Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύλλογοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Άστον Βίλα: Οι Χωριάτες

Η Άστον Βίλα (αγγλικά: Aston Villa Football Club) είναι ένας από τους παλιότερους και πιο ένδοξους ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Αγγλίας και εδρεύει στο Γουίτον του Μπέρμιγχαμ. Η Βίλα, όπως συχνά αποκαλείται, ιδρύθηκε το 1874, έχει έμβλημα το χρυσό λιοντάρι και οι παραδοσιακή της εμφάνιση είναι βυσσινί φανέλα με γαλάζια μανίκια, λευκά παντελονάκια και γαλάζιες κάλτσες. Το συνηθισμένο παρατσούκλι της ομάδας είναι «The Villans» (Οι Χωριάτες) αλλά υπάρχει και το «The Lions» (Τα Λιοντάρια). Γήπεδό της είναι το "Βίλα Παρκ" (Villa Park) του Μπέρμιγχαμ, χωρητικότητας 42.640 θεατών και το χρησιμοποιεί από το 1897! Η Άστον Βίλα ήταν ιδρυτικό μέλος τόσο της αγγλικής επαγγελματικής ποδοσφαιρικής ένωσης (Football League) το 1888, όσο και της Πρέμιερ Λιγκ το 1992. Έχει κατακτήσει 7 φορές το πρωτάθλημα κι άλλες τόσες το Κύπελλο Αγγλίας. Επίσης, το 1982 κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης. Με 21 τρόπαια είναι η τέταρτη πιο επιτυχημένη αγγλική ποδοσφαιρική ομάδα, αν και τα περισσότερα τα κατέκτησε προπολεμικά. 


Η Άστον Βίλα ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1874 και επίσημα στις 21 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, από τα μέλη ενός παρεκκλησιού του Άστον, του "Villa Cross Wesleyan Chapel". Τότε το Άστον ήταν ξεχωριστή κωμόπολη ενώ τώρα αποτελεί τμήμα της πόλης του Μπέρμιγχαμ. Τα τέσσερα ιδρυτικά μέλη του συλλόγου ήταν οι: Τζακ Χιουζ (Jack Hughes), Φρέντερικ Μάθιους (Frederick Matthews), Ουόλτερ Πράις (Walter Price) και Ουίλλιαμ Σκάτεργκουντ (William Scattergood). Ο πρώτος αγώνας της Άστον Βίλα ήταν εναντίον του τοπικού συλλόγου ράγκμπι "Aston Brook St Mary's" και για να γίνει ο αγώνας οι δυο ομάδες συμφώνησαν να παίξουν το πρώτο ημίχρονο με κανόνες ράγκμπι και το δεύτερο με κανόνες ποδοσφαίρου. Σύντομα η Βίλα έγινε μια από τις πιο δυνατές ομάδες των Midlands και το 1880 κέρδισε το πρώτο της τρόπαιο, το Birmingham Senior Cup, υπό την καθοδήγηση του σκωτσέζου Τζωρτζ Ράμσεϊ (George Ramsay).

Ο Ουίλλιαμ ΜακΓκρέγκορ, πρόεδρος της Άστον Βίλα και ο εμπνευστής του
Κορυφαίου, ίσως, Πρωταθλήματος του Κόσμου.
Η ομάδα της Άστον Βίλα που κατέκτησε το
Αγγλικό Κύπελλο του 1887
Το 1887 κατέκτησε για πρώτη φορά το Κύπελλο Αγγλίας και το επόμενο έτος ήταν από τα 12 ιδρυτικά μέλη της Football League. Άλλωστε, ο παράγοντας του συλλόγου Ουίλλιαμ ΜακΓκρέγκορ (William McGregor) ήταν ο εμπνευστής της νεότευκτης Λίγκας. Τα χρόνια που ακολούθησαν η Άστον Βίλα εξελίχθηκε στην πιο επιτυχημένη αγγλική ομάδα, κερδίζοντας έξι πρωταθλήματα και πέντε Κύπελλα έως το 1913. Το 1897 κατέκτησε το νταμπλ, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Το ίδιο έτος μετακόμισε στο σημερινό γήπεδό της, το Aston Lower Grounds, όπως ονομαζόταν τότε. Η ονομασία Villa Park καθιερώθηκε σταδιακά, από τους φιλάθλους του συλλόγου.


Το 1920 η Βίλα κέρδισε το έκτο της κύπελλο αλλά στη συνέχεια ο πιο ένδοξος τότε αγγλικός ποδοσφαιρικός σύλλογος άρχισε σιγά-σιγά να περνά στη μετριότητα, με αποτέλεσμα το 1936 να υποβιβαστεί για πρώτη φορά στην ιστορία του. Ήταν μια από τις χειρότερες σεζόν. Η άμυνα της ομάδας δέχτηκε 110 γκολ, μεταξύ των οποίων 7 σε ένα ντροπιαστικό 1-7 εντός έδρας από την Άρσεναλ, με σκόρερ μάλιστα τον Τεντ Ντρέικ (Ted Drake) που πέτυχε και τα επτά γκολ! Το 1938 επανήλθε στην Α' κατηγορία, ως πρωταθλήτρια της Β', αλλά ο πόλεμος που ακολούθησε ανέκοψε την ανοδική της πορεία. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την ανασυγκρότηση της ομάδας ανέλαβε ο Άλεξ Μάσι  (Alex Massie), παλιός ποδοσφαιριστής του συλλόγου. Το 1957 ο σύλλογος κατέκτησε ένα ανέλπιστο τρόπαιο μετά από 37 χρόνια! Έπειτα από μια ανεπανάληπτη σειρά νικών κατέκτησε το Κύπελλο Αγγλίας νικώντας στον τελικό τους "Busby Babes", τους «μπέμπηδες του Ματ Μπάσμπι», την περίφημη νεανική ομάδα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.


Δυο χρόνια αργότερα η ομάδα υποβιβάστηκε ξανά, για να ξανανεβεί το 1960. Παρά τη μέτρια παρουσία στο πρωτάθλημα ένα νέο τρόπαιο προστέθηκε στο μουσείο του συλλόγου το 1961, το Λιγκ Καπ. Η δεκαετία του '60 ήταν απογοητευτική για το σύλλογο. Το 1967 υποβιβάστηκε ξανά και το 1970 ένας νέος υποβιβασμός οδήγησε την ομάδα στη Γ΄ κατηγορία, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Αν και ομάδα Γ΄ κατηγορίας, η Βίλα δεν έχασε τις φιλοδοξίες της. Το 1971 έφτασε στον τελικό του Λιγκ Καπ, όπου ηττήθηκε από την Τότεναμ και το 1972 ανέβηκε στη Β΄ κατηγορία με ρεκόρ 70 βαθμών. Το 1973 το σύλλογο ανέλαβε ο Ρον Σόντερς (Ron Saunders), ο οποίος έμελλε να τον οδηγήσει στην κορυφή της Ευρώπης. Το 1975 κατέκτησε το Λιγκ Καπ. Το 1977 ανέβηκε ξανά στην Α΄ κατηγορία. Επίσης, κατέκτησε ξανά το Λιγκ Καπ κι έπαιξε στο Κύπελλο UEFA.


Η ανοδική πορεία δεν σταμάτησε εκεί. Το 1981 η Άστον Βίλα κερδίζει το πρωτάθλημα έπειτα από 71 χρόνια! Την επόμενη σεζόν, συνεχίζει να εκπλήσσει οπαδούς και φιλάθλους, φτάνοντας ως τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Όμως, παραδόξως, το Μάρτιο του 1982 κι ενώ ο σύλλογος είχε ήδη προκριθεί στα προημιτελικά, ο Σόντερς παραιτείται έπειτα από διαφωνία με τον πρόεδρο της ομάδας. Ως μάνατζερ αναλαμβάνει ο βοηθός Τόνι Μπάρτον  (Tony Barton), που οδηγεί την ομάδα σε μια ανεπανάληπτη νίκη στον τελικό επί της Μπάγερν Μονάχου με 1-0. Σκόρερ ήταν ο Πίτερ Γουίθ (Peter Withe) και αρχηγός ο Ντένις Μόρτιμερ (Dennis Mortimer). Αυτή παραμένει η μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του συλλόγου. Την επόμενη σεζόν κατέκτησε και το Σούπερ Κύπελλο Ευρώπης νικώντας τη Μπαρτσελόνα στο διπλό τελικό με 0-1, 3-0 (στην παράταση).


Τα επόμενα χρόνια η Βίλα επανήλθε σταδιακά στη μετριότητα. Υποβιβάστηκε το 1987 αλλά επανήλθε την αμέσως επόμενη περίοδο και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Πρέμιερ Λιγκ το 1992.  Στις επιτυχίες αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται οι δεύτερες θέσεις στο πρωτάθλημα (1989, 1993) και δύο Λιγκ Καπ (1994, 1996). Επίσης, η συμμετοχή της στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 2000, για πρώτη φορά από το 1957. Ηττήθηκε από την Τσέλσι με 1-0 σε έναν σημαδιακό αγώνα, αφού ήταν ο τελευταίος στο παλιό Στάδιο Γουέμπλεϊ. Η εξαγορά του συλλόγου από τον Αμερικανό Ράντυ Λέρνερ το 2007, δεν έφερε αλλαγές στην ομάδα. Ο σύλλογος αυτή τη στιγμή ανήκει στη «Recon Group Limited», μια εταιρεία της οποίας προεδρεύει ο Κινέζος επιχειρηματίας Tony Xia  


Τα πρώτα γήπεδα που αγωνίστηκε η Άστον Βίλα ήταν το «Aston Park» (Άστον Παρκ, 1874–1876) και το «Perry Barr» (Πέρι Μπαρ, 1876–1897). Το 1897 εγκαταστάθηκε στο «Villa Park» (Βίλα Παρκ), το οποίο είναι το μεγαλύτερο των Midlands και το όγδοο σε όλη την Αγγλία. Το Βίλα Παρκ έχει φιλοξενήσει 16 αγώνες της Εθνικής Αγγλίας, με τον πρώτο το 1899 και τον τελευταίο το 2005. Είναι αξιοσημείωτο, πως έγινε το πρώτο αγγλικό στάδιο που φιλοξένησε διεθνή αγώνα σε τρεις διαφορετικούς αιώνες (19ο, 20ο και 21ο). Το Βίλα Παρκ με 55 ημιτελικούς, είναι το στάδιο που χρησιμοποιείται πιο συχνά για τη διεξαγωγή ημιτελικών του Κυπέλλου Αγγλίας. Ο σύλλογος σχεδιάζει την επέκταση της βόρειας κερκίδας, ώστε η χωρητικότητα να φτάσει τους 51.000 θεατές. Εκτός από το γήπεδο η ομάδα έχει ένα χώρο προπονήσεων, το Bodymoor Heath, στο βόρειο Warwickshire από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.


  • Τοπικός της αντίπαλος είναι η Μπέρμιγχαμ Σίτι. Το ντέρμπι με την Μπέρμιγχαμ είναι ένα από τα κλασικά της Αγγλίας, από το 1879, παρόλο που γεωγραφικά η Άστον Βίλα είναι πιο κοντά με τη Γουέστ Μπρόμγουιτς Άλμπιον.

  • Έχει αγωνιστεί 98 σεζόν στην ανώτερη κατηγορία. Μόνο η Έβερτον με 105 έχει περισσότερες. Κατά συνέπεια το ζευγάρι Άστον Βίλα-Έβερτον είναι το πιο πολυπαιγμένο στην ποδοσφαιρική ιστορία της Αγγλίας.

  • Είναι η τέταρτη σε επιτυχίες αγγλική ομάδα με 21 τρόπαια.
  • Κατέχει το ρεκόρ γκολ σε μια σεζόν: 128 γκολ (1930/31).
  • Το 1887 ο ποδοσφαιριστής της Βίλα, Άρτσυ Χάντερ (Archie Hunter), έγινε ο πρώτος που σκόραρε σε όλους τους γύρους του Κυπέλλου Αγγλίας.
  • Ήταν αήττητη στο γήπεδό της σε 19 αγώνες Κυπέλλου επί 13 χρόνια (1888-1901).
  • Ήταν η πρώτη ομάδα που νίκησε τη Μπάγερν Μονάχου σε ευρωπαϊκό τελικό, το 1982.


Τίτλοι

Κύπελλο Πρωταθλητριών: 1982
Σούπερ Κύπελλο Ευρώπης: 1982
Κύπελλο Ιντερτότο: 2001
Πρωτάθλημα Αγγλίας: 1894, 1896, 1897, 1899, 1900, 1910, 1981.
Κύπελλο Αγγλίας: 1887, 1895, 1897, 1905, 1913, 1920, 1957.
Λιγκ Καπ Αγγλίας: 1961, 1975, 1977, 1994, 1996
Τσάριτι Σιλντ: 1981 
Πρωτάθλημα Β΄ κατηγορίας Αγγλίας: 1938, 1960
Πρωτάθλημα Γ΄ κατηγορίας Αγγλίας: 1972

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Αμβούργο: Ο Δεινόσαυρος

Το Αμβούργο (γερμανικά: Hamburger Sport-Verein, συντετμημένα HSV - Χα Ες Φάου) είναι αθλητικός σύλλογος που εδρεύει στην ομώνυμη πόλη της βόρειας Γερμανίας. Ιδρύθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1887 και είναι από τους παλιότερους και διασημότερους συλλόγους της χώρας. Από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται συνεχώς μεταξύ των κορυφαίων συλλόγων του γερμανικού ποδοσφαίρου. Το Αμβούργο είναι ένα από τα μεγαλύτερα αθλητικά σωματεία στη Γερμανία με πάνω από 70.000 μέλη σε όλα τα τμήματα της που περιλαμβάνει επίσης τμήματα γυναικείου ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ), χειροσφαίρισης (βόλεϊ), χόκεϊ επί πάγου, μπέιζμπολ, μπάντμιντον, μπόουλινγκ, κρίκετ, πυγμαχίας, γκολφ, γυμναστικής, κ.α., καθώς και ξεχωριστό τμήμα καρδιοαναπνευστικών ασκήσεων αποκατάστασης. 


Ως χρώματα του συλλόγου επελέγησαν το χανσεατικό κόκκινο και το χρώμα της πόλης, το λευκό. Επίσης, το μπλε και το μαύρο που ήταν τα χρώματα της Γκερμάνια, της παλιότερης από τις τρεις ιδρυτικές ομάδες. Το μπλε και το μαύρο υπάρχουν και στο έμβλημα του σωματείου. Τα χρώματα των εμφανίσεων της ποδοσφαιρικής ομάδας είναι εναλλακτικά είτε το κόκκινο και το λευκό, είτε το μπλε και το μαύρο. Από τις 25 Μαΐου του 2014, τη διαχείριση των ποδοσφαιρικών τμημάτων του συλλόγου έχει αναλάβει η εταιρία ‘’HSV Fußball AG’’. Το γήπεδο που αγωνιζόταν η ομάδα από το 1953 ως το 2000 ήταν το ‘’Φολκσπαρκστάντιον’’ (Volksparkstadion -Στάδιο του Λαού), το οποίο είχε φιλοξενήσει αρκετούς διεθνείς αγώνες, όπως αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1974 και του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 1988. Το 2000 αντικαταστάθηκε από το «AOL Arena», χωρητικότητας 57.274 θεατών, από τις οποίες περίπου 10.000 είναι θέσεις ορθίων. Το γήπεδο φιλοξένησε αγώνες του 4ου ομίλου και έναν προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006, που διεξήχθη στη Γερμανία. Το 2007 μετονομάστηκε σε «HSH Nordbank Arena», ενώ λίγο αργότερα, μέσα στην ίδια χρονιά, μετονομάστηκε στη σημερινή ονομασία του «Imtech Arena».

Η σημαία της πόλης του Αμβούργου

Έχει διάφορα παρατσούκλια, όπως το αρχικό «Hanseaten» (Ενωμένοι), που προέρχεται από τον όρο Χάνσα (Hansa), ο οποίος στα παλαιά γερμανικά της Άνω Γερμανίας σημαίνει ένωση, όμιλος. Με αυτό το όνομα εμφανίστηκαν διάφοροι συνασπισμοί πόλεων με κύριο σκοπό τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και του εμπορίου στο χώρο της Βόρειας Θάλασσας. Κυρίως όμως, ο όρος αυτός αναφέρεται στην Χανσεατική Ένωση, δηλαδή την ένωση των γερμανικών κατά βάση πόλεων της Βαλτικής και της Βόρειας Θάλασσας (Γερμανική Χάνσα), που ήταν η μεγαλύτερη από αυτές τις ενώσεις. Τα πιο γνωστά παρατσούκλια του όμως είναι το «Urgestein» που σημαίνει Απολίθωμα, το «Bundesliga-Dino» (Δεινόσαυρος της Μπουντεσλίγκα), το οποίο –εν συντομία- εξελίχθηκε σε σκέτο «Dinosaur/s» (Ο/Οι Δεινόσαυρος/οι), που είναι και αυτό που έχει καθιερωθεί.

Οι σύλλογοι που συγχωνεύτηκαν για να ιδρύσουν το Hamburger Sport-Verein.
Η Sports Club Germania, η Hamburg Fußball Club και η Fußball Club Falke

Οι ρίζες του συλλόγου ανάγονται στις 29 Σεπτεμβρίου 1887. Τότε συγχωνεύτηκαν οι σύλλογοι Ντερ Χόενφελντερ ΣπορτΚλουμπ (Der Hohenfelder Sportclub) και Βάντσμπεκ-Μάριεντχαλ ΣπορτΚλουμπ (Wandsbek-Marienthaler Sportclub) και δημιούργησαν τη Σπορτς Κλουμπ Γκερμάνια (Sports Club Germania). Ένα χρόνο αργότερα, το 1888, ιδρύθηκε στην πόλη η Αμβούργο Φούσμπαλ Κλουμπ (Hamburg Fußball Club) και το 1906 η Φούσμπαλ Κλουμπ Φάλκε (Fußball Club Falke). Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε και τις τρεις ομάδες αποδυναμωμένες. Έτσι αποφάσισαν να συνενωθούν, ώστε να δημιουργηθεί μια ισχυρή ομάδα που να αντιπροσωπεύει την πόλη. Η συνένωση έγινε το 1919 και ο νέος σύλλογος ονομάστηκε Αμβούργο Σπορτ-Φεράιν (Hamburger Sport-Verein). Έτσι μέσω της προδρόμου ομάδας, της Γκερμάνια, το Αμβούργο μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ο αρχαιότερος γερμανικός ποδοσφαιρικός σύλλογος. Σε αυτό υπάρχουν αντιρρήσεις, διότι η Γκερμάνια ήταν αρχικά μόνο αθλητικό σωματείο. Ποδοσφαιρικό τμήμα ίδρυσε το 1891, έπειτα από την ένταξη στο σύλλογο 6 Άγγλων ποδοσφαιρόφιλων.

Η πράξη της ενοποίησης και η αναφορά στον πρόδρομο σύλλογο, 
τη Γκερμάνια, που το έτος ίδρυσής της θεωρείται και 
έτος ίδρυσης  του Αμβούργου.

Το Αμβούργο σύντομα άρχισε να διακρίνεται σε παγγερμανικό επίπεδο. Το 1922 έφτασε στον τελικό του πρωταθλήματος με αντίπαλο τη Νυρεμβέργη. Ο αγώνας διακόπηκε λόγω σκότους. Έπειτα από συνολικά 3 ώρες και 10’ λεπτά ήταν ακόμα ισόπαλος 2-2! Ο επαναληπτικός έληξε επίσης ισόπαλος 1-1. Την εποχή εκείνη δεν γίνονταν αλλαγές. Έτσι στην παράταση η Νυρεμβέργη έμεινε κάποια στιγμή με 7 παίκτες και ο διαιτητής αποφάσισε να διακόψει τον αγώνα. Η Ομοσπονδία ανακήρυξε νικήτρια του αγώνα την ομάδα του Αμβούργου αλλά υπέδειξε στο σύλλογο να αρνηθεί τον τίτλο του πρωταθλητή στο όνομα του «ευ αγωνίζεσθαι». Έτσι, το έτος αυτό δεν απονεμήθηκε τίτλος πρωταθλήματος. Το Αμβούργο επανήλθε δριμύτερο το επόμενο έτος και κέρδισε το Πρωτάθλημα Γερμανίας. Στον τελικό επικράτησε της Ουνιόν Όμπερσενβάιντε (Union Oberschöneweide). Το 1924 ηττήθηκε στον τελικό, ενώ το κατέκτησε και πάλι το 1928. Έτσι ο σύλλογος καθιερώθηκε στο γερμανικό βορρά, στην κατηγόρια Όμπερλίγκα Νορντ (Oberliga Nord), ως πρωταγωνιστής. Διατηρεί χαρακτηριστική αντιπαλότητα με τη Βέρντερ Βρέμης, στο επονομαζόμενο «Nordderby» (Βόρειο ντέρμπι).


Μεταπολεμικά σε 16 περιόδους, από το 1947 έως το 1963 που ιδρύθηκε η Μπουντεσλίγκα, κατέκτησε τον τίτλο της κατηγορίας 14 φορές ενώ άλλη μια φορά έχασε τον τίτλο από τη Ζανκτ Πάουλι λόγω χειρότερης διαφοράς τερμάτων. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, τέσσερις φορές σημείωσε πάνω από 100 γκολ τη σεζόν (1951, 1955, 1961, 1962). Όμως, η κυριαρχία του στο βορά δε συνοδεύτηκε από εθνικούς τίτλους. Μόλις μια φορά πήρε το πρωτάθλημα, το 1960, ενώ άλλες δυο φορές, το 1957 και το  1958 ηττήθηκε στον τελικό.


Το Αμβούργο ήταν μία από τις 16 ομάδες που ίδρυσαν την Μπουντεσλίγκα, την επαγγελματική Ποδοσφαιρική Ένωση της Γερμανίας, το 1963. Είχε το προνόμιο να ήταν η μοναδική από τις 16 ιδρύτριες ομάδες που δεν υποβιβάστηκε ποτέ, κάτι που, δυστυχώς συνέβη τον Μάιο του 2018. Το ίδιο ίσχυε και για την Μπάγερν, αλλά η βαυαρική ομάδα δεν μετείχε στις πρώτες δύο σεζόν του ομοσπονδιακού Πρωταθλήματος. Τη διάκριση αυτή αναγνώρισε επίσημα η Μπουντεσλίγκα, όταν κατά τον εορτασμό των 40 ετών από την ίδρυσή της διοργάνωσε, στις 24 Αυγούστου του 2004, εορταστικό αγώνα ανάμεσα στην παλαιότερη ομάδα της Ένωσης, το Αμβούργο, και στην πιο επιτυχημένη, την Μπάγερν Μονάχου. Το Αμβούργο είχε ένα ακόμα μεγαλύτερο ρεκόρ: από το 1919 αγωνιζόταν ΠΑΝΤΑ στην ανώτερη κατηγορία και δεν είχε ποτέ υποβιβαστεί σε χαμηλότερη! Εξ αιτίας αυτού απέκτησε το παρατσούκλι «Δεινόσαυρος». Υπάρχει και το περίφημο «Ρολόι που δεν Μηδενίζει Ποτέ» (που πλέον μηδένισε) στο στάδιο που αγωνίζεται και που έδειχνε από τα χρόνια μέχρι και τα δευτερόλεπτα συνεχούς παρουσίας του συλλόγου στην Μπουντεσλίγκα!


Ο Ρούντι Νόακ (Rudolf ‘’Rudi’’ Noack), ο Αλι Μπάιερ (Albert ‘’Ali’’ Beier) και ο Ερβιν Ζέελερ (Erwin Seeler) υπήρξαν οι τρεις σπουδαιότεροι παίκτες στα προπολεμικά χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το Αμβούργο εμπλουτίστηκε με παίκτες παγκόσμιας κλάσης, με πρώτους και καλύτερους τους γιούς του Ερβιν Ζέελερ, τους επιθετικούς Ούβε (Uwe Seeler) και Ντίτερ (Dieter Seeler), αλλά και τον Γιόζεφ Πόσιπαλ (Josef Posipal), τον αμυντικό που στέφθηκε πρωταθλητής κόσμου το 1954 με τη Δυτική Γερμανία. Μαζί τους ήταν και οι Κλάους Στούρμερ (Klaus Stürmer), Γιούργκεν Βέρνερ (Jürgen Werner). Με κορυφαίο παίκτη τον Ούβε Ζέελερ το Αμβούργο κατέκτησε το Πρωτάθλημα του 1960, αφήνοντας πίσω του τους χαμένους τελικούς του 1957 και του 1958 από τις Μπορούσια Ντόρτμουντ και Σάλκε αντίστοιχα. Η ομάδα έφτασε ως τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της περιόδου 1960/61 κι αποκλείστηκε από την Μπαρτσελόνα με το εκτός έδρας γκολ (1-0 στη Βαρκελώνη, 1-2 στον επαναληπτικό που έγινε στις Βρυξέλλες).

Ο Ούβε Ζέελερ

Ο Ούβε Ζέελερ αγωνίστηκε 19 χρόνια στο Αμβούργο από το 1953 έως το 1972, σημείωσε 404 γκολ σε 476 αγώνες, ενώ σκόραρε 43 φορές σε 72 αγώνες της εθνικής ομάδας της Δυτικής Γερμανίας και –φυσικά- αποτελεί την εμβληματικότερη μορφή του συλλόγου! Στην ομάδα είχαν προστεθεί κι οι επίσης διεθνείς Γκερτ Ντέρφελ, Βίλι Σουλτς (Willi Schulz), ωστόσο ο τίτλος στη Bundesliga δεν ερχόταν. Τα δύο Κύπελλα, του 1963 και του 1976 χρύσωσαν, κάπως, το χάπι! Ως κάτοχος του Κυπέλλου, το HSV πήρε μέρος στο Κύπελλο Κυπελλούχων της σεζόν 1976/77. Η ομάδα του Κούνο Κλέτσερ (Kuno Klötzer) κατέκτησε το πρώτο της ευρωπαϊκό τρόπαιο κερδίζοντας με 2-0 στον τελικό του Άμστερνταμ την Αντερλεχτ, με τα γκολ, στο 78ο λεπτό με πέναλτι του Γκέοργκ Φόλκερτ (Georg Volkert) και στο 88ο λεπτό του Φέλιξ  Μάγκατ (Felix Magath). Το Αμβούργο μπήκε πλέον στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Είχε προηγηθεί, πάντως, ο χαμένος τελικός του 1968, πάλι στο Κύπελλο Κυπελλούχων, πάλι στην Ολλανδία, στο Ρότερνταμ, με 0-2 από τη Μίλαν.


Η ομάδα είχε πλέον στις τάξεις της καταξιωμένους παίκτες όπως τον τερματοφύλακα Ρούντι Κάργκους (Rudi Kargus), τους αμυντικούς Μάνφρεντ Καλτς (Manfred Kaltz) και Πέτερ Νόγκλι (Peter Nogly), τους  μέσους Φέλιξ Μάγκατ και Κάσπερ Μέμερινγκ (Caspar Memering), καθώς και τους επιθετικούς Γκέργκ Φόλκερτ, Βίλι Ράιμαν (Willi Reimann), Άρνο Στεφενάγκεν (Arno Steffenhagen) κ.α. Έλειπε, όμως, το πιο σημαντικό κομμάτι του παζλ.

Ο Κέβιν Κίγκαν

Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ
Το καλοκαίρι του 1977, το Αμβούργο τάραξε τα νερά του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αποκτώντας τον πρωταθλητή Ευρώπης με τη Λίβερπουλ Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan). Ο Άγγλος διεθνής επιθετικός άλλαξε το χάρτη του γερμανικού ποδοσφαίρου. Μ’ αυτόν στη σύνθεσή του και με τεχνικό τον Γιουγκοσλάβο, κροατικής καταγωγής Μπράνκο Ζέμπετς (Branko Zebec)  το Αμβούργο κατέκτησε 2 τίτλους στη Μπουντεσλίγκα, αυτούς των περιόδων 1978/79 και 1979/80. Έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1980, χάνοντας 0-1 από τη Νότιγχαμ Φόρεστ, στο ‘’Σαντιάγκο Μπερναμπέου’’ της Μαδρίτης. Ο Κίγκαν αναδείχθηκε δύο συνεχόμενες σεζόν (1978 και 1979) Κορυφαίος Παίκτης της Ευρώπης και το Αμβούργο καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των Ευρωπαίων φιλάθλων ως μία από τις καλύτερες ομάδες της «γηραιάς ηπείρου». Ο Άγγλος, επέστρεψε στην πατρίδα του το 1980.


Ο επίσης Γιουγκοσλάβος, βοσνιακής καταγωγής Αλεξάνταρ Ρίστιτς (Aleksandar Ristić) αντικατέστησε τον Ζέμπετς, αλλά το Αμβούργο έμεινε στη 2η θέση το 1981, πίσω από την Μπάγερν. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ο Ρίστιτς αντικαταστάθηκε από τον Ερστ Χάπελ (Ernst Happel). Ο Αυστριακός τεχνικός, γνωστός για την αυστηρότητά του, την πειθαρχία του, αλλά και τη μεθοδικότητά του, είχε ήδη δώσει δείγματα της δουλειάς του, δημιουργώντας σπουδαίες ομάδες, όπως η Φέγενορντ, η Κλαμπ Μπριζ και η εθνική Ολλανδίας του 1978. Το Αμβούργο κατέκτησε αμέσως το Πρωτάθλημα στη Γερμανία, αφήνοντας πίσω του την Μπάγερν. Είχε δε στις τάξεις του τον παίκτη–σύμβολο των Βαυαρών, τον Φραντς Μπέκενμπαουερ (Franz Beckenbauer), ο οποίος επέστρεψε στα πάτρια εδάφη μετά την εμπειρία του στον Κόσμο της Νέας Υόρκης ως συμπαίκτης του Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’)! Το 1982, έφτασε έως τον τελικό του Κυπέλλου UEFA, όπου ηττήθηκε στον διπλό τελικό από τη σουηδική  Γκέτεμποργκ  (0-1 στο Αμβούργο και 0-3 στο Γκέτεμποργκ).


Στόχος του Χάπελ δεν ήταν άλλος από το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Το HSV κατάπιε… τη μία μετά την άλλη τις αντιπάλους του ως τον τελικό. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ολυμπιακός, στο 2ο γύρο με 1-0 στο ‘’Volkspark Stadion’’ και 4-0 στον επαναληπτικό του ‘’ΟΑΚΑ’’. Το ‘’Σπύρος Λούης’’ φιλοξένησε και τον τελικό της διοργάνωσης, στον οποίο προκρίθηκε εκτός από το Αμβούργο και η Γιουβέντους. Η Αθήνα γέμισε από τιφόζι της «Vecchia Signora» (Γηραιά Κυρία), οι οποίοι αποτέλεσαν και την πλειοψηφία στις εξέδρες του, που γέμισε από 75.000 θεατές. Στον αγωνιστικό χώρο όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Με ένα εκπληκτικό σουτ του Φέλιξ Μάγκατ, νωρίς στο ματς, μόλις στο 8ο λεπτό του αγώνα, το Αμβούργο κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών κι απέκτησε οπαδούς και στον ελλαδικό χώρο.


Η σύνθεση του Αμβούργου στον τελικό: Ούλι Στάιν (Uli Stein), Μάνφρεντ Καλτς, Χόλγκερ Ιερόνιμους (Holger Hieronymus), Ντίτμαρ Γιάκομπς (Ditmar Jakobs), Μπερντ Βεμέιερ (Bernd Wehmeyer), Γιούργκεν Γκρο (Jürgen Groh), Βόλφγκανγκ Ρολφ (Wolfgang Rolff), Φέλιξ Μάγκατ, Γιούργκεν Μιλέβσκι (Jürgen Milewski), Χορστ Χρούμπες (Horst Hrubesch –ο αρχηγός της ομάδας), Λαρς Μπάστρουπ (Lars Bastrup), ο οποίος αντικαταστάθηκε στο 55ο λεπτό από τον Τόμας φον Χέεζεν (Thomas von Heesen).


Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Αμβούργο δεν κατάφερε να ξαναπάρει Πρωτάθλημα. Περιορίστηκε στη 2η θέση του 1987 και στο Κύπελλο εκείνης της χρονιάς, νικώντας με 3-1 τους Κίκερς της Στουτγάρδης στον τελικό, της τελευταίας του Χάπελ στον πάγκο της ομάδας, ένα Λίγκ Καπ, το 2003 και μερικές μέτριες παρουσίες στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Αξίζει ωστόσο να αναφερθούν οι δυο παρουσίες του συλλόγου στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ (Champions League), τις περιόδους, 2000/01 και 2006/07.  Τα οικονομικά προβλήματα και η «αποψίλωση» των καλών παικτών, που έφευγαν γρήγορα για άλλες ομάδες,  έφεραν το Αμβούργο στο χείλος του γκρεμού. Απέφυγε τον υποβιβασμό, χάρη στα πλέι-άουτ, το 2013/14 κόντρα στη Γκρόιτερ Φιρτ (0-0 εντός και 1-1 εκτός) και το 2014/15 κόντρα στην Καρλσρούη (1-1 εντός και 2-1 στην παράταση εκτός), αλλά δεν τα κατάφερε στο τέλος της περιόδου 2017/18!

Ο «Δεινόσαυρος» υποβιβάστηκε και το περίφημο ρολόι σταμάτησε να μετράει, περιμένοντας να ξαναρχίσει …



Τίτλοι

Εθνικοί


  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 6 (1922/23, 1927/28, 1959/60, 1978/79, 1981/82, 1982/83) +1 (1921/22 -επίσημα δεν απονεμήθηκε) και επιλαχών: 8 (1923/24, 1956/57, 1957/58, 1975/76, 1979/80, 1980/81, 1983/84, 1986/87)
  • ·      Κύπελλο Γερμανίας: 3 (1962/63, 1975/76, 1986/87) και φιναλίστ: 3 (1955/56, 1966/77, 1973/74)
  • ·         Λιγκ Καπ Γερμανίας: 2 (1972/73, 2003)
  • ·         Σούπερ Καπ Γερμανίας: φιναλίστ: 3 (1977, 1983, 1987)
Η Ιδανική 11άδα Όλων των Εποχών

Ευρωπαϊκοί

  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών: 1982/83 και φιναλίστ 1979/80
  • ·         Κύπελλο Κυπελλούχων: 1976/77 και φιναλίστ 1967/68
  • ·         Κύπελλο UEFA: φιναλίστ  1981/82
  • ·         UEFA Intertoto Cup: 2 (2005, 2007 -Outright Winners), φιναλίστ το 1999, Νικήτρια ομίλου: 2 (1970, 1994)
  • ·         Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ: φιναλίστ: 2 (1977, 1983)

Παγκόσμιοι

  • ·         Διηπειρωτικό Κύπελλο: φιναλίστ το 1983

Τοπικοί

  • ·         Πρωτάθλημα Βόρειας Γερμανίας: 10 (1921, 1922, 1923, 1924, 1925, 1928, 1929, 1931, 1932, 1933) (ρεκόρ)
  • ·         Oberliga Nord: 15 (1948, 1949, 1950, 1951, 1952, 1953, 1955, 1956, 1957, 1958, 1959, 1960, 1961, 1962, 1963) (ρεκόρ)
  • ·         Gauliga Nordmark: 4 (1937, 1938, 1939, 1941)
  • ·         Gauliga Hamburg: 1945
  • ·         Stadtliga Hamburg: 1946
  • ·         Πρωτάθλημα Βρετανικής Ζώνης Κατοχής: 2 (1947, 1948) (ρεκόρ)

 Συμπληρωματικά στοιχεία από το sportit.gr

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Ρεάλ Μπέτις: Η πράσινη πλευρά της Ανδαλουσίας

Η Ανδαλουσία είναι η νοτιότερη επαρχία της Ισπανίας. Έχει πρωτεύουσα την Σεβίλλη και διαρρέεται από τον ποταμό Γουαδαλκιβίρ. Εκεί λοιπόν, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1907, ιδρύεται η Ρεάλ Μπέτις, (Real Betis Balompié), με χρώματα το πράσινο και το άσπρο. 

Το όνομά της προέρχεται από το Μπαέτικα (Baetica –Bética, στα ισπανικά) που είναι το ρωμαϊκό όνομα της Ανδαλουσίας. Ένα όνομα που δόθηκε στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού Μπαέτις (Baetis), το ρωμαϊκό όνομα του Γουαδαλκιβίρ, που διαρέει και την πόλη της Σεβίλης. Έδρα της, είναι το «Μπενίτο Βιγιαμαρίν» (Estadio Benito Villamarín), χωρητικότητας 52.500 θεατών, στα νότια της πόλης. 

Μεταξύ άλλων τίτλων, το 1932, έγινε ο πρώτος σύλλογος, της Ανδαλουσίας που συμμετείχε στη ισπανική "La Liga". Έχει κατακτήσει τον τίτλο του πρωταθλητή Ισπανίας το 1935 και του Κυπελλούχου Ισπανίας (Copa del Rey) το 1977 και το 2005. 

Στην Σεβίλη έγινε το πρώτο παιχνίδι ποδοσφαίρου στην Ισπανία. Ήταν στις 8 Μαρτίου του 1890, στον ιππόδρομο της πόλης, όπου η ομάδα της υπηρεσίας υδρεύσεως της πόλης, αντιμετώπισε την Ρεκρεατίβο Ουέλβα, με αποτέλεσμα 2-0. Παρά το γεγονός αυτό, το πρώτο σωματείο ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1905 και ήταν η Σεβίλη FC. Τον Σεπτέμβριο του 1907, οι φοιτητές του Πολυτεχνείου της πόλης (Escuela Politecnica on Calle de Cervantes), ίδρυσαν την "Sevilla Balompié", που μεταφράζεται, κυριολεκτικά, ως «το ποδόσφαιρο», σε αντίθεση με το πιο κοινώς αποδεκτό, αγγλιστί, Fútbol. Η ομάδα ήταν σε λειτουργία για 2 χρόνια προτού αναγνωριστεί επίσημα, το 1909. 

Μετά από μια εσωτερική διαμάχη στον σύλλογο της Σεβίλη FC, σχηματίστηκε ένας άλλος σύλλογος, που ονομάστηκε "Betis Football Club". Το 1914, η "Sevilla Balompié" συγχωνεύθηκε με την "Betis FC". Παρ’ ότι η δεύτερη, προσέλκυε υποστηρικτές από τις εργατικές και αγροτικές τάξεις, ένας μεγάλος αριθμός αριστοκρατών, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλιά της Ισπανίας, υποστήριζε την ομάδα. Έτσι, όταν έγινε η συγχώνευση, προστέθηκε το "Real" και ο σύλλογος πήρε χορηγία από τον βασιλιά Αλφόνσο τον 13ο (Alfonso XIII). Υιοθετήθηκε ως επίσημο όνομα το "Real Betis Balompié" και ως επίσημο έτος ίδρυσης το 1907. 


Οι οπαδοί της συνέχισαν να αναφέρονται στον σύλλογο ως "Balompié" και οι ίδιοι ήταν γνωστοί ως «Los Balompedistas» μέχρι τη δεκαετία του 1930! Έκτοτε, το όνομα "Betis" και το παρατσούκλι «Béticos» καθιερώθηκαν ως κοινή ορολογία για το σύλλογο και τους οπαδούς του. 

Διατηρεί μια ιστορική αντιπαλότητα με την άλλη ομάδα της Σεβίλης, τον ομώνυμο σύλλογο "Sevilla FC" και το σύνθημα του συλλόγου είναι το ... 

«Viva el Betis, MANQUE pierda!» («Ζήτω η Betis, ΑΚΌΜΗ και όταν χάνουμε!»)

Τίτλοι

Εθνικές Διοργανώσεις  

  • ·         Πρωτάθλημα Ισπανίας: 1934/35.             
  • ·         Κύπελλο Ισπανίας: 2 (1976/77, 2004/05) & φιναλίστ: 2 (1930/31, 1996/97)
  • ·         Σούπερ Καπ Ισπανίας: φιναλίστ: 2005
  • ·         Λιγκ Καπ Ισπανίας: φιναλίστ: 1985/86
  • ·         Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Ισπανίας: 7 (1931/32, 1941/42, 1957/58, 1970/71, 1973/74, 2010/11, 2014/15) & επιλαχούσα: 5 (1955/56, 1966/67, 1989/90, 1993/94, 2000/01)
  • ·         Πρωτάθλημα Γ’ Κατηγορίας Ισπανίας: 1953/54 & επιλαχούσα: 2 (1947/48, 1950/51)


Διεθνείς Διοργανώσεις

  • ·         Κύπελλο Ιβηρικής (Copa Ibérica): 2016 & φιναλίστ: 2 (1934/35, 2004/05)
  • ·         Dresden Cup: 2016          


Τοπικές Διοργανώσεις

  • ·         Copa de Andalucia: 1927/28 & επιλαχούσα: 14 (1919/20, 1920/21, 1922/23, 1923/24, 1924/25, 1925/26, 1926/27, 1928/29, 1929/30, 1930/31, 1931/32, 1932/33, 1938/39, 1939/40)
  • ·         Κύπελλο Σεβίλλης: 6 (1910, 1911, 1912, 1914, 1915, 1920 =Ρεκόρ) & φιναλίστ: 3 (1913, 1917, 1919)
  • ·         Campeonato Federación Regional Sur: 1945         
  • ·         Campeonato Copa Artística de Sevilla: 1915.        
  • ·         Campeonato Mancomunado Centro-Sur: 1932/33


Ρεκόρ Συλλόγου

  • ·         Καλύτερη Θέση στο Πρωτάθλημα Ισπανίας: Πρωταθλήτρια (1934/35)
  • ·         Χειρότερη Θέση στο Πρωτάθλημα Ισπανίας: 12η: 2 (1990/91, 2013/14)
  • ·         Μεγαλύτερη Εντός Έδρας Νίκη: Betis 7–0 Zaragoza (1958/59)
  • ·         Μεγαλύτερη Εκτός Έδρας Νίκη: Cádiz 0–5 Betis (1977/78)
  • ·         Μεγαλύτερη Εντός Έδρας Ήττα: Betis 0–5 Real Madrid: 2 (1960/61, 2013/14) & Betis 0–5 Osasuna (2006/07)
  • ·         Μεγαλύτερη Εκτός Έδρας Ήττα: Athletic Bilbao 9–1 Betis (1932/33)
  • ·         Μεγαλύτερη Νίκη από Προδιαγραφόμενη Ήττα: BetisBarcelona: Από 0–2 σε 3–2 (2007/08)
  • ·         Μεγαλύτερη Ήττα από Προδιαγραφόμενη Νίκη: BetisEspanyol: Από 2–0 σε 2–5 (1999/00)


Ρεκόρ Ποδοσφαιριστών της Μπέτις

  • ·         Περισσότερες Συμμετοχές για τον Σύλλογο: Ο Ισπανός José Ramón Esnaola με 456
  • ·         Κορυφαίος Σκόρερ στην ισπανική La Liga: Ο Ισπανός Hipólito Rincón με 78 γκολ
  • ·         Κορυφαίος Σκόρερ στην Ιστορία της: Ο Ισπανός Rubén Castro με 121 γκολ
  • ·         Κορυφαίος Σκόρερ στις Ευρωπαϊκές Διασυλλογικές Διοργανώσεις: Ο Ισπανός Alfonso με 8 γκολ
  • ·         Περισσότερες Κόκκινες Κάρτες: Ο Ισπανός Jaime Quesada με 7
  • ·         Πρώτος Ποδοσφαιριστής της που Έπαιξε για την εθνική Ισπανίας: Ο Ισπανός Simón Lecue το 1934
  • ·         Ποδοσφαιριστής της με τις Περισσότερες Συμμετοχές για την εθνική Ισπανίας: Ο Ισπανός Rafael Gordillo με 75
  • ·         Ποδοσφαιριστές της που έχουν φορέσει τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας (2016): 27


Διαβάστε περισσότερα για την Real Betis Balompié 

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Γκράντε Τορίνο: Ήταν γραφτό να τη λυγίσει μονάχα η μοίρα

Η Αεροπορική Καταστροφή της Σουπέργκα, συνέβη στις 17:05 της 4ης  Μαΐου του 1949, όταν ένα τρικινητήριο αεροσκάφος Fiat G.212 της “Avio Linee Italiane” (ιταλικές αερογραμμές), που μετέφερε το σύνολο της ποδοσφαιρικής ομάδας της Τορίνο, γνωστής ως «Grande Torino» (Μεγάλη Τορίνο), συνετρίβη στον τοίχο αντιστήριξης στο πίσω μέρος του Βασιλικής της Σουπέργκα, που βρίσκεται στο λόφο του Τορίνο. Από τη σύγκρουση, 31 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το αεροσκάφος μετέφερε πίσω στη πατρίδα την ομάδα από την Λισαβόνα, όπου είχε παίξει ένα φιλικό αγώνα με την Μπενφίκα, προς τιμήν του Πορτογάλου Αρχηγού, Φρανσίσκο Φερέιρα (Francisco Ferreira). Στο περιστατικό, όλη η ομάδα της Τορίνο, σχεδόν ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ της ιταλικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, έχασαν τη ζωή τους. Αξιωματούχοι του συλλόγου και άλλοι φορείς, έχασαν επίσης τη ζωή τους στο δυστύχημα, καθώς και το σύνολο του πληρώματος, όπως και 3 πασίγνωστοι Ιταλοί αθλητικογράφοι: ο Ρενάτο Καζαλμπόρε (Renato Casalbore), ιδρυτής της εφημερίδας “Tuttosport”, ο Ρενάτο Τοζάτι (Renato Tosatti), δημοσιογράφος της “Gazzetta del Popolo” και ο Λουίτζι Καβαλέρο (Luigi Cavallero), δημοσιογράφος της La Stampa. Το έργο της αναγνώρισης των θυμάτων, ανατέθηκε στον πρώην προπονητή της εθνικής ομάδας της Ιταλίας, τον εμβληματικό Βιτόριο Πότσο (Vittorio Pozzo), ο οποίος είχε τους περισσότερους από τους παίκτες της Τορίνο με τους Ατζούρι.

Ο φουλ-μπακ Σάουρο Τομά (Sauro Toma), δεν πήρε μέρος στο ταξίδι, λόγω ενός τραύματος στον μηνίσκο, ούτε ο αναπληρωματικός τερματοφύλακας Ρενάτο Γκαντόλφι (Renato Gandolfi). Τη θέση του πήρε ο τρίτος τερματοφύλακας, Ντίνο Μπαλαρίν (Dino Ballarin). O ραδιοφωνικός σχολιαστής Νικολό Καρόσιο (Nicolò Carosio), ο Λουίτζι Τζουλιάνο (Luigi Giuliano), αρχηγός της ομάδας Νέων της Τορίνο και ο Βιτόριο Πότσο, αποκλείστηκαν για διάφορους λόγους. Ο πρόεδρος του συλλόγου, Φερούτσιο Νόβο (Ferruccio Novo), δεν πήρε μέρος στο ταξίδι λόγω γρίπης.

Η Τορίνο ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της σεζόν 1948/49 στην ιταλική Serie A’, 2 ημέρες αργότερα, στις 6 Μαΐου του 1949 και οι αντίπαλοι της, την αντιμετώπισαν με τις ομάδες νέων τους, στα 4 εναπομείναντα παιχνίδια. Την ημέρα της κηδείας, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Τορίνο για ένα τελικό αντίο στους παίκτες. Το σοκ ήταν τέτοιο, ώστε την επόμενη χρονιά, η εθνική ομάδα της Ιταλίας ταξίδεψε για το  Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 στη Βραζιλία με πλοίο.


Υπήρξε ό,τι καλύτερο είχε βγάλει το ιταλικό ποδόσφαιρο σε επίπεδο συλλόγων. Αγαπήθηκε παράφορα και έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβε να φθαρεί. Στο διάβα της δεν νικούσε απλώς. Ανάγκαζε τον αντίπαλο να υποκλιθεί. Σε εκείνη τη μοιραία πτήση της 4ης Μαΐου του 1949 η μοίρα θαρρείς πως ήθελε να βάλει τέρμα στη μεγαλύτερη ομάδα που είχε δει έως τότε ο πλανήτης. Η Τορίνο -που έσβησε σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν, το συννεφιασμένο απόγευμα στη Σουπέργκα, όταν το αεροπλάνο που τη μετέφερε από τη Λισσαβόνα συνετρίβη στην Μπαζίλικα- είναι ένας μύθος. Και δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεραστεί. Ακριβώς γιατί έφυγε ενώ ακόμα δεν είχε κάνει τον κύκλο της.



Σε εκείνα τα πρώτα χρόνια, μετά τη δίνη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Ιταλία, ντροπιασμένη και ηττημένη, δεν είχε πολλά πράγματα που την άφηναν να έχει ψηλά το κεφάλι. Εκτός από την «Γκρανάτα». Ως ομάδα δεν είχε αντίπαλο. Στο εσωτερικό άφηνε τη σκόνη της να καλύπτει τους υπόλοιπους. Και εκτός συνόρων αντιμετώπιζε στα ίσα οποιονδήποτε. Οποιονδήποτε εκτός από τη μοίρα, όπως αποδείχθηκε!



Ο Βαλεντίνο Ματσόλα (Valentino Mazzola) ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ανάμεσα σε μία ενδεκάδα που ήταν πολλοί σταρ, με την έννοια της εποχής φυσικά. Απλά παιδιά με χάρισμα στο να χαϊδεύουν και όχι να κλοτσούν την μπάλα! Ο Βαλέριο Μπατσικαλούπο (Valerio Bacigalupo), ο Άλντο Μπαλαρίν (Aldo Ballarin), ο Φράνκο Οσόλα (Franco Ossola), ο Τζιουζέπε Γκρέζαρ (Giuseppe Grezar), ο Εουσέμπιο Καστιλιάνο (Eusebio Castigliano), ο Γκουλιέλμο Γκαμπέτο (Guglielmo Gabetto), ο Ρουτζέρο Γκράβα (Ruggero Grava), ο Έζιο Λόικ (Ezio Loik), ο Τζούλιους Σούμπερτ (Július Schubert), ο Μάριο Ριγκαμόντι (Mario Rigamonti), ο Βιρτζίλιο Μαρόσο (Virgilio Maroso), ο Ρομέο Μέντι (Romeo Menti), ο Πιέτρο Φεράρις (Pietro Ferraris). Οι περισσότεροι απ' αυτούς, εργάτες στη βιομηχανία της FIAT. Αυτή που ανήκε στον δογματικό... εχθρό, την οικογένεια Ανιέλι, ιδιοκτήτρια της Γιουβέντους. Μάλιστα ο Ματσόλα, με τη μεταγραφή από τη Βενέτσια στην Τορίνο, έφυγε από το εργοστάσιο της Alfa Romeo για να ενταχθεί και αυτός στη FIAT!
Η μοιραία πτήση εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα πήρε στον άλλο κόσμο 31 ανθρώπους. Από αυτούς οι 18 ήταν τα μέλη του πραγματικά πρώτου μεταπολεμικού ποδοσφαιρικού κολοσσού. Της μόνιμης πρωταθλήτριας για πέντε σερί σεζόν, Τορίνο.


Μια ομάδα που έπαιζε (βασισμένη στο WM του Χέρμπερτ Τσάπμαν) με 5 επιθετικούς και με βασικό σκοπό το θέαμα. Γιατί το αποτέλεσμα ήταν διαδικαστικό θέμα. Δηλαδή πόσο (και όχι αν) θα κέρδιζε. Και αυτή η… ανία που προκαλούσε η συνεχιζόμενη κυριαρχία της Τορίνο, αντί να δημιουργεί συσπείρωση απέναντί της, ως εκ θαύματος γεννούσε καινούργιους φίλους και θαυμαστές!

Τα ρεκόρ που έκανε εκείνη η ομάδα παραμένουν αξεπέραστα και μόνο η ξέφρενη κούρσα της Ιντερ προς τον τίτλο το 2007 απείλησε κάποια απ' αυτά. Το 10-0 επί της Αλεσάντρια είναι ακόμα η μεγαλύτερη νίκη που σημειώθηκε ποτέ στο Καμπιονάτο, οι 21 σερί νίκες μοιάζουν ασύλληπτη επίδοση, τα 125 γκολ σε μία σεζόν ζαλίζουν, τα 89 εκτός έδρας τέρματα σε μία περίοδο ακούγονται εξωπραγματικά. Και, ακόμα, οι 19 νίκες σε 20 εντός έδρας ματς με το 3,78 μέσο όρο στα γκολ ανά παιχνίδι είναι η επιβεβαίωση πως τέτοια υπερομάδα δεν εμφανίστηκε ποτέ στο ιταλικό ποδόσφαιρο.


Η Τορίνο του Ματσόλα, όπως και η Χόνβεντ του Πούσκας, ήταν οι μεγαλύτερες άτυχες όσον αφορά τον χρόνο που ξεκίνησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Αν η ιδέα για τη δημιουργία του σπουδαιότερου διασυλλογικού Κυπέλλου είχε συλληφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, η Τορίνο μπορεί να ήταν εκεί δίπλα με τη Ρεάλ, τη Μίλαν, τη Λίβερπουλ, την Μπάγερν και τον Αγιαξ.


Στην ισοπεδωτική σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο αυτού του εκπληκτικού γκρουπ παικτών που χάθηκε, σαν κάστρο από άμμο στην ακροθαλασσιά, πριν από ακριβώς 60 χρόνια. Μέσα, όμως, από τα ασπρόμαυρα φιλμ της εποχής αναδύεται μια μαγεία. Μια διαφορετικότητα. Μια ξεχωριστή ποιότητα που πηγάζει από καθετί το οποίο εσύ αναγκάζεσαι να χρωματίσεις και να ζωντανέψεις με τη φαντασία σου. Πιθανότατα αυτός ο ρομαντισμός δεν έχει πλέον θέση στον 21ο αιώνα.

Ίσως γιατί με το χρώμα στα φιλμ (και στη ζωή μας) χάθηκε και η δύναμη για όνειρα. Όνειρα τα οποία ομάδες όπως η «Invincibile Granata», η αήττητη «Γκρανάτα», κρατούσαν ζωντανά. Ένας Ιταλός σκηνοθέτης προσπάθησε το 2001 να δημιουργήσει μια ταινία με θέμα την Τορίνο. Στην πορεία «κόλλησε». Δεν συγκέντρωσε το υλικό που χρειαζόταν, βρήκε και κάποιες πόρτες κλειστές, οπότε παραιτήθηκε της προσπάθειας. Ίσως αυτό να ήταν θέλημα Θεού. Γιατί τους αληθινούς θρύλους δεν μπορείς να τους φυλακίσεις σε ένα φιλμ. Να τους αιχμαλωτίσεις σε γήινες διαστάσεις.


Το ερειπωμένο «Φιλαντέλφια», το γήπεδο στο οποίο μεγαλούργησε η τεράστια «Τόρο», στέκεται στοιχειωμένο. Οι οπαδοί θαρρείς πως περιμένουν τη μέρα που η ομάδα θα ξαναγυρίσει στο σπίτι της σαν τον ερχομό της Δευτέρας Παρουσίας. Συγκεντρώνουν υπογραφές, κάνουν εκκλήσεις, προσπαθούν να ξαναζωντανέψουν το άδειο αυτό κουφάρι, δίνοντάς του ζωή και πνοή μέσα από τις ενέργειές τους. Αυτό δεν φαίνεται, όμως, να συμβαίνει. Παρ' όλα αυτά, δεν απογοητεύονται και παλεύουν.


Μέχρι τότε οι άνθρωποι που μένουν γύρω από το στάδιο ορκίζονται πως τις νύχτες ακούνε φωνές. Πως διακρίνουν σκιές μέσα στο σκοτάδι να αλλάζουν μπαλιές. Να προσφέρουν σκηνές αληθινής ποδοσφαιρικής μαγείας. Αυτές που δεν πρόλαβαν να δώσουν απλόχερα σε όλο τον πλανήτη εξαιτίας της μοιραίας πτήσης της 4ης Μάη του 1949.