Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Όταν έκλαψε ο Γκάζα

Μετά το 1966 και την κατάκτηση του παγκοσμίου κυπέλλου η Εθνική Αγγλίας δεν έχει φτάσει σε κάποια πρωτιά σε παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό κύπελλο. Σε δύο περιπτώσεις έφτασε μάλιστα πολύ κοντά αλλά η Γερμανία και τα πέναλτι της στέρησαν αυτή τη χαρά. Το Γιούρο του 1996 στην Αγγλία και φυσικά το Μουντιάλ της Ιταλίας του 1990 είναι δύο διοργανώσεις που πόνεσαν -και συνεχίζουν να πονάνε- πολύ τους Άγγλους. Οι Άγγλοι ταξίδεψαν στην Ιταλία με προπονητή τον Σερ Μπόμπι Ρόμπσον και ίσως το πληρέστερο ρόστερ που είχαν ποτέ μετά το ’66.


 4 Ιουλίου 1990, Στάδιο Ντέλε Άλπι, Τορίνο. Αγγλία και Δυτική Γερμανία διεκδικούν το δεύτερο εισιτήριο για τον τελικό της Ρώμης απέναντι στην Αργεντινή του Μαραντόνα, που την προηγούμενη μέρα είχε πάρει την πρόκριση στα πέναλτι απέναντι στους οικοδεσπότες Ιταλούς. Οι Άγγλοι, καθοδηγούμενοι από τον Σερ Μπόμπυ Ρόμπσον, έναν αληθινό τζέντλεμαν των γηπέδων, αγωνίζονται για δεύτερη φορά σε ημιτελικό, 24 χρόνια μετά το έπος του Γουέμπλεϊ και φιλοδοξούν να προκριθούν στον τελικό ‘για να επιστρέψει το τρόπαιο σπίτι του’. Με μια ομάδα σκληροτράχηλων αμυντικών όπως ο Τέρρυ Μπούτσερ και ο Ντες Γουόκερ, αλλά και ιδιαίτερα προικισμένων μέσων κι επιθετικών όπως ο Γκάρι Λίνεκερ και ο Κρις Γουόντλ, και με μπροστάρη τον πλέον ταλαντούχο Άγγλο παίχτη των τελευταίων δεκαετιών, τον Πολ Γκασκόιν, οι Άγγλοι, αν και προέρχονταν από μια πενταετία αποκλεισμού των ομάδων τους από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις λόγω της τραγωδίας στο Χέυζελ το 1985, καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι τον ημιτελικό παίζοντας κατά διαστήματα ωραίο ποδόσφαιρο σε ένα τουρνουά, που κυριαρχεί το δυναμικό παιχνίδι και τα γκολ μπαίνουν με το σταγονότερο. 


O όμιλος με Ολλανδία, Ιρλανδία και Αίγυπτο φυσικά και δεν ήταν εύκολος αλλά τα “λιοντάρια” κατάφεραν και πήραν την πρωτιά χάρις στη μοναδική νίκη που έγινε στον όμιλο. Εκείνο το 1-0 απέναντι στην Αίγυπτο (με το γκολ του Ράιτ) έστειλε τους Άγγλους στους τέσσερις βαθμούς, αφήνοντας τους σπουδαίους Ολλανδούς στη δεύτερη θέση. Κάπως έτσι στη φάση των “16” η Αγγλία θα αντιμετώπιζε το Βέλγιο έχοντας τον τίτλο του φαβορί. O Γκάζα ήταν η ατραξιόν εκείνης της Αγγλίας και ένας από τους ήρωες ολόκληρου του Μουντιάλ. Ο μέσος από το εργατικό Ντάνστον ήταν ο παίκτης που ανέβαζε επίπεδο τα “λιοντάρια” με τις περίτεχνές του ενέργειες και φυσικά με τα ηγετικά του χαρίσματα και έστρεφε -όπως ήταν λογικό- πάνω του όλα τα βλέμματα. Όταν μάλιστα οι Άγγλοι έχασαν με τραυματισμό στην φάση των ομίλων τον αρχηγό τους, Μπράιαν Ρόμπσον, ο Γκασκόιν ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα πως έπρεπε να ανεβάσει ακόμα περισσότερο την απόδοσή του. Ακόμα πιο πολύ το πάθος του. Όσο περισσότερο μπορούσε να βρει κι άλλες δυνάμεις. Ψυχικές αλλά και σωματικές. Και τα κατάφερε. Όταν ήθελε άλλωστε ο Γκάζα ήταν ένας ανάμεσα στους κορυφαίους -όχι της Αγγλίας αλλά ολόκληρου του πλανήτη. Μετά το 1-0 με το Βέλγιο στην παράταση και το 3-2 με το μαχητικό Καμερούν και πάλι στην παράταση, οι Άγγλοι θα αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς στα ημιτελικά με φόντο τον τελικό της Ρώμης.


Τα πάντσερ είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως ο Αντρέας Μπρέμε, o Γιούργκεν Κλίνσμαν, o Ρούντι Φέλερ και φυσικά ο Λόταρ Ματέους (όλοι τους αγωνίζονταν μάλιστα στο Καμπιονάτο), με προπονητή έναν εκ των μεγαλύτερων εγκεφάλων που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Τον σπουδαίο Φρανζ Μπεκεμπάουερ. Οι Γερμανοί απείλησαν πρώτοι με τον Όλαφ Θον και είχαν τον έλεγχο του αγώνα στα πρώτα λεπτά αλλά οι Άγγλοι βρήκαν τον τρόπο να φέρουν το παιχνίδι στα δικά τους μέτρα δείχνοντας μάλιστα ικανοί για το καλύτερο. Αυτό δεν συνέβη -πως θα μπορούσαν να κάνουν οι Άγγλοι το “καλύτερο”άλλωστε;- και οι Γερμανοί άνοιξαν το σκορ στο 60′ με τον Μπρέμε. O παίκτης της Ίντερ εκτέλεσε φάουλ. Η μπάλα άλλαξε πορεία, αφού βρήκε σε σώμα παίκτη των Άγγλων, και κρέμασε τον Σίλτον σε μια χαρακτηριστική στιγμή αγγλικής γκαντεμιάς από αυτές που βλέπουμε για 28 σερί χρόνια. Οι Άγγλοι πάντως δεν λύγισαν και βρήκαν τα ψυχικά αποθέματα για να αντιδράσουν.


Άντεξαν στην πίεση των Γερμανών για δεύτερο γκολ και χτύπησαν με τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο στο 80‘. Αφού κυκλοφόρησαν τη μπάλα και πάγωσαν τον ρυθμό, ο Πολ Πάρκερ σέντραρε για τον Λίνεκερ που είχε χωθεί ανάμεσα στους στόπερ των Γερμανών ψάχνοντας εκείνη την μισή ευκαιρία για να σκοράρει. Και την βρήκε. Αυτοί δεν έδιωξαν σωστά και ο Λίνεκερ με διαγώνιο αριστερό σουτ έγραψε το 1-1. Απόλυτη ισορροπία.

Στο 9ο λεπτό της παράτασης γίνεται η φάση του αγώνα. Δεν είναι κάποιο γκολ ούτε πέναλτι ούτε κάποια αποβολή. Είναι μια κίτρινη κάρτα. Στο χώρο του κέντρου ο κορυφαίος του γηπέδου μέχρι εκείνη τη στιγμή και ανεξάντλητα δραστήριος Γκασκόιν πιέζεται από τον Ματέους, ο οποίος τον αναγκάζει να ‘ανοίξει’ το κοντρόλ του. Ο επερχόμενος Μπέρτολντ τσιμπάει την μπάλα, ο Γκασκόιν βάζει το πόδι του και τον ανατρέπει. Πριν ακόμα πέσει ο Μπέρτολντ ο Γκασκόιν έχει ήδη σηκώσει το χέρι του παραδεχόμενος την παράβαση. Σκύβει πάνω από τον Μπέρτολντ, βάζει ακόμα και το δάχτυλό του μέσα στο στόμα του Δυτικογερμανού για να δει μήπως έχει γυρίσει η γλώσσα του τελευταίου, και συνεχίζει να απευθύνεται στον Βραζιλιάνο διαιτητή Jose Roberto Wright παραδεχόμενος το φάουλ. Γνωρίζει ότι μια δεύτερη κίτρινη κάρτα στο τουρνουά μετά από εκείνη που είχε δεχτεί στον αγώνα με το Βέλγιο στη φάση των 16 θα του στερούσε τη συμμετοχή στον τελικό. Ο διαιτητής, όμως, πιστός στην εφαρμογή του κανόνα, βγάζει την κίτρινη κάρτα από το τσεπάκι του – και ο Γκασκόιν νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. 

 ‘Είχα την μπάλα στο χώρο του κέντρου και προχωρούσα. Τότε, όταν ο Ματέους προσπάθησε να μού την αποσπάσει, ‘τσίμπησα’ την μπάλα ώστε να μην μπορεί να την φτάσει, αλλά άνοιξα πολύ το κοντρόλ. Έπρεπε ν’ απλώσω το πόδι μου καθώς ερχόταν ο Τόμας Μπέρτολντ. Έδινα το 110%. Ήταν ημιτελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου και δεν ήθελα να χαρίσω τίποτα σε κανέναν. Έως και σήμερα ειλικρινά πιστεύω ότι δεν τον άγγιξα, αλλά εκείνος έπεσε κι άρχισε να κάνει γύρους στο χορτάρι σαν να πονάει. Έσκυψα από πάνω του να δω ότι όλα ήταν ΟΚ. Εκείνη τη στιγμή δεν πίστευα ότι θα είχα κάποιο πρόβλημα (σ.σ. ότι θα έπαιρνε κίτρινη κάρτα). Δεν υπήρχε τίποτα μεμπτό στη διεκδίκηση της μπάλας. Και τότε, όλα γύρω μου άρχισαν να γυρίζουν σε αργή κίνηση’.

Σαν χαμένος, με κενό βλέμμα, δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τι έχει μόλις συμβεί, ενώ τα μάτια του πλημμυρίζουν δάκρυα. Είναι ένα παιδί στο σώμα ενός ενήλικα. Δεν μπορεί παρά να κλάψει αντιλαμβανόμενος πως εκείνη τη στιγμή είναι πρωταγωνιστής σε μια τραγωδία με τρεις πράξεις, αλλά χωρίς τελικά να έρθει η κάθαρση. Ο Λίνεκερ, φίλος και συμπαίχτης του στην Τότεναμ, τον πλησιάζει και προσπαθεί να τον παρηγορήσει, όμως, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι ο Γκασκόιν είναι –έστω για μερικά δευτερόλεπτα- στο δικό του κόσμο, γυρνάει στον πάγκο της Αγγλίας, σφίγγει τα χείλη, κάνει ένα σήμα προς τον πάγκο της Αγγλίας σαν να λέει ‘να τον παρακολουθείτε’, εννοώντας ότι ο Γκασκόιν, όντας ένας θερμόαιμος χαρακτήρας, μπορεί να χάσει την ψυχραιμία του ανά πάσα στιγμή, και με μια κίνηση του χεριού σε στυλ ‘έτσι κι έτσι’ περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Γκασκόιν.
 

Στην -ανεπίσημη- ανάπαυλα ανάμεσα στα δύο ημίχρονα της παράτασης o Μπόμπυ Ρόμπσον παίρνει τον Γκασκόιν κατά μέρος. Ο Ρόμπσον, ένας πραγματικός δάσκαλος, γνωρίζει ότι έχει μπροστά του έναν σκληροτράχηλο παίχτη που κρύβει μέσα του μια παιδική ψυχή, που ζει το δικό του δράμα – κι εκείνη τη στιγμή οι λέξεις που θέλει ν’ ακούσει ο Γκασκόιν μόνο από το στόμα ενός ανθρώπου σαν τον Ρόμπσον θα μπορούσαν να βγουν. ‘Κοίτα, το ξέρω ότι δεν μπορείς ν’ αγωνιστείς στον τελικό, αλλά αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να εξασφαλίσεις ότι οι υπόλοιποι θα μπορέσουν να παίξουν. Συγκεντρώσου εκεί’.


Τα λόγια του Ρόμπσον είναι βάλσαμο στην ψυχή και φτερά στα πόδια του Γκασκόιν. Ο Άγγλος μέσος συνεχίζει τον αγώνα σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Τρέχει, μαρκάρει, πασάρει, είναι ο κινητήρας της αγγλικής ομάδας, χωρίς να χάσει στιγμή την ψυχραιμία του.Μάλιστα, σε ένα δυνατό μαρκάρισμα του Μπρέμε κοντά στην πλάγια γραμμή, ο Γκασκόιν σηκώνεται αμέσως από το χορτάρι μετά το χτύπημα κι εκεί που κάποιος θα περίμενε μια θερμόαιμη αντίδραση από τον Άγγλο, εκείνος με ένα παιδικό χαμόγελο απλώνει το χέρι του στον Μπρέμε και οι δυο παίχτες συμφιλιώνονται αμέσως. Ο Γκασκόιν έχει διαψεύσει πανηγυρικά τους φόβους του Λίνεκερ και των υπόλοιπων Άγγλων.


 Η παράταση ολοκληρώνεται χωρίς κάποια αλλαγή του σκορ. Στα πέναλτι οι Δυτικογερμανοί θα ευστοχήσουν σε όλα, ενώ οι Στιούαρτ Πιρς και Κρις Γουόντλ θα αστοχήσουν. Το όνειρο των Άγγλων δεν θα γίνει πραγματικότητα. Ο Γκασκόιν δεν θα αγωνιστεί στον τελικό, αλλά η προσωπικότητά του θα σφραγίσει εκείνο του τουρνουά.


Στο τέλος του αγώνα τα λόγια του Ρόμπσον είναι εκείνα ενός δασκάλου προς τον επιμελέστερο μαθητή του. ‘Μην ανησυχείς. Ήσουν ένας από τους καλύτερους παίχτες του τουρνουά. Θα πρέπει να ξεχάσεις όλα τα υπόλοιπα. Μην ανησυχείς, γιε μου. Ήσουν απλά υπέροχος. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου – κι αυτό είναι το πρώτο σου Παγκόσμιο Κύπελλο’. Τα λόγια του Ρόμπσον δεν θα αποδειχθούν προφητικά. Το 1994 η Αγγλία δεν θα προκριθεί στο Μουντιάλ των Η.Π.Α. ενώ το 1998 ο ομοσπονδιακός τεχνικός Γκλεν Χοντλ δεν θα τον συμπεριλάβει στην αποστολή των Λιονταριών. Ήταν το πρώτο και το τελευταίο Μουντιάλ του υπέροχου μέσα στην ευαισθησία του και την αυτοκαταστροφική του μανία Πολ Γκασκόιν.

 
Τα αυθόρμητα δάκρυά του στον ημιτελικό, οι γκριμάτσες του, οι ντρίμπλες του, αλλά, κυρίως η χαρά του παιχνιδιού που αποτυπωνόταν στο αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του, όλα συναποτελούν την κληρονομιά του Γκασκόιν σε όσους είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τα δάκρυα του Γκάζα αλλά και ο τρόπος που έδειξε τη φανέλα στο κοινό των Άγγλων, φιλώντας το εθνόσημο, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες εκείνης της διοργάνωσης. Ο κόσμος ίσως να θυμάται εκείνες τις στιγμές περισσότερο κι από τις ντρίμπλες και τα μαγικά του σπουδαίου ποδοσφαιριστή ή τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Γερμανία. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η κατάρα των Άγγλων στη διαδικασία των πέναλτι!
 

Τότε ξεκίνησε και ο έρωτας του κοινού της Ιταλίας και φυσικά της Ρώμης με τον σπουδαίο Άγγλο μέσο. Το 1992 η Λάτσιο θα κάνει δικό της τον παίκτη για 5μιση εκατομμύρια λίρες αλλά ο Πολ Γκασκόιν δεν θα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στo, κορυφαίο εκείνα τα χρόνια, ιταλικό πρωτάθλημα. Έξι χρόνια αργότερα (και αφού είχε βρει και πάλι τη φόρμα του στους Ρέιντζερς της Γλασκόβης), είχε τη χαρά να εκπροσωπήσει τη χώρα του -μπροστά στο κοινό της- για το Γιούρο. Και τότε μας μάγεψε. Και τότε μας χάρισε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές και συγκινήσεις. Και τότε αποκλείστηκε από τους Γερμανούς και πάλι στα ημιτελικά. Και πάλι στα πέναλτι. Η ίδια δακρύβρεχτη ιστορία γραφόταν και πάλι με τα ίδια “θύματα”. Οι ίδιες γκαντέμικες στιγμές περνούσαν μπροστά μας και πάλι σαν κακόγουστο φιλμ σε κάποιο θερινό σινεμά. Ένα πάντρεμα νέων και παλαιότερων τραγικών ηρώων με το ίδιο ακριβώς τέλος και τον Γκάρι Λίνεκερ να μονολογεί απογοητευμένος το κορυφαίο απόφθεγμα της ζωής του και της καριέρας του.