Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

Τζεφ Χολ: Ένας θάνατος που οδήγησε στη σωτηρία από την πολιομυελίτιδα

Ο Άγγλος δεξιός ακραίος αμυντικός Τζεφ Χολ (Jeffrey James Hall), γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1929 στο Σκάνθορπ του Λινκολνσάιρ, στη κεντρική ανατολική Αγγλία, το μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας χάλυβα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ένας δυνατός νέος, αθλητικός, εργατικός, με τρομερές αντοχές και σταθερότητα στο παιχνίδι του, προτερήματα που τον έκαναν βασικό στην μεγάλη  Μπέρμιγχαμ Σίτι της δεκαετίας του 1950, αλλά και την εθνική Αγγλίας, με την οποία έκανε 17 συμμετοχές! Όμως, ήταν ο θάνατός του από την πολιομυελίτιδα που βοήθησε να ξεκινήσει η ευρεία δημόσια αποδοχή στη Μεγάλη Βρετανία για την ανάγκη εμβολιασμού έναντι της θανατηφόρου ασθένειας! Αν και η ασθένεια γενικά «θέριζε» και παρά το γεγονός ότι το «εμβόλιο Σολκ» ήταν διαθέσιμο, ο εμβολιασμός ήταν απελπιστικά αργός. Τις επόμενες ημέρες μετά το θάνατο του Χολ, έχοντας γίνει γνωστή η αιτία θανάτου και αφού η χήρα σύζυγός του μίλησε για την απώλειά του, η ζήτηση για ανοσοποίηση αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό που έπρεπε να δημιουργηθούν κλινικές εμβολιασμού έκτακτης ανάγκης και να προμηθευτούν μεγάλες ποσότητες εμβολίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να ανταποκριθούν στη ζήτηση!

Μετά την αποχώρηση από το σχολείο το 1945, έπαιξε σε διάφορα μικρά κλαμπ της περιοχής παραμένοντας ερασιτέχνης. Ήταν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, που τον εντόπισε ο επικεφαλής σκάουτερ της Μπέρμιγχαμ Σίτι, ο Γουόλτερ Τέιλορ, υπογράφοντας επαγγελματικό συμβόλαιο τον Μάιο του 1950.  Έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα τον Ιανουάριο του 1951, αν και δεν έγινε βασικός μέχρι το 1953. Ήταν μέλος της ομάδας της Μπέρμιγχαμ που κατέκτησε το πρωτάθλημα της Β’ κατηγορίας τη σεζόν 1954/55 και ήταν μέλος της ομάδας που έφτασε στην 6η θέση στην Α ’Κατηγορία, την υψηλότερη στην ιστορία της, τη σεζόν 1955/56, αλλά και στον τελικό του Κυπέλλου εκείνη τη σεζόν, χάνοντας με 3-1 από τη Μάντσεστερ Σίτι. Έπαιξε επίσης και στους αγώνες που έδωσε η Μπέρμιγχαμ στον Πρώτο Γύρο (Γύρος των 16) του Κυπέλλου Διεθνών Εκθέσεων 1958-1960, (για την ιστορία, η Μπέρμιγχαμ ήταν φιναλίστ στον διπλό τελικό με την Μπαρτσελόνα), τον πρόγονο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αντιμετωπίζοντας τους Επίλεκτους της Κολωνίας (14/10/1958, 2-2 εκτός και 11/11/1958, 2-0 εντός).
 
Η Μπέρμιγχαμ Σίτι του 1958/59
Τη σεζόν 1955/56, κέρδισε και τις πρώτες διεθνείς συμμετοχές του, κάνοντας ντεμπούτο  για την Αγγλία Β’ έναντι της αντίστοιχης της Δυτικής Γερμανίας, και σύντομα ακολούθησε η πρώτη του συμμετοχή για την Αγγλία, στις 2 Οκτωβρίου του 1955, σε μια νίκη 5–1 σε ένα φιλικό εκτός έδρας με τη Δανία. Ήταν βασικός και αναντικατάστατος σε όλους τους επόμενους 16 διεθνείς αγώνες με τα «3 Λιοντάρια», μέχρι τις 17 Μαΐου του 1957, στην ισοπαλία 1-1 με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958. Στις 17 Οκτωβρίου του 1957, τη θέση του πήρε ο Ντον Χάου (Don Howe) της Γουέστ Μπρομ. Από τους 17 διεθνείς αγώνες του, ανάμεσα τους μια νίκη με 4-2 επί της Βραζιλίας στο Γουέμπλεϊ, στις 9 Μαΐου του 1956 κι άλλη μια 3-1 επί της Δυτικής Γερμανίας μέσα στο Βερολίνο, 17 μέρες αργότερα, στις 26 Μαΐου, βρέθηκε στη πλευρά των ηττημένων μόνο μία φορά, στις 22 Οκτωβρίου του 1955, στην ήττα 1-2 από την Ουαλία για το Πρωτάθλημα των Βρετανικών Νήσων, σχηματίζοντας ένα απροσπέλαστο τείχος, εξαιρετικά συνεργαζόμενος, με τον  Ρότζερ Μπερν (Roger Byrne) της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Τζεφ Χολ υπήρξε ένας κλασικός «τίμιος δεξιός μπακ» που είχε όμως και την ικανότητα να προωθείται με σωστό τρόπο, αφού στα πρώτα χρόνια της καριέρας του αγωνιζόταν ως δεξιός χαφ.

Ο Χολ (3ος από δεξιά) σε αγώνα με την εθνική Αγγλίας
Ο τελευταίος αγώνας του Χολ για την Μπέρμιγχαμ ήταν μια ισοπαλία 1-1 εκτός έδρας με τη Πόρτσμουθ στις 21 Μαρτίου του 1959. Στο τέλος του παιχνιδιού, συνομιλούσε με συμπαίκτες και δημοσιογράφους έξω από τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων. Όπως παρατήρησαν όσοι συζήτησαν μαζί του, έμοιαζε εξαντλημένος, στα όρια της κατάρρευσης! Για κάποιον που είχε μόλις αγωνιστεί για 90 λεπτά, καλύπτοντας όλη τη δεξιά πλευρά της ομάδας του, αυτό δεν ήταν κάτι παράλογο, αλλά για τον συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή, έναν παίκτη που στα 29 του χρόνια φημιζόταν για την αθλητικότητα, την εργατικότητα, τις αντοχές και τη σταθερότητα, αυτή η εικόνα ήταν κάπως ασυνήθιστη! Εκείνο το απόγευμα οι αντοχές του φαίνονταν να τον έχουν εγκαταλείψει!


Το προηγούμενο βράδυ είχε αναφέρει στον γιατρό της ομάδας πως έχει δυσκολία στην κατάποση, με τον γιατρό να τον καθησυχάζει λέγοντάς του ότι μάλλον πρόκειται για κρυολόγημα. Υπερνικώντας τα όποια συμπτώματα του -υποτιθέμενου- κρυολογήματος, πραγματοποίησε ακόμα μια καλή εμφάνιση στον αγώνα με την Πόρτσμουθ, τον 227ο που έπαιξε για το αγγλικό πρωτάθλημα. Μετά τον αγώνα όμως, ένιωθε τόσο εξαντλημένος, σε βαθμό του να ζητήσει από τους δημοσιογράφους να τον πάρουν μαζί τους στο αμάξι τους στην επιστροφή για το Μπέρμιγχαμ, ώστε να φτάσει στο σπίτι όσο το δυνατόν γρηγορότερα! Ο ύπνος και το ζεστό τσάι, τον βοήθησαν να αποκοιμηθεί και το επόμενο πρωί πήγε να παρακολουθήσει, μαζί με συμπαίκτες του, έναν αγώνα της ομάδας νέων, όπως είχαν προγραμματίσει μέρες πριν. Όλοι όσοι συναναστράφηκαν μαζί του δεν παρατήρησαν κάτι διαφορετικό. Όταν ο αγώνας των μικρών τελείωσε, έδωσε ραντεβού μαζί τους για την προπόνηση της επόμενης μέρας και επέστεψε στο σπίτι του. Αυτή είναι η τελευταία φορά που τον είδαν ζωντανό. Ήταν 23 Μαρτίου του 1959 όταν ο Τζεφ Χολ μπήκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο και η διάγνωση που ανακοινώθηκε αποτελούνταν από μια μόνο λέξη: «Πολιομυελίτιδα»!

Ο Τζεφ Χολ και ο Ντον Ρέβι (αριστερά) στον τελικό του αγγλικού Κυπέλλου του 1956 μεταξύ Μάντσεστερ Σίτι και Μπέρμιγχαμ. Φωτογραφία: Colorsport/REX/Shutterstock
Η πολιομυελίτιδα είναι μια ιογενής νόσος η οποία επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα και μπορεί να οδηγήσει σε μερική ή ολική παράλυση και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και σε θάνατο. Αν και θεωρείται μια παιδική ασθένεια, καθώς προσβάλλει κατά κύριο λόγο βρέφη και παιδιά, ένα ποσοστό των θανάτων που έχουν καταγραφεί εξαιτίας της είναι ενήλικες μέχρι 30 ετών. Κανείς δεν γνωρίζει πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά αλλά το πιθανότερο είναι πως υπάρχει από τους προϊστορικούς χρόνους. Η πρώτη επίσημη αναφορά τοποθετείται κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα ενώ οι πιο γνωστές επιδημίες παραλυτικής πολιομυελίτιδας έκαναν την εμφάνιση τους στην Ευρώπη και την Αμερική στις αρχές και τα μέσα του 20ου αιώνα. Ειδικότερα τη δεκαετία του 1950 η πολιομυελίτιδα ήταν ένα από τους μεγαλύτερους φόβους των περισσότερων γονιών. Μόνο στις ΗΠΑ η ασθένεια σκότωνε ή άφηνε παράλυτα περισσότερα από 50.000 παιδιά ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ενώ παγκοσμίως τα κρούσματα ξεπερνούσαν τα 600.000! Έπρεπε να φτάσουμε στο 1955 για να αποκτήσει επιτέλους η ανθρωπότητα ένα όπλο απέναντι στη συγκεκριμένη νόσο. Εκείνη τη χρονιά ο Αμερικάνος επιστήμονας Τζόνας Σολκ ανακοίνωσε πως είχε καταφέρει να φτιάξει ένα αποτελεσματικό εμβόλιο που θα βοηθούσε στην καταπολέμηση της αρρώστιας. Στις δοκιμές που ακολούθησαν, συμμετείχαν περισσότερα από 1 εκατομμύριο παιδιά, σε ένα πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής επιστημονικό πείραμα! Το εμβόλιο κρίθηκε ασφαλές και ένα χρόνο μετά έφτασε και στην Αγγλία, που επίσης υπέφερε αρκετά από την ασθένεια, μετρώντας πάνω από 6.000 σοβαρά κρούσματα ΜΟΝΟ το 1956.

Ο Τζεφ Χολ (στο κέντρο) γλιστράει στη χιονισμένη επιφάνεια του "Χόθορνς" για να αντιμετωπίσει τον Ρέι Μπάρλοου της Γουέστ Μπρομ. Φωτογραφία: PA/PA Archive/PA Images
Δυστυχώς όμως, το πρόγραμμα εμβολιασμού που ακολούθησε η βρετανική κυβέρνηση αποδείχτηκε αρκετά ελαττωματικό. Από τη μια η καχυποψία και ο φόβος πολλών πολιτών, που δεν ήθελαν να ρισκάρουν να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, ειδικά μετά από τις πληροφορίες που κατέφτασαν τους πρώτους μήνες από τις ΗΠΑ και μιλούσαν για κάποιες περιπτώσεις ελαττωματικών εμβολίων, και από την άλλη, η ανοργανωσιά και η πολύπλοκη γραφειοκρατία του συστήματος υγείας, που δυσκολευόταν να υπολογίσει και να παραγγείλει τον κατάλληλο αριθμό εμβολίων, είχαν ως αποτέλεσμα μέχρι και τις αρχές του 1959 το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών και των νέων της Μεγάλης Βρετανίας, που είχαν προτεραιότητα, να μην έχει κάνει το εμβόλιο. Υπολογίζεται πως ως τότε μόλις το 50% των παιδιών σε Αγγλία και Ουαλία είχε εμβολιαστεί, ενώ τα ποσοστά στους νέους μεταξύ 18-26, που επίσης αντιμετώπιζαν κίνδυνο να νοσήσουν άσχημα, ήταν ακόμα χειρότερα και σε κάποιες περιπτώσεις ΔΕΝ ΞΕΠΕΡΝΟΥΣΑΝ καν το 1%! Για να λύσει αυτό το πρόβλημα, το υπουργείο υγείας ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μια ακόμα εθνική καμπάνια ενημέρωσης. Η ιδέα τελικά δεν χρειάστηκε να γίνει πράξη εξαιτίας ενός απρόσμενου γεγονότος στο νοσοκομείο "Little Bromwich" του Μπέρμιγχαμ.

Μέσα σε ένα 24ωρο από την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, παρά τις τρεις επεμβάσεις μέσα σε 24 ώρες στις οποίες εσπευσμένα υπεβλήθη, η κατάσταση της υγείας του Τζεφ Χολ είχε επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, που η αναπνοή του γινόταν πλέον με μηχανική υποστήριξη! Δώδεκα μέρες αργότερα, το μεγαλύτερο μέρος του σώματός του είχε παραλύσει ενώ και η ομιλία του είχε επηρεαστεί πολύ. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η σύζυγός του τον είδε μόλις 4 φορές και μόνο υπό αυστηρές υγειονομικές συνθήκες! Δεκαέξι μόλις μέρες μετά, στις 4 Απριλίου του 1959, στις 09:20 το πρωί, οι εφημερίδες, που όλο αυτό το διάστημα κάλυπταν καθημερινά το θέμα με απεσταλμένους έξω από το νοσοκομείο, ενημερώνοντας όλη τη χώρα για την πορεία της υγείας του, ανακοίνωσαν τα δυσάρεστα: 

Σε ηλικία 29 ετών, ο διεθνής αμυντικός Τζεφ Χολ έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την πολιομυελίτιδα! 

Το σοκ σε όλη τη χώρα ήταν τεράστιο. Ο Χολ δεν ήταν απλά ένας διάσημος που γνώριζαν σχεδόν όλοι. Ήταν ένας νέος, πολύ αθλητικός και ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ πρόβλημα υγείας, που ΕΦΥΓΕ ΤΟΣΟ ΞΑΦΝΙΚΑ και με ΤΟΣΟ ΑΣΧΗΜΟ ΤΡΟΠΟ. Το μήνυμα που περνούσε αυτή η τραγωδία σε όλους τους νέους δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Και όπως αποδείχτηκε, δεν αγνοήθηκε! Αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν οι προηγούμενες καμπάνιες ενημέρωσης της κυβέρνησης και όλα τα σχετικά αφιερώματα των εφημερίδων τα προηγούμενα χρόνια, το έκανε ένας ποδοσφαιριστής, δυστυχώς, με τον θάνατο του! Από την επόμενη κιόλας μέρα, τα τηλέφωνα στα εμβολιαστικά κέντρα άρχισαν να χτυπάνε ασταμάτητα. Λίγο μετά την εμφάνιση των πρώτων αναφορών για την ασθένεια του Χολ, ένας αξιωματούχος του Τμήματος Δημόσιας Υγείας στο Γουέστ Μπρόμγουιτς, ανέφερε ότι δέχτηκε τηλεφωνικές κλήσεις στο σπίτι του κατά την ώρα του μεσημεριανού γεύματος(!) από νέους που ρωτούσαν για τον εμβολιασμό κατά της πολιομυελίτιδας! Σε πολλές περιπτώσεις, οι γιατροί της πρωινής βάρδιας είδαν έκπληκτοι ουρές ανθρώπων να τους περιμένει έξω από την είσοδο της κλινικής. Γονείς με τα παιδιά τους στο χέρι αλλά και πολλοί νέοι άνθρωποι, ανάμεσα τους και δεκάδες ποδοσφαιριστές κοντά στην ηλικία του Χολ, έσπευδαν άμεσα να εμβολιαστούν!

Ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα, εργοδότες μέσα και γύρω από το Μπέρμιγχαμ, αλλά και στις άλλες μεγάλες αγγλικές πόλεις, ξεκίνησαν να προσφέρουν στους εργαζόμενους τους εμβολιασμούς επί τόπου! Πριν την έναρξη των αγώνων του Σαββάτου 11 Απριλίου, ένα μήνυμα του υπουργού Υγείας, Ντέρεκ Γουόκερ-Σμιθ, διαβάστηκε σε πάνω από 400 ποδοσφαιρικά σωματεία σε όλη τη χώρα.

«Ο θάνατος του Τζεφ Χολ μας εξέπληξε δυσάρεστα και δυστυχώς έκανε εμφανές ότι η πολιομυελίτιδα μπορεί να χτυπήσει ακόμη και τους πιο υγιείς ανάμεσά μας! Ακόμη και αν δεν είναι μοιραίο, μπορεί να σακατέψει για μια ζωή. Απευθύνω έκκληση σε όλους σας κάτω των 26 ετών, έντονα και ειλικρινά, να είστε σίγουροι να κάνετε τον εμβολιασμό για την πολιομυελίτιδα. Μην καθυστερείτε, κάντε το σύντομα».

Μέχρι τις 16 Απριλίου, οι τοπικές αρχές σε όλη τη χώρα ξεκίνησαν να αναφέρουν έλλειψη εμβολίων, με τον εκπρόσωπο του υπουργείου Υγείας να περιγράφει «μια πρωτοφανή απαίτηση»! Στις 20 Απριλίου, οι κλινικές στο Μπέρμιγχαμ έκλεισαν λόγω ελλείψεως εμβολίων και το Μάντσεστερ ακολούθησε δύο ημέρες αργότερα, ενώ προμήθειες έκτακτης ανάγκης παραγγέλθηκαν εσπευσμένα στις ΗΠΑ. Οι ουρές έγιναν ακόμα πιο μεγάλες λίγες μέρες αργότερα, όταν η γυναίκα του Χολ αποφάσισε να βγει στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο και να μιλήσει για το χαμό του άντρα της. Το μήνυμα της υπέρ του εμβολιασμού κυκλοφόρησε σε όλη την Αγγλία.

«Δεν ήθελα ο θάνατος του Τζεφ να αποδειχτεί τελικά μάταιος και σίγουρα δεν ήθελα κανένας άλλος να περάσει από την ίδια δοκιμασία που περάσαμε εμείς»

Η Ντον Χολ αφιέρωσε τα επόμενα χρόνια της ζωής της προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσει όλο και περισσότερο κόσμο πάνω στο θέμα του εμβολιασμού για την πολιομυελίτιδα και για την προσφορά της αυτή βραβεύτηκε μετά θάνατον με το Μετάλλιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Μέσα στους επόμενους μήνες όλα τα διαθέσιμα εμβόλια εξαντλήθηκαν και καθώς οι ουρές δεν έλεγαν να τελειώσουν, το υπουργείο υγείας έκανε μια νέα, ακόμη μεγαλύτερη παραγγελία από τις ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα όλης αυτής της ενεργοποίησης δεν άργησαν να φανούν. Τον Φεβρουάριο του 1959, 2 μήνες ΠΡΙΝ τον θάνατο του Τζεφ Χολ, είχαν χορηγηθεί μόλις 500.000 δόσεις εμβολίου και μόνο ένας στους 12 ανθρώπους κάτω των 26 ετών είχε εμβολιαστεί! Σχεδόν ένα εξάμηνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1959, είχαν χορηγηθεί 2,5 εκατομμύρια δόσεις, το 50% στις κρίσιμες ηλικίες, είχε πάρει το εμβόλιο και οι ουρές εξακολουθούσαν να δημιουργούνται! Το 1958, ένα χρόνο ΠΡΙΝ τον θάνατο του Τζεφ Χολ, μόλις το 5% των νέων στις ηλικίες των 20 και το 3% αυτών στα 30 ήταν προστατευμένο. Μέχρι το 1961 τα στοιχεία αυτά έφτασαν στο 63% και 53% αντίστοιχα! Όταν μάλιστα το 1962, το πόσιμο διάλυμα εμβολιασμού, αντικατέστησε το ενέσιμο, η απορρόφηση αυξήθηκε περαιτέρω. Το 1955, ήταν η χειρότερη χρονιά, αφού καταγράφηκαν 3.712 περιπτώσεις παραλυτικής πολιομυελίτιδας στην Αγγλία και την Ουαλία, που ήταν παράλληλα το ένατο από τα 12 διαδοχικά χρόνια που ο αριθμός των πασχόντων από την πιο οξεία μορφή της νόσου έφτασε ΣΕ ΤΕΤΡΑΨΉΦΙΑ ΝΟΎΜΕΡΑ. Στη συνέχεια όμως, καθώς η επίδραση των εμβολιασμών άρχισε, οι αριθμοί άρχισαν να πέφτουν κατακόρυφα: 257 περιπτώσεις το 1960, 207 το 1961, 212 το 1962, 39 το 1963. Μόνο δύο χρονιές από το 1968, οι αριθμοί ήταν διψήφιοι μέχρι το 1984, όταν αναφέρθηκε ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΜΕΝΟ ΚΡΟΥΣΜΑ ΠΟΛΙΟΜΥΕΛΙΤΙΔΑΣ στο Ηνωμένο Βασίλειο! Παγκοσμίως, ωστόσο, ήταν (και είναι) μια συνεχής μάχη: το 1988 υπολογίστηκαν 350.000 περιπτώσεις πολιομυελίτιδας παγκοσμίως. Το 2015 αυτές ήταν 74, και για το 2016 είχαν επιβεβαιωθεί 34 κρούσματα, κυρίως στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν.

Στη μνήμη του Τζεφ Χολ, η Μπέρμιγχαμ έστησε ένα ρολόι και έναν πίνακα αποτελεσμάτων στο γήπεδο της, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα ο δήμος τοποθέτησε μια τιμητική μπλε πινακίδα στο μέρος που βρισκόταν το σπίτι του. Δεκαετίες μετά το θάνατο του, το όνομα του Τζεφ Χολ μνημονεύεται ακόμα στα αφιερώματα για το πως η Αγγλία κατάφερε να βγει νικήτρια από τη μάχη με την πολιομυελίτιδα! Όπως δήλωσε και η αδερφή του Τζοάν σε μια συνέντευξη της σε μια εφημερίδα του Μπέρμιγχαμ πριν λίγα χρόνια:

«Νομίζω ότι ο Τζεφ θα ήταν χαρούμενος που ο θάνατος του τελικά δεν ήταν ανώφελος. Χάρη σ’ αυτόν βοηθήθηκε τόσος κόσμος και σώθηκαν πάρα πολλές ζωές!»

Οι πηγές από τον the guardian.com, το common-goal.org και το stoiximan.gr 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Αλεξάντρ Βιλαπλάν: Ο δοσίλογος αρχηγός της εθνικής Γαλλίας

Ο Γάλλος μέσος Αλεξάντρ Βιλαπλάν (Alexandre Villaplane) γεννήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του 1905, στο Αλγέρι. Στη καριέρα του έπαιξε για την Σετ (1921-1924), τη Νιμ (1927–1929), τη Ρασίγκ Παρί (1929–1932), την Αντίμπ, στο πρώτο γαλλικό επαγγελματικό πρωτάθλημα (1932–1933) και τη Νις (1933–1934). Με την Αντίμπ τερμάτισε στην κορυφή του Νότιου Ομίλου και έπαιξε με τη Λιλ από τον Βόρειο για το Πρωτάθλημα. Ο Αντίμπ κέρδισε τον τίτλο, αλλά της αφαιρέθηκε αφού κρίθηκε ένοχη δωροδοκίας. Ο προπονητής της Λιλ τιμωρήθηκε με ισόβιο αποκλεισμό, ενώ στον Βιλαπλάν, που θεωρήθηκε από τους βασικούς υπόπτους, επιβλήθηκε μια σχετικά μικρή ποινή. Εν συνεχεία, εντάχθηκε στη Νις για τη σεζόν 1933/34. Έχοντας χάσει το ενδιαφέρον του για την καριέρα του και έχοντας γίνει τακτικός θαμώνας του ιπποδρόμου, έκανε μια τελευταία προσπάθεια να επανέλθει του με την Χισπανό-Μπατιστιέν του Μπορντό, αλλά τερμάτισε τη σεζόν στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί για τη συμμετοχή του σ’ ένα σκάνδαλο καθορισμού ιπποδρομιών.

Αγωνίστηκε 25 φορές για την εθνική ομάδα της Γαλλίας και ήταν ο αρχηγός της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930. Στις 26 Δεκεμβρίου του 1944, εκτελέστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους προδότες της πατρίδας του.


13 Ιουλίου 1930, 3μμ τοπική ώρα, Μοντεβιδέο, Ουρουγουάη. Στο στάδιο Pocitos του Μοντεβιδέο, η Γαλλία και Μεξικό τίθενται αντιμέτωπες στον πρώτο αγώνα του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου της ιστορίας, ενώ την ίδια ακριβώς ώρα Η.Π.Α. και Βέλγιο αγωνίζονται μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά, στο στάδιο Parque Central. Διπλή πρεμιέρα για έναν θεσμό, του οποίου η πρώτη διοργάνωση είχε περάσει από σαράντα κύματα.

Η Ουρουγουάη έχει επιλεγεί από τη ΦΙΦΑ για πολύ συγκεκριμένους λόγους για να διοργανώσει το πρώτο Μουντιάλ. Εκείνη την εποχή η Ουρουγουάη έχει τον άτυπο τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας καθώς έχει κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στους δύο τελευταίους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1924 στο Παρίσι και το 1928 στο Άμστερνταμ. Το 1930 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ανεξαρτησία της Ουρουγουάης και προς τιμήν αυτής της επετείου οι Ουρουγουανοί έχουν κατασκευάσει σε μόλις οχτώ μήνες το επιβλητικό στάδιο Centenario, το οποίο και έχουν ονομάσει αντιστοίχως. Επιπλέον, εκείνη την εποχή η Ευρώπη ζει τον εφιάλτη των επιπτώσεων του κραχ της Wall Street το 1929 και τα έξοδα μια τέτοιας διοργάνωσης την καθιστούν όνειρο απατηλό για οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Από την άλλη η Ουρουγουάη δεσμεύεται να καλύψει εξ’ ολοκλήρου τα έξοδα όλων των συμμετεχόντων!

Μόλις τέσσερις ευρωπαϊκές ομάδες αποδέχονται την πρόσκληση της ΦΙΦΑ να συμμετέχουν στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, όταν κι έληγε η σχετική προθεσμία δήλωσης συμμετοχής στο τουρνουά (καθώς προκριματικοί αγώνες δεν είχαν λάβει χώρα), καμία ευρωπαϊκή ομάδα δεν είχε δεχτεί να ταξιδέψει στην Ουρουγουάη. Με παρέμβαση του ίδιου του προέδρου της ΦΙΦΑ Ζυλ Ριμέ τελικά τέσσερις ομάδες πείθονται να συμμετάσχουν στο πρώτο Μουντιάλ: το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία.

Ο Villaplane ως αρχηγός της Νιμ
(History espresso)
Οι Ρουμάνοι και οι Γιουγκοσλάβοι επιβιβάζονται στο ιταλικό υπερωκεάνιο SS Conte Verde στη Γένοβα, οι Γάλλοι στο Villefranche-sur-Mer, ενώ οι Βέλγοι στη Βαρκελώνη. Μαζί με τις τρεις ευρωπαϊκές ομάδες ταξιδεύουν εν πλω στο ίδιο πλοίο ο ίδιος ο Ζυλ Ριμέ με το ομώνυμο τρόπαιο, αλλά και οι τρεις Ευρωπαίοι διαιτητές του τουρνουά, οι Βέλγοι Jean Langenus και Henri Christophe και ο Γάλλος Thomas Balway. Μετά από 15 μέρες ταξιδιού (κι αφού έχουν επιβιβαστεί και οι Βραζιλιάνοι στο ίδιο πλοίο στο Ρίο ντι Τζανέιρο), το SS Costa Verde φτάνει στο λιμάνι του Μοντεδιβέο. Η φιέστα είναι έτοιμη να ξεκινήσει!

Στη σέντρα του σταδίου Pocitos εκείνο το μεσημέρι της 13ης Ιουλίου ο Ουρουγουανός διαιτητής Domingo Lombardi θα υποδεχτεί τους δύο αρχηγούς των ομάδων. Από τη μία ο Μεξικανός Rafael Garza και από την άλλη ο Γαλλοαλγερινός Alex Villaplane. H γαλλική εφημερίδα Le Monde έχει χαρακτηρίσει τον Villpalane ως ‘playmaker παγκόσμιας κλάσης’ κι ‘έναν από τους πλέον ταλαντούχους παίχτες της γενιάς του’. Εκείνη τη στιγμή ο Villaplane βιώνει την πιο όμορφη περίοδο της ζωής του, βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, φορώντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού της πατρίδας του στον εναρκτήριο αγώνα του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου. Τίποτα δεν προμηνύει πως 14 χρόνια αργότερα, στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ο Villaplane θα εκτελεστεί στη Γαλλία ως ένας από τους μεγαλύτερους προδότες της πατρίδας του – κι αυτή είναι η ιστορία του.

Ο Villaplane γεννιέται στο Αλγέρι το Σεπτέμβριο του 1905. Στην ηλικία των δώδεκα χρονών θα ενταχθεί στην τοπική ομάδα Gallia sport, αλλά λίγα χρόνια αργότερα, σε ηλικία 16 ετών η οικογένειά του θα εγκαταλείψει το Αλγέρι και θα εγκατασταθεί στο Sète, μια κωμόπολη στη νότια Γαλλία. Εκεί ο Villaplane θα συνεχίσει να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και θα μπει στις τάξεις της ομάδας των νέων της FC Sète. Ο Σκωτσέζος προπονητής της ανδρικής ομάδας Victor Gibson θα εντυπωσιαστεί από τις ικανότητες του μικρού Alex και θα τον πάρει μαζί του στην πρώτη ομάδα σε ηλικία 17 ετών. Τη σαιζόν 1923/24 ο Villaplane θα αγωνιστεί σε αρκετά παιχνίδια της ομάδας του, αλλά όχι και στον τελικό του Κυπέλλου Γαλλίας απέναντι στην παριζιάνικη Red Star, ομάδα την οποία είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Ζυλ Ριμέ, όπου η FC Sète θα ηττηθεί. Το 1925 θα φτάσει μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Γαλλίας, αλλά η ομάδα του θα ηττηθεί από την παριζιάνικη CASG.

Στις 11 Απριλίου 1926, σε έναν φιλικό αγώνα με το γειτονικό Βέλγιο, ο Villaplane θα κάνει το ντεμπούτο του με τα χρώματα των τρικολόρ στη νίκη των Γάλλων με 4-3 στο στάδιο Pershing του Παρισιού. Επτά μέρες αργότερα, στις 18 Απριλίου, θα αγωνιστεί με τη Γαλλία στη νίκη εναντίον της Πορτογαλίας με 4-2, ενώ στις 25 Απριλίου θα αγωνιστεί και στο τρίτο κατά σειρά φιλικό της Γαλλίας, αυτή τη φορά εναντίον της Ελβετίας, όπου οι τρικολόρ θα επικρατήσουν με 1-0.Θα ακολουθήσουν οι αγώνες εναντίον της Αυστρίας (ήττα με 4-1) και η νίκη εναντίον της Γιουγκοσλαβίας με 4-1 τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Είναι ο πρώτος ποδοσφαιριστής με βορειοαφρικανική καταγωγή, ο οποίος εκπροσωπεί τη Γαλλία σε διεθνές επίπεδο. Οι εμφανίσεις του νεαρού Villaplane προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον της Νιμ, κύριας αντιπάλου της FC Sète. Αν κι εκείνη την περίοδο η έννοια ‘επαγγελματίας ποδοσφαιριστής’ δεν ήταν ακόμα γνωστή, οι ομάδες έβρισκαν τρόπο να αμείβουν τους παίχτες τους είτε με χρηματικό ποσό είτε με την υπόσχεση ανεύρεσης καλά αμειβόμενης εργασίας. Το 1927 ο Villaplane μεταπηδά στη Νιμ, με την οποία πανηγυρίζει την άνοδο στην ανώτερη κατηγορία της Νοτιοανατολικής κατηγορίας ποδοσφαίρου, καθώς εκείνη την περίοδο δεν υπάρχει ακόμα εθνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου (σ.σ. θα ακολουθήσει το 1932 η ίδρυση της γαλλικής λίγκας).

Η εθνική Γαλλίας του 1930, ο Villaplane πάνω δεξιά με τα λουλούδια (History espresso)
Με τα χρώματα της Νιμ ο Villaplane θα γνωρίσει ιδιαίτερη φήμη ως ένας εξαιρετικά μαχητικός παίχτης, οξύνους πασέρ αλλά κι εξαιρετικός κεφαλοσφαιριστής. Ο Villaplane θα είναι μέλος της εθνικής ομάδας της Γαλλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ το 1928. Την επόμενη χρονιά ο Villaplane θα μεταπηδήσει στον παριζιάνικο σύλλογο Racing Club, της οποίας ο πρόεδρος επιθυμεί να την καταστήσει τον ισχυρότερο σύλλογο της χώρας και η μεταγραφή του Villaplane είναι ο πρωταρχικός στόχος. Εκεί θα αγωνιστεί για τρία χρόνια. Οι απολαβές του είναι εξαιρετικές για τα δεδομένα εκείνης της προ-επαγγελματικής εποχής. Ο Villaplane ξοδεύει τα λεφτά του σε μπαρ, καμπαρέ, αλλά κυρίως σε ιπποδρομίες, το μεγάλο του πάθος, όπου θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με το γαλλικό υπόκοσμο. Από την άλλη, ως παίχτης της Racing θα του αποδοθεί το περιβραχιόνιο του αρχηγού της εθνικής Γαλλίας για το παρθενικό Μουντιάλ του 1930 στην Ουρουγουάη.

 Το 1932, στην πρώτη σαιζόν του -έστω, τυπικά- επαγγελματικού εθνικού πρωταθλήματος, θα αγωνιστεί με τα χρώματα της FC Antibes, η οποία, μιμούμενη το παράδειγμα της Racing τρία χρόνια πριν, θέλει να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του Villaplane –και το πετυχαίνει. Εκείνη την εποχή το πρωτάθλημα είναι χωρισμένο σε δύο κατηγορίες/γκρουπ με τους νικητές των κατηγοριών αυτών να αναμετρώνται για τον τίτλο του εθνικού πρωταθλητή. Η FC Antibes κατακτά την πρώτη θέση στο γκρουπ Β’ κι αναμένεται ν’ αντιμετωπίσει την SC Fives Lille στον τελικό. Ωστόσο, αποκαλύπτεται ότι η FC Antibes είχε δωροδοκήσει την SC Fives (σ.σ. δεν είναι η ίδια ομάδα με την SC Fives Lille!), την οποία είχε νικήσει με 5-0. Η FC Antibes αποκλείεται από τον τελικό και τη θέση της παίρνει η δεύτερη στην κατάταξη AS Cannes. Για την ιστορία στον τελικό επικρατεί η SC Fives Lille με 4-3. Ως αποδιοπομπαίος τράγος ο προπονητής της ομάδας απολύεται, αλλά εγείρονται πολλές υποψίες για το ρόλο του Villaplane και δύο συμπαιχτών του, με τους οποίους είχε υπάρξει συμπαίχτης και στην FC Sète, οι οποίοι φέρονται ως οι πραγματικοί ένοχοι. Τελικά, και οι τρεις εγκαταλείπουν την ομάδα. Ο Villaplane έχει προλάβει ν’ αγωνιστεί με τη φανέλα της FC Antibes για μία μόλις -περιπετειώδη- σαιζόν.

(Alchetron)

Επόμενος σταθμός η Νις, όπου ο Villaplane επιδεικνύει αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, αργεί στις προπονήσεις, είναι φανερά απρόθυμος να προπονηθεί, και όταν αγωνίζεται, παρουσιάζεται εντελώς εκτός φόρμας. Η Νις δεν ανέχεται τη συμπεριφορά του και με το τέλος της σαιζόν ο Villaplane βρίσκεται να αναζητά την επόμενη ομάδα του. Η μόνη η οποία ενδιαφέρεται για την απόκτησή του είναι ένας σύλλογος στο Μπορντώ, η Hispano-Bastidienne – κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Προπονητής στην ομάδα αυτή είναι ο μέντοράς του στη FC Sète, o Victor Gibson. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την πρώτη συνεργασία τους, αυτή τη φορά οι σχέσεις των δύο αντρών δεν είναι καθόλου φιλικές Μετά από μόλις τρεις μήνες, διάστημα κατά το οποίο ο Villaplane σπάνια εμφανιζόταν στις προπονήσεις, ο Gibson θα του δείξει την πόρτα της εξόδου όχι μόνο της ομάδας, αλλά και του ποδοσφαίρου. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά η ιδιαιτέρως σκοτεινή φάση της ζωής του Villaplane, που θα τον οδηγήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα το Δεκέμβριο του 1944. 

Το 1935 ο Villaplane θα καταδικαστεί σε φυλάκιση για παράνομο στοιχηματισμό και στήσιμο ιπποδρομιών στο Παρίσι και στην Κυανή Ακτή. Ωστόσο, θα είναι το ξέσπασμα του Β’ Π.Π. και η τεράστια ανατροπή που θα φέρει στη γαλλική κοινωνία, που θα σπρώξει τον Villaplane στο σκοτεινό υπόκοσμο κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. Τον Ιούνιο του 1940 το Παρίσι θα πέσει στα χέρια των Ναζί μετά από μια πολύ σύντομη εκστρατεία των χιτλερικών δυνάμεων, οι οποίες θα καταφέρουν να καθυποτάξουν τη Γαλλία μετά από μάχες ενός μήνα. Κι ενώ η κατοχή είναι μια περίοδος καχεξίας και τρόμου για τους περισσότερους Γάλλους, σε κάποιους άλλους προσφέρει εξαιρετικές ‘ευκαιρίες’ για εύκολο πλουτισμό και ανέλιξη. Τους πρώτους μήνες της ναζιστικής κατοχής οι Γερμανοί αναζητούν μαυραγορίτες, οι οποίοι θα τους εξασφαλίζουν ό,τι δεν μπορούν οι ίδιοι να εξασφαλίσουν με τα δικά τους μέσα: καύσιμα, φαγητό, ακόμα και έργα τέχνης! Τότε εμφανίζεται ο δικός τους άνθρωπος που ακούει στο όνομα Henri Lafont, ένας λωποδύτης, αγράμματος, που έχει μείνει ορφανός σε νεαρή ηλικία, και έχει κάνει τον μαυραγοριτισμό επάγγελμα. Όσο οι Ναζί κατέχουντη Γαλλία, για περίπου 4 χρόνια, ο Lafont θα αποκτήσει τεράστια εξουσία και πλούτο στα χέρια του, φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως ‘τον αρχηγό όλων των εγκληματιών και έναν σεβάσμιο άνθρωπο’.

Όμως, ο Lafont δεν περιορίζεται μόνο σε μαυραγορίτικες δοσοληψίες. Για να αποδείξει την πίστη του στους Ναζί, αναζητά, συλλαμβάνει και βασανίζει τον επικεφαλής της βελγικής αντίστασης, που βρίσκεται στη Γαλλία. Ο Lafont αναζητά τους συνεργάτες του στις φυλακές, όπου, μέσω διασυνδέσεων, κανονίζει την απελευθέρωση παλιών συντρόφων του και οποιουδήποτε κρίνει ότι μπορεί να τον βοηθήσει στις δραστηριότητές του. Δεξί του χέρι ο Pierre Bonny, ο άλλοτε πλέον διάσημος αστυνομικός στη Γαλλία πριν φυλακιστεί για διαφθορά. Τρίτο μέλος της παρέας ο γνώριμος Alex Villaplane, ο οποίος εκείνη την περίοδο επιδίδεται σε λαθρεμπόριο χρυσού. Έδρα τους το κτίριο στην οδό Lauriston αριθ. 93, ίσως η πλέον κακόφημη διεύθυνση στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, καθώς έμεινε γνωστή ως η έδρα της ‘γαλλικής Γκεστάμπο’. Η τριάδα έχει ως κύριο -ή μάλλον, μοναδικό- σκοπό τον πλουτισμό και την εξουσία που αυτός συνεπάγεται. Δεν είναι ιδεολογικά προσκείμενοι στους Ναζί, αλλά το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να πλουτίσουν και να εγκαθιδρύσουν την εξουσία τους στη γαλλική κοινωνία. Ωστόσο, δεν διστάζουν να φορέσουν στολές των Ες Ες, να εντοπίζουν και να παραδίδουν Εβραίους στις κατοχικές αρχές - όταν οι τελευταίοι δεν μπορούν πλέον να τους πληρώσουν ό,τι εκβιαστικά απαιτούν για να μην τους παραδώσουν στους Ναζί, μέλη της γαλλικής αντίστασης, αλλά και οποιονδήποτε θεωρείται κίνδυνος για τη νέα κατοχική εξουσία.

Το 1943 η γαλλική αντίσταση στους Ναζί εντατικοποιείται. Η τριάδα εντέλλεται να συνδράμει στην κατάπνιξη κάθε αντιστασιακής δράσης στη χώρα. Εκείνη την εποχή ο Χίτλερ χρηματοδοτεί την κυκλοφορία μιας αραβόφωνης εφημερίδας, η οποία παρουσιάζει τον Φύρερ ως έναν μεγάλο απελευθερωτή των υποτελών τόσο του ιμπεριαλιστικού αποικισμού όσο και του κομμουνισμού. Ο Lafont έχει την ιδέα να ενδυναμώσει τις τάξεις των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων με τη συγκρότηση μιας ταξιαρχίας, που θα αποτελείται από μετανάστες -κυρίως από την Αλγερία και, γενικότερα, το Μαγκρέμπ, στους κύκλους των οποίων υπάρχει έντονο το αντι-γαλλικό συναίσθημα. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα επιχειρούν να υποδαυλίσουν οι Ναζί.


Το Φεβρουάριο του 1944 οι Ναζί ανάβουν το πράσινο φως και ιδρύεται η Βορειοαφρικανική Ταξιαρχία από τον Lafont και τον Αλγερινό εθνικιστή Mohamed El-Maadi, η οποία τίθεται υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη των Ες Ες Helmut Knochen, Νο 2 στην ιεραρχία της ναζιστικής αστυνομίας στη Γαλλία. Αρχικά η Ταξιαρχία αποτελείται από 300 παραστρατιωτικούς αλγερινής καταγωγής και χωρίζεται σε πέντε μονάδες. Ο Lafont λαμβάνει τον τίτλο του Hauptsturmführer των Ες Ες, ο Bonny εκείνον του Obersturmführer (λοχαγός), ενώ ο Villaplane, επικεφαλής μίας εκ των πέντε μονάδων, εκείνον του Untersturmführer. Η Ταξιαρχία λαμβάνει μέρος σε μάχες εναντίον Γάλλων αντιστασιακών στη κεντρική Γαλλία και αποκτά ιδιαίτερα κακή φήμη για την αγριότητα των εγκλημάτων της. Στις 11 Ιουνίου 1944, μόλις μία μέρα μετά τη σφαγή στο χωριό Oradour-sur-Glane (σ.σ. την ίδια μέρα, 10 Ιουνίου 1944, έλαβε χώρα και η σφαγή στο Δίστομο) συλλαμβάνουν 11 Γάλλους μαχητές, ηλικίας μεταξύ 17 και 26 ετών. Τους οδηγούν σε ένα χαντάκι και τους εκτελούν. Ο Villaplane είναι ένας απ’ αυτούς που τραβάνε τη σκανδάλη.

Σε ένα βιβλίο που αναφέρεται στη δράση της συμμορίας του Lafont περιγράφεται και η ακόλουθη ιστορία με πρωταγωνιστή των Villaplane. Μετά από πληροφορίες που φτάνουν στ’ αυτιά της τοπικής Γκεστάμπο στο Périgueux, μία κωμόπολη στην κεντρική Γαλλία, ο Villaplane και τρεις από τους άντρες της μονάδας του, κάνουν έφοδο στο σπίτι της 59χρονης και μητέρας έξι παιδιών Geneviève Léonard, με την υποψία ότι κρύβει έναν Εβραίο. Ερευνούν το σπίτι, αλλά δεν βρίσκουν αυτόν που ζητάνε. Ο Villaplane την τραβάει από τα μαλλιά και τη σέρνει στο γειτονικό αγροτόσπιτο, τη χτυπάει με το όπλο του και την εξαναγκάζει να παρακολουθήσει μπροστά στα μάτια της ένα φριχτό θέαμα. Άντρες της Ταξιαρχίας ξυλοκοπούν και βασανίζουν άγρια δύο χωρικούς γείτονές της πριν τους κάψουν ζωντανούς και τους πυροβολήσουν εν μέσω των φλογών. Ο Villaplane σκάει στα γέλια με το θέαμα. Εν τω μεταξύ, άλλα μέλη της Ταξιαρχίας έχουν εντοπίσει τον Εβραίο που αναζητούν ονόματι Antoine Bachmann και τον φέρνουν μπροστά στον Villaplane. Εκείνος τον ξυλοκοπεί και τον συλλαμβάνει. Στη συνέχεια διατάζει την Leonard να του δώσει 200.000 φράγκα.

Το καλοκαίρι του 1944 η απόβαση στη Νορμανδία έχει ανατρέψει το σκηνικό στο μέτωπο του πολέμου και οι Ναζί βρίσκονται στριμωγμένοι ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό, που εφορμά εξ Ανατολάς και τους Συμμάχους που προελαύνουν εκ Δυσμάς. Ο Villaplane αντιλαμβάνεται ότι οι Ναζί ενδέχεται να χάσουν τελικά τον πόλεμο. Δεν χάνει καιρό και αλλάζει στάση. Με διάφορες πράξεις ‘φιλανθρωπίας’ προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια των Γάλλων συνανθρώπων του, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο, που συνεργαζόταν με τους Ναζί μόνο και μόνο για να είναι σε θέση να σώσει τη ζωή συμπατριωτών του. Τον Αύγουστο του 1944 οι Συμμαχικές δυνάμεις πλησιάζουν στη γαλλική πρωτεύουσα και οι Παριζιάνοι ξεσηκώνονται ενάντια στους Ναζί. Στρατεύματα του γαλλικού στρατού (σ.σ. με αρκετούς στρατιώτες από τις χώρες του Μαγκρέμπ) απελευθερώνουν την πόλη. Οι συνεργάτες των Ναζί, ανάμεσα στους οποίους και τα μέλη της γαλλικής Γκεστάμπο συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε δίκη.

Ο Henri Lafont κατά τη δίκη των δοσιλόγων (History espresso)
O Εισαγγελέας είναι καταιγιστικός όταν περιγράφει τη δράση της ομάδας, αλλά και το χαρακτήρα του Villaplane. ‘Λεηλάτησαν, βίασαν, λήστεψαν, σκότωσαν και συνεργάστηκαν με τους Ναζί σε εκτελέσεις κι άφησαν πίσω τους ερείπια. Ένας μάρτυρας περιέγραψε πως είδε με τα ίδια του τα μάτια αυτούς τους μισθοφόρους να κλέβουν κοσμήματα από τα θύματά τους που κείτονταν ακόμα στο αίμα. O Villaplane ήταν παρών σε όλα αυτά, ήρεμος και γελαστός, χαρούμενος, τον ευχαριστούσε το θέαμα αυτό!’ Και συνεχίζει ο Εισαγγελέας στην αγόρευση του. ‘Η ψυχολογία του ήταν διαφορετική από εκείνη των υπολοίπων. Περηφανεύεται ότι είναι μηχανορράφος. Έχοντας μελετήσει τον φάκελό του μπορώ να πω ότι είναι απατεώνας, ένας γεννημένος απατεώνας. Οι απατεώνες έχουν ένα χαρακτηριστικό που είναι απαραίτητο για το εμπόριο: το θεατριλίκι. Είναι απαραίτητο για να τυφλώνουν τα θύματά τους και να αποσπούν αυτό που θέλουν όποτε το θέλουν. Επιδιδόταν στο χειρότερο είδος εκβίασης, εκείνο της ελπίδας. Ένας μάρτυρας έχει περιγράψει αυτή τη μακάβρια θεατρικότητα του Villaplane. Μια φορά, φτάνοντας σε ένα χωριό με ένα γερμανικό αυτοκίνητο, συνομιλούσε με ένα χωρικό: ‘Δείτε σε τι καιρούς ζούμε. Απαίσια εποχή. Πόσο δύσκολες εποχές, εγώ, ένας Γάλλος να είμαι εξαναγκασμένος να φορώ γερμανική στολή. Έχετε δει, γενναίοι μου άνθρωποι, τι εγκλήματα έχουν διαπράξει αυτοί οι άνθρωποι; Δεν μπορεί να είμαι εγώ υπεύθυνος για τα εγκλήματα αυτά. Δεν είμαι εγώ ο αρχηγός τους. Αυτοί θα σας σκοτώσουν. Αλλά εγώ, θα προσπαθήσω να σας σώσω ρισκάροντας τη ζωή μου. Έχω ήδη σώσει αρκετούς συνανθρώπους μας. 54, για να είμαι ακριβής. Εσείς θα είστε ο 55ος – εάν μου δώσετε 400.000 φράγκα’.


Στις 26 Δεκεμβρίου 1944, μία μέρα μετά τα Χριστούγεννα, οι Villaplane, Lafont, Bonny και άλλα πέντε μέλη της ομάδας τους, καταδικασμένοι σε θάνατο, μεταφέρθηκαν στο Fort de Montrouge στα δυτικά του Παρισιού όπου εκτελέστηκαν. Ο έτερος ιδρυτής της Βορειοαφρικανικής Ταξιαρχίας Mohamed El-Maadi θα καταφέρει να διαφύγει μαζί με τη σύζυγό του στη Γερμανία, όπου θα γίνει δεκτός από τον περιώνυμο για το ρόλο του στην ιστορία του Ολοκαυτώματος Παλαιστίνιο μουφτή Amin al-Husseini.

Πηγή: η εξαιρετική σελίδα του history espresso στο facebook

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Κώστας Κωνσταντινίδης

Ο Έλληνας αμυντικός Κώστας Κωνσταντινίδης, γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 1972, στο Σχόρντορφ, μια πόλη της Βάδης-Βιτερβέργης, ανατολικά της Στουτγάρδης. Ξεκίνησε από τον Πιερικό το 1991 και επόμενος του σταθμός ήταν ο ΟΦΗ του Ευγένιου Γκέραρντ, με τον οποίο έγινε γνωστός και διεθνής. Ψηλός, δυνατός, με καλή τεχνική και αντίληψη, πολύ καλός και σταθερός σε απόδοση, τον Δεκέμβριο του 1996 μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό, όπου οι πολύ καλές του εμφανίσεις τράβηξαν τα βλέμματα συλλόγων του εξωτερικού. Έτσι το 1999 πήρε μεταγραφή για τη Χέρτα Βερολίνου, για να ακολουθήσουν, η Μπόλτον (ως δανεικός από τη Χέρτα), το Αννόβερο και η Κολονία.Το 2005 επέστρεψε στην Ελλάδα και στον ΟΦΗ όπου αγωνίστηκε έως το 2007 και κρέμασε τα παπούτσια του το 2008 με την Νέα Σαλαμίνα στην Κύπρο. Με την εθνική Ελλάδος αγωνίστηκε από το 1995 έως το 2003 σε 38 αγώνες σημείωσε ένα τέρμα. Παρότι συμμετείχε στους προκριματικούς αγώνες για το Euro του2004, δεν ήταν στις επιλογές του Ότο Ρεχάγκελ για την τελική 23άδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία.


Πρωτοξεκίνησε να παίζει μπάλα στη γενέτειρά του, ενώ αργότερα πέρασε και από τις ακαδημίες της Στουτγάρδης. Στο 12ο έτος της ηλικίας του, η οικογένεια Κωνσταντινίδη επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα και ο νεαρός εντάχθηκε στο δυναμικό της Ομόνοιας Σίνδου. Εκεί τον είδαν οι άνθρωποι του Πιερικού και τον έφεραν στην Κατερίνη. Οι εμφανίσεις του νεαρού αμυντικού με τον Πιερικό και σε επίπεδο μάλιστα Α’ Εθνικής, αφού τότε η ομάδα είχε προβιβαστεί στην ανώτερη κατηγορία, κίνησαν το ενδιαφέρον μεγαλύτερων ομάδων. Ο ΟΦΗ πλειοδότησε και τον απέκτησε το 1994. Ωριμότερος και σαφώς με περισσότερες παραστάσεις, δέσποζε στην αμυντική γραμμή των Ηρακλειωτών, πραγματοποιώντας εξαιρετικές εμφανίσεις στη τριετία του εκεί, με αποτέλεσμα, τον Δεκέμβριο του 1996, το άλμα στον Παναθηναϊκό, όπου καθιερώθηκε ως βασικός τόσο στο "τριφύλλι" όσο και στην εθνική ομάδα.


Και με τη φανέλα των «πρασίνων» εντυπωσίασε, η ομάδα όμως έμεινε μακριά από τους τίτλους. Του δόθηκε η ευκαιρία να παλέψει για τίτλους, αφού υπήρξε βασικό μέλος της 11άδας του «τριφυλλιού», ενώ αγωνιζόταν και στο Τσάμπιονς Λιγκ. Το 1999,  αποφάσισε να γυρίσει στη Γερμανία, για λογαριασμό της Χέρτα, σε μια μεταγραφή αξίας € 1.300.000. Ακολούθησαν 2 «γεμάτες» σεζόν με τη φανέλα της «Γηραιάς Κυρίας» του γερμανικού ποδοσφαίρου, σε συνολικά 41 αγώνες. Έκανε το ντεμπούτο του στις 15 Αυγούστου του 1999, στη νίκη με 5-2 επί της Χάνσα του Ρόστοκ. Το πρώτο του γκολ για τη Χέρτα, το πέτυχε τον Δεκέμβριο, εντός έδρας εναντίον της Μόναχο 1860. Η αξία του αναγνωρίστηκε και σ’ αυτό το υψηλό επίπεδο. Με τη σπουδαία εμπειρία και την αγωνιστικότητά του, πρόσφερε στους Βερολινέζους. Τραυματίστηκε, όμως και έφυγε δανεικός για την αγγλική Μπόλτον. Έπαιξε λίγο στους «Τρότερς», με επακόλουθο την επιστροφή στη Γερμανία.


Λίγο μετά την έναρξη της σεζόν 2002/03, υπέγραψε στο Ανόβερο για € 200.000 και έπαιξε στις 2 σεζόν του εκεί, σε 43 αγώνες πρωταθλήματος, για να να συνεχίσει, τη περίοδο 2004/05 στη Κολωνία. Το 2005 επέστρεψε εκεί όπου καθιερώθηκε, στον ΟΦΗ, μένοντας έως το 2007 και στη συνέχεια πήγε στην Κύπρο για λογαριασμό της Νέας Σαλαμίνας και με τα ερυθρόλευκα της ομάδας της Αμμοχώστου, κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του το 2008.

Με την εθνική ομάδα της Ελλάδας, αγωνίστηκε από το 1995 έως το 2003 και αποτελούσε ένα από τα βασικά στελέχη της. Σε 38 αγώνες σημείωσε 1 τέρμα. Ντεμπουτάρισε με το εθνόσημο στο στήθος, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1995, σ’ ένα φιλικό Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας (0-2). Συμμετείχε στους προκριματικούς αγώνες του Euro του 2004, όμως δεν ήταν στις επιλογές του Ότο Ρεχάγκελ (Otto Rehhagel) για την τελική 23άδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία.


Όταν τελείωσε η σταδιοδρομία του στα γήπεδα, η Ξάνθη ήταν ο σύλλογος που τον ενέταξε στο τεχνικό τιμ της, το καλοκαίρι του 2009, χρίζοντάς τον βοηθό του τότε προπονητή της, Γερμανού Βόλφγκανγκ Βολφ (Wolfgang Wolf). Πλέον, κατέχει το πόστο του σκάουτερ της Ξάνθης!

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

 Εφηβική καριέρα

  • ·         1979–1983: Sportgemeinschaft Schorndorf
  • ·         1983–1985: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart 1893
  • ·         1985–1991: Φιλοπροοδευτικός Σύλλογος Ομόνοια Σίνδου


Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1991-1994: Σύνδεσμος Φιλάθλων Κατερίνης Πιερικός, 82 (4)
  • ·         1994-1996/97α: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου (ΟΦΗ), 65 (7)
  • ·         1996/97β-1999: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 60 (7)
  • ·         1999-2002/03α: Hertha Berliner Sport-Club, 48(2)
  • ·         2002: (δανεικός) → Bolton Wanderers Football Club, 3 (0)
  • ·         2002/03β-2004: Hannoverscher Sportverein von 1896, 43 (3)
  • ·         2004/05: 1. Fußball-Club Köln 01/07, 14 (1)
  • ·         2005-2007: Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου (ΟΦΗ), 35 (1)
  • ·         2007/08: Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου, 6 (0)

Σύνολο καριέρας, 356    (25)

Διεθνής

  • ·         1995-2003: Ελλάδα, 38 (1)



ΠΗΓΗ: balleto.gr

Λεωνίδας Βόκολος

Ο Έλληνας κεντρικός αμυντικός Λεωνίδας Βόκολος, γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 1970, στην Αθήνα. Έχοντας ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα το 1986 στον Πανιώνιο, αγωνίστηκε στην ομάδα της Νέας Σμύρνης για 12 χρόνια, με κορυφαία του στιγμή, τη κατάκτηση του Κυπέλλου το 1998, ενώ είχε αγωνιστεί και στον τελικό του 1989. Συνέχισε για πέντε χρόνια στον Παναθηναϊκό και ακολούθησαν 2 χρόνια στον ΠΑΟΚ, αργότερα στην Καλλιθέα και στο κυπριακό πρωτάθλημα με τον Α.Π.Ο.Π. Κινύρας Πέγειας, έως το 2007 που σταμάτησε. Συνεπής ποδοσφαιριστής, αθόρυβος, δουλευταράς, μαζί με τον Γιάννη Γκούμα και τον Ρενέ Χένρικσεν (René Henriksen), αποτέλεσε μια εξαιρετικά αξιόπιστη λύση στην άμυνα των «πρασίνων» στη 5ετία του στο «τριφύλλι»! Ντεμπούτο του με την εθνική Ελλάδος έκανε το 1998 επί Άνχελ Ιορντανέσκου (Anghel Iordănescu) και με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε συνολικά 7 φορές σημειώνοντας και ένα τέρμα, μέχρι το 2001.


Έκανε τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα στον Πανιώνιο και τον Σεπτέμβριο του 1986, σ’ ένα παιχνίδι κόντρα στην ΑΕΚ, πραγματοποίησε το ντεμπούτο του, αγωνιζόμενος για 72 λεπτά στην αναμέτρηση, που έληξε ισόπαλη 1-1. Ωστόσο, στη συνέχεια έπρεπε να περιμένει 4 χρόνια για να αγωνιστεί και πάλι, αλλά μόλις για 14 λεπτά σ’ ένα ματς κόντρα στην Παναχαϊκή. Η καθιέρωση στους «κυανέρυθρους» ήλθε λίγο καιρό αργότερα. Τον Φεβρουάριο του 1992 έπαιξε το πρώτο του 90λεπτο με την ομάδα της Νέας Σμύρνης, κόντρα στον ΟΦΗ και στη συνέχεια, έγινε βασικό μέλος της ομάδας. Τον Μάιο του ίδιου έτους σκόραρε το πρώτο τέρμα της καριέρας του κόντρα στον Λεβαδειακό. Τα επόμενα 6 χρόνια στον Πανιώνιο, μαζί με τον Τάκη Φύσσα, ήταν από τα βασικά μέλη της αμυντικής γραμμής της ομάδας. Με τους «κυανέρυθρους» κατέκτησε κόντρα στον Παναθηναϊκό, το Κύπελλο Ελλάδας της σεζόν 1997/98, φτάνοντας τις 8 συμμετοχές στη διοργάνωση, ενώ με δικό του γκολ κόντρα στον ΠΑΟΚ στα ημιτελικά, ο Πανιώνιος πήρε το εισιτήριο για τον τελικό! Συνολικά, στην ομάδα της Νέας Σμύρνης αγωνίστηκε για 12 χρόνια, συμπληρώνοντας 203 συμμετοχές στο  πρωτάθλημα.


Μετά και τον πρώτο του τίτλο της καριέρας του, μετακόμισε στην Παιανία, με τον  Παναθηναϊκό να τον αποκτά ελεύθερο, το καλοκαίρι του 1998. Έκανε το ντεμπούτο του, στο παιχνίδι με την Προοδευτική, τον Αύγουστο του 1998, στη νίκη με 2-1. Οι καλές συμμετοχές στο «τριφύλλι» συνεχίστηκαν και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους πήρε τη πρώτη κλήση για την Εθνική ομάδα. Στην πρώτη του σεζόν στο τριφύλλι, με τον Βασίλη Δανιήλ, έπαιξε και παιχνίδια στο Champions League. Την πρώτη του χρονιά στον Παναθηναϊκό έφτασε και πάλι σε τελικό Κυπέλλου, αλλά και τότε οι «πράσινοι» χάνουν με τον ίδιο βασικό, από τον Ολυμπιακό. Το ευρωπαϊκό του ντεμπούτο έγινε τον Σεπτέμβριο του 1998, σ’ ένα παιχνίδι κόντρα στην Ντιναμό Κιέβου, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους πέτυχε το πρώτο του τέρμα στην Ευρώπη και χάρισε τη νίκη στους «πράσινους» κόντρα στη Λανς στη φάση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ. Στον Παναθηναϊκό έμεινε για ακόμα 4 χρόνια με γεμάτες χρονιές, με εξαίρεση ίσως τις δύο τελευταίες. Ωστόσο, με το «τριφύλλι» δεν κατάφερε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο. Το 2000/01 έκανε τις περισσότερες συμμετοχές του στην Ευρώπη (13), όταν με τον Άγγελο Αναστασιάδη στον πάγκο, έφτιαξε μια ιδανική τριπλέτα, μαζί με τον Ρενέ Χένρικσεν και τον Γιάννη Γκούμα. Ο Παναθηναϊκός τότε προκρίθηκε στη δεύτερη φάση των ομίλων του Champions League, στηρίζοντας πολλά στην αμυντική του λειτουργία και την εξαιρετική συνεργασία που υπήρχε στα μετόπισθεν.


Η επόμενη σεζόν βρήκε τον Παναθηναϊκό μεν πρωταθλητή, αλλά τον Βόκολο στον ΠΑΟΚ! Το καλοκαίρι του 2003 έφυγε από τους «πράσινους», σε μια χρονιά ανακατατάξεων και αμέσως βρήκε τον νέο του σταθμό στην Θεσσαλονίκη και στον ΠΑΟΚ. Εκεί έμεινε ενάμιση χρόνο, έχοντας 28 συμμετοχές την πρώτη περίοδο και 11 την 2η στο πρωτάθλημα, χωρίς και πάλι να καταφέρει να κατακτήσει τίτλο. Πέτυχε ακόμα 2 τέρματα στην Ευρώπη, τα οποία ήταν και τα τελευταία του. Στα 34 του πλέον, τον χειμώνα του 2005, αποχώρησε από τον ΠΑΟΚ για την Καλλιθέα, όπου και πάλι έμεινε για ενάμιση χρόνο, με την πορεία του όμως να είναι πτωτική. Έτσι, τελευταίος του σταθμός είναι ο ΑΠΟΠ Κινύρας στην Κύπρο! Εκεί αγωνίστηκε την πρώτη του μισή χρονιά 12 φορές στην Α’ κατηγορία, με την ομάδα του να υποβιβάζεται και την επόμενη και τελευταία του χρονιά στα γήπεδα, αγωνίζεται 24 φορές σημειώνοντας 6 τέρματα...


Υπήρξε μέλος των εθνικών ομάδων Νέων (1987/88) και Ελπίδων. Το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Ελλάδας, πραγματοποιήθηκε στις 18 Νοεμβρίου του 1998, στην εκτός έδρας ισοπαλία 0-0 με  την Αλβανία, για την προκριματική φάση του Euro του 2000, όταν υπό τις οδηγίες του Άνχελ Ιορντανέσκου (Anghel Iordănescu), πέρασε σαν αλλαγή στη θέση του Νίκου Νταμπίζα λίγο πριν το τέλος της αναμέτρησης. Με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε συνολικά 7 φορές σημειώνοντας και ένα τέρμα, το διάστημα μεταξύ 1998-2001.


Το 2007 κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και ξεκίνησε καριέρα στη προπονητική. Ο Παναθηναϊκός του πρότεινε θέση στις ακαδημίες της ομάδας και ανέλαβε το 2008 προπονητής στα μικρά τμήματα. Εκεί έμεινε μέχρι το 2010, πριν μετακομίσει στην Εθνική ομάδα. Ανέλαβε την Εθνική Παίδων με την οποία πήρε την πρόκριση για το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα Κ17 και το 2011 ανέλαβε την Εθνική Νέων την οποία και πάλι προκρίθηκε στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος Κ19. Μετά και από αυτή την επιτυχία, τον Αύγουστο του 2011, ο Φερνάντο Σάντος (Fernando Manuel Fernandes da Costa Santos) τον πήρε μαζί του στην Εθνική ομάδα. Βοηθός του Πορτογάλου, ήταν παρών στο Euro του 2012, αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014.


Μετά από το Μουντιάλ της Βραζιλίας, το συμβόλαιο του με την Εθνική δεν ανανεώθηκε και μαζί με τον Τάκη Φύσσα αποχώρησαν και πάλι, όπως είχε συμβεί τόσο στον Πανιώνιο όσο και στον Παναθηναϊκό! Στις 11 Νοεμβρίου 2014 ανακοινώθηκε από τον Παναθηναϊκό ότι ανέλαβε καθήκοντα τεχνικού διευθυντή του συλλόγου, σε αντικατάσταση του αποχωρήσαντα Νίκου Νταμπίζα, όπου συνεργάστηκε και πάλι, από διαφορετικές όμως θέσεις, με τον συνεργάτη του στην εθνική ομάδα, Τάκη Φύσσα, διευθυντή ποδοσφαίρου τότε των «πράσινων», θέση από την οποία αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2016. Τον Αύγουστο του 2016 επέστρεψε στην προπονητική, για πρώτη φορά σε συλλογικό επίπεδο, ως πρώτος προπονητής, αναλαμβάνοντας τον Παναιγιάλειο.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές  (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1986-1998: Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σμύρνης, 203 (15)
  • ·         1998-2003: Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 90 (5)
  • ·         2003-2005: Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών (ΠΑΟΚ), 39 (0)
  • ·         2005/06: Γυμναστικός Σύλλογος Καλλιθέα, 23 (1)
  • ·         2006/07: Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Πέγειας (ΑΠΟΠ) Κινύρας, 12 (0)

Σύνολο καριέρας: 367 (21)

Διεθνής

  • ·         1998-2001: Ελλάδα, 7 (1)

Προπονητική καριέρα  

  • ·         2010/11: Εθνική Παίδων Ελλάδας U17
  • ·         2011: Εθνική Νέων Ελλάδας U19
  • ·         2011-2014: Ελλάδα (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τον Πανιώνιο
  • ·         Κύπελλο Ελλάδος: 1997/98



ΠΗΓΗ: gazzetta.gr