Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Πιερλουίτζι Κολίνα: Ο Βασιλιάς των Διαιτητών

Ο Ιταλός οικονομικός σύμβουλος, πρώην διαιτητής ποδοσφαίρου και νυν μέλος της επιτροπής διαιτησίας της UEFA, Πιερλουίτζι Κολίνα (Pierluigi Collina), γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου του 1960 στη Μπολόνια. Έχει ονομαστεί Κορυφαίος Διαιτητής της Χρονιάς από τη FIFA, για 6 συνεχόμενες χρονιές και για το λόγο αυτό θεωρείται ο Καλύτερος Διαιτητής ποδοσφαίρου Όλων των Εποχών. Αν και το αγαπημένο του άθλημα είναι το μπάσκετ, όντας μάλιστα ο ίδιος φανατικός οπαδός της μπασκετικής ομάδας Φορτιτούτο της Μπολόνια, εξακολουθεί να εμπλέκεται με το ποδόσφαιρο, ως άμισθος σύμβουλος του Ιταλικού Συνδέσμου Διαιτητών Ποδοσφαίρου, ως Επικεφαλής Διαιτητών για την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουκρανίας από το 2010 και ως μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας UEFA.


Είναι μεγάλη αλήθεια πως  ο περισσότερος κόσμος, φίλαθλος και μη, δεν τρέφει και τα καλύτερα δυνατά συναισθήματα για το επάγγελμα του διαιτητή. Τουναντίον μάλιστα, ο άνθρωπος με τα μαύρα (ή με τα κίτρινα, τα κόκκινα, τα γκρι και όποιο άλλο χρώμα έχουμε δει με το πέρασμα των χρόνων να φορούν οι άρχοντες των αγώνων) θεωρείται ως "ο εχθρός που έχει διατεταγμένη υπηρεσία να βλάψει τη δική μου ομάδα" ή "ο άνθρωπος που δεν μπόρεσε να κάνει κάποια καριέρα ως αθλητής και συμβιβάστηκε με το να γίνει ένας μέτριος διαιτητής".


Λογικά τέτοιοι διαιτητές υπάρχουν πάρα πολλοί στον κόσμο, όμως δεν είναι οι μόνοι. Υπάρχουν και οι λεγόμενοι respectable referees, αυτοί δηλαδή που με την πορεία τους μέσα στο χρόνο έχουν κερδίσει το σεβασμό, την αναγνώριση και την εκτίμηση του κόσμου: μία αναγνώριση που αποτελεί το καλύτερο παράσημο και την πιο σημαντική βράβευση που θα μπορούσε να γίνει προς τιμήν τους.


Αυτό το είδος των διαιτητών είναι βέβαια σπάνιο και δεν έχει πολλά "μέλη", ωστόσο εάν προσπαθούσαμε να επιλέξουμε τον "αρχηγό" αυτού του ξεχωριστού είδους, τον διαιτητή εκείνο δηλαδή που θα περίκλειε όλα τα χαρακτηριστικά του καλού και ακριβοδίκαιου ρέφερι τότε η πρώτη εικόνα που θα μας ερχόταν στο μυαλό θα ήταν αυτή του Πιερλουίτζι Κολίνα. Όχι μόνο γιατί κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του στα γήπεδα έδωσε ελάχιστα δικαιώματα, όχι μόνο γιατί έφτασε να σφυρίξει σε όλα τα μεγάλα ποδοσφαιρικά γεγονότα αλλά και επειδή ο Μπολονέζος ρέφερι συνέθετε μία προσωπικότητα, μία οντότητα που δύσκολα μπορούσες να συναντήσεις σε άλλον συνάδελφό του.


Ήταν ο διαιτητής σταρ αλλά με την καλή έννοια: δεν επεδίωκε με πονηρούς τρόπους να αφαιρέσει ή να κλέψει ολοκληρωτικά τα φώτα από τους αθλητές με τις αποφάσεις του μέσα στο 90λεπτο αλλά ήταν εκείνος που τους συμπλήρωνε αρμονικά. Ήξερε πως να μεταχειρίζεται τους ποδοσφαιριστές, πώς να τους διαχειρίζεται σωστά, πώς να κερδίζει το σεβασμό τους, πώς να αποπνέει εμπιστοσύνη στους πρωταγωνιστές εντός αγωνιστικού χώρου αλλά και στους θεατές στις εξέδρες. Ο Πιερλουίτζι Κολίνα είχε έμφυτο το ταλέντο για να γίνει διαιτητής, κάτι που άλλωστε μαρτυράει το γεγονός ότι ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, αλλά παράλληλα είχε αποκτήσει μία εξαιρετική μόρφωση (μιλούσε επίσης αγγλικά, ισπανικά και λίγο γαλλικά) που τον έκανε μία ολοκληρωμένη προσωπικότητα.


Και φυσικά είχε και ένα τρομερό προτέρημα έναντι άλλων, εξίσου ικανών, συναδέλφων του. Ήταν αναγνωρίσιμος, γεγονός που θεωρείται άθλος για το συγκεκριμένο επάγγελμα. Θέλετε λόγω του χαρακτηριστικού καραφλού κεφαλιού του, αποτέλεσμα μίας σοβαρής μορφής αλωπεκίας που προκάλεσε την μόνιμη απώλεια όλων των μαλλιών στο πρόσωπό του; Θέλετε λόγω του τρομερού βλέμματος με τα γουρλωμένα μάτια που "έκοβε τα πόδια" στους παίκτες ή σε όσους τουλάχιστον είχαν διάθεση να αμφισβητήσουν κάποια απόφασή του; Θέλετε λόγω του μοναδικού χαμογέλου που ήξερε να επιστρατεύει την κατάλληλη στιγμή;


Ο Ιταλός είχε τον τρόπο του να κάνει τα πάντα να λειτουργούν ρολόι και ταυτόχρονα να καταφέρνει κάτι που θεωρητικά ακούγεται αδύνατο: να υπάρχουν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού άσχημες κριτικές για αυτόν από το πάντα αυστηρό και αμείλικτο με τους διαιτητές φίλαθλο κοινό. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο και συνάμα δυσκολότερο στοίχημα που μπορεί να κερδίσει ένας διαιτητής στη διάρκεια της καριέρας του...


Πώς όμως έφτασε να ανέβει τόσο ψηλά, να σφυρίξει σε τόσο σημαντικούς τελικούς, να αναδειχτεί για έξι συνεχόμενες χρονιές (από το 1998 ως το 2003) κορυφαίος διαιτητής της FIFA αλλά και να θεωρείται ακόμα και σήμερα ως ο πιο χαρισματικός που έχει εμφανιστεί στη διεθνή διαιτητική σκηνή τα τελευταία 30 χρόνια;


Γεννημένος στη Μπολόνια, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της πόλης του, αποφοιτώντας μάλιστα με καλό βαθμό από το τμήμα Οικονομικών το 1984. Κατά τη διάρκεια των εφηβικών του χρόνων έπαιζε σαν κεντρικός αμυντικός για την ομάδα της περιοχής του όμως το 1977 κάποιοι φίλοι του πρότειναν να πάρει μέρος σε μαθήματα διαιτησίας και εκεί ανακάλυψε πως είχε μία ξεχωριστή κλίση σε αυτό το επάγγελμα. Μέσα σε τρία χρονιά είχε φτάσει στο σημείο να διευθύνει σημαντικά παιχνίδια τοπικών ερασιτεχνικών κατηγοριών ενώ παράλληλα υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.


Στην ηλικία των 28 χρόνων έκανε το πρώτο μεγάλο άλμα καθώς μετακινήθηκε στην εθνική τρίτη κατηγορία και σφύριζε πλέον αγώνες για την Serie C1 και την Serie C2. Ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του πριν από λίγα χρόνια σε εκείνη τη θέση, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο ίδιος ήταν φανατικός φίλος του μπάσκετ και όχι του ποδοσφαίρου, με την ομάδα της  καρδιάς του από τα παιδικά του χρόνια να είναι η ιστορική Φορτιτούντο Μπολόνια! Ίσως πάντως αυτό το γεγονός να του έκανε και καλό, επειδή ο ίδιος δεν συνδέθηκε συναισθηματικά με καμία ποδοσφαιρική ομάδα, ούτε βρέθηκε κάποιος όλα αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν να τον κατηγορήσει για μεροληψία και εύνοια προς κάποια συγκεκριμένη κατευθύνση...


Η διαδρομή του στα γήπεδα της τρίτης κατηγορίας δεν κράτησε για πολύ: για την ακρίβεια τρία χρόνια αφού στη συνέχεια πήρε το πολύ ιδιαίτερο χρίσμα που τον έκανε διαιτητή αγώνων της Serie B αλλά και της μεγάλης επαγγελματικής κατηγορίας. Ήταν ένας διαιτητής-φαινόμενο και αυτό το έβλεπαν όλο και πιο πολλοί με την πάροδο των χρόνων. Το εντυπωσιακό είναι πως αφότου πέρασε την ηλικία των 30 και άρχισε να διευθύνει αγώνες της Serie A έχασε οριστικά όλα του τα μαλλιά λόγω αλωπεκίας, με τα παρατσούκλια να έρχονται το ένα μετά το άλλο: από "Κότζακ" και "E.T. ο εξωγήινος" μέχρι... "Νοσφεράτου"!


Για τον ίδιο πάντως, τα παιχνίδια που τον έκαναν να ωριμάσει διαιτητικά και να χτίσει την προσωπικότητά του δεν ήταν αυτά στην μεγάλη κατηγορία μαζί με τους ποδοσφαιρικούς μύθους του Campionato, αλλά εκείνα που σφύριξε στα χρόνια της ενηλικίωσής του. "Η εμπειρία που είχα ως διαιτητής όταν ξεκίνησα στα 17 μου χρόνια με βοήθησε στη ζωή μου. Τα πάντα στη ζωή έχουν να κάνουν με αποφάσεις. Δεν ήταν εύκολο για ένα νέο παιδί να παίρνει αποφάσεις, όχι μόνο για κάτι που είχε σχέση με αυτόν αλλά που είχε σχέση με κάποιον άλλο, και ειδικά για άτομα μεγαλύτερα από τον ίδιο.


Όταν διαιτήτευα αγώνες εκείνη την εποχή, οι ποδοσφαιριστές ήταν μεγαλύτεροι στην ηλικία από μένα. Οπότε το να μαθαίνω να παίρνω αποφάσεις εκείνη την εποχή με βοήθησε επειδή το να παίρνω αποφάσεις έγινε κομμάτι της ζωής μου. Όχι μόνο στο ποδόσφαιρο αλλά και στη ζωή".  Το 1995, αφού σφύριξε πρώτα 43 ματς της Serie A, έγινε διεθνής διαιτητής FIFA και το καλοκαίρι του 1996 βρέθηκε στο πρώτο του μεγάλο ποδοσφαιρικό τουρνουά. Ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Ατλάντα του 1996, με τον Ιταλό να σφυρίζει σε πέντε ματς, συμπεριλαμβανομένου και του τελικού της διοργάνωσης μεταξύ της Νιγηρίας και της Αργεντινής που βρήκε νικητές τους "σούπερ αετούς" με σκορ 3-2 (το νικητήριο γκολ στο 90' ο Εμανουέλ Αμουνίκε).


Αυτή ήταν πάντως μόνο η αρχή για τον Μπολονέζο διαιτητή, ο οποίος τρία χρόνια αργότερα είχε τη μεγάλη τιμή αλλά και την απίστευτη τύχη να σφυρίξει σε ένα ματς που θα το θυμούνται όλοι οι φίλοι της ασπρόμαυρης στρογγυλής θεάς "εις τους αιώνας των αιώνων" λόγω της συγκλονιστικής του εξέλιξης στο φινάλε. Τελικός Champions League 1999 μεταξύ Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Μπάγερν στο επιβλητικό "Camp Nou" της Βαρκελώνης και το ρολόι σημάδευε το 90ο λεπτό, με τη Μπάγερν να κρατάει σφιχτά στα χέρια της το προβάδισμα από το γκολ του Μάριο Μπάσλερ στο 6ο λεπτό και τον Κολίνα να υποδεικνύει τρία λεπτά καθυστερήσεων.


Τελικά αυτά τα τρία λεπτά που έδωσε ο Ιταλός αποδείχτηκαν μία... αιωνιότητα και για τις δύο ομάδες! Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πέτυχε δύο γκολ, στο 91' με τον Σέριγχαμ και στο 93' με τον Σόλσκιερ (αμφότεροι ήταν αλλαγές του Φέργκιουσον) και κατέκτησε το πιο ανέλπιστο τρόπαιο της μεγάλης ιστορίας της (έτσι όπως είχε εξελιχτεί το ματς), ενώ την ίδια ώρα οι παίκτες της Μπάγερν είχαν πέσει όλοι στο καναβάτσο λες και τους είχε δείρει ο πιο δυνατός πυγμάχος στον κόσμο... Για τον Πιερλουίτζι Κολίνα τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό το ματς για τον ίδιο: "Ήταν μία σκληρή σκηνή με τους πρωταγωνιστές τους παίκτες της Μπάγερν επειδή κατά τη διάρκεια των 90 λεπτών η Μπάγερν ήταν χωρίς αμφιβολία η καλύτερη ομάδα και δικαιούτο 100% να έχει πάρει το ματς. Και ξαφνικά, δύο λεπτά, δύο γκολ. Εκείνη τη στιγμή ήταν πεπεισμένοι πως είχαν πάρει τη νίκη αλλά ξαφνικά έχασαν το τρόπαιο.


Υπήρχαν δύο διαφορετικές στιγμές σε αυτό τον αγώνα. Η μία όπου μία ομάδα παικτών που ήταν πεπεισμένη πως θα κερδίσει, δεν το έκανε, και η άλλη όπου ένα γκρουπ παικτών που δεν φαντάστηκαν ποτέ ότι θα νικούσαν, ξαφνικά βρέθηκαν να γιορτάζουν. Ήταν κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ", εξομολογείται αναφορικά με το αλησμόνητο εκείνο ματς ο Κολίνα και συμπληρώνει: "Δεν υπάρχουν λόγια. Αυτό που αισθάνθηκα αμέσως ήταν πως έπρεπε να βοηθήσω μερικούς παίκτες της Μπάγερν να σηκωθούν επειδή υπήρχαν ακόμα 20 δευτερόλεπτα παιχνιδιού. Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τη φυσική δύναμή μου και να σηκώσω αυτούς τους παίκτες για να συνεχίσουν.


Αυτές είναι στιγμές που καταδεικνύουν πραγματικά πόσο παθιάζονται οι ποδοσφαιριστές με αυτό που κάνουν. Επιπλέον το ματς αυτό θα μου μείνει αξέχαστο και για την αντίδραση των οπαδών της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μετά το δεύτερο γκολ της ομάδας τους. Έκαναν έναν εκπληκτικό θόρυβο, σαν τον βρυχηθμό ενός λιονταριού. Το κοντράστ των συναισθημάτων της χαράς και της λύπης είναι πράγματα που δεν μπορώ να ξεχάσω από εκείνο το ματς, καθώς επίσης και τα θλιμμένα μάτια του Λόταρ Ματέους όταν κοίταξε το τρόπαιο..."


Μετά την απίστευτη εμπειρία της συμμετοχής σε τελικό ολυμπιακού ποδοσφαιρικού τουρνουά και Champions League, ο Κολίνα ήταν έτοιμος να κατακτήσει μία ακόμα κορυφή το 2002 καθώς επιλέχτηκε για να σφυρίξει τον "τελικό των τελικών". Βραζιλία και Γερμανία αναμετρήθηκαν στον τελικό του Μουντιάλ της Άπω Ανατολης (ήταν η πρώτη και μοναδική μέχρι και σήμερα φορά που οι δύο αυτές εθνικές ομάδες συγκρούονταν σε τελικό) και ο Ιταλός ρέφερι ήταν πάλι εκεί σε ένα γεγονός "to be remembered". Την παραμονή του τελικού μάλιστα κατηγορήθηκε από τον Όλιβερ Καν, όχι όμως για τα σφυρίγματά του αλλά για το γεγονός ότι με αυτόν για άρχοντα του αγώνα είχε ζήσει δύο από τις πιο σκληρές βραδιές της ζωής του...


"Ο Κολίνα είναι παγκόσμιας κλάσης ρέφερι, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο, όμως δεν μου φέρνει τύχη!", είχε ισχυριστεί ο αρχηγός της εθνικής Γερμανίας (που είχε πάρει από το χεράκι τα "πάντσερ" και με αρκετές εκπληκτικές επεμβάσεις του στα νοκ-άουτ ματς τους είχε οδηγήσει ένα βήμα πριν την κούπα) καθώς τριβέλιζε το μυαλό του όχι μόνο ο εφιάλτης της Βαρκελώνης με τη Μπάγερν Μονάχου με τα δύο γκολ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα... χασομέρια αλλά και η συντριβή με 5-1 της Γερμανίας μέσα στο Μόναχο το 2001, από την "παραδοσιακή εχθρό" Αγγλία (χατ-τρικ εκείνο το βράδυ ο Μάικλ Όουεν), σε ματς για τα προκριματικά του Μουντιάλ!


Το ειρωνικό σε όλη αυτή την ιστορία είναι πως ο Πιερλουίτζι Κολίνα παρέδωσε ρεσιτάλ διαιτησίας στον τελικό της Γιοκοχάμα και ταυτόχρονα "τρίτωσε το κακό" για τον Καν. Η Βραζιλία πήρε το τρόπαιο με τα δύο γκολ του (κορυφαίου σκόρερ του τουρνουά) Ρονάλντο ενώ ο Γερμανός κίπερ είχε σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο πρώτο γκολ της "Σελεσάο" όταν η μπάλα του έφυγε μέσα από τα χέρια σε μακρινό σουτ του Ριβάλντο... Το πόσο καταρτισμένος ήταν αλλά και το πόσο παθιασμένος με τη δουλειά του ήταν, μπορεί να το επιβεβαιώσει και ο Άγγλος συνάδελφός του Γκρέιαμ Πολ, ο οποίος έχει αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο προετοίμασε τη διαιτητική τετράδα ο Κολίνα πριν το ματς της Ιαπωνίας με την Τουρκία σε εκείνη τη διοργάνωση.


"Ήμουν τέταρτος διαιτητής στο ματς και ο Κολίνα πρώτος. Ο Κολίνα στεκόταν μπροστά στους δύο βοηθούς του και σε εμένα και μας κατηύθυνε όσον αφορά στις δύο ομάδες. Έγραφε τις δύο ενδεκάδες πάνω σε πίνακα, μας έλεγε πώς θα παίξουν, ποιοί ήταν οξύθυμοι χαρακτήρες, πού ήταν πιθανό να πάρει έκρηξη το ματς, τί θα έπρεπε να περιμένει ο κάθε βοηθός του στο κομμάτι γηπέδου που είχε την ευθύνη του. Κάλυπτε τα πάντα. Ήταν κάτι το εκπληκτικό. Ήταν προετοιμασία σε ύψιστο βαθμό. Και το πιο εντυπωσιακό ήταν πως δεν ήταν ποτέ λάθος στις εκτιμήσεις του".


Δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Μάιο του 2004, ο Κολίνα δέχτηκε μία ακόμα τιμή καθώς σφύριξε τον τελικό του Κυπέλλου UEFA μεταξύ της Βαλένθια και της Μαρσέιγ που έλαβε χώρα στο "Ullevi" του Γκέτεμποργκ (2-0 οι Βαλενθιάνοι στο τελευταίο ματς του Ράφα Μπενίτεθ στον πάγκο τους πριν μετακομίσει στη Λίβερπουλ) ενώ το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στο τελευταίο μεγάλο διεθνές τουρνουά της καριέρας του: στο Euro 2004. Σε αυτό σφύριξε σε τρία ματς και αν ο Καν τον κατηγόρησε πριν μερικά χρόνια πως του έφερνε ατυχία, τότε η εθνική Ελλάδας θα έπρεπε να απονείμει πλακέτα στον γείτονά μας καθώς ήταν ο διαιτητής σε δύο σπουδαίες νίκες που πέτυχε το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα στο δρόμο προς το βαρύτιμο τρόπαιο.


Ο Κολίνα ορίστηκε να διευθύνει το εναρκτήριο ματς της διοργάνωσης μεταξύ της Πορτογαλίας και της Ελλάδας στο "Ντραγκάο" καθώς η UEFA ήθελε έναν έμπειρο διαιτητή που θα διασφάλιζε το 50-50 και ο Κολίνα ήταν υποδειγματικός: δεν είχε μάλιστα τον παραμικρό ενδοιασμό να δώσει πέναλτι υπέρ της "μικρής" Ελλάδας απέναντι στους διοργανωτές (με το σκορ να είναι ήδη 0-1) όταν σε αντεπίθεση της ομάδας του Ότο Ρεχάγκελ ο Κριστιάνο Ρονάλντο κράτησε από την πλάτη τον Γιούρκα Σεϊταρίδη κατά τη διάρκεια σεμιναριακής κόντρας από την ελληνική πλευρά!


Είκοσι ημέρες αργότερα κλήθηκε να διευθύνει τον έναν από τους δύο ημιτελικούς του τουρνουά, που έφερνε αντιμέτωπες Τσεχία με Ελλάδα, με τον Ιταλό να έχει ένα déjà vu: όπως και το 1999 με τη Γιουνάιτεντ έτσι και το 2004 η Ελλάδα πετύχαινε γκολ στο φινάλε (του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης αυτή τη φορά) και οι παίκτες της Τσεχίας θύμιζαν αυτούς της Μπάγερν όπως κατέρρεαν στο έδαφος ανήμποροι να πιστέψουν τί τους είχε βρει... Ο Κολίνα είχε δηλώσει "παρών" σε ένα ακόμα ματς που γράφτηκε ιστορία στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, με τον ίδιο να αποσπάει τα εύσημα από το φίλαθλο κοινό όλων των εθνικών ομάδων.


Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι από το 1998 και μέχρι το 2003 (για έξι συνεχόμενες χρονιές δηλαδή), η FIFA του έδινε το βραβείο για τον κορυφαίο διαιτητή της χρονιάς, ούτε φυσικά το γεγονός πως όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Calciopoli που συγκλόνισε το ιταλικό ποδόσφαιρο το 2006, το όνομά του δεν βρέθηκε πουθενά αναμεμειγμένο σε κάτι το ύποπτο, σε κάτι το μεμπτό. Το αντίθετο μάλιστα: ήταν ο ένας από τους δύο διαιτητές (ο άλλος ήταν ο Ρομπέρτο Ροζέτι) που σύμφωνα με όσα έβγαλαν στη φόρα απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες του Λουτσιάνο Μότζι (ο εκτελεστικός διευθυντής της Γιουβέντους που θεωρήθηκε ως ο εγκέφαλος του κυκλώματος επηρεασμού των διαιτητών) ήταν πολύ αντικειμενικός (!) σε ματς της Γιουβέντους και για αυτό "έπρεπε να τιμωρηθεί"!


Ο Κολίνα έριξε τίτλους στη διεθνή του καριέρα σφυρίζοντας το Πορτογαλία-Σλοβακία για τα προκριματικά του Μουντιάλ 2006 ενώ ήταν τέτοιος ο σεβασμός και το κύρος που απόπνεε σε ποδοσφαιριστές και συναδέλφους που η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία (FIGC) έκανε εξαίρεση για εκείνον και ανέβασε το όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση ενός διαιτητή από τα 45 στα 46 χρόνια. Παρόλα αυτά η απόφαση του Κολίνα να υπογράψει διαφημιστικό συμβόλαιο με την εταιρία αυτοκινήτων Opel, που την ίδια περίοδο ήταν χορηγός στη φανέλα της Μίλαν, θεωρήθηκε ως "σύγκρουση συμφερόντων" και έτσι ο κορυφαίος Ιταλός διαιτητής δεν έκατσε να το πολυσκεφτεί: παρότι οι άνθρωποι της ομοσπονδίας εμφανίστηκαν διαλλακτικοί στη συνέχεια και προσπάθησαν να τον επαναφέρουν ο ίδιος επέμεινε στην παραίτησή του από διαιτητής που τελικά έγινε αποδεκτή.


Λίγο αργότερα, ανέλαβε επικεφαλής της ιταλικής διαιτησίας, με τον ίδιο να μη θεωρεί πάντως αυτή την εποχή την καλύτερη της καριέρας του λόγω της εξαιρετικής πίεσης που ένιωσε να του ασκείται: "Το να σε απειλούν λόγω του ποδοσφαίρου είναι κάτι ακατανόητο. Αφότου κρέμασα την σφυρίχτρα μου έγινα πρόεδρος της επιτροπής διαιτησίας για τη Serie A. Για έναν μήνα ήμουν υπό αστυνομική συνοδεία. Είναι κάτι που δεν εύχομαι σε κανέναν και ξέροντας πως αυτό γινόταν λόγω ποδοσφαίρου είναι κάτι που δεν μπορούσα να το διανοηθώ.

Οι διαιτητές έχουν φτάσει στο σημείο να δέχονται επιθέσεις και όχι μόνο σε ματς υψηλού επιπέδου. Κάθε Σαββατοκύριακο σε ματς ερασιτεχνικών κατηγοριών ή πρωταθλημάτων νέων οι διαιτητές δέχονται επιθέσεις από τους γονείς των παικτών. Είναι κρίμα να συμβαίνουν όλα αυτά", έχει δηλώσει σχετικά ο Κολίνα, ο οποίος δεν άντεξε για πολύ στο συγκεκριμένο πόστο...


Αυτή τη στιγμή εξακολουθεί να βρίσκεται στο συγκεκριμένο χώρο όντας μη αμειβόμενος σύμβουλος για τον Σύνδεσμο Ιταλών διαιτητών ποδοσφαίρου αλλά και ως μέλος της επιτροπής διαιτησίας της UEFA ενώ από το καλοκαίρι του 2010 είναι επικεφαλής διαιτησίας για λογαριασμό της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ουκρανίας. Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια από το 2005 και μετά που έπαψε να είναι διεθνής διαιτητής (και να περνάει συνάμα ατελείωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση για να μελετάει ματς των ομάδων που θα σφύριζε!) έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλά διαφημιστικά σποτ (σε πολλές χώρες) εξαργυρώνοντας το γεγονός ότι είναι διάσημος σε κάθε γωνιά του πλανήτη, με το πρόσωπό του να επιλέγεται ακόμα για εξώφυλλο σε ηλεκτρονικά ποδοσφαιρικά παιχνίδια δίπλα σε πρωτοκλασάτους παίκτες.

Αυτός ήταν λοιπόν ακροθιγώς ο ποδοσφαιρικός βίος του Πιερλουίτζι Κολίνα, ο οποίος από 5,5 χρόνων διδάχτηκε από καλόγριες σε κατηχητικό σχολείο της Μπολόνια κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του (δασκάλα δημοτικού) και του πατέρα του (κληρικός στο Υπουργείο Άμυνας της χώρας).


Και για όσους πιστεύουν ακόμα ότι υπάρχουν αρκετοί σαν και αυτόν στο χώρο της διεθνούς διαιτησίας, τότε κρατήστε αυτό ως τροφή για σκέψη: στο Μουντιάλ του 2002 ο Ντέιβιντ Μπέκαμ επέλεξε μετά από αγώνα της εθνικής Αγγλίας με την Αργεντινή (είχε πετύχει το νικητήριο γκολ από το σημείο του πέναλτι) να ανταλλάξει φανέλες όχι με έναν παίκτη της αντίπαλης ομάδας όπως είθισται αλλά με τον... Κολίνα.

Εάν δεν είναι αυτός λοιπόν ο "βασιλιάς των διαιτητών", ποιος μπορεί άραγε να διεκδικήσει το θρόνο;


Διαιτητική καριέρα

Εθνική

  • 1988–1991: Serie C2/Serie C1
  • 1991–2005:  Serie B/Serie A

Διεθνής

  • 1995–2005: Διαιτητής FIFA

Τιμές

  • Καλύτερος Διαιτητής της Χρονιάς για την ιταλική Serie A: 7 (1997, 1998, 2000, 2002, 2003, 2004, 2005)
  • Καλύτερος Διαιτητής της Χρονιάς από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου: 6 (1998, 1999, 2000, 2001, 2002, 2003)
  • Μέλος του Hall of Fame του ιταλικού ποδοσφαίρου: 2011
  • Τιμητική Διάκριση ως «Δόκτορα των Επιστημών» από το Πανεπιστήμιο του Χαλ για «τα Επιτεύγματά του στον Κόσμο των Σπορ»: 2004

ΠΗΓΗ: sport24.gr

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Ματίας Ζίντελαρ: Ο Μότσαρτ των γηπέδων

Ο  Αυστριακός κεντρικός επιθετικός Ματίας Ζίντελαρ (Matthias Sindelar), γεννήθηκε στο Κοζλόφ της Μοραβίας, στην σημερινή Τσεχία (τότε Αυστροουγγαρία), στις 10 Φεβρουαρίου του 1903. Έπαιξε για την περίφημη εθνική ομάδα της Αυστρίας, των αρχών της δεκαετίας του 1930, γνωστή ως «Wunderteam» (Βούντερτιμ), της οποίας ο ίδιος ήταν ο αρχηγός της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934. Γνωστός ως «Ο Μότσαρτ του ποδοσφαίρου» ή «Der Papierene» (Ο Χάρτινος) για την ελαφρά σωματοκατασκευή του, ήταν ένας από τα ωραιότερους ποδοσφαιριστές προπολεμικά, που έγινε διάσημος για τη φανταστική ικανότητά του στη ντρίμπλα και τη δημιουργικότητα. Ψηφίστηκε ως ο Καλύτερος Αυστριακός Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα, σε μια δημοσκόπηση του 1999 από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) ενώ,  σύμφωνα πάλι με την ίδια, είναι στη θέση № 22 των Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του 20ου Αιώνα. Έχει ψηφιστεί ως η Μεγαλύτερη Αθλητική Προσωπικότητα της Αυστρίας Όλων των Εποχών.


Καταγόταν από φτωχή οικογένεια, ενώ είχε άλλα τρία αδέλφια. Όταν ήταν τριών ετών η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη. Το 1917, ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο και ο Ματίας ανέλαβε την τύχη της οικογένειάς του, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο σε μια τοπική ομάδα νέων, στην περιοχή Φαβορίτνερ της Βιέννης όπου και κατοικούσε. Έναν χρόνο αργότερα τον πρόσεξε ο κυνηγός ταλέντων Καρλ Βάιμαν, ο οποίος τον οδήγησε στην ομάδα των νέων της Χέρτα Βιέννης, το γήπεδο της οποίας ήταν κοντά στο σπίτι του.

Εκεί  ξεχώριζε με την τεχνική του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν στο γήπεδο. Δεν ήταν μυώδης και προσπαθούσε να αποφεύγει τους αντιπάλους του ώστε να μην δέχεται σκληρά μαρκαρίσματα. Οι κινήσεις του ήταν τόσο αρμονικές και ο δαντελένιος τρόπος παιχνιδιού του, ο τρόπος που έβλεπε γήπεδο και διάβαζε το παιχνίδι, τον έκαναν αγαπητό στους φιλάθλους. Ο τρόπος αυτός του απέφερε το προσωνύμιο «Der Papierene» (ο Χάρτινος). Σε ηλικία 18 ετών έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα, ενώ την επόμενη χρονιά προήχθη στην πρώτη ομάδα.

Στην αρχή της καριέρας του αντιμετώπισε έναν τραυματισμό στο μηνίσκο, όταν το 1923 είχε μια άσχημη πτώση σε μια πισίνα. Η εγχείριση, που εκείνη την εποχή ήταν μια δύσκολη επέμβαση, με αμφίβολη αποκατάσταση, ήταν πετυχημένη, αλλά αναγκάστηκε από τότε να παίζει με ένα προστατευτικό στο γόνατο, κάτι που έγινε και το σήμα κατατεθέν του. Ο τραυματισμός αυτός έκανε τον Ζίντελαρ να εξελίξει ακόμα περισσότερο τον εκλεπτυσμένο τρόπο παιχνιδιού του και την τεχνική του, με την οποία ελισσόμενος απέφευγε τις επαφές, υπό το φόβο ενός νέου τραυματισμού.


Το 1924 η Χέρτα τερμάτισε στη 10η θέση του αυστριακού πρωταθλήματος και υποβιβάστηκε. Μπροστά στα οικονομικά προβλήματα της ομάδας αρκετοί παίκτες πουλήθηκαν, ανάμεσά τους και ο Ζίντελαρ. Ο παίκτης αποφάσισε να παραμείνει στη Βιέννη και υπέγραψε στην Αούστρια Βιέννης, η οποία εκείνη την εποχή ονομαζόταν ακόμα SV Βίνερ. Ο Ζίντελαρ ξεχώρισε στην νέα ομάδα του, και παρά κάποια προβλήματα προσαρμογής στην αρχή, κατάφερε να γίνει ένας από τους αγαπημένους παίχτες της εξέδρας. Το 1925 έφτασε στην κατάκτηση του πρώτου του κυπέλλου, ενώ η ομάδα έκανε το νταμπλ (πρωτάθλημα και κύπελλο Αυστρίας) τo 1926.

Ο Ζίντελαρ ξεκίνησε να προσφέρει σημαντικές βοήθειες στην ομάδα της Αούστρια, από την επόμενη αγωνιστική περίοδο. Παρά το γεγονός όμως του ότι ήταν ο καλύτερος επιθετικός της ομάδας του με μεγάλη συγκομιδή τερμάτων, η ομάδα του δεν κατάφερε να πάρει κάποιο άλλο πρωτάθλημα. Το 1927 η Αούστρια τερμάτισε 7η, αν και ο Ζίντελαρ είχε πετύχει 18 τέρματα ενώ τις δύο επόμενες χρονιές 8η. Από το 1933 και μετά, η πορεία της ομάδας υπήρξε καλύτερη. Αν και πάλι δεν κέρδισε κάποιο πρωτάθλημα, κατάφερε να κερδίσει τρεις φορές το κύπελλο Αυστρίας, το 1933, το 1935 και το 1936, αλλά και δύο φορές το Μιτρόπα Καπ, το 1933 κόντρα στην Αμπροζιάνα Μιλάνου (τη μετέπειτα Ίντερ Μιλάνου) και το 1936, κόντρα στην τσεχοσλοβακική Σλάβια Πράγας.



Ήταν το μεγάλο κανόνι της Αούστρια Βιέννης. Φόρεσε τη φανέλα της 700 φορές από το 1926 μέχρι το 1938 –διάστημα κατά το οποίο πέτυχε 600 γκολ. Έγινε γρήγορα η σημαία της σε όλη την Ευρώπη. Ήταν ένα νέο στυλ σέντερ φορ χωρίς τη δύναμη των Βρετανών επιθετικών, αλλά βασισμένο στην τεχνική. Ο Φρίντριχ Τόρμπεργκ, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του Μεσοπολέμου στην Αυστρία, έχει γράψει για τον Ζίντελαρ:
«Είχε μεγάλη ποικιλία στο παιχνίδι του και ιδέες χωρίς σύστημα, αλλά με αρμονία. Ήταν απλά ιδιοφυής».  
Αν και η πορεία της ομάδας δεν ήταν επιτυχημένη, ο Ζίντελαρ εξακολουθούσε να απολαμβάνει την αγάπη της εξέδρας. Οι εμφανίσεις του στο διάστημα αυτό τράβηξαν την προσοχή διάφορων ομάδων όπως της Σλάβια Πράγας και της Άρσεναλ.

Το ποδόσφαιρο στην Αυστρία αναπτύχθηκε με τόση ταχύτητα μόλις έγινε επαγγελματικό, το 1924, ώστε η εφημερίδα «Neues Wiener Journal» το περιέγραφε ως κοινωνικό φαινόμενο. «Πού αλλού θα δει κάποιος 50.000 θεατές να μαζεύονται είτε βρέχει, είτε χιονίζει, είτε έχει καλό καιρό βδομάδα με βδομάδα; Μόνο στην Αγγλία και σε εμάς εδώ στην Αυστρία!». Μόνο που οι συζητήσεις μετά τους αγώνες στις βρετανικές παμπ γίνονταν με τη συνοδεία μπίρας, ενώ στην Αυστρία σε μαγαζιά επιπέδου με βιενέζικη σοκολάτα και καφέ. Άλλωστε, στην Κεντρική Ευρώπη το ποδόσφαιρο δεν ήταν άθλημα της λαϊκής τάξης, αλλά της καλής κοινωνίας.


Η Βιέννη, η Βουδαπέστη και η Πράγα είχαν γίνει το επίκεντρο των εξελίξεων. Τα λεγόμενα «coffee houses» ήταν μαγαζιά που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και στα οποία άνδρες και γυναίκες συναναστρέφονταν διαβάζοντας εφημερίδες και αναλύοντας την επικαιρότητα. Φυσικά δεν ήταν όλοι μαζί –ακόμη και τότε–, αφού οι οπαδοί της Αούστρια μαζεύονταν στο «Cafe Parcifal» και εκείνοι της Ραπίντ στο «Cafe Holub». Επίσης, στα χρόνια του Μεσοπολέμου υπήρχε και το «Ring Cafe», όπου η αγγλική αριστοκρατία που έμενε στη Βιέννη συγκεντρωνόταν συζητώντας κυρίως για κρίκετ, χωρίς όμως από την ατζέντα να λείπει το ποδόσφαιρο.

Εκεί άρχισε και η γκρίνια για κάποιες επιλογές στην εθνική ομάδα, την περιβόητη «Βούντερτιμ» που δημιούργησε ο Ούγκο Μάισλ. Η επιλογή ενός παίκτη από την εβραϊκή κοινότητα, η οποία ανήκε στην μπουρζουαζία, προκαλούσε διαφωνίες, αλλά ο Μάισλ ήξερε πως αυτός ο νεαρός με τα λεπτά πόδια, για τα οποία οι εφημερίδες τον αποκαλούσαν «Χάρτινο», ήταν ο βατήρας για την εκτόξευση του δημιουργήματός του.


Το 1926 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην εθνική ομάδα της Αυστρίας, στον αγώνα κατά της Τσεχοσλοβακίας, πετυχαίνοντας το νικητήριο γκολ στο τελικό 2-1. Έπαιξε ξανά στο νικηφόρο αγώνα της Αυστρίας με 7-1 εναντίον της Ελβετίας, όπου πέτυχε δύο τέρματα ενώ γκολ σημείωσε και εναντίον της Σουηδίας. Η κλήση του πάντως στην εθνική προκάλεσε δυσαρέσκεια στους κόλπους της αριστοκρατικής τάξης της Αυστρίας, καθώς η Αούστρια είχε στενές σχέσεις με την εβραϊκή κοινότητα. Η «Βούντερτιμ» («η ομάδα-Θαύμα»), όπως ήταν τότε γνωστή η ομάδα της Αυστρίας, υπό την καθοδήγηση του Ούγκο Μάισλ, κατάφερε να εντυπωσιάσει τη δεκαετία του 1930. Ο Ζίντελαρ, που εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει νέο προσωνύμιο, αυτό του «Μότσαρτ των γηπέδων», μέσα από την εθνική Αυστρίας κατάφερε να απογειώσει τη φήμη του, όντας το αστέρι της ομάδας. Μαζί με τον επιθετικό της Ραπίντ Βιέννης, τον δυναμικό οδοστρωτήρα Γιόζεφ Ουρίντιλ, που ήταν ο παρτενέρ του στην επίθεση της εθνικής, έπαιζαν σε διάφορες διαφημίσεις για να αυξήσουν τα έσοδά τους, ενώ πήρε μέρος και σε μια ταινία με τίτλο «Η Ρόξι και η ομάδα των θαυμάτων της».

Το 1931 η Αυστρία κέρδισε τη Σκωτία με 5-0, δίνοντας μια πρόγευση του τι θα ακολουθούσε. Η στιγμή της απόλυτης αποθέωσης του Ζίντελαρ ήταν, όσο και αν αυτό ακούγεται περίεργο, μία ήττα. Το 1932 η Αυστρία αντιμετώπισε την Αγγλία στο Λονδίνο, σε ένα τεστ που θα δοκίμαζε τις αντοχές του Μάισλ και των παικτών του. Το 1929 Αγγλία είχε χάσει για πρώτη φορά από ομάδα πέραν της Μάγχης, όταν η Ισπανία τη νίκησε στη Μαδρίτη. Λίγο καιρό όμως πριν από το παιχνίδι με την Αυστρία πήρε το αίμα της πίσω, σκορπίζοντας με 7-1 τους Ισπανούς στο «Χάιμπουρι». Από το 1871 που η εθνική Αγγλίας ξεκίνησε να δίνει αγώνες στην έδρα της παρέμενε αήττητη με αντιπάλους εκτός των Βρετανών. Το ματς εξελίχτηκε σε ένα σόου του Ζίντελαρ, ο οποίος, αν και η Αυστρία έχασε 4-3, τρομοκράτησε την αγγλική άμυνα. 


Η βουλή στη Βιέννη είχε διακόψει τις εργασίες της και χιλιάδες κόσμου είχαν συγκεντρωθεί στη Χέλντενπλατς ακούγοντας το ματς από τα τεράστια μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί σε κάθε γωνιά. Την επόμενη μέρα οι αγγλικές εφημερίδες αποθέωσαν τον Ζίντελαρ και τη «Βούντερτιμ». Η «Daily Mail» σημείωνε πως η Αυστρία ήταν αποκάλυψη, ενώ οι «TIMES» την αποκαλούσαν ηθική νικήτρια. Ανάμεσα στις ομάδες που ενδιαφέρθηκαν, μετά από την εμφάνισή του αυτή, ήταν και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά αυτός δεν ενδιαφερόταν να αφήσει την πατρίδα του, γνωρίζοντας ίσως τον σκληρό τρόπο παιχνιδιού των αμυντικών στο Νησί και ότι οι δαντελένιοι τεχνίτες επιθετικοί όπως αυτός δύσκολα έπιαναν στο αγγλικό πρωτάθλημα, που απαιτούσε περισσότερη σωματική δύναμη. Την ίδια χρονιά, η Αυστρία κατέκτησε το Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης (κάτι σαν ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της εποχής).

Το 1934 πήρε μέρος στο Μουντιάλ της Ιταλίας. Αν και φαβορί για τον τίτλο, η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν επέτρεπε στην ομάδα να υπάρχουν όλες οι απαραίτητες προπονητικές ανέσεις. Έτσι την ομάδα δεν είχε ακολουθήσει ο γυμναστής της ούτε φυσικοθεραπευτές. Στον προημιτελικό αντιμετώπισε την Ουγγαρία και νίκησε με 2-1, αλλά έχασε τον κεντρικό της παίκτη Γιόχαν Χόρβατ που τραυματίστηκε. Στα ημιτελικά αντιμετώπισε τη διοργανώτρια Ιταλία του Βιττόριο Πότσο. Έκανε ό,τι μπορούσε για να δώσει τη νίκη στην ομάδα του. Τα έβαλε με όλους, αλλά δεν κατάφερε να λυγίσει και τον παρόντα Μουσολίνι, ο οποίος δεν θα δεχόταν το αντιπροσωπευτικό του συγκρότημα να χάσει μέσα στη χώρα του. Έτσι, φρόντισε να γίνουν τα πάντα για να λήξει τελικά το ματς με 1-0 υπέρ των «ατζούρι». Η διοργανώτρια χώρα ευνοήθηκε, με τον Λουίς Μόντι να παίζει ιδιαίτερα σκληρά τον Ζίντελαρ τραυματίζοντάς τον, έχοντας όμως την ανοχή του διαιτητή. Τελικά η Ιταλία κατέκτησε τον τίτλο, ενώ η Αυστρία τερμάτισε 4η, χάνοντας στον αδιάφορο μικρό τελικό από τη Γερμανία με 3-2. Ο Ζίντελαρ αγωνίστηκε με την ομάδα της Αυστρίας συνολικά σε 43 αγώνες πετυχαίνοντας 27 τέρματα.



Ο αγώνας Γερμανία - Αυστρία του 1938

Το 1938 η Γερμανία καταλαμβάνει την Αυστρία, ολοκληρώνοντας έτσι την «Anschluss» («την Ένωση») που οραματιζόταν, ο αυστριακής καταγωγής, Χίτλερ. Η εθνική ομάδα της Αυστρίας, η οποία είχε καταφέρει να περάσει στο επόμενο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Γαλλία, διαλύθηκε. Στις 3 Απριλίου του ίδιου έτους αποφασίστηκε να διεξαχθεί ένας αγώνας, προς τιμή της «ένωσης» αυτής, μεταξύ της «Ostmark» (Αυστρίας) και της «Altreich» (Γερμανίας). Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Πράτερ στη Βιέννη και προσκεκλημένοι ήταν αξιωματούχοι του Γ΄ Ράιχ.


Ο Ζίντελαρ, που ήταν αρχηγός της ομάδας, αποφάσισε να συμμετέχουν όχι με τις παραδοσιακές ασπρόμαυρες στολές της χώρας, αλλά με νέες σε χρώματα κόκκινο - άσπρο - κόκκινο. Το παιχνίδι ήταν κανονισμένο να λήξει ισόπαλο. Ο Ζίντελαρ όμως είχε άλλη γνώμη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια του αγώνα έπαιρνε την μπάλα και περνούσε μόνος του όλους τους Γερμανούς και, όταν έφτανε στο αντίπαλο τέρμα και μπορούσε να βάλει το γκολ, πετούσε την μπάλα άουτ. Μετά το ημίχρονο, 20 λεπτά πριν το τέλος, δεν μπόρεσε να... αντισταθεί και έβαλε γκολ, το οποίο και πανηγύρισε επιδεικτικά μπροστά στην εξέδρα των επισήμων η οποία ήταν γεμάτη από εθνικοσοσιαλιστές αξιωματούχους. Όταν ο φίλος του, Καρλ Σέστα, έκανε το 2-0, με μακρινό φάουλ, ο «Μότσαρτ» άρχισε να πανηγυρίζει μπροστά από την κερκίδα όπου βρίσκονταν οι επίσημοι των Γερμανών. Το ματς εκείνο ήταν το τελευταίο του. Στον επαναληπτικό αγώνα η Γερμανία νίκησε 9-1 μια Αυστρία που είχε παρατήσει από αντίδραση το παιχνίδι.


Ο τελευταίος χρόνος και ο θάνατός του

Ανάμεσα στα άλλα μέτρα που λήφθηκαν, η Αούστρια Βιέννης - που άλλαξε το όνομά της σε SC Ostmark Wien -, αλλά και άλλες ομάδες που θεωρούνταν Εβραϊκές, απέκτησε νέο πρόεδρο, τον Χέρμαν Χάλντενβαγκ, που επέβαλε τη διακοπή των συμβολαίων των Εβραίων παικτών της ομάδας, καθώς το πρωτάθλημα είχε λήξει. Σε μια συνάντηση του Ζίντελαρ με τον πρώην πρόεδρο της ομάδας, (ο Ζίντελαρ) του είπε ότι ο νέος πρόεδρος απαγορεύει να μιλάνε στους παλιούς τους συμπαίκτες και γνωστούς, αλλά ότι αυτός θα συνέχιζε να του μιλά. Οι καλύτεροι παίκτες της Αυστρίας αποφασίστηκε να συμμετέχουν στην ομάδα της Γερμανίας, όμως ο Ζίντελαρ αρνήθηκε να συμμετέχει σε αυτή, επικαλούμενος τραυματισμούς και την ηλικία του. Στην πραγματικότητα από απέχθεια για το ναζιστικό καθεστώς. Αποφάσισε να ανοίξει μια καφετέρια καθώς η ομάδα του δεν έδινε αγώνες. Εκεί τον προσέγγισαν μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος, αλλά αρνήθηκε να συμμετέχει σε οτιδήποτε ποδοσφαιρικό. Τελικά συμμετείχε σε έναν τελευταίο αγώνα στις 16 Δεκεμβρίου 1938 ενάντια στη Χέρτα Βερολίνου, όπου έληξε 2-2, πετυχαίνοντας ένα γκολ.


Στις 29 Ιανουαρίου του 1939, ο Ματίας Ζίντελαρ και η φίλη του Καμίλα Καστανιόλα βρέθηκαν νεκροί στο σπίτι τους. Δεν υπήρχαν ενδείξεις δολοφονίας και η επίσημη εκδοχή ήταν ότι οι θάνατοι οφείλονταν σε δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα. Ο Αυστριακός συγγραφέας Φρίντριχ Τόρμπεργκ εμπνεύστηκε ένα ποίημα από τον θάνατό του, («Auf den Tod eines Fußballers» - Για τον θάνατο ενός ποδοσφαιριστή) στο οποίο εμφανίζει τον Ζίντελαρ να αυτοκτονεί επηρεασμένος από την κατοχή της Αυστρίας. Αρκετοί ισχυρίστηκαν πως ο θάνατος προήλθε από ατύχημα, ενώ το 2000, σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC, ο φίλος του Ζίντελαρ, Έγκον Ούλμπριχ υποστήριξε πως οι τοπικές ναζιστικές αρχές εκείνης της εποχής σκηνοθέτησαν το θάνατό του ώστε να φανεί σαν ατύχημα, καθώς σύμφωνα με τους νόμους των Ναζί, εάν κάποιος αυτοκτονούσε ή δολοφονούνταν δεν μπορούσε να ταφεί με τιμές. Έτσι έπρεπε κάτι να κάνουν ώστε να μην αποκαλυφθούν τα στοιχεία που έδειχναν πως πρόκειται για έγκλημα.

https://www.youtube.com/watch?v=zf7XsdtQzQY

Όποια και αν είναι η αλήθεια, δεν μαθεύτηκε ποτέ. Οι Γερμανοί βολεύτηκαν με το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, καθώς ακόμα και τότε δεν θα μπορούσαν να πουν ότι ήταν δικό τους έργο, μια και ο «Μότσαρτ» είχε χιλιάδες θαυμαστές. Ο θεατρικός κριτικός Αλφρεντ Πόλγκαρ στον επικήδειο που έγραψε για τον Ματίας αναφέρθηκε στο πόσο πολύ η παρουσία του είχε επηρεάσει την Αυστρία.
«Μέχρι την εμφάνισή του κάποιοι κλωτσούσαν μία μπάλα. Αυτός έπαιζε όπως οι γκραν μετρ σε μία παρτίδα σκάκι. Με ποιότητα και φινέτσα. Διαλέγοντας πάντα την κατάλληλη κίνηση».


Ο Ζίντελαρ ήταν ένας παίκτης που μπορούσε από μόνος του να αλλάξει τη ροή ενός αγώνα. Αποτελούσε φόβητρο για πολλούς αντιπάλους του και όχι μόνο. Ο Πόλγκαρ είχε γράψει γι' αυτόν πως έπαιζε σαν να είχε μυαλό στα πόδια. Αυτό επιχείρησε να αναλύσει ο βιολόγος Στίβεν Τζέι Γκουλντ, ο οποίος υποστήριζε πως οι μεγάλοι αθλητές δεν ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους μόνο για τα σωματικά τους προσόντα, αλλά για την ικανότητα να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου. «Αυτό συμβαίνει γιατί έχουν αναπτύξει αυτόνομα κέντρα εκτέλεσης των εντολών του εγκεφάλου», επέμενε ο Γκουλντ, του οποίου οι θεωρίες προκάλεσαν επανάσταση στη βιολογία.

Θεωρείται ο σημαντικότερος ποδοσφαιριστής της Αυστρίας για τον 20ο αιώνα, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου ενώ, σύμφωνα πάλι με την ίδια, είναι στην θέση № 22 των καλύτερων ποδοσφαιριστών του 20ου  αιώνα. Έχει ψηφισθεί ως η μεγαλύτερη αθλητική προσωπικότητα της Αυστρίας όλων των εποχών.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1918–1924: ASV Hertha Vienna

Επαγγελματική καριέρα


  • 1924–1939: Fußballklub Austria Wien                     

Διεθνής


  • 1926–1937:  Αυστρία, 43 (26)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Austria
  • Πρωτάθλημα Αυστρίας: 1926
  • Κύπελλο Αυστρίας: 1925, 1926, 1933, 1935, 1936

Διεθνείς


Με την Αυστρία
  • Mitropa Cup: 1933, 1936
  • Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης: 1932

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής της Αυστρίας για τον 20ο αιώνα, από τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου
  • Στην θέση № 22 των καλύτερων ποδοσφαιριστών του Κόσμου για τον 20ο Αιώνα, από τη Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου
Ορισμένα στοιχεία του κειμένου είναι αποσπάσματα από το βιβλίο «Παιχνίδι χωρίς όρια» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΌΠΟΣ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Γιόζεφ Μάζοπουστ: Ο Τσέχος Ιππότης

Ο Τσεχοσλοβάκος, τσέχικης καταγωγής, κεντρικός μέσος Γιόζεφ Μάζοπουστ (Josef Masopust), γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1931, στο Στρίμιτσε, μια πόλη βορειοδυτικά της Πράγας. Έπαιξε ως μέσος και ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές για την Τσεχοσλοβακία, βοηθώντας την εθνική της ομάδα να φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1962. Έκανε συνολικά 63 διεθνείς συμμετοχές, σκοράροντας 10 γκολ για τη χώρα του. Ονομάστηκε Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1962. Τον Νοέμβριο του 2003, στο πλαίσιο του εορτασμού του Ιωβιλαίου της UEFA, επιλέχθηκε ως ο Χρυσός Παίκτης τους από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Τσεχικής Δημοκρατίας ως ο Σημαντικότερος Παίκτης τους τα τελευταία 50 χρόνια. Ονομάστηκε από τον Πελέ στον κατάλογο «FIFA 100» ως ένας από τους 125 Εν Ζωή Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του Κόσμου, τον Μάρτιο του 2004.


Αφού έκανε τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα στην Ούλομοστ Μοστ και τη Τέκνοματ του Τέπλιτσε, αποκτήθηκε από την ομάδα των Ενόπλων Δυνάμεων της Τσεχοσλοβακίας, το 1952 σε ηλικία 19 ετών. Η ομάδα αργότερα ονομάστηκε UDA Πράγας και στη συνέχεια Ντούκλα Πράγας. Με το τελευταίο όνομα και με τη συμβολή του συγκλονιστικού αριστερού χαφ Μάζοπουστ, έγραψε χρυσές σελίδες στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Τσεχοσλοβακίας, κατακτώντας 8 Πρωταθλήματα!


Δέκα χρόνια μετά τη μεταγραφή του στη Ντούκλα Πράγας, ο Μάζοπουστ κλήθηκε να ηγηθεί της πορείας της εθνικής Τσεχοσλοβακίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στη Χιλή. Εκεί ξεδίπλωσε το ταλέντο του στο πλήρες φάσμα του, οδηγώντας την πατρίδα του στον τελικό της διοργάνωσης! Εκεί, η Τσεχοσλοβακία συνάντησε τη Βραζιλία και προηγήθηκε, έχασε όμως το τρόπαιο. Ο Μάζοπουστ ωστόσο είχε ταράξει τα νερά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ξεσηκώνοντας το φίλαθλο κοινό με τον τρόπο που «όργωνε» το γήπεδο, δημιουργώντας προϋποθέσεις για γκολ και σκοράροντας ο ίδιος με τρομερή συνέπεια.


Το παντοτινό σύμβολο της τσεχικής μπάλας, οδήγησε την ομάδα του στον τελικό του Μουντιάλ της Χιλής, απειλώντας τον γίγαντα του θεσμού, τη μεγάλη "σελεσάο" του Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, "Pelé"), ανοίγοντας το σκορ υπέρ της Τσεχοσλοβακίας. Κι αν τα τρία βραζιλιάνικα γκολ στέρησαν τελικά το παραμυθένιο όνειρο των Τσέχων, ο «Ιππότης» έμελλε να μην υποκλιθεί σε κανέναν, γράφοντας τη δική του προσωπική χρυσή σελίδα και κλέβοντας τη δόξα του Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás) και του Πελέ στη διοργάνωση, ολοκληρώνοντας ταυτοχρόνως τη χρονιά ως κάτοχος της Χρυσής Μπάλας, μπροστά ακόμα και από τον μεγάλο Εουσέμπιο (Eusébio da Silva Ferreira).

Παρά λοιπόν το γεγονός ότι ο Μάζοπουστ ήταν ποδοσφαιρική διασημότητα στη χώρα του, ο υπόλοιπος πλανήτης αγνοούσε απλώς την εκπληκτική του ύπαρξη. Αυτό έμελλε να αλλάξει στις μουντιαλικές ημέρες της Χιλής, όταν η Τσεχοσλοβακία έβαλε σκοπό να ξεπεράσει την τραγική εμφάνιση στο Μουντιάλ του 1958 της Σουηδίας, όταν έπεσε εύκολα στο πρώτο εμπόδιο.


«Μας είπαν να μην μπούμε στον κόπο να ξεπακετάρουμε τις βαλίτσες μας, γιατί θα φεύγαμε από το Μουντιάλ μετά τον πρώτο γύρο», θυμόταν ο Μάζοπουστ για το περίφημο Παγκόσμιο. Και βέβαια ο ίδιος υπάκουσε στις φήμες και δεν ξεπακετάρισε, παρά το γεγονός ότι η ομάδα του έφτασε μέχρι και τον τελικό, ξεκλειδώνοντας ταυτοχρόνως την ισπανική άμυνα, με τον Φέρεντς Πούσκας στις τάξεις της! Από τις δικές του καλοζυγισμένες μπαλιές βγήκε το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης: «Έμεινα άφωνος με το πόσο ολοκληρωμένος παίκτης ήταν», παραδέχτηκε αμέσως ο μεγάλος Πούσκας, «ο Μάζοπουστ μπορούσε να τα κάνει όλα: να κερδίσει την μπάλα, να πασάρει, να ντριμπλάρει και να μπει στην περιοχή. Ήταν ένας εκπληκτικός παίκτης»…


Ο Τσέχος μέσος έμελλε να κρατήσει κατόπιν αθόρυβο τον μεγάλο Ντιντί (Waldyr Pereira, "Didi") καθώς η Τσεχοσλοβακία σόκαρε για άλλη μια φορά τον πλανήτη, αποσπώντας λευκή ισοπαλία από το μεγαθήριο Βραζιλία. Στο ματς αυτό όμως ήταν η μοναδική επίδειξη του επαγγελματισμού και του fair play του που θα ακουγόταν στα πέρατα του κόσμου: με τον Πελέ να έχει τραυματιστεί, πριν γίνει τελικά αλλαγή, και να παραδαίρνει αβοήθητος στο γήπεδο, ο Μάζοπουστ σταμάτησε κυριολεκτικά να τον μαρκάρει, παρά την ανέλπιστη ευκολία με την οποία θα μπορούσε να του κλέψει την μπάλα!

Το № 6 της Τσεχοσλοβακίας αποδείκνυε στην πράξη τον αθλητικό ιπποτισμό του, αρνούμενος να μαρκάρει τον Πελέ! «Ήταν μια χειρονομία που δεν θα ξεχάσω ποτέ», είπε μετά το ματς ο βραζιλιάνος «Βασιλιάς», για να συνεχίσει ο Τζάλμα Σάντος (Djalma Pereira Dias dos Santos, "Djalma Santos"): «Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπεις τον σεβασμό με τον οποίο χειρίστηκε την κατάσταση. Και δεν ήταν μόνο σεβασμός για τον Πελέ, αλλά για ολόκληρη τη "σελεσάο". Ήταν πραγματικά ένας κορυφαίος παίκτης και, ακόμα περισσότερο, ένας πραγματικός τζέντλεμαν».


Παρά την ήττα με 3-1 από το Μεξικό στο τελευταίο ματς του ομίλου, οι Κεντροευρωπαίοι προκρίθηκαν στη φάση των νοκ άουτ, με τον Μάζοπουστ να αποδεικνύεται καταλύτης: οι Τσέχοι υποτάσσουν τους ευρωπαίους φιναλίστ Γιουγκοσλάβους (3-1), νικούν και τους Ούγγρους και φτάνουν στον μοιραίο τελικό με τη Βραζιλία, με τον Μάζοπουστ να παγώνει την οικουμένη ανοίγοντας το σκορ του ματς…
  
Για τον βραζιλιάνικο θρίαμβο του Σαντιάγκο, ο Πελέ θυμάται: «Η Βραζιλία ήταν η καλύτερη ομάδα εκείνη τη μέρα, δεν άξιζε ωστόσο στα σίγουρα στον Μάζοπουστ να είναι στην πλευρά των ηττημένων! Ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες που έχω δει ποτέ. Δεν είναι βέβαια δυνατόν να γεννήθηκε στην Ευρώπη. Με τέτοιες εκρηκτικές ντρίμπλες, πρέπει να είναι Βραζιλιάνος»!



Αυτά έλεγε για τον θρυλικό Τσεχοσλοβάκο μέσο ο Πελέ, όταν τον γνώρισε και τον αποθέωσε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής. Και μπορεί στο ξενοδοχείο που διέμενε η τσεχική αποστολή να έγραψαν λάθος και το όνομα και το επίθετό του, όταν ωστόσο επέστρεφε με το αεροπλάνο στην Πράγα όλος ο πλανήτης ήξερε πια καλά ποιος ήταν! Κι αν ο Μάζοπουστ έφυγε από το μνημειώδες Μουντιάλ με το αργυρό μετάλλιο, το χρυσό πήγαινε στον «Ιππότη» πάντα καλύτερα! Χάρη στις εμφανίσεις του με την Τσεχοσλοβακία πήρε τη «Χρυσή Μπάλα» η οποία τότε απονεμόταν μόνο σε Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές, αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον «θρύλο» Εουσέμπιο και στην τρίτη θέση τον Γερμανό Καρλ-Χάιντς Σνέλινγκερ (Karl-Heinz Schnellinger). Ήταν ο πρώτος Ανατολικοευρωπαίος ποδοσφαιριστής που τιμήθηκε ποτέ με τη Χρυσή Μπάλα.


Έξι χρόνια αργότερα ο Μάζοπουστ έφυγε από τη Ντούκλα Πράγας έχοντας πραγματοποιήσει 386 εμφανίσεις, με 79 γκολ στο ενεργητικό του και 8 Πρωταθλήματα στο παλμαρέ του. Συνέχισε την καριέρα του στη βελγική Κρόσινγκ Μόλενμπεκ την οποία οδήγησε στην άνοδο στη μεγάλη κατηγορία ως παίκτης-προπονητής και το 1973 επέστρεψε στη Ντούκλα ως τεχνικός. Έμεινε μέχρι το 1976 και στη συνέχεια ανέλαβε τη Ζμπροϊόβκα Μπρνο. Το μεγαλύτερο προπονητικό του επίτευγμα, ήταν η κατάκτηση του πρωταθλήματος με τη Ζμπρόγιοφκα, που είναι και ο μοναδικός τίτλος που έχει ποτέ πανηγυρίσει ο συγκεκριμένος σύλλογος.


Έκανε το διεθνές ντεμπούτο του τον Οκτώβριο του 1954, σε ένα φιλικό αγώνα κόντρα στην Ουγγαρία. Βοήθησε τη Τσεχοσλοβακία να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, αλλά αποκλείστηκε στους προημιτελικούς από την Βόρεια Ιρλανδία. Η Τσεχοσλοβακία τερμάτισε στην τρίτη θέση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1960 χάνοντας από τη Σοβιετική Ένωση στον ημιτελικό και νικώντας τη Γαλλία στον αγώνα για τη τρίτη θέση. Κλήθηκε να παίξει με μια διεθνή Επιλέκτων της FIFA στο αποχαιρετιστήριο ματς για τον Σερ Στάνλεϊ Μάθιους (Sir Stanley Matthews), όταν αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο το 1965. Η Τσεχοσλοβακία δεν κατάφερε να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Η τελευταία του διεθνής εμφάνιση, ήταν το Μάιο του 1966, σε έναν φιλικό αγώνα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Συνολικά, αγωνίστηκε 63 φορές για τη χώρα του, σκοράροντας 10 τέρματα.


Το 1996 αποχώρησε από τους πάγκους και έκτοτε ξεκουραζόταν, απολαμβάνοντας τους καρπούς μια λαμπρής καριέρας η οποία τον «έχρισε» τον μεγαλύτερο Τσέχο ποδοσφαιριστή στην ιστορία. Το 2003 η Τσεχία τον επέλεξε ως τον «Χρυσό Παίκτη» της στο πλαίσιο του εορτασμού των 50 ετών της UEFA.

Το πρωί τις 29ης Ιουνίου 2015 η οικογένεια του τσεχικού ποδοσφαίρου θρηνούσε τον χαμό του απόλυτου εκπροσώπου της στο παγκόσμιο στερέωμα του αθλήματος. Ο Γιόζεφ Μάζοπουστ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια..


Το παρατσούκλι του ήταν «Ιππότης του Ποδοσφαίρου» για το fair-play που τον διέκρινε εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων. Ήταν τέτοια η τεχνική του αλλά και η διάθεσή του να θυσιάζεται για την ομάδα του, που οι συμπατριώτες του δημοσιογράφοι έγραφαν πως «ήταν ικανός να παίζει σόλο βιολί και κατόπιν να πλένει και τα πιάτα!».


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1945–1950: Základní Sportovní Jednota Uhlomost Most

Επαγγελματική καριέρα

  • 1950–1952: Základní Sportovní Jednota Technomat Teplice, 54 (10)
  • 1952–1968: Ústřední Dům Armády (ÚDA) Praha (Dukla Prague), 386 (79)
  • 1968–1970: Koninklijke Voetbal Vereniging Crossing Elewijt Molenbeek, 43 (9)
Σύνολο καριέρας: 483 (98)

Διεθνής


  • 1954–1966: Τσεχοσλοβακία, 63 (10)

Προπονητική καριέρα


  • 1973–1976: Ústřední Dům Armády (ÚDA) Praha (Dukla Prague)
  • 1976–1980: Football Club Zbrojovka Brno
  • 1980–1984: Koninklijke Sporting Club Hasselt
  • 1984–1987: Τσεχοσλοβακία
  • 1988–1991: Ολυμπιακή Ομάδα της Ινδονησίας
  • 1992: Football Club Zbrojovka Brno
  • 1993–1996: FK Pelikán Děčín

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής


Συλλογικοί

Με την Dukla Prague
  • Πρωτάθλημα Τσεχοσλοβακίας: 8 (1953, 1956, 1958, 196 1, 1962, 1963, 1964, 1966)
  • Κύπελλο Τσεχοσλοβακίας: 3 (1961, 1965, 1966)

Διεθνείς


Με την Τσεχοσλοβακία
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 3η θέση το 1960
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1962

Ως προπονητής


Με την Zbrojovka Brno
  • Πρωτάθλημα Τσεχοσλοβακίας: 1978

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Χρυσή Μπάλα: 1962
  • Καλύτερος Παίκτης της Τσεχοσλοβακίας/Τσεχίας των τελευταίων 50 Ετών για τον Εορτασμό του Ιωβιλαίου της UEFA: 2004
 ΠΗΓΕΣ: onsports.gr - newsbeast.gr

Ρίνους Μίχελς: O Άνθρωπος που Άλλαξε το Ποδόσφαιρο

Ο Ολλανδός κεντρικός επιθετικός και αργότερα προπονητής Ρίνους Μίχελς (Marinus "Rinus" Jacobus Hendricus Michels), γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1928 στο Άμστερνταμ. Έπαιξε ολόκληρη την ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία για τον Άγιαξ του Άμστερνταμ, τον οποίο αργότερα υπηρέτησε σαν προπονητής και ήταν μέλος της εθνικής ομάδας της Ολλανδίας τόσο σαν παίκτης όσο και σαν  προπονητής. Έμεινε στη Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία για τα επιτεύγματά του ως προπονητής, έχοντας κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών με τον Άγιαξ και το ισπανικό πρωτάθλημα με τη Μπαρτσελόνα, ενώ είχε και 4 θητείες ως προπονητής της ολλανδικής εθνικής ομάδας, της οποίας ηγήθηκε, φτάνοντας στον τελικό στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 και κατακτώντας το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988. Πιστώνεται με την ριζοσπαστικότερη εξέλιξη του αγωνιστικού στυλ ποδοσφαίρου και το σύνολο των τακτικών που αυτό περιέχει, που έμεινε γνωστό ως «Total Football» (Ολοκληρωτικό Ποδόσφαιρο) στη δεκαετία του 1970 και ονομάστηκε Προπονητής του Αιώνα από τη FIFA το 1999. Τον Ιανουάριο του 2017, ονομάστηκε ένας από τους 10 Μεγαλύτερους προπονητές από την ίδρυση της UEFA, το 1954.


Γεννήθηκε στο Άμστερνταμ και μεγάλωσε λίγα στενά μακριά από το Ολυμπιακό Στάδιο της πόλης. Σε ηλικία μόλις 30 ετών, ένας τραυματισμός στη μέση τον αναγκάζει να βάλει τέλος στην ποδοσφαιρική του καριέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας, ως επιθετικός του Αγιαξ, πέτυχε 122 γκολ σε 264 εμφανίσεις.  Το 1965 αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία του συλλόγου και αφού την πρώτη του χρονιά καταφέρνει να τον σώσει από υποβιβασμό, από την επόμενη σεζόν χτίζει τις βάσεις για την ποδοσφαιρική επανάσταση που θα ακολουθούσε.


Στον «Αίαντα», ο Μίχελς βρίσκει ένα απόλυτα πρόσφορο έδαφος για να φέρει τις μεγάλες αλλαγές. Αφενός, μια προικισμένη φουρνιά ποδοσφαιριστών, καθοδηγούμενη από την πιο πληθωρική ίσως προσωπικότητα που πάτησε ποτέ ποδοσφαιρικό γρασίδι, τον Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff). Αφετέρου, μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα έτοιμη πάντοτε να κυοφορήσει επαναστατικές ιδέες σε μια εποχή που ο κόσμος άλλαζε. Το Άμστερνταμ, από μια συντηρητική πόλη μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, είχε μετατραπεί σε «πρωτεύουσα της νεανικής εξέγερσης», όπως την είχε χαρακτηρίσει την δεκαετία του 1960 ο Τσαρλς Ράντκλιφ, ένας από τους γνωστότερους Αγγλους αναρχικούς ακτιβιστές. Εκεί, ο Μίχελς βρίσκει το περιβάλλον που αναζητούσε.


Έτσι ξεκινά και μια διαδρομή μεγάλων επιτυχιών για τον Ολλανδό, ο οποίος κατακτά με τον Άγιαξ 4 πρωταθλήματα, 3 κύπελλα και ένα κύπελλο πρωταθλητριών μέσα σε έξι χρόνια. Συνεχίζει με ένα πρωτάθλημα και ένα κύπελλο στον πάγκο της Μπαρτσελόνα, ενώ το 1974 οδηγεί την Εθνική Ολλανδίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπου ηττάται από την οικοδέσποινα Δυτική Γερμανία με 2-1, παρότι προηγείται πριν οι Γερμανοί προλάβουν να ακουμπήσουν τη μπάλα.


Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο

Ωστόσο, το παλμαρέ και οι τίτλοι του Μίχελς δεν συνθέτουν και την ουσία της διαδρομής του. Αντιθέτως, η αγωνιστική φιλοσοφία και οι καινοτομίες που παρουσίασε, ήταν τα στοιχεία που έμελλε να αλλάξουν το άθλημα για πάντα. «Το παιχνίδι ήταν θέμα του χώρου αλλά και του τρόπου με τον οποίον ελέγχεις αυτό το χώρο. Μεγάλωσε τον χώρο όταν έχεις τη μπάλα και είναι εύκολο να διατηρήσεις την κατοχή. Περιόρισε τον όταν δεν έχεις την κατοχή και είναι πολύ πιο δύσκολο για τον αντίπαλο να την διατηρήσει», γράφει ο Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο «Inverting the pyramid» («Αντιστρέφοντας την πυραμίδα»), την πληρέστερη ίσως ιστορική καταγραφή της εξέλιξης της τακτικής του ποδοσφαίρου, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα.


Αυτό που προσπαθεί να εξηγήσει σε λίγες γραμμές, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την βασική αρχή του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» («Τotal Football»), ενός όρου που υιοθετήθηκε μεν για να περιγράψει τις εμφανίσεις της Ολλανδίας στο Μουντιάλ του 1974, ωστόσο στην πραγματικότητα αποτελεί ένα είδος «δόγματος» της ποδοσφαιρικής επανάστασης την οποία σηματοδότησε o ίδιος ο Μίχελς. «Συζητούσαμε συνέχεια για τους κενούς χώρους. Πώς να τους δημιουργούμε, να τους οργανώνουμε και να τους εκμεταλλευόμαστε. Κάτι σαν αρχιτεκτονική του ποδοσφαίρου», σημειώνει σε συνέντευξή του ο Μπάρι Χουλσόφ (Barry Hulshoff), αμυντικός της «χρυσής» γενιάς του Άγιαξ, δείχνοντας την σημασία που έδινε ο Ολλανδός τεχνικός στην διαχείριση των χώρων του γηπέδου, κάτι επαναστατικό για την εποχή.


Κι αν εύλογα προκύπτει η απορία πώς μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, η οποία μέχρι τότε δεν είχε απολύτως τίποτα να επιδείξει σε ποδοσφαιρικό επίπεδο, ξαφνικά αλλάζει τον «χάρτη» του αθλήματος, μια αρκετά πειστική θεωρία αναπτύσσεται στο βιβλίο «The Brilliant Orange» («Οι φανταστικοί πορτοκαλί»), το οποίο εξιστορεί  την τεράστια ολλανδική επιρροή στην εξέλιξη του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Ο συγγραφέας του, Ντέιβιντ Γουίνερ, προσπαθώντας να εξηγήσει το γιατί οι Ολλανδοί ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι που κατανόησαν την σημασία της διαχείρισης του χώρου, υποστηρίζει ότι λόγω της φύσης της χώρας τους (από τις πλέον πυκνοκατοικημένες του πλανήτη), αναγκάζονται να αναπτύξουν αυτή την αρετή και στην καθημερινή τους ζωή, κάτι που τους καθιστά ιδιαίτερα ευπροσάρμοστους σε τέτοιες συνθήκες.


Ο Άγιαξ που δημιούργησε ο Μίχελς άλλαξε όλα τα στερεότυπα σχετικά με το τι ήταν αυτό το άθλημα που παιζόταν με 11 παίκτες εναντίον 11. Και αυτή η επανάσταση πολύ φυσιολογικά ξεκίνησε από την (σχεδόν) νευρωτική ανάγκη των Ολλανδών να δημιουργούν χώρο! Σε μία χώρα που λογικά θα ήταν κάτω από το νερό χωρίς τα φράγματα, ήρθε αυτό το κίνημα την δεκαετία του 1960 με ανατροπές σε όλους τους τομείς. Η ολοκληρωτική αρχιτεκτονική και το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο είχαν στενή σχέση. Δημιουργήθηκαν ολόκληρες πόλεις από το πουθενά, και σε μίνιμουμ χώρο, ένα αεροδρόμιο, το Schipholl που αποτελεί ακόμη και σήμερα ίσως την πιο τέλεια εκδοχή στον τομέα του και απλώθηκε σε ένα τόπο που κάποτε ήταν θάλασσα!


Ταυτόχρονα, η μαθηματική προσέγγιση στο ποδόσφαιρο έφερε το ολοκληρωτικό στην πλήρη εφαρμογή του. Όταν ο Ρίνους Μίχελς συνέλαβε την λογική πως οι διαστάσεις του γηπέδου είναι πάντα 105 επί 68 αλλά μπορούν να αλλάξουν κατά την διάρκεια του ματς, πολλοί τον είπαν τρελό! Ο ίδιος, καλεσμένος του Συνδέσμου Ελλήνων προπονητών πριν σχεδόν 18 χρόνια, το εξήγησε ένα βράδυ, στην εμβληματική «Μυρτιά» της Μάρκου Μουσούρου στο Μετς. «Πίστευα πάντα πως όταν αμύνεσαι πρέπει να μεταβάλλει στο γήπεδο σε 70 επί 30, πρεσάροντας όλους τους χώρους. Και όταν επιτίθεσαι να κερδίζεις κάθε γωνία, με αποτέλεσμα να «μεγαλώνεις» τις διαστάσεις σε 130 επί 90»!


Αυτό ακούγεται κάπως φυσιολογικό σήμερα , αλλά πριν από σαράντα χρόνια έμοιαζε με τον ισχυρισμό πως η γη γυρίζει! Μέχρι τότε και επί δεκαετίες , οι ακραίοι αμυντικοί ήταν ένας δεξιά και ένας αριστερά και έμεναν πίσω. Ο σεντερ φορ ένας βαρύς και ψηλός, οι εξτρέμ έπαιζαν πάνω στη γραμμή περιμένοντας την μπάλα… Ο τερματοφύλακας απλά έπιανε την μπάλα και έδινε βολέ και το δεκάρι έκανε τσαλιμάκια και έβγαζε μακρινές πάσες! Ο Μίχελς με τον Αγιαξ μετέτρεψε την ποδοσφαιρική ανάπτυξη μίας ομάδας σε έργο τέχνης. Το κλειδί του ήταν πως βρήκε στο πρόσωπο του Γιουγκοσλάβου Βέλιμπορ Βάσοβιτς (Velibor Vasović) έναν παίκτη ικανό να φτιάξει παιχνίδι από την άμυνα. Αυτός ήταν ο αρχηγός και ταυτόχρονα ο προπονητής μέσα στο γήπεδο. Τον είχε ανακαλύψει με την φανέλα της Παρτιζάν Βελιγραδίου και θα ήταν εκείνος που το 1971 θα σήκωνε πρώτος το τρόπαιο στο Γουέμπλει με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό. Έβγαινε μαζί με τους ακραίους μπακ Βιμ Σουρμπίρ (Wim Suurbier) και Ρούντι Κρολ  (Ruud Krol) με εξαιρετική ταχύτητα μπροστά. Όταν σταμάτησε, τότε παρτενέρ του εξαιρετικού κεντρικού αμυντικού Μπάρι Χουλσόφ έγινε ο Γερμανός Χορστ Μπλάκενμπουργκ (Horst Blankenburg), τον οποίο είχε ανακαλύψει ο Μίχελς από το… πουθενά! Τερματοφύλακας ήταν ένας βαρύς και δυσκίνητος, ο Χάιντζ Στούι (Heinz Stuy) που όμως είχε τρομερό μυαλό. Η μπάλα όταν γύριζε πίσω, έφευγε για πάσα με τα πόδια.


Έτσι ο Μίχελς κέρδισε έναν παίκτη παραπάνω. Αυτό που οι άλλοι έκαναν από το 1993, ο Αγιαξ το δοκίμασε από το 1969. Η πρώτη φουρνιά στα χαφ είχε τον τον Πιτ Κάιζερ  (Piet Keizer) και τον Σάακ Σβαρτ (Sjaak Swart), τον ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία της ομάδας, τον αείμνηστο Γκέρι Μιούρεν (Gerrie Mühren) καθώς και τον πρώτο μοντέρνο αμυντικό χαφ, αυτόν τον χαμάλη υπερ-πολυτελείας,  τον Γιόχαν Νέεσκενς (Johan Neeskens). Στην επίθεση αφού υπήρχε ο Γιόχαν Κρόιφ όλα τα άλλα περίττευαν. Το 1972 προστέθηκε και ο Τζόνι Ρεπ (Johnny Rep), όταν πια ο Μίχελς θα είχε φύγει για την Μπαρτσελόνα  και η ομάδα στα χέρια του -επίσης ξεχωριστού- Στέφαν Κόβατς (Ștefan Kovács) θα απογειωνόταν!


Ο Μίχελς ωστόσο έκανε άλλη μία μεγάλη αλλαγή στην ομάδα πριν φύγει χαρίζοντας της έναν παίκτη πολυεργαλείο που χρόνια θα βοηθούσε και την εθνική ομάδα σε διαφορετικούς ρόλους. Ήταν ένα πραγματικό υπερόπλο, η παρουσία του Αρι Χάαν (Arie Haan) στην ενδεκάδα, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα αγωνιζόταν σε επτά διαφορετικές θέσεις και για τις ομάδες του (Αγιαξ, Αντερλεχτ, Σταντάρ Λιέγης) και στους «οράνιε». Πολλοί λένε πως μία ομάδα με τέτοιες προσωπικότητες δεν χρειάζεται κάποιον στον πάγκο. Αυτό αν το έλεγες στον Μίχελς σε αγριοκοιτούσε! «Δεν υπάρχει ομάδα που να μην χρειάζεται καθοδήγηση» τόνισε εκείνο το βράδυ. «Ακόμη και αν δεν κάνεις κάτι, οφείλεις να δείχνεις πως έχεις ένα σχέδιο. Ο παίκτης θέλει να νοιώθει πως ο προπονητής του ξέρει, πως είναι έτοιμος να δώσει λύση» ήταν τα χαρακτηριστικά του λόγια.

Μια ανεκτίμητη κληρονομιά

Ο Μίχελς πέραν των συλλογικών του επιτυχιών κατάφερε να μετατρέψει την (επαναλαμβάνω, παντελώς ανυπόληπτη μέχρι το 1970) εθνική Ολλανδίας σε υπερδύναμη. Το 1974 με τον αείμνηστο Φράντσισεκ Φάντρονκ (František Fadrhonc) στο πλευρό του, έφτασαν μία ανάσα από την κατάκτηση του Μουντιάλ πριν λυγίσουν από τη γηπεδούχο Δυτική Γερμανία στο Μόναχο με 2-1. Παρά το γεγονός ότι πρώτοι κατανόησαν και εφάρμοσαν το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», οι Ολλανδοί την δεκαετία του 1970 δεν κατάφεραν να κατακτήσουν την κορυφή του κόσμου, χάνοντας σε δύο σερί τελικούς Παγκοσμίων Κυπέλλων από τους εκάστοτε διοργανωτές. Το 2-1 από τους Γερμανούς το 1974, ακολούθησε η ήττα με 3-1 τέσσερα χρόνια αργότερα από την Αργεντινή στο Μπουένος Αϊρες, χωρίς τον Μίχελς αυτή τη φορά στον πάγκο, αλλά με την εφαρμογή του ποδοσφαίρου που εκείνος εισήγαγε.

Οι τίτλοι σε συλλογικό επίπεδο καθιέρωσαν πλέον την Ολλανδία σαν μια παραδοσιακή δύναμη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ωστόσο διεθνώς, θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1988 για να γευτούν επιτέλους την χαρά της κυριαρχίας. Στην τρίτη από τις τέσσερις συνολικά θητείες του στον πάγκο των «οράνιε», στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988, ο Μίχελς φτάνει επιτέλους στην κορυφή του Ολύμπου και μάλιστα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, γήπεδο στο οποίο 14 χρόνια πριν είχε ηττηθεί στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εκεί, πανηγυρίζει τον πρώτο και μοναδικό μέχρι σήμερα τίτλο των Ολλανδών σε μεγάλη διοργάνωση, επικρατώντας με 2-0 της Σοβιετικής Ένωσης του Βαλερί Λομπανόφσκι (Valeriy Lobanovskyi), με το απίθανο γκολ του Μάρκο Φαν Μπάστεν (Marco van Basten) να παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα πλέον εντυπωσιακά όλων των εποχών.


Ο Μίχελς θα είναι για πάντα ο προφήτης του ποδοσφαίρου. Οι ιδέες του για πρέσινγκ ψηλά στο γήπεδο, το τεχνητό οφσάιντ, οι παίκτες που αγωνίζονται σε περισσότερες από μία θέσεις, η επιλογή δεξιοπόδαρων ακραίων αριστερά ή αριστεροπόδαρων κυνηγών στα δεξιά ή η χρησιμοποίηση του Κρόιφ ως ενός σέντερ φορ που δεν ήταν «εννιάρι» δεκαετίες πριν έρθει στην μόδα ο όρος αυτός, αποδεικνύουν πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν. Αυτός έπεισε τον πρόεδρο του Άγιαξ να αρχίζουν οι ακαδημίες να παίρνουν παιδιά από ηλικία 7 ετών, αυτός επέμενε πως η τακτική θα έπρεπε να γίνεται κτήμα των μικρών παιδιών παράλληλα με την τεχνική από πολύ νωρίς και τόνιζε πως η ανούσια κατοχή μπάλας δε σημαίνει από μόνη της κάτι αν δεν γίνεται σε τέτοια σημεία του γηπέδου που να «πονάει» τον αντίπαλο! Η πορεία του μπορεί να μην συνοδεύτηκε από πολλές διακρίσεις και τίτλους αλλά το γεγονός πως χωρίς τις ιδέες του το ίδιο ποδόσφαιρο δεν θα προχωρούσε με τους ρυθμούς που όλοι βιώνουμε, αποτελεί τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μας άφησε!


Ένας προικισμένος και διορατικός τεχνικός, επαναστατικό πνεύμα, αλλά και λάτρης της πειθαρχίας, ο οποίος όχι μόνο άλλαξε τον τρόπο παιχνιδιού και καθιέρωσε όρους όπως το πρέσινγκ και το τεχνητό οφσάιντ, αλλά έφερε μεγάλες αλλαγές και στη φύση της προπόνησης: έδωσε προτεραιότητα στη δουλειά με τη μπάλα, βάζοντας τα θεμέλια της τεχνικής αρτιότητας, εκσυγχρόνισε τον τρόπο διαχείρισης μιας ομάδας και μέσω του Άγιαξ έδωσε άλλη έννοια στον ποδοσφαιρικό επαγγελματισμό. Κι αν κάποιος αναζητήσει την κληρονομιά του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου σε σύγχρονες εικόνες, δεν χρειάζεται να πάει πολύ μακριά. Η επιρροή του ίδιου, αλλά και άλλων ακόμη Ολλανδών τεχνικών στην Μπαρτσελόνα, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στον τρόπο που η ισπανική ομάδα εκμεταλλεύεται τους χώρους και πρεσάρει σήμερα, αποτελώντας ένα είδος τελειοποίησης αυτού που ξεκίνησε πριν μερικές δεκαετίες στο Αμστερνταμ.


Άλλωστε, η διάσημη πλέον «Μασία», η ακαδημία από την οποία ξεπετάχτηκαν όλοι οι σημερινοί αστέρες των Καταλανών, αποτελεί έμπνευση ενός Ολλανδού, του Γιόχαν Κρόιφ, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Συνθέτοντας έτσι μια νοητή «ποδοσφαιρική αλυσίδα» που ξετυλίγεται από τα μέσα των επαναστατικών 60's και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Το 1992 ο Μίχελς αποχώρησε οριστικά από την ενεργό δράση, κάνοντας για περίπου μια δεκαετία συχνές εμφανίσεις στο γήπεδο του αγαπημένου του Άγιαξ, ως θεατής. Το 1999 η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τον ανακηρύσσει κορυφαίο προπονητή του 20ου αιώνα.  

Στις 3 Μαρτίου του 2005, ο Ρίνους Μίχελς άφησε την τελευταία του πνοή στην βελγική πόλη Άαλστ, μετά την δεύτερη εγχείριση καρδιάς στην οποία υποβλήθηκε.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα


  • 1946–1958: Amsterdamsche Football Club Ajax, 264 (122)

Διεθνής


  • 1950–1954: Ολλανδία, 5 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 1960–1964: Jeugd Organisatie Sportclub Watergraafsmee
  • 1964/65: Amsterdamsche Football Club Door Wilskracht Sterk
  • 1965–1971: Amsterdamsche Football Club Ajax
  • 1971–1975: Futbol Club Barcelona
  • 1974: Ολλανδία
  • 1975/76: Amsterdamsche Football Club Ajax
  • 1976–1978: Futbol Club Barcelona
  • 1979/80: Los Angeles Aztecs
  • 1980–1983: 1. Fußball-Club Köln 01/07
  • 1984/85: Ολλανδία
  • 1986–1988: Ολλανδία
  • 1988–1989: Bayer 04 Leverkusen Fußball
  • 1990–1992: Ολλανδία

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με τον Ajax
  • Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 2 (1946/47, 1956/57

Ως προπονητής


Συλλογικοί

Με τον Ajax
  • Πρωτάθλημα Ολλανδίας: 4 (1965/66, 1966/67, 1967/68, 1969/70)
  • Κύπελλο Ολλανδίας: 3 (1966/67, 1969/70, 1970/71)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1970–71 και φιναλίστ 1968/69
  • UEFA Intertoto Cup: 1968
Με την Barcelona
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 1973/74
  • Κύπελλο Ισπανίας: 1977/78
  • Κύπελλο Εκθέσεων (UEFA): 1971
Με την 1. FC Köln
  • Κύπελλο Γερμανίας: 1982/83

Διεθνείς


Με την Ολλανδία
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1988
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: φιναλίστ το 1974

Προσωπικές Διακρίσεις


  • Ιππότης του Τάγματος Οράγγης-Νασάου του Ολλανδικού Στέμματος: 1974
  • Ιππότης –Αξιωματικός του Τάγματος Οράγγης-Νασάου του Ολλανδικού Στέμματος: 1988
  • Προπονητής της Χρονιάς από το περιοδικό «World Soccer»: 1988
  • Ολλανδός Προπονητής του Αιώνα: 1999
  • Προπονητής του Αιώνα από την FIFA: 1999
  • Ιππότης της Ολλανδικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας: 2002
  • Ισόβιο Βραβείο της UEFA: 2002
  • Καλύτερος Προπονητής για τα 50 Χρόνια Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου στην Ολλανδία: 2004