεση. Ακόμη, το 2002 πρόσθεσε στη συλλογή του το Κύπελλο Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας του στον σύλλογο του Γκελζενκίρχεν ήταν βασικότατος, συμμετέχοντας σε 104 ματς και σημειώνοντας 21 τέρματα.


Ακολούθως, έπαιξε για μία σεζόν στη γαλλική Μπορντό, σε 30 παιχνίδια με 8 γκολ και κατόπιν επέστρεψε στη Σάλκε. Το Νοέμβριο του 2002 τραυματίστηκε σοβαρά στον αστράγαλο και επτά μήνες αργότερα αποσύρθηκε από την ενεργό δράση μην έχοντας στο μεταξύ καταφέρει να ανακτήσει πλήρως την φόρμα του. Πρόλαβε να συμμετάσχει σε άλλα 34 ματς της γερμανικής ομάδας, και να πετύχει 6 τέρματα.


Φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της εθνικής ομάδας, τον Μάιο του 1990. Χρίστηκε 70 φορές διεθνής και σημείωσε 28 γκολ. Αγωνίστηκε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000 και σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα, του 1990, του 1994, του 1998 και του 2002. Σκόραρε 2 γκολ στη διοργάνωση του 1998 και άλλα 3 σ’ αυτή του 2002, ενώ του ακυρώθηκε κι ένα μάλλον κανονικό εναντίον της μετέπειτα Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Βραζιλίας, στη τελευταία διοργάνωση. Είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ για το Βέλγιο όλων των εποχών στις διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, ενώ παραμένει, μέχρι σήμερα, ο 2ος Σκόρερ της εθνικής ομάδας με 28 γκολ, πίσω από τους Μπερνάρ Βούρχουφ (Bernard Voorhoof) και Πολ βαν Χιμστ (Paul Van Himst).


Μετά τη απόσυρσή του από την ενεργό δράση, ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχτηκε στην Γερουσία με το γαλλόφωνο φιλελεύθερο κόμμα, το Μεταρρυθμιστικό Κίνημα (MR), στην ομοσπονδιακή εκλογή του 2003. Η πολιτική του καριέρα δεν θεωρείται μεγάλη επιτυχία. Το 2005, ανακοίνωσε ότι ήθελε να παραιτηθεί από γερουσιαστής. Υπήρξε για μια τετραετία (2012-2016) ο εκλέκτορας του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της πατρίδας του. Στο παρελθόν, κοουτσάρισε τις Σάλκε και Σεντ Τρούιντεν, ενώ διετέλεσε και βοηθός του τεχνικού της εθνικής ομάδας.


Από τον Ιούνιο του 1996, είναι παντρεμένος με την Katrien Lambeets, κόρη του πρώην προέδρου της Σεντ Τρούιντεν, Guy Lambeets. Ζει στο Μπορντό και έχει τρία παιδιά: τον Μάρτενς, τη Λένα και τον Ρένο. Μιλάει άριστα τις τρεις επίσημες γλώσσες του Βελγίου: γαλλικά, γερμανικά και ολλανδικά.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1980–1985: CS Jodoigne
  • 1985–1987: Koninklijke Sint-Truidense Voetbalvereniging

Επαγγελματική καριέρα

  • 1987/88: Koninklijke Sint-Truidense Voetbalvereniging, 30 (9)
  • 1988–1991: Yellow Red Koninklijke Voetbalclub Mechelen, 87 (22)
  • 1991–1996: Royal Standard de Liège, 136 (67)
  • 1996–2000: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 104 (21)
  • 2000/01: Football Club des Girondins de Bordeaux, 30 (8)
  • 2001–2003: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 34 (6)

Σύνολο καριέρας: 421 (133)

Διεθνής

  • 1986/87: Εθνική Νέων Βελγίου, 9 (3)
  • 1987–1989: Εθνική Ελπίδων Βελγίου, 9 (6)
  • 1990–2002: Βέλγιο, 70 (28)

Προπονητική καριέρα

  • 2003: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04 (υπηρεσιακός)
  • 2004/05: Koninklijke Sint-Truidense Voetbalvereniging
  • 2009–2012: Βέλγιο (βοηθός)
  • 2012–2016: Βέλγιο

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Mechelen
  • Πρωτάθλημα Βελγίου: 1988/89
  • Ευρωπαϊκό Super Cup: 1988

Με την Standard Liège
  • Κύπελλο Βελγίου: 1992/93

Με την Schalke 04
  • Κύπελλο Γερμανίας: 2001/02
  • Κύπελλο UEFA: 1996/97

Προσωπικές Διακρίσεις

Ως προπονητής

  • Προπονητής της Χρονιάς για το Βέλγιο: 2013, 2014
  • Καλύτερος Προπονητής της Χρονιάς από το περιοδικό «Globe Soccer»: 2015



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Μπρίαν Λάουντρουπ


Ο Δανός μεσοεπιθετικός Μπρίαν Λάουντρουπ (Brian Laudrup), γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1969, στην Βιέννη. Κατά τη διάρκεια της σύντομης, λόγω τραυματισμού, ποδοσφαιρικής του καριέρας, έπαιξε για μια σειρά ευρωπαϊκών συλλόγων. Ξεκίνησε με τη δανική Μπρόντμπι, κερδίζοντας δύο δανικά πρωταθλήματα στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στη συνέχεια έπαιξε για γερμανικές και ιταλικές ομάδες, κερδίζοντας το 1994 την ιταλική Serie A, καθώς και το Champions League της ίδιας χρονιάς με την Μίλαν. Ήταν βασικό μέλος της Ρέιντζερς που κυριάρχησε στην Σκωτσέζικη Πρέμιερ Λιγκ στη δεκαετία του 1990, κερδίζοντας τρία πρωταθλήματα μεταξύ άλλων. Κέρδισε το Ευρωπαϊκό Super Cup του 1998, στο σύντομο πέρασμα του από τη Τσέλσι και είχε μια σύντομη θητεία με τη Κοπεγχάγη στη Δανία, για να τελειώσει τη καριέρα του με τον Άγιαξ το 2000. Έπαιξε 82 παιχνίδια και σκόραρε 21 γκολ για τη δανική εθνική ομάδα και ήταν βασικό μέλος  των δανικών ομάδων που κατέκτησαν το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1992 και το Κύπελλο Συνομοσπονδιών της FIFA το 1995. 

Η ποδοσφαιρική οικογένεια Λάουντρουπ.
Αριστερά ο μεγαλύτερος γιος Μίκαελ, στο μέσον ο πατέρας Φιν και δεξιά ο Μπρίαν.
Κέρδισε το βραβείο του Δανού Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς, ένα ρεκόρ, 4 φορές. Ονομάστηκε από τη FIFA ως ο 5ος Καλύτερος Παίκτης στον κόσμο το 1992 και ονομάστηκε από τον Πελέ ως ένας από τους 125 Εν Ζωή Καλύτερους Ποδοσφαιριστές στον Κόσμο , στο πλάισιο του εορτασμού των 100 Χρόνων της FIFA, τον Μάρτιο του 2004, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Μίκαελ (Michael Laudrup). Σήμερα εργάζεται ως σχολιαστής ποδοσφαίρου, αυθεντία και αναλυτής στο τηλεοπτικό δίκτυο “TV3+”. Μαζί με τον πρώην διεθνή Δανό τερματοφύλακα Λαρς Χογκ (Lars Høgh), διευθύνει  μια ακαδημία ποδοσφαίρου για  περιθωριοποιημένους νέους.


Γεννήθηκε στην Βιέννη, όπου ο πατέρας του, παλιός Δανός διεθνής Φιν Λάουντρουπ (Finn Laudrup), αγωνιζόταν για την Βίνερ. Έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στις ακαδημίες της Μπρόντμπi. Το 1986 προωθήθηκε πλάι στους επαγγελματίες του συλλόγου της Κοπεγχάγης, στον οποίο ανήκε ως το 1989. Σ’ αυτό το διάστημα πέτυχε 13 γκολ σε 49 ματς και κατέκτησε δύο πρωταθλήματα. Αποδέχθηκε την πρόταση της γερμανικής Μπάγερ του Ίρντινγκεν, στην οποία ανήκε για μία αγωνιστική περίοδο πραγματοποιώντας πολύ καλές εμφανίσεις, σκοράροντας 6 τέρματα σε 34 παιχνίδια, προκαλώντας το ενδιαφέρον της Μπάγερν Μονάχου, η οποία τον απέκτησε καταβάλλοντας 6 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα!


Την πρώτη του χρονιά στους Βαυαρούς, ο Σκανδιναβός σημείωσε 9 γκολ σε 33 ματς, οδηγώντας την ομάδα στην κατάληψη της δεύτερης θέσης! Λίγο μετά την έναρξη της δεύτερης σεζόν του στους «ερυθρόλευκους», τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο,  κάτι που τον υποχρέωσε να μείνει αρκετούς μήνες εκτός δράσης. Όταν επέστρεψε, πήρε αρκετό χρόνο συμμετοχής αλλά είδε τη Μπάγερν να τερματίζει 10η. Λίγες εβδομάδες μετά, όταν και εξέπνευσε το συμβόλαιό του, υπέγραψε στη Φιορεντίνα.


Ένα χρόνο αργότερα, ήπιε το πικρό ποτήρι του υποβιβασμού στη Β’ κατηγορία! Παραχωρήθηκε με τη μορφή δανεισμού για έναν χρόνο στη Μίλαν, η τεχνική ηγεσία της οποίας δεν του έδωσε πολλές ευκαιρίες (9 συμμετοχές με ένα γκολ). Πανηγύρισε, πάντως με τους «ροσονέρι» το πρωτάθλημα και το Τσάμπιονς Λιγκ!


Όταν λύθηκε η συνεργασία του με τη Μίλαν, ανηφόρισε έως τη Σκοτία και εντάχθηκε στη Ρέιντζερς. Η θητεία του στους «Τζερς» διήρκεσε τέσσερα χρόνια και ήταν άκρως επιτυχημένη! Συμμετείχε σε 116 αναμετρήσεις, πέτυχε 33 γκολ και κέρδισε 3 πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο και ένα Λιγκ Καπ Σκωτίας! Επόμενος «σταθμός» του ήταν η Τσέλσι, στην οποία έμεινε μόλις 12 μήνες μην καταφέρνοντας να προσφέρει όσα θα ήθελε καθώς «χτυπήθηκε» από τραυματισμούς, κάνοντας 7 συμμετοχές. Πρόλαβε ωστόσο, να προσθέσει στη συλλογή του το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ!



 Ακολούθως επαναπατρίστηκε για χάρη της Κοπεγχάγης, συμμετέχοντας σε 12 ματς με 2  γκολ, όμως λίγους μήνες αργότερα ξανάφυγε για το εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα για το Άμστερνταμ και τον Άγιαξ! Στον ένα χρόνο παρουσίας του στον «Αίαντα» οι τραυματισμοί συνέχισαν να μην τον αφήνουν σε ησυχία. Μπόρεσε όμως να καταγράψει 13 γκολ σε 31 συναντήσεις. Το καλοκαίρι του 2000 υποχρεώθηκε να κρεμάσει τα παπούτσια του καθώς πλέον το σώμα του δεν άντεχε άλλο.


Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του, στις 18 Νοεμβρίου του 1987, σε ηλικία 18 ετών, στην ήττα 0-1 ήττα από την Δυτική Γερμανία. Σκόραρε το πρώτο διεθνές του τέρμα, στο τρίτο παιχνίδι του, όταν άνοιξε το σκορ στη νίκη με 4-0 εναντίον της Ελλάδας, στις 20 Απριλίου του 1988. Έπαιξε 82 παιχνίδια και σκόραρε 21 γκολ για τη δανική εθνική ομάδα και ήταν βασικό μέλος των ομάδων που κατέκτησαν το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1992 και το Κύπελλο Συνομοσπονδιών της FIFA το 1995. Έπαιξε και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996 καθώς και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, ενώ αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής στη χώρα του το 1989, το 1992, το 1995 και το 1997.


Σήμερα, συνεχίζει να παραμένει κοντά στο ποδόσφαιρο, αφού ασχολείται με τον τηλεσχολιασμό αγώνων, ενώ μαζί με τον πρώην διεθνή Δανό τερματοφύλακα Λαρς Χογκ, διευθύνει  μια ακαδημία ποδοσφαίρου για  περιθωριοποιημένους νέους.

 PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Brøndbyernes Idrætsforening

Επαγγελματική καριέρα

  • 1986–1989: Brøndbyernes Idrætsforening, 49 (13)
  • 1989/90: Krefelder Fußballclub Uerdingen 05, 34 (6)
  • 1990–1992: Fußball-Club Bayern München, 53 (11)
  • 1992/93: Associazione Calcio Fiorentina, 31 (5)
  • 1993/94: (δανεικός) → Associazione Calcio Milan, 9 (1)
  • 1994–1998: Rangers Football Club, 16 (33)
  • 1998: Chelsea Football Club, 7 (0)
  • 1998/99: Football Club København, 12 (2)
  • 1999–2000: Amsterdamsche Football Club Ajax, 31 (13)

Σύνολο καριέρας: 342 (84)

Διεθνής

  • 1984: Εθνική Παίδων Δανίας, 6 (0)
  • 1985–1987: Εθνική Νέων Δανίας, 12 (6)
  • 1987/88: Εθνική Ελπίδων Δανίας, 5 (0)
  • 1987–1998: Δανία, 82 (21)


Τίτλοι

 Συλλογικοί

Με την Brøndby
  • Πρωτάθλημα Δανίας: 2 (1987, 1988)

Με την Bayern Munich
  • Σούπερ Καπ Γερμανίας: 1990

Με τη Milan
  • Πρωτάθλημα Ιταλίας: 1993/94
  • UEFA Champions League: 1993/94

Με την Rangers
  • Πρωτάθλημα Σκωτίας: 3 (1994/95, 1995/96, 1996/97)
  • Κύπελλο Σκωτίας: 1995/96
  • Λιγκ Καπ Σκωτίας: 1996/97
  • Με την Chelsea
  • UEFA Super Cup: 1998

Διεθνείς

Με την Δανία
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1992
  • Κύπελλο Συνομοσπονδιών FIFA: 1995

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Παίκτης της Χρονιάς για την Δανία: 4 -ρεκόρ χώρας (1989, 1992, 1995, 1997)
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1992
  • Παίκτης της Χρονιάς για την FIFA: 5η θέση το 1992
  • Χρυσή Μπάλα: 1992 (6ος), 1996 (26ος), 1998 (23ος)
  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Κυπέλλου Συνομοσπονδιών: 1995
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Σκωτία από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Σκωτίας: 2 (1994/95, 1996/97)
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Σκωτία από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Σκωτίας: 1994/95
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1998
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου που συνέταξε ο Πελέ το 2004 για τα 100 Χρόνια της FIFA: 2004
  • Μέλος του Hall of Fame του Δανέζικου Ποδοσφαίρου
  • Μέλος του  Hall of Fame του Σκοτσέζικου Ποδοσφαίρου

ΠΗΓΗ: balleto.gr

Ρόνι Χέλστρομ

Ο Σουηδός τερματοφύλακας Ρόνι Χέλστρομ (Ronnie Carl Hellström), γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1949, στο Μάλμε. Την δεκαετία του 1970, θεωρήθηκε ένας από τους καλύτερους τερματοφύλακες του κόσμου. Μαζί με τους Καρλ Σβένσον (Karl-Oskar Svensson) και Τόμας Ραβέλι (Thomas Ravelli) αποτελούν την κορυφαία τριάδα τερματοφυλάκων που ανέδειξε η χώρα. Ψύχραιμος, ευέλικτος και σταθερός στις επεμβάσεις του, έκανε καριέρα στην Σουηδία και την Γερμανία, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να κερδίσει ποτέ του κάποιον συλλογικό ή διεθνή τίτλο, πρωτάθλημα ή Κύπελλο!


Στην ηλικία των 13 ετών μετακόμισε στη Στοκχόλμη. Ο πατέρας του ήταν και αυτός τερματοφύλακας. Γράφτηκε στην Χάμαρμπι, όντας  ένα τεράστιο ταλέντο και έπαιξε νωρίς στην πρώτη ομάδα, κάνοντας παράλληλα και το ντεμπούτο του στην εθνική, σε ηλικία μόλις 19 ετών. Από το 1966 έως το 1974, υπεράσπισε την εστία της Χάμαρμπι  και λίγο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, έγινε επαγγελματίας, όταν μεταγράφηκε στην γερμανική Καιζερσλάουτερν.  Αν περίμενε μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο θα μπορούσε να υπογράψει σε κάποιον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό σύλλογο, με τις εμφανίσεις που πραγματοποίησε. Αργότερα, στην υστεροποδοσφαιρική ζωή του, εξέφρασε τη λύπη του γι’ αυτό το γεγονός.


Υπηρέτησε για 10 χρόνια τον σύλλογο, παίζοντας σε 266 αγώνες, μέχρι το 1984, όταν και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Μέχρι στιγμής,  είναι ο μόνος Μη Γερμανός για τον οποίο έγινε αποχαιρετιστήριο παιχνίδι στην Μπουντεσλίγκα, παρόλο που ο ίδιος δεν πληρούσε τα κριτήρια. Είχε εκπληρώσει όλες τις απαιτήσεις εκτός από το να είναι Γερμανός! Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, το 1984, τιμήθηκε με ένα αποχαιρετιστήριο ματς μπροστά σε 35.000 θεατές. Είχε ακόμα και δικό του fan club στην Καιζερσλάουτερν! Οι καλύτερες επιδόσεις του, όλα αυτά τα χρόνια στην Γερμανία ήταν δυο 3ες θέσεις, το 1979 και 1980. Ήταν επίσης φιναλίστ στο τελικό του γερμανικού Κυπέλλου το 1976 και το 1981 και στα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA το 1982.


Αργότερα την καριέρα του, το 1988, έπαιξε ένα παιχνίδι με την Σούντσβαλ, όταν τραυματίστηκε τόσο ο βασικός όσο και ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας, κρατώντας μάλιστα ανέπαφη την εστία του. Ήταν 39 χρόνων, 7 μηνών και 18 ημερών.


Την 1η Αυγούστου του 1968, στο Γκέτεμποργκ, έκανε το ντεμπούτο του στη σουηδική εθνική ομάδα σε ένα φιλικό εναντίον της ΕΣΣΔ που τελείωσε ισόπαλο 2-2. Έπαιξε στον εναρκτήριο αγώνα, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, αλλά ενήργησε αδέξια, στο μοναδικό νικητήριο γκολ των Ιταλών, με αποτέλεσμα να μη παίξει στα άλλα δυο παιχνίδια.  Έπαιξε και στους 6 αγώνες στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, όταν η Σουηδία ήταν 5η και 3 αγώνες στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Και στα δυο ήταν στους 3 κορυφαίους της Διοργάνωσης. Συνολικά, έκανε 77 διεθνείς εμφανίσεις. Κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978, πήρε μέρος στις διαδηλώσεις των «Μητέρων της Πλατείας του Μαΐου» (Madres de la Plaza de Mayo), μπροστά από το Casa Rosada μαζί με τους συμπαίκτες του Ρόι και Ρόλαντ Άντερσον (Roy Andersson και Roland Andersson). Ωστόσο, το 2008 αυτό αμφισβητήθηκε.


Κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, ως Καλύτερος Σουηδός Ποδοσφαιριστής, το 1971 και το 1978. Το 2000, η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον κατέταξε 22ο στον κατάλογο από τους Καλύτερους Τερματοφύλακες στην Ευρώπη για τον 20ο Αιώνα. Αργότερα εργάστηκε ως προπονητής τερματοφυλάκων στη Χάμαρμπι και τη Μάλμε. Ο γιος του Έρλαντ Χέλστρομ (Erland Hellström), έγινε κι αυτός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και μάλιστα τερματοφύλακας!



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα


  • 1966–1974: Hammarby Idrottsförening, 169 (0)
  • 1974–1984: 1. Fußball-Club Kaiserslautern, 266 (0)
  • 1988: Gymnastik och Idrottsföreningen Sundsvall, 1 (0)
Σύνολο καριέρας: 436 (0)

Διεθνής

  • 1968–1980: Σουηδία, 77 (0)

Τίτλοι 

Συλλογικοί 

Με τη Kaiserslautern

  • Κύπελλο Γερμανίας: φιναλίστ: 2 (1975/76, 1980/81)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Σουηδία: 2 (1971, 1978)