Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διοργανώσεις UEFA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διοργανώσεις UEFA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Μπούκες, εμετοί και πέναλτι-παρωδία: Ο μοναδικός ευρωπαϊκός τίτλος της Ρέιντζερς

Φθινόπωρο του 1971. Η ιστορική Ρέιντζερς ξεκινάει άλλη μια σεζόν με την ελπίδα πως θα μπορέσει να επιστρέψει στις επιτυχίες, που θα σημάνουν και το τέλος μιας μαύρης περιόδου κατά την οποία στη Σκωτία κυριαρχεί η Σέλτικ. Οι μπλε της Γλασκώβης μετράνε οχτώ ολόκληρα χρόνια χωρίς πρωτάθλημα και η ψυχολογία βρίσκεται στο ναδίρ. Σαν να μην έφταναν οι αγωνιστικές αποτυχίες, δεν έχουν περάσει ούτε 9 μήνες από την “τραγωδία του Άιμπροξ”, όπως έμεινε γνωστή η μέρα που 66 οπαδοί της ομάδας έχασαν τη ζωή τους όταν ποδοπατήθηκαν στις σκάλες της εξόδου, μετά από ένα ντέρμπι με τη Σέλτικ.

Μέσα σ’αυτό το κλίμα απογοήτευσης και αβεβαιότητας, η ομάδα ξεκινάει τραγικά τη σεζόν (με 4 ήττες σε 5 ματς) και μένει για άλλη μια φορά από νωρίς πίσω στο πρωτάθλημα. Ακολουθούν οι αποκλεισμοί στο κύπελλο και το Λιγκ Καπ και έτσι η ευρωπαϊκή διάκριση γίνεται από το φθινόπωρο ο μοναδικός σοβαρός στόχος. Η Ρέιντζερς έχει κερδίσει το εισιτήριο για το Κύπελλο Κυπελλούχων (που, για τους νεότερους αναγνώστες, πρέπει να πούμε ότι ήταν η διοργάνωση στην οποία έπαιζαν οι κυπελλούχοι όλων των χωρών), μια διοργάνωση στης οποίας τον τελικό είχε φτάσει δυο φορές την προηγούμενη δεκαετία, χωρίς όμως να καταφέρει να σηκώσει ποτέ το τρόπαιο.
Στον πάγκο της ομάδας βρίσκεται ο Γουίλι Γουόντελ, που είχε περάσει όλη την ποδοσφαιρική του καριέρα στην ομάδα, ενώ βοηθός του είναι ο Τζον Γουάλας, που επίσης έχει και παρελθόν με το σύλλογο (όντας οπαδός του από μικρός) αλλά και μέλλον (μετά τη φυγή του Γουόντελ ανέλαβε πρώτος προπονητής και κατάφερε να τον οδηγήσει σε δυο εντός συνόρων τρεμπλ).
Η ευρωπαϊκή πορεία ξεκινάει στη Γαλλία απέναντι στη Ρεν. Οι γηπεδούχοι κυριαρχούν ολοκληρωτικά αλλά οι Σκωτσέζοι είναι στημένοι άψογα και καταφέρνουν να φύγουν με ένα πολύτιμο 1-1 στις βαλίτσες τους. “Ήρθαν εδώ με μόνο στόχο να καταστρέψουν το παιχνίδι μας, θα πάμε στη Γλασκώβη να τους δείξουμε πως παίζεται το ποδόσφαιρο” απειλούν μετά το τέλος οι Γάλλοι αλλά η απειλή αποδεικνύεται τζούφια. Με ένα γκολ στο πρώτο ημίχρονο οι Σκωτσέζοι κερδίζουν με 1-0 και συνεχίζουν στον δεύτερο γύρο.
Επόμενος αντίπαλος είναι η Σπόρτινγκ Λισαβόνας, μια από τις καλύτερες ομάδες εκείνης της διοργάνωσης. Πρώτο παιχνίδι στο κατάμεστο Άιμπροξ, οι γηπεδούχοι κάνουν ένα μαγικό ημίχρονο και πάνε στα αποδυτήρια με το σκορ στο 3-0. Οι Πορτογάλοι συνέρχονται στην επανάληψη, σκοράρουν δυο φορές και επιστρέφουν στην πατρίδα τους σαν φαβορί, αφού το 3-2 θεωρείται “ανατρέψιμο”.

Μια απεργία των υπαλλήλων στο Χίθροου ταλαιπωρεί τη Ρέιντζερς και την αναγκάζει να φτάσει στη Λισαβόνα μόλις 24 ώρες πριν τον αγώνα. Εκεί οι συνθήκες δεν είναι πολύ καλύτερες. 60.000 Πορτογάλοι έχουν κατακλύσει το γήπεδο και η πίεση στους φιλοξενούμενος είναι τεράστια. Η ομάδα του Γουόντελ όμως βρίσκει γρήγορα απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα που δημιουργούν οι γηπεδούχοι. 1-0 στο 25′, 1-1 στο 26′. 2-1 στο 38′, 2-2 στο 46′. Οι Σκωτσέζοι είναι αγκαλιά με την πρόκριση αλλά μια ολιγωρία στο 87′ επιτρέπει στον Πέδρο Γκόμες να σκοράρει και να στείλει το ματς στην παράταση. Ο Χέντερσον κάνει το 3-3 στο 100′ αλλά οι Πορτογάλοι επιμένουν και 5′ πριν το τέλος σκοράρουν ξανά. Το παιχνίδι λήγει 4-3 και με το συνολικό σκορ των δυο αγώνων να είναι 6-6 οδηγείται στα πέναλτι.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ζόρικη όταν αρκετοί οπαδοί των γηπεδούχων αφήνουν τις κερκίδες και κατακλύζουν τον χώρο πίσω από τις διαφημιστικές πινακίδες, θέλοντας να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στη δράση. Οι Σκωτσέζοι, μετά και από ένα πολύ έντονο παιχνίδι, βλέπουν τον κλοιό να στενεύει και ουσιαστικά καταρρέουν. Τρεις εκ των τεσσάρων πρώτων εκτελεστών αστοχούν (ο ένας μάλιστα δυο φορές, αφού το πέναλτι του επαναλήφθηκε!), την ώρα που οι Πορτογάλοι ευστοχούν σε όλα τα δικά τους. Η Σπόρτινγκ προκρίνεται, ο κόσμος της πανηγυρίζει στις κερκίδες, η Ρέιντζερς ετοιμάζεται για το πικρό ταξίδι του γυρισμού. Τότε γίνεται η μεγάλη ανατροπή.
Σε μια από τις πιο κουλές και απίστευτες στιγμές στην ιστορία της ΟΥΕΦΑ, ο μάνατζερ των Σκωτσέζων με το βιβλιαράκι των κανονισμών στο χέρι κυνηγάει από πίσω τον Ολλανδό διαιτητή, φωνάζοντας του ότι έχει κάνει λάθος! Ακολουθεί ένα μίνι συμβούλιο των υπευθύνων και εκεί γίνεται αντιληπτό ότι έχει συμβεί μια ασύλληπτη γκάφα. Ο διαιτητής δεν γνώριζε ότι τα εκτός έδρας γκολ που μπαίνουν στην παράταση μετράνε κανονικά σαν διπλά, γι’αυτό και οδήγησε τις ομάδες στα πέναλτι, μια διαδικασία που δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε λάβει χώρα, αφού η Ρέιντζερς είχε σκοράρει περισσότερα εκτός έδρας γκολ από τη Σπόρτινγκ.
“Θυμάμαι ότι καθόμασταν στα αποδυτήρια με σκυμμένα τα κεφάλια όταν μπήκε μέσα ένας δημοσιογράφος και μας ενημέρωσε ότι τελικά είχαμε περάσει εμείς” δήλωσε χρόνια μετά ο αμυντικός Ντέρεκ Τζόνστον. Δυστυχώς για τις βρετανικές πρωινές εφημερίδες η διόρθωση της γκάφας έγινε αργά το βράδυ, με αποτέλεσμα αυτές να κυκλοφορήσουν κανονικά με την είδηση ότι η Ρέιντζερς αποκλείστηκε από τη Σπόρτινγκ στα πέναλτι.
Με αυτόν τον κωμικό τρόπο οι Σκωτσέζοι είναι στα προημιτελικά, εκεί που τους περιμένει η δυνατή τότε Τορίνο. Η διαδικασία αποδεικνύεται μια αντιγραφή των διπλών αγώνων με τη Ρεν. Πολιορκία της περιοχής της Ρέιντζερς στο πρώτο ματς στην Ιταλία, χρυσή ισοπαλία με 1-1 και δύσκολη νίκη με 1-0 στη Σκωτία. Έξω και η Τορίνο, επόμενος αντίπαλος στα ημιτελικά η μεγάλη Μπάγερν Μονάχου των Μπεκενμπάουερ, Χένες, Μπράιτνερ, Μάγερ και Γκέρντ Μίλερ.

Πρώτος αγώνας στη Γερμανία. Η Ρέιντζερς αμύνεται για άλλη μια φορά υποδειγματικά. Ο Τζόνστον παίρνει ξεχωριστές οδηγίες για να εξουδετερώσει τον Ούλι Χένες: “Ακόμα κι αν στο 20λεπτο αποφασίσει να πάει στην τουαλέτα για κατούρημα, θα τον ακολουθήσεις και θα σιγουρευτείς ότι θα μείνει εκεί”. Οι Γερμανοί πιέζουν ασφυκτικά αλλά οι Σκωτσέζοι φαίνονται ακούραστοι. Οι ανεξάντλητες δυνάμεις τους δεν είναι τυχαίες.
Η εξαιρετική τους φυσική κατάσταση οφείλεται στον βοηθό Τζον ‘Τζοκ’ Γουάλας. Ο Τζον Γουάλας είναι από τους τύπους που λατρεύουν τη στρατιωτική πειθαρχία και σ’αυτό πιθανόν έπαιξε σοβαρό ρόλο η θητεία του σαν πεζοναύτης στην Κορέα. Εκεί που ο θρύλος λέει πως κάθε Σάββατο έστελνε έναν απλό φαντάρο να σκαρφαλώσει σ’ένα δέντρο με μια κεραία για να μπορεί να πιάνει σήμα το ραδιόφωνο που μετέδιδε τους αγώνες της Ρέιντζερς!
Δυστυχώς για τους παίκτες του, ο Γουάλας δεν αποχωρίστηκε τις συνήθειες του μετά το τέλος του πολέμου. Η προετοιμασία του περιλάμβανε πολλές στρατιωτικές ασκήσεις, σκαρφάλωμα σε αμμόλοφους και τρέξιμο. Ατέλειωτο τρέξιμο. Τόσο τρέξιμο που στο τέλος της κάθε προπόνησης καταγραφόταν λιποθυμίες και αμέτρητοι εμετοί! Σε μια εποχή που οι προπονήσεις ήταν σχεδόν ερασιτεχνικές και συνήθως χαλαρές, οι ασκήσεις του Γουάλας σόκαραν πολλούς. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα κάποιοι παίκτες που πέρασαν από τα χέρια του να τον μισούν (“Έμαθα πολλά από τον Γουάλας. Το πιο σημαντικό απ’όλα, να μην συμπεριφέρομαι στους παίκτες μου όπως αυτός” δήλωσε κάποτε ο Μαρκ Οβάρμπουρτον, που πριν λίγα χρόνια βρέθηκε στον πάγκο της ομάδας) και κάποιοι άλλοι να τον λατρεύουν, θεωρώντας πως βοήθησε τα μέγιστα στο να βελτιωθεί και να επιμηκυνθεί η καριέρα τους.
Η… προετοιμασία μάχης του Γουάλας αποδεικνύεται ευεργετική και στο Μόναχο, απ’όπου οι Σκωτσέζοι φεύγουν με ένα ακόμα 1-1. Ακολουθεί μια νέα σπουδαία εντός έδρας εμφάνιση (σ’ένα ματς που έγινε μπροστά σε 80.000 θεατές!) και μια ακόμα νίκη, με 2-0 αυτή τη φορά, η οποία και στέλνει τη Ρέιντζερς στον τελικό της Βαρκελώνης.
Εκεί περιμένει η Ντιναμό Μόσχας, η πρώτη ομάδα από τη Σοβιετική Ένωση που φτάνει σε ευρωπαϊκό τελικό. To Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρεί τον αγώνα μια σπουδαία ευκαιρία για να διαφημιστεί προς τα έξω ο αθλητισμός της χώρας και υπόσχεται στους παίκτες πολλά προνόμια σε περίπτωση νίκης. Παρά τη σημασία του παιχνιδιού όμως, επιτρέπεται σε ελάχιστους φιλάθλους της ομάδας να ταξιδέψουν μαζί της στην Ισπανία, στην οποία κυριαρχεί ακόμα ο δικτάτορας Φράνκο. Έτσι οι Σοβιετικοί κατεβαίνουν στο Καμπ Νου έχοντας στο πλευρό τους όλους κι όλους 300-400 συμπατριώτες τους.
Oι Σκωτσέζοι οπαδοί καταφτάνουν στη Βαρκελώνη με τα σομπρέρο τους

Την ίδια ώρα, χιλιάδες Σκωτσέζοι ταξιδεύουν προς τα νότια με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις περισσότεροι από 25.000 φίλοι της Ρέιντζερς βρέθηκαν εκείνες τις μέρες στη Βαρκελώνη, ελπίζοντας στον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο στην ιστορία της ομάδας. Ο ενθουσιασμός τους σε συνδυασμό με την προσμονή τόσων χρόνων και φυσικά το άφθονο αλκοόλ είχε ως αποτέλεσμα σε κάθε γκολ των Σκωτσέζων το παιχνίδι να διακόπτεται για λίγα λεπτά λόγω εισβολής εκστασιασμένων οπαδών! Μια εικόνα άκρως σοκαριστική για οποιονδήποτε μεγάλωσε βλέποντας τις συνθήκες διεξαγωγής των ευρωπαϊκών τελικών των τελευταίων δεκαετιών.
Η ομάδα του Γουόντελ κάνει ό,τι θέλει στα πρώτα 50 λεπτά, φτάνοντας το σκορ στο 3-0. Οι σαστισμένοι παίκτες της Ντιναμό αδυνατούν να ακολουθήσουν τον ρυθμό (“Δεν είχαμε εμπειρία από τόσο σημαντικά παιχνίδια και σίγουρα επηρεαστήκαμε πολύ από το όλο κλίμα και αξία που είχε ο τελικός για τους ανθρώπους στη χώρα μας” εκμυστηρεύτηκε ο τερματοφύλακας της Ντιναμό σε μια συνέντευξη του πριν λίγα χρόνια) και όλα δείχνουν πως ο τελικός θα εξελιχθεί σε άνετο περίπατο.
Με την πάροδο του χρόνου όμως οι ισορροπίες αλλάζουν. Οι Σκωτσέζοι χαλαρώνουν υπερβολικά, οι Σοβιετικοί καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν κάτι να χάσουν και το παιχνίδι μεταφέρεται στην περιοχή της Ρέιντζερς. Γκολ ο Εστρέκοφ στο 60′, γκολ ο Μαχόβικοφ στο 87′. Οι παίκτες και οι οπαδοί των ‘μπλε’ σαστίζουν. Ακολουθούν μερικά πολύ αγχωτικά λεπτά όπου η μπάλα απομακρύνεται όπως-όπως αλλά τίποτα δεν αλλάζει.

Ο Ισπανός διαιτητής σφυρίζει ένα οφσάιντ ένα λεπτό πριν τη λήξη, όμως οι Σκωτσέζοι οπαδοί θεωρούν πως είναι το τελικό σφύριγμα και μπουκάρουν (για 4η φορά!) στο γήπεδο. Ακολουθεί ένας μικρός χαμός, με τους αστυνομικούς να προσπαθούν να τους απωθήσουν και να τους αναγκάσουν να επιστρέψουν στις κερκίδες για να ολοκληρωθεί ο αγώνας.
Οι Σοβιετικοί εκνευρίζονται, οι Σκωτσέζοι βρίσκουν χρόνο για να πάρουν μερικές πολύτιμες ανάσες και να χαλαρώσουν από την πίεση που δέχονται. Το ματς ξαναρχίζει λίγο μετά και επιτέλους ολοκληρώνεται κανονικά. Η Ρέιντζερς επικρατεί με 3-2. Φυσικά στο τέλος ακολουθεί νέα μπούκα.

Αυτή τη φορά όμως οι Ισπανοί αστυνομικοί (που δεν φημίζονται για τους λεπτεπίλεπτους τρόπους τους), βγάζουν τα γκλομπ και αρχίζουν να χτυπούν απροκάλυπτα τους πάντες. Οι οπαδοί απαντάνε πετώντας αντικείμενα προς τους αστυνομικούς. Σύμφωνα με καταγγελία των Σοβιετικών, μέσα στο χαμό κάποιοι οπαδοί επιτέθηκαν και στους παίκτες τους που δεν πρόλαβαν να αποχωρήσουν έγκαιρα.
Όση ώρα ο αγωνιστικός χώρος είναι πεδίο μάχης, στα αποδυτήρια οι παίκτες της Ρέιντζερς πανηγυρίζουν για το κατόρθωμα τους. Όταν οι υπεύθυνοι της ΟΥΕΦΑ καταλαβαίνουν ότι η  κατάσταση στο γήπεδο δεν πρόκειται να εκτονωθεί γρήγορα, αποφασίζουν να γίνει η απονομή στα αποδυτήρια! “Πάντα ονειρευόμουν να σηκώσω ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο και να κάνω το γύρο του θριάμβου δείχνοντας το στους οπαδούς μας” δηλώνει ο αρχηγός Τζον Γκρέιγκ, “αλλά αντί γι’αυτό, με φώναξαν σ’ένα δωμάτιο που είχε ένα μεγάλο τραπέζι. Από πίσω του ήταν οι άνθρωποι της ΟΥΕΦΑ και πάνω του το κύπελλο. Εκεί μου το έδωσαν και γύρισα πίσω στα αποδυτήρια”.

Το Κύπελλο Κυπελλούχων εκείνης της σεζόν όμως δεν ολοκληρώθηκε με την ολοκλήρωση του τελικού. Οι Σοβιετικοί έκαναν καταγγελία, ζητώντας την επανάληψη του αγώνα λόγω της εισβολής των οπαδών πριν το τελευταίο σφύριγμα. Παρά τις πρώτες φήμες ότι αρκετοί μέσα στην ΟΥΕΦΑ συμφωνούσαν με την ιδέα αυτή, όντας ενοχλημένοι από την απαράδεκτη συμπεριφορά των οπαδών των Ρέιντζερς, η καταγγελία τελικά απορρίφθηκε και το τρόπαιο παρέμεινε στα γραφεία των Σκωτσέζων. Παρ’ όλα αυτά η τιμωρία για τα επεισόδια δεν ήταν αμελητέα: Δυο χρόνια αποκλεισμός της Ρέιντζερς από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Μια ποινή που μετά από έφεση μειώθηκε τελικά στο μισό. Πέντε σχεδόν δεκαετίες μετά από εκείνη την αξέχαστη πορεία, το τρόπαιο εκείνο παραμένει η μοναδική ευρωπαϊκή επιτυχία της ομάδας. 

Η πηγή από το  blog.stoiximan.gr

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Ο Καλπασμός των «Πουλαριών»: Η Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ των 70’s

Η δεκαετία του 1970 ήταν χρυσή για το γερμανικό ποδόσφαιρο! Αφού είδε την ολλανδική κυριαρχία μεταξύ 1970 και 1973, η χώρα κυριάρχησε -ποδοσφαιρικά- σε όλες (σχεδόν) τις διοργανώσεις που έπαιξε, είτε με την εθνική ομάδα, που έγινε Πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1972 και Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1974, είτε με τους συλλόγους της, βλέποντας την Μπάγερν του Μονάχου να αναδεικνύεται τρεις φορές σερί πρωταθλήτρια Ευρώπης, μεταξύ 1974 και 1976! Πολλοί θυμούνται τη Μπάγερν, αλλά ήταν ένας άλλος σύλλογος που κατάφερε να γράψει μια ιστορία τόσο ένδοξη όσο αυτή των Βαυαρών, ως μια από τις πιο δύσκολες ομάδες της δεκαετίας, με μια αξέχαστη γενιά για τους οπαδούς της: η Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ! Ήταν τα «Πουλάρια» (Die Fohlen), που κάλπαζαν αφηνιασμένα και δεν τα σταματούσε τίποτα, πέραν ότι αποδείχθηκαν μια ομάδα πρωτοποριακή και η μόνη στη Γερμανία ικανή να μονομαχήσει και να κοντράρει στα ίσια τη Μπάγερν! Αυτές οι δυο ομάδες, μέσα από τη κόντρα τους, εξελίχθηκαν στους μεγάλους εκφραστές μιας πολλά υποσχόμενης και αξέχαστης εποχής του γερμανικού ποδοσφαίρου! Από το 1970 έως το 1980, η Μπορούσια κατέκτησε 9 τίτλους (5 τίτλων της γερμανικής Μπουντεσλίγκα συμπεριλαμβανομένων), έφτασε σε 4 τελικούς Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, έπαιξε ακόμη και σε τελικό Διηπειρωτικού Κυπέλλου, αλλά δυστυχώς, στον «μεγάλο» τελικό που συμμετείχε, αυτόν του Πρωταθλητριών του 1977, δεν κατάφερε να κατακτήσει το τρόπαιο, αφού ηττήθηκε από τη Λίβερπουλ. Με μια πλειάδα νεαρών παικτών που ξεχείλιζαν από ταλέντο, η ομάδα ήταν μία από τις Καλύτερες της δεκαετίας του 1970 και μία από τις πρωταγωνίστριες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου!

Ο Μπερντ Ρουπ, ο Χέρμπερτ Λάουμεν,
ο Χέρμπερτ Βίμερ, ο Γιουπ Χάινκες
και ο Γκίντερ Νέτσερ το 1967…

Η ιστορία ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1964, όταν ο Χένες Βαϊσβάιλερ (Hans "Hennes" Weisweiler) ανέλαβε την ομάδα στη Β' Κατηγορία, έχοντας μόνο πιτσιρικάδες στο ρόστερ και για αστέρια τον Μπερντ Ρουπ (Bernd Rupp) και τον Χέρμπερτ Λάουμεν (Herbert Laumen) που λίγο αργότερα έγιναν διεθνείς. Μακριά ακόμη απ’ το να είναι μια δύναμη στη χώρα, η ομάδα είχε στις τάξεις της μια σοδειά καλών παικτών που θα μπορούσαν να δώσουν στον σύλλογο πρωτοφανή δόξα, με τη μεγαλύτερη εντύπωση να κάνουν οι 19χρονοι Γκίντερ Νέτσερ (Günter Theodor Netzer) και Γιουπ Χάινκες (Josef "Jupp" Heynckes). Ο πρώτος θα εξελισσόταν σ’ έναν από τους μεγαλύτερους αρτίστες με το № 10 στην πλάτη και ο άλλος σε έναν ιστορικό αρχισκόρερ! Η Μπουντεσλίγκα διένυε μόλις την δεύτερη περίοδο μετά την δημιουργία της (1963/64) και με αυτούς τους παίκτες σαν βάση, ο Βαϊσβάιλερ οδήγησε τη Γκλάντμπαχ στην άνοδο, τη σεζόν 1964/65, την ίδια περίοδο που ανέβηκε σ’ αυτήν και η Μπάγερν Μονάχου, με τη Μπορούσια μάλιστα να έχει τον χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας ανάμεσα στις 100 ομάδες του γερμανικού ποδοσφαίρου, μόλις τα 21,5 χρόνια! Στις πρώτες μέτριες περιόδους της στη Μπουντεσλίγκα, η ομάδα είχε αρκετά σκαμπανεβάσματα, τερματίζοντας περίπου στη μέση του βαθμολογικού πίνακα. Οι μικροί όμως μεγάλωναν, σταδιακά ωρίμαζαν και πέραν αυτού, νέα ταλέντα κατέφθαναν στην ομάδα. Μέχρι τα τέλη των 60’s είχαν έλθει ο τερματοφύλακας Βόλφγκανγκ Κλεφ (Wolfgang Kleff), οι αμυντικοί Μπέρτι Φογκτς (Hans-Hubert "Berti" Vogts) και Λούντβιχ Μίλερ (Ludwig 'Luggi' Müller), οι μέσοι Χέρμπερτ Βίμερ (Herbert "Hacki" Wimmer), Ράινερ Μπόνοφ (Rainer Bonhof), Χανς-Γιούργκεν Βίτκαμπ (Hans-Jürgen Wittkamp), Βίνφριντ Σέφερ (Winfried "Winnie" Schäfer) και ο μεσοεπιθετικός- Χορστ Κέπελ (Horst Köppel). Αυτοί οι ποδοσφαιριστές είναι μερικά από τα «διαμάντια» που «κατεργάστηκε» ο Βαϊσβάιλερ στο ξεκίνημα της νικηφόρας πορείας.

Χένες Βαϊσβάιλερ (Hans "Hennes" Weisweiler)

Ο Βαϊσβάιλερ ανέπτυξε μια μέθοδο εργασίας στην Μπορούσια δίνοντας πολύ μεγάλη σημασία στη πειθαρχία εντός και εκτός γηπέδου, με στόχο να κρατήσει τους νεαρούς (κυρίως αυτούς) παίκτες της ομάδας επικεντρωμένους στην «εργασία στο γήπεδο» τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα! Η δουλειά έγινε τόσο καλά, που είχε ως αποτέλεσμα τη σεζόν 1968/69, τότε που η Μπάγερν Μονάχου κατέκτησε τον πρώτο της τίτλο, η Μπορούσια να τερματίσει στην 3η θέση της Μπουντεσλίγκα με 13 νίκες, 11 ισοπαλίες και 10 ήττες σε 34 αγώνες, με 61 γκολ υπέρ (η καλύτερη επίθεση μαζί με τη Μπάγερν) και 46 κατά. Πρώτος σκόρερ της ομάδας ήταν ο Χέρμπερτ Λάουμεν με 15 γκολ. Ξεχωρίζοντας ήδη για το επιθετικό της στυλ παιχνιδιού, διαθέτοντας παράλληλα σπουδαίους αμυντικούς και φανταστικούς δημιουργικούς παίκτες, η Μπορούσια έμπαινε στη δεκαετία του 1970 θέλοντας περισσότερα! Ο Χάινκες και ο Νέτζερ, έγιναν γρήγορα τ’ αστέρια αυτής της ομάδας, αλλά ΚΑΙ της εθνικής ομάδας της Δυτικής Γερμανίας μαζί με άλλους ελπιδοφόρους νεαρούς που εμφανίστηκαν τότε στη Μπάγερν Μονάχου. Ξεκίνησε μάλιστα έτσι η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική κόντρα γιγάντων που έχει γνωρίσει η Μπουντεσλίγκα: το δίπολο Μπάγερν Μονάχου και Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ, εκφρασμένο μάλιστα με τη μνημειώδη κόντρα των αρχηγών τους, του Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Anton Beckenbauer) και του Γκίντερ Νέτσερ!

Borussia Mönchengladbach 1969/70 Bundesliga Champion > Back Row: Spinnler, Wimmer, Köppel and Le Fevre. > Third Row: Schäfer, Laumen, Netzer and Dietrich. > Second Row: Wittmann, Vogts, L. Müller, Sieloff and Bleidick. > Front: V. Danner and Kleff.

Πανέτοιμη πλέον αγωνιστικά, η Μπορούσια μπήκε στη σεζόν 1969/70, αποδίδοντας εξαιρετικό ποδόσφαιρο, κάτι που συνεχίστηκε για μία 10ετία (1969-1979), όταν η Γκλάντμπαχ έπαιξε κατά διαστήματα το Καλύτερο ποδόσφαιρο στη Γερμανία, ίσως και στην Ευρώπη! Με τους πιτσιρικάδες να «πετάνε» κυριολεκτικά, ήταν τότε που επινοήθηκε -από τον δημοσιογράφο Βίλχελμ Χούρτμαν (Wilhelm August Hurtmann)- ένα παρατσούκλι για αυτούς τους μικρούς, «Τα Πουλάρια»! Το ψευδώνυμο εξαπλώθηκε γρήγορα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, υιοθετήθηκε από τους οπαδούς και τον Τύπο, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, καθώς και από τον ίδιο τον σύλλογο! Ο όρος πλέον σήμερα έχει γίνει εμπορικό σήμα της Μπορούσια! «Τα Πουλάρια» λοιπόν, ξεκίνησαν έναν εκπληκτικό καλπασμό που οδήγησε στο τέλος εκείνης της σεζόν 1969/70, στον πρώτο τίτλο του γερμανικού πρωταθλήματος στην ιστορία της Μπορούσια, με 23 νίκες, 5 ισοπαλίες και 6 ήττες σε 34 παιχνίδια, με 71 γκολ υπέρ και 29 κατά (η καλύτερη άμυνα)! Πρώτος σκόρερ της ομάδας ήταν και πάλι ο Χέρμπερτ Λάουμεν (Herbert Laumen), με 19 γκολ. Το επίτευγμα έδωσε στον σύλλογο το δικαίωμα να συμμετάσχει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών 1970/71, όπου μετά από μια επιβλητική πρόκριση στον πρώτο γύρο επί της κυπριακής ΕΠΑ Λάρνακας με 2 νίκες (6-0 εκτός και 10-0 εντός), η ομάδα αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο, ύστερα από τις ισοπαλίες 1-1 εντός-εκτός, χάνοντας στα πέναλτι 3-4 από την πρωταθλήτρια Αγγλίας, την Έβερτον.

Borussia Mönchengladbach 1970/71 Bundesliga Champion

Την επόμενη σεζόν, η Μπορούσια απέδειξε ότι ο τίτλος της προηγούμενης χρονιάς δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Κατέκτησε εκ νέου (για πρώτη φορά στο ενιαίο πρωτάθλημα) την γερμανική Μπουντεσλίγκα, κάτι που ιστορικά είχε καταφέρει μόνο η Ντόρτμουντ το 1956(!), με άλλο σύστημα διεξαγωγής! Τερμάτισε πάλι μπροστά από την Μπάγερν, καταφέρνοντας 20 νίκες, 10 ισοπαλίες και μόλις 4 ήττες σε 34 παιχνίδια, σημειώνοντας 77 γκολ (η καλύτερη επίθεση) και δεχόμενη 35 (η καλύτερη άμυνα)! Στην πορεία για ‘κείνο το πρωτάθλημα, σημειώθηκε κι ένα αήττητο 17 αγώνων! Ένα περίεργο γεγονός είναι ότι, στις 3 Απριλίου του 1971, στον εντός έδρας αγώνα για την 27η αγωνιστική εναντίον της Βέρντερ Βρέμης, στο 88ο λεπτό, ο Χέρμπερτ Λάουμεν και ο τερματοφύλακας της Βέρντερ, ο Γκίντερ Μπέρναρντ (Günter Bernard), διεκδικώντας τη μπάλα, «έπεσαν» μέσα στα δίχτυα, με αποτέλεσμα την κατάρρευση ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ της εστίας! Το γκολ -εάν μετρούσε- θα ήταν αυτό της ισοφάρισης σε 1-1 για την Μπορούσια. Όμως, λόγω του γεγονότος ότι -καθώς γηπεδούχος- απέτυχε να επισκευάσει την εστία, η Ομοσπονδία τιμώρησε τη Μπορούσια με «ήττα» 0-2! Τίποτε όμως δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το επίτευγμα της ομάδας. Ο Λάουμεν ήταν και πάλι ο πρώτος σκόρερ της ομάδας με 20 γκολ, ενώ τον ακολούθησε ο Χάινκες με 19. Ως πρωταθλητές Δυτικής Γερμανίας, τα «Πουλάρια» κέρδισαν και πάλι το δικαίωμα συμμετοχής στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, στο οποίο θα έπαιζαν έναν από τις εμβληματικότερους αγώνες στην ιστορία της διοργάνωσης. Και παράλληλα έναν από τα πλέον αμφιλεγόμενους...

Τη σεζόν 1971/72, η Μπορούσια δεν κατάφερε να κατακτήσει για τρίτη φορά το δυτικο-γερμανικό πρωτάθλημα, τερματίζοντας 3η, πίσω από τη Μπάγερν (της απίστευτης επίδοσης των 101 γκολ υπέρ!) και τη Σάλκε. Όμως, εκείνη η χρονιά σημαδεύτηκε από την απίστευτη ιστορία που κατάφερε να γράψει η ομάδα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών! Μετά από μια εύκολη πρόκριση στον πρώτο γύρο επί της ιρλανδικής Κορκ Χιμπέρνιανς με δύο νίκες, 5-0 εκτός και 2-1 εντός, στις 20 Οκτωβρίου του 1971, στο (παλαιό πλέον) γήπεδο της, το «Μπέκελμπεργκ» (Bökelbergstadion), η Μπορούσια υποδέχτηκε την Ίντερ του Μιλάνου στον γύρο των 16. Οι Ιταλοί, υπό την τεχνική καθοδήγηση του Τζιάνι Ινβερνίτσι (Giovanni «Gianni» Invernizzi), είχαν στη σύνθεσή τους αρκετούς από τους παίκτες της «Γκράντε Ίντερ» του Ελένιο Ερέρα (Helenio Herrera Gavilán), της «χρυσής» 4ετίας τους 1963-1967! Στον αμέσως προηγούμενο γύρο είχαν αποκλείσει την ΑΕΚ του Μπράνκο Στάνκοβιτς (Branislav "Branko" Stanković), που είχε προηγηθεί στο Μιλάνο με τον Σπύρο Πομώνη, πριν ηττηθεί 4-1 και είχε «ανησυχήσει» τους Ιταλούς στη ρεβάνς της Νέας Φιλαδέλφειας, νικώντας με 3-2! 

Στο ματς ο Γιουπ Χάινκες άνοιξε το σκορ μόλις στο 7’, αλλά ο Ρομπέρτο Μπονινσένια (Roberto Boninsegna) ισοφάρισε στο 19’. Ο Δανός Ούλρικ Λεφέβρ (Ulrik le Fevre), μόλις 2 λεπτά αργότερα, ήταν ο σκόρερ του 2-1! Με τη συμπλήρωση μισής ώρας αγώνα και τους Γερμανούς να «δείχνουν» να κυριαρχούν αγωνιστικά, ο Μπονινσένια πήγε να εκτελέσει ένα πλάγιο. Εκείνη τη στιγμή, ένα αλουμινένιο κουτί Coca-Cola τον χτύπησε στο κεφάλι, με τον Ιταλό φορ να σωριάζεται στο έδαφος! Ο αρχηγός της Ίντερ, ο Σάντρο Ματσόλα (Alessandro „Sandro“ Mazzola), έτρεξε και άρπαξε το κουτάκι από τα χέρια του Λούντβιχ Μίλερ, παραδίδοντάς το στον Ολλανδό διαιτητή, τον Τζεφ Ντόρπμανς (Jef Dorpmans)! Ο αγώνας διακόπηκε, ο Μπονινσένια σηκώθηκε μεν, αλλά μετά τις πρώτες βοήθειες, το ιατρικό επιτελείο της Ίντερ, υποστήριξε ότι ο παίκτης δεν μπορούσε να συνεχίσει και αυτός αντικαταστάθηκε! Με την επανέναρξη του αγώνα, η Ίντερ είναι «απούσα»! Ο Λεφέβρ στο 34' έκανε το 3-1, ο Νέτσερ ανέβασε το σκορ στο 42' σε 4-1 και ο Χάινκες στο 44’ πέτυχε το 5-1! Στο β’ ημίχρονο, άλλαξε ο γκολκίπερ των Ιταλών με τον Ιβάνο Μπορντόν (Ivano Bordon) να παίρνει θέση κάτω από τα δοκάρια! Η Μπορούσια όμως συνεχισε απτόητη, με τον Νέτσερ στο 61' να κάνει το 6-1 και ο Κλάους-Ντίτερ Σίελοφ (Klaus-Dieter Sieloff), με πέναλτι στο 83', έκλεισε το σκορ! Λίγο αργότερα, ο Ζαΐρ ντα Κόστα (Jair da Costa) αποχώρησε τραυματίας, άλλη αλλαγή δεν υπήρχε και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μάριο Κόρσο (Mario Corso) κλώτσησε εν ψυχρώ τον Νέτσερ και αποβλήθηκε, για να ολοκληρωθεί έτσι μια «μαύρη» σελίδα στην ιστορία της Ίντερ! Το παιχνίδι έχει μείνει ιστορικό, έχοντας τ’ όνομα «La Partita della lattina» (lattina =στα ιταλικά το κουτάκι του αναψυκτικού)!

Μετά τον αγώνα, ο πρώην τεχνικός της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο «μυθικός» Σερ Ματ Μπάσμπι ([Sir] Alexander Matthew «Matt» Busby), που ήταν ο παρατηρητής της UEFA (το προηγούμενο καλοκαίρι είχε αποσυρθεί από τους πάγκους), δήλωσε: «Αυτό που είδα είναι ανεπανάληπτο. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να σταματήσεις μία ομάδα που παίζει τόσο δαιμονισμένα. Είμαι εκστασιασμένος. Εάν η Γκλάντμπαχ το επαναλάβει, κανείς δεν θα μπορέσει να την αποκλείσει»! Μόνο που όσα παρακολούθησε ο θρυλικός Σκωτσέζος, έμελλε να ακυρωθούν! Δεν θα ίσχυαν, εξαιτίας ενός «lattina», ενός άδειου αλουμινένιου κουτιού Coca-Cola που έριξε κάποιος από τις κερκίδες! Συνελήφθη ο 20χρονος Μάνφρεντ Κρικστάιν (Manfred Krikstein), που παραδέχθηκε ότι αυτός πέταξε το κουτί. Οι Ιταλοί έκαναν ένσταση ζητώντας να τους κατακυρωθεί το ματς με 3-0 «[…] λόγω άσκησης ψυχολογικής βίας». Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η έκθεση του Ματ Μπάσμπι, ο οποίος δεν αναφέρθηκε σ’ αυτό-καθαυτό το περιστατικό, αλλά στην αναστάτωση που επηρέασε τους Ιταλούς! «Ήταν μια πρωτόγνωρη κατάσταση που πιθανώς να αποσυντόνισε την Ίντερ…»! Μέχρι τη συνεδρίαση της πειθαρχικής επιτροπής της ΟΥΕΦΑ, στις 15 Νοεμβρίου του 1971, είχε μεσολαβήσει η ρεβάνς στο «Σαν Σίρο», στις 3 Νοεμβρίου. Οι «νερατζούρι», νίκησαν με 4-2, με τον Μπονινσένια να κάνει -ίσως- το καλύτερο παιχνίδι του με τη φανέλα της Ίντερ!

Η πειθαρχική επιτροπή αποφάσισε την επανάληψη του αγώνα στο ουδέτερο «Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου»! Η έφεση απορρίφθηκε και την πρώτη μέρα του Δεκεμβρίου, η Ίντερ με ήρωα τον γκολκίπερ Ιβάνο Μπορντόν, που στο 18’ απέκρουσε και πέναλτι του Σίελοφ, κράτησε το 0-0 και προκρίθηκε στα προημιτελικά! Ο συγκεκριμένος αγώνας, ακολούθησε τον -θεωρητικά- «επαναληπτικό» του Μιλάνου, αλλάζοντας τη σειρά. Η Ίντερ, έφτασε μέχρι τον τελικό του “Ντε Κάιπ” του Ρότερνταμ και έχασε τον τίτλο από τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ (Hendrik Johannes Cruyff). Το ματς που όλος ο κόσμος ήθελε να δει, ανάμεσα στην Γκλάντμπαχ του Γκίντερ Νέτσερ και τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ ΔΕΝ έμελλε να διεξαχθεί ποτέ!...

Borussia Mönchengladbach 1972/73 DFB-Pokal Winner & UEFA-Pokal-Finalist

Από τη σεζόν 1972/73, η Μπορούσια βίωσε ένα δίλημμα: να έχει την καλύτερη ομάδα στην ιστορία της, αλλά την ατυχία της μονομαχίας την ίδια σεζόν ταυτόχρονα με δύο άλλες εντυπωσιακές ομάδες: την Μπάγερν του Φραντς Μπεκενμπάουερ στη Δυτική Γερμανία και την Λίβερπουλ του Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan) στην Ευρώπη! Έχοντας ενισχυθεί με τις αφίξεις των Δανών Χένινγκ Γιένσεν (Henning Jensen) και Άλαν Σίμονσεν (Allan Rodenkam Simonsen), στο εσωτερικό, τα «Πουλάρια» είδαν τους Βαυαρούς να είναι για δεύτερη σερί (από τις τρεις) φορά πρωταθλητές και να ετοιμάζονται για την τριπλή (επίσης σερί) κυριαρχία τους στο Κύπελλο Πρωταθλητριών! Ως παρηγοριά ήρθε η κατάκτηση του Κυπέλλου Δυτικής Γερμανίας του 1973, κερδίζοντας την Κολωνία στην παράταση με 2-1, με γκολ των Βίμερ και Νέτσερ, σε έναν εμβληματικό τελικό, κατ’ αρχή από την ατμόσφαιρα, τον καύσωνα δηλαδή των 35ο C βαθμών, από το επιθετικό ποδόσφαιρο και των δύο ομάδων, αλλά και όσα συνέβησαν με ήρωα τον Γκίντερ Νέτσερ, κρίνοντας την έκβασή του!

“[…] του είπε «τώρα θα παίξω»! […] σούταρε και σκόραρε, σημειώνοντας το 2-1, που έμελλε να είναι και το τελικό σκορ!

Στις 23 Ιουνίου του 1973, λοιπόν, στον τελικό του κυπέλλου εναντίον της Κολωνίας, του -ανταγωνιστή του στην εθνική και «εκλεκτού» του Μπεκενμπάουερ- Βόλφγκανγκ Όβερατ (Wolfgang Overath), ο Νέτσερ, έχοντας έλθει σε ρήξη με τον Βαϊσβάιλερ, συνεπικουρούμενου και του γεγονότος του πρόσφατου θανάτου της μητέρας του, μη έχοντας προπονηθεί την τελευταία προπόνηση πριν τον αγώνα, αρνήθηκε να ξεκινήσει στην βασική ενδεκάδα! Κατ’ άλλους, ήταν μια απόφαση του Βαϊσβάιλερ που προκάλεσε πάταγο, με τον κόσμο να φωνάζει το όνομά του! Το παιχνίδι εξελίχθηκε πάνω-κάτω, με πολλές φάσεις και το ημίχρονο έληξε με 1-1, ύστερα από τα γκολ του Χέρμπερτ Βίμμερ στο 24ο λεπτό, που έδωσε το προβάδισμα στη Μπορούσια και του γνωστού από το πέρασμα του από τον Ολυμπιακό το 1983, μέσου Χέρμπερτ Νόιμαν (Herbert Neumann) που ισοφάρισε στο 40’. Στο ημίχρονο, ο Βαϊσβάιλερ τον ρώτησε αν θέλει να μπει, με τον Νέτσερ -μουτρωμένο- σύμφωνα με την ιστορία, να απαντά «Όχι, δεν συντρέχει λόγος! Η ομάδα πάει καλά»! Πηγαίνοντας προς τη λήξη του αγώνα, ο αντικαταστάτης του, ο Κρίστιαν Κούλικ (Christian Kulik), ένοιωσε κράμπες. Ο ίδιος ο Νέτσερ τον ρώτησε αν μπορεί να συνεχίσει, ο Κούλικ απάντησε αρνητικά και τότε, ο ατίθασος Γκίντερ πήρε τ’ όπλο του! Επέστρεψε στον πάγκο, έβγαλε τη φόρμα του και ουσιαστικά καθαιρώντας τον προπονητή του, του είπε «... τώρα θα παίξω»! Φώναξε τον εμβρόντητο Κούλικ να βγει και μπήκε αυτός στην θέση του! Η αρχική παγωμάρα στον πάγκο, μόλις τρία λεπτά μετά την έναρξη της παράτασης, μετατράπηκε σε κραυγές ενθουσιασμού όταν ο ιδιοφυής Νέτσερ πήρε τη μπάλα στο κέντρο, στριφογύρισε, έκανε μια πάσα και ξαφνικά επιτάχυνε παίζοντας το ένα-δύο μ’ έναν συμπαίκτη του, ουσιαστικά εξουδετερώνοντας την άμυνα της Κολωνίας, σούταρε και σκόραρε, σημειώνοντας το 2-1, που έμελλε να είναι και το τελικό σκορ! Δίνοντας μ’ αυτό το ρέκβιεμ της καριέρας του στα γερμανικά γήπεδα, το τρόπαιο στην αγαπημένη του ομάδα!

Την ίδια χρονιά, η Μπορούσια έκανε μια φανταστική πορεία στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η ομάδα στον πρώτο γύρο απέκλεισε την σκωτσέζικη Αμπερντίν με δύο νίκες (3-2 εκτός & 6-3 εντός) και στη συνέχεια, στον δεύτερο, την δανική Χβίντοβρε και πάλι με δυο νίκες (3-0 εντός & 3-1 εκτός)! Στον τρίτο γύρο, ο αντίπαλος ήταν η Κολωνία, με την οποία η Μπορούσια διατηρεί την πιο «σοβαρή» από τις αντιπαλότητές της, με την αιτία της διαμάχης να σχετίζεται με την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας των «Πουλαριών» το 1964 από τον Βαϊσβάιλερ. Η Μπορούσια απέκλεισε τα «Κριάρια» μετά από μια ισοπαλία χωρίς τέρματα εκτός & νίκη με 5-0 εντός. Στους προημιτελικούς, πάλι μια εγχώρια αντίπαλος, η Καϊζερσλάουτερν, την οποία απέκλεισε κι αυτή με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο, κερδίζοντάς την με 2-1 εκτός & 7-1 εντός! Στον ημιτελικό η ολλανδική Τβέντε, υπέκυψε κι αυτή στα «Πουλάρια» που τη νίκησαν με 3-0 εντός & 2-1 εκτός. Αήττητοι, οι Δυτικο-Γερμανοί αντιμετώπισαν την Λίβερπουλ στον τελικό. Στο πρώτο παιχνίδι, στο «Άνφιλντ», η Άγγλοι νίκησαν με 3-0. Στον επαναληπτικό του «Μπέκελμπεργκ», οι «Κόκκινοι» έκλεισαν όσο μπορούσαν τους διαδρόμους ώστε να περιορίσουν το δυνατό επιθετικό σύστημα της Μπορούσια, δέχτηκαν δύο γκολ από τον Χάινκες, αλλά κατάφεραν να πάρουν τον τίτλο χάρη στο συνολικό σκορ (3-2). Δεν ήταν αυτή η χρονιά που η Μπορούσια θα κατακτούσε μια ευρωπαϊκή διοργάνωση.

Borussia Mönchengladbach 1973/74 Standing: Drygalsky (Assistant Coach), Köppel, Hilkes, Sieloff, Kulik, Heynckes, Klinkhammer, Jensen, Bonhof, Wimmer, Danner and Weisweiler (Coach). Bended: Vogts, Köstner, Michallik, Rupp, Kleff, Quasten, Simonsen, Stielike and Posner.

Μετά την απώλεια του ευρωπαϊκού «μικρού» τίτλου του 1973, η Μπορούσια ενέταξε στις τάξεις της έναν ελπιδοφόρο Δυτικο-Γερμανό που άκουγε στο όνομα Ούλι Στίλικε (Ulrich "Uli" Stielike), αλλά, «έχασε» τον ιδιοφυή Γκίντερ Νέτσερ, ο οποίος μετά από αρκετές συγκρούσεις με παίκτες και -κυρίως- προπονητές, αποχώρησε για την Ρεάλ Μαδρίτης! Μετά τον τρίτο σερί δυτικο-γερμανικό τίτλο της Μπάγερν, τη σεζόν 1973/74, όταν τερμάτισε 2η, μόλις έναν βαθμό πίσω από τους Βαυαρούς, η Μπορούσια επανάκτησε τα πρωτεία στην Δυτική Γερμανία, τη σεζόν 1974/75, τερματίζοντας 6 βαθμούς μπροστά από τη δεύτερη Χέρτα Βερολίνου. Ο Γιουπ Χάινκες, ο οποίος ήταν Κορυφαίος Σκόρερ της σεζόν 1973/74 με 30 γκολ, μαζί με τον Γκερντ Μίλερ (Gerhard "Gerd" Müller), ήταν και πάλι ο Κορυφαίος Σκόρερ στο πρωτάθλημα με 27 γκολ, ακολουθούμενος -δεύτερος σκόρερ της ομάδας- από τον Άλαν Σίμονσεν με 18. Αλλά εκείνη τη σεζόν, ο μεγάλος τίτλος της ομάδας δεν ήταν εθνικός. Ήταν ένα ηπειρωτικό τρόπαιο!

Στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ 1974/75, η Μπορούσια έδειξε και πάλι το καλό της πρόσωπο, αποκλείοντας κατά σειρά, την αυστριακή Βάκερ Ίνσμπρουκ (1–2 εκτός & 3–0 εντός), τη γαλλική Λυών (1–0 εντός & 5–2 εκτός), την ισπανική Ρεάλ Σαραγόσα (5–0 εντός & 4–2 εκτός), στον προημιτελικό την τσεχοσλοβάκικη Μπάνικ Οστράβα (1–0 εκτός & 3–1 εντός) και στον ημιτελικό -πάλι- την Κολωνία (3–1 εκτός & 1–0 εντός), φτάνοντας σε έναν ακόμη τελικό! Σε αυτόν, ο αντίπαλος ήταν η ολλανδική Τβέντε. Στο πρώτο παιχνίδι στη Γερμανία, η ισοπαλία χωρίς τέρματα, άφησε στους οπαδούς της Μπορούσια μια πίκρα, παράλληλα με φόβους για το χειρότερο στη ρεβάνς. Στο επαναληπτικό, η γερμανική ομάδα έδωσε ένα ρεσιτάλ επιθετικότητας και με όπλο το ταλέντο της, συνέτριψε με 5-1 τους Ολλανδούς, με 3 γκολ του Χάινκες και 2 του Σίμονσεν! Ήταν ο πρώτος διεθνής τίτλος στην ιστορία του συλλόγου, στο αντίο, μετά από 11 χρόνια, του επιτυχημένου προπονητή Βαϊσβάιλερ, ο οποίος αποχώρησε εκείνη τη χρονιά για ν’ αναλάβει την Μπαρτσελόνα. Οι οπαδοί, φυσικά, λυπήθηκαν πολύ για την απώλεια του μέντορα αυτής της μαγικής ομάδας, η οποία έπαιζε πάντα μπροστά, με ταλέντο, εναλλαγές της μπάλας και ευκινησία, αλλά χωρίς να παραμελείται η άμυνα. Για τη θέση του, το διοικητικό συμβούλιο της Μπορούσια προσέλαβε τον Ούντο Λάτεκ (Udo Lattek), έναν άλλο ονομαστό προπονητή, διάσημο για την καθοδήγηση της πρωτοπόρου Μπάγερν Μονάχου σε τρεις φορές σερί νικήτρια της γερμανικής Μπουντεσλίγκα (1972 - 1974) και πρωταθλητή Ευρώπης το 1974!

Η άφιξη του Ούντο Λάτεκ δεν αποδυνάμωσε καθόλου την Μπορούσια. Η ομάδα διατήρησε τα πρωτεία στη Δυτική Γερμανία, κατακτώντας άλλο ένα εθνικό πρωτάθλημα τη σεζόν 1975/76, με 16 νίκες, 13 ισοπαλίες και μόλις 5 ήττες σε 34 παιχνίδια. Το αποκορύφωμα ήταν η νίκη με 4-1 επί της Μπάγερν εντός έδρας σε μια αξέχαστη εμφάνιση. Ο Άλαν Σίμονσεν ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας, σκοράροντας 16 γκολ. Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, αφού απέκλεισε την αυστριακή Βάκερ Ίνσμπρουκ (1–1 εντός & 6–1 εκτός) και τη Γιουβέντους (2–0 εντός & 2–2 εκτός), η ομάδα έφτασε στα προημιτελικά, αλλά αποκλείστηκε από τη Ρεάλ Μαδρίτης λόγω του κριτηρίου των εκτός έδρας γκολ, μετά από τις δυο ισοπαλίες 2-2 και 1-1. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στον επαναληπτικό αγώνα στη Μαδρίτη, η γερμανική ομάδα αντιμετώπισε «προβληματική» διαιτησία, βλέποντας γκολ της να ακυρώνονται! Ο Γιουπ Χάινκες ήταν ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με 6 γκολ!

Borussia Mönchengladbach 1976/77 Bundesliga Champion Back Row: Danner, Hannes, Klinkhammer, Engels, Heidenreich, Heynckes, Wittkamp and Stielike. Middle Row: Drygalsky (Assistant Coach), Gores, Wohlers, Kulik, Offermanns, Nielsen, Schäffer and Lattek (Coach). Bended: Del’Haye, Simonsen, Ringels, Sude, Klingen, Kneib and Vogts.

Τη σεζόν 1976/77 η Μπορούσια έζησε την κορύφωσή της και για λίγο δεν έγινε η Μεγαλύτερη ομάδα στον πλανήτη! Στη Μπουντεσλίγκα, η ομάδα επανέλαβε τον άθλο της Μπάγερν και έγινε τρεις φορές συνεχόμενη πρωταθλήτρια Δυτικής Γερμανίας με 17 νίκες, 10 ισοπαλίες και 7 ήττες σε 34 παιχνίδια, με 58 γκολ υπέρ και 34 κατά. Ο Σίμονσεν και ο Χάινκες «έπαιζαν» όλο και περισσότερο ο ένας τον άλλο και ήταν τα μεγαλύτερα αστέρια της επίθεσης της ομάδας. Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, η Μπορούσια έκανε την καλύτερη πορεία στην ιστορία της, αποκλείοντας την Αούστρία Βιέννης στον πρώτο γύρο με ήττα 0-1 εκτός, νικώντας 3-0 εντός έδρας με γκολ των Στίλικε, Μπόνχοφ και Χάινκες. Στον γύρο των 16, πρόκριση επί της ιταλικής Τορίνο, με νίκη 2-1 εκτός έδρας, με γκολ από τους Μπέρτι Βόγκτς και Χανς Κλινκάμερ (Hans Klinkhammer) και μια ισοπαλία χωρίς τέρματα στη Γερμανία. Στον προημιτελικό, πρόκριση επί της βελγικής Μπριζ, μετά την ισοπαλία 2-2 εντός έδρας, από γκολ των Κούλικ και Σίμονσεν και τη νίκη με 1-0 στο Βέλγιο με γκολ του Βίλφριντ Χάννες (Wilfried Hannes). Στον ημιτελικό, η ομάδα ηττήθηκε με 1-0 από την Ντιναμό Κιέβου εκτός έδρας και νίκησε με 2-0 εντός, από γκολ των Μπόνοφ και Βίτκαμπ, εξασφαλίζοντας στους Γερμανούς παρουσία στον τελικό της διοργάνωσης για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Ο αντίπαλος, ωστόσο, δεν έφερνε καλές αναμνήσεις: ήταν η Λίβερπουλ, η νικήτρια του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ το 1973!...

Ο αρχηγός της Λίβερπουλ, ο Έμλιν Χιουζ (Emlyn Hughes) και ο Μπέρτι Φογκτς, ανταλλάσσουν τα λάβαρα πριν τον τελικό του 1977. Οι αγώνες της Λίβερπουλ και της Γκλάντμπαχ στους ευρωπαϊκούς τελικούς τη δεκαετία του 1970, έχουν οδηγήσει τους συλλόγους σε μακρά ουσιαστική φιλία με δρώμενα και υποστήριξη εκατέρωθεν που διατηρείται μέχρι σήμερα!

Στις 25 Μαΐου, στο «Ολίμπικο» της Ρώμης, η Λίβερπουλ είχε την ευκαιρία να κατακτήσει τον δεύτερο στη σειρά ηπειρωτικό της τίτλο, μετά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ του 1975/76. Οι «Κόκκινοι», που μπήκαν στο γήπεδο έχοντας ήδη κατακτήσει για δεύτερη σερί σεζόν τον τίτλο του πρωταθλητή Αγγλίας, έναν βαθμό περισσότερο από τη Μάντσεστερ Σίτι, πέτυχαν το πρώτο γκολ στο 28ο λεπτό με τον Τέρι ΜακΝτέρμοτ (Terence "Terry" McDermott). Στο δεύτερο ημίχρονο, η Μπορούσια ισοφάρισε στο 52’ με τη Σίμονσεν, αλλά στη συνέχεια, ο Τόμι Σμιθ (Thomas Smith) ξανάβαλε μπροστά τη Λίβερπουλ στο 64’, για να ‘ρθει στο 82’ ο Φιλ Νιλ (Philip George Neal) από το σημείο του πέναλτι να σκοράρει το γκολ του τίτλου της Λίβερπουλ. Η πόλη της Ρώμης είδε την «Κόκκινη Αρμάδα» να κατακτά για πρώτη φορά τον μέγιστο τίτλο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ξεκινώντας να γράφει τη δική της Χρυσή ιστορία σ’ αυτόν. Η Μπορούσια από την άλλη, ηττήθηκε για δεύτερη φορά σ’ έναν τελικό από τους Άγγλους, χάνοντας την ευκαιρία να «επιστεγάσει» το 12χρονο υπέροχο «έργο» της, με το Μεγαλύτερο Τρόπαιο στην Ευρώπη! Τα καλά νέα μετά την απώλεια, ήταν η επιλογή του πρωταγωνιστή Άλαν Σίμονσεν ως Καλύτερου Παίκτη στην Ευρώπη για το 1977!

Η Μπορούσια που αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1977

Μήνες αργότερα, η ομάδα έπαιξε στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου του 1977 εναντίον της αργεντίνικης Μπόκα Τζούνιορς, χάρη στην αποχώρηση της Λίβερπουλ, η οποία «… δεν βρήκε διαθέσιμες ημερομηνίες» για να παίξει τους αγώνες! Το πρώτο παιχνίδι παίχτηκε μόλις στις 21 Μαρτίου του 1978 στο στάδιο «Λα Μπομπονέρα» του Μπουένος Άιρες. Η Μπόκα άνοιξε το σκορ με σκόρερ τον Ερνέστο Μαστράντζελο (Ernesto Enrique Mastrángelo) στο 16' του πρώτου ημιχρόνου. Ο Χάννες ισοφάρισε στο 24’ και μόλις 5 λεπτά αργότερα, ο Μπόνοφ έδωσε το προβάδισμα στους Γερμανούς! Αλλά στο δεύτερο ημίχρονο, ο Χόρχε Ριμπόλτζι (Jorge Daniel "Ruso" Ribolzi) ισοφάρισε, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά για τον επαναληπτικό αγώνα στη Γερμανία. Σε αυτόν τον αγώνα, που διεξήχθη σχεδόν 4 μήνες αργότερα (!) την 1η Αυγούστου στη Καρλσρούη, οι Αργεντίνοι έδειξαν πολύ περισσότερη θέληση από τους Γερμανούς και κέρδισαν με 3-0 με γκολ των Νταρίο Φέλμαν (Darío Luis Felman), Μαστράντζελο και Κάρλος Σαλίνας (Carlos Horacio Salinas).

O Χένες Βαϊσβάιλερ (αριστερά) με τον διάδοχό του στη Μπορούσια, Ούντο Λάτεκ, όταν αμφότεροι (ο πρώτος έχοντας επιστρέψει από την Ισπανία και αναλάβει την Κολωνία), διεκδίκησαν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της τελευταίας αγωνιστικής το γερμανικό τίτλο του 1977/78.

Τη σεζόν 1977/78 η Μπορούσια ΔΕΝ κατέκτησε το τέταρτο σερί γερμανικό πρωτάθλημα για… 3 γκολ! Η ομάδα τελείωσε τη διοργάνωση ισόβαθμη με την Κολωνία, αλλά ήταν δεύτερη επειδή η αντίπαλος της είχε καλύτερη διαφορά τερμάτων! Αυτό συνέβη επειδή η Μπορούσια σκόραρε 86 γκολ σε 34 παιχνίδια (ίδιος αριθμός με τα «Κριάρια»), αλλά δέχτηκε 44, έναντι 41 της Κολωνίας! Το αξιοπερίεργο ήταν ότι οι ομάδες έφτασαν στην τελευταία αγωνιστική με την Μπορούσια 10 γκολ πίσω από την Κολωνία. Για ν’ ανατραπεί το αποτέλεσμα, μόνο μια εντός έδρας νίκη… επικών διαστάσεων επί της Μπορούσια Ντόρτμουντ, θα μπορούσε να δώσει στη Μενχενγκλάντμπαχ την ευκαιρία για τίτλο! Οι παίκτες του Ούντο Λάτεκ, πέτυχαν το κατόρθωμα της Μεγαλύτερης νίκης στην ιστορία της Μπουντεσλίγκα με το παιχνίδι να λήγει 12-0(!) για την Μπορούσια επί των αντιπάλων της Ντόρτμουντ. Αλλά η προσπάθεια ήταν μάταιη, αφού την ίδια μέρα, η Κολωνία κέρδισε το παιχνίδι της με την -ήδη υποβιβασμένη- Σανκτ Πάουλι με 5-0, «έσωσε» την καλύτερη διαφορά τερμάτων στα 3 γκολ και πήρε τον τίτλο!...

Borussia Mönchengladbach 1977/78 From Left To Right: Vogts, Kleff, Heynckes, Hannes, Kulik, Wimmer, Bonhof, Lienen, Wohlers, Nielsen and Del’Haye.

Η Μπορούσια άρχισε να χάνει την έντασή της μετά τη δεύτερη θέση του 1978 και έκανε μια κακή πορεία στην Μπουντεσλίγκα της σεζόν 1978/79 (συμπεριλαμβανομένης μιας βαριάς ήττας 1-7 από την Μπάγερν Μονάχου εντός έδρας!), καταλαμβάνοντας μόλις τη 10η θέση. Ο Γιουπ Χάινκες, είδωλο της Μπορούσια και ένας από τους Κορυφαίους Σκόρερ εκείνης της δεκαετίας, αποσύρθηκε αυτή τη χρονιά. Ωστόσο, έλειπε το «κύκνειο άσμα» αυτής της ομάδας, το οποίο έλαβε χώρα στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Μετά τον κατά σειρά αποκλεισμό της αυστριακής Στούρμ Γκρατς (5–1 εντός & 2–1 εκτός), της πορτογαλικής Μπενφίκα (0–0 εκτός & 2–0 εντός), της πολωνικής Σλάσκ Βρότσλαβ (1–1 εντός & 4–2 εκτός), της αγγλικής Μάντσεστερ Σίτι (1–1 εκτός & 3–1 εντός) και της συμπατριώτισσας Ντούισμπουργκ (2–2 εκτός & 4–1 εντός), η ομάδα έφτασε στον τέταρτο ηπειρωτικό τελικό της δεκαετίας, με αντίπαλο τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου. Στο πρώτο παιχνίδι, στη Γιουγκοσλαβία, έληξε ισόπαλο 1-1, με το γερμανικό γκολ να το σημειώνει με αυτογκόλ ο Ιβάν Γιούρισιτς (Ivan Jurišić), αργότερα στον ΠΑΟΚ και τον Απόλλωνα Καλαμαριάς! Στον επαναληπτικό, περισσότεροι από 45.000 οπαδοί της, έσπρωξαν την Μπορούσια στη νίκη με 1-0, με πέναλτι του Σίμονσεν. Η Μπορούσια ήταν για δεύτερη φορά Κυπελλούχος ΟΥΕΦΑ και έτσι στέφθηκε αυτή η γενιά ως η Καλύτερη στην ιστορία του συλλόγου!

Borussia Mönchengladbach 1978/79 UEFA Cup Winner

Μετά τη μαγική δεκαετία του 1970, η Μπορούσια έπεσε σε παρακμή και δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Τη σεζόν 1979/80, με προπονητή τον Γιουπ Χάινκες, η ομάδα έφτασε σε έναν άλλο τελικό κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αλλά ηττήθηκε από τη συμπατριώτισσά της Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Ήταν εκείνη την εποχή που η ομάδα θα αποκάλυπτε στον κόσμο του ποδοσφαίρου έναν νέο άσο: τον Λόταρ Ματέους (Lothar Herbert Matthäus)! Έκτοτε, η ομάδα έχει κατακτήσει μόνο ένα Κύπελλο Γερμανίας, το 1994/95, ενώ γνώρισε και οδυνηρούς υποβιβασμούς. Η δεκαετία του 2010 «έδειξε» να είναι μια εποχή που νέοι ελπιδοφόροι παίκτες αγωνίστηκαν στο -νεότευκτο- «Μπορούσια Παρκ», ενώ φάνηκαν και κάποιες στιγμές επιστροφής στις ημέρες δόξας. Κι αν αυτό δεν συμβαίνει, υπάρχουν αναμνήσεις από μια ομάδα που έδειξε στον κόσμο ότι ΔΕΝ υπήρχε μόνο η Μπάγερν στη Γερμανία τη δεκαετία του 1970. Υπήρχε και μια άκρως επιθετική ομάδα, η Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ, που τα «Πουλάρια» της κάλπασαν αγέρωχα στα γερμανικά και ευρωπαϊκά γήπεδα, καθοδηγούμενα από πραγματικούς γητευτές και εξελίχθηκαν σε καθαρόαιμα που χάρισαν στους οπαδούς της στιγμές ποδοσφαιρικής μαγείας!

Σημαντικοί τίτλοι / Επιτεύγματα

Εθνικοί

  • Πρωτάθλημα Δυτ. Γερμανίας: (x5) 1969/70, 1970/71, 1974/75, 1975/76, 1976/77
    • Επιλαχούσα: (x2) 1973/74, 1977/78
  • Κύπελλο Δυτ. Γερμανίας: (x1) 1972/73
  • Σούπερ-Καπ Δυτ. Γερμανίας: (x1) 1977

Ευρωπαϊκοί

  • Κύπελλο Πρωταθλητριών:
    • Φιναλίστ: (x1) 1976/77
  • Κύπελλο ΟΥΕΦΑ: (x2) 1974/75, 1978/79
    • Φιναλίστ: (x2) 1972/73, 1979/80

Παγκόσμιοι

  • Διηπειρωτικό Κύπελλο:
    • Φιναλίστ: (x1) 1977

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Όταν τα Σπιρούνια... έσπερναν και θέριζαν!!!

Τελικός Κυπέλλου Κυπελλούχων, κι η Tottenham συναντάει την Atletico Madrid, την οποία και...σκορπίζει στο επιβλητικό [5 - 1]. Ορίστε λοιπόν τι ήταν εκείνη την εποχή το «θηρίο» του «νησιού» που κατασκεύασε ο «θρύλος» Nicholson!

Η Tottenham κάνει το «νταμπλ» νικώντας με ένα άνετο [2 - 0] την ομάδα της Leicester City. Πριν από αυτήν μόνο η Aston Villa είχε καταφέρει το ίδιο, το έτος 1896/97. Οι Spurs έμοιαζαν ασταμάτητοι, δεν έχαναν την ευκαιρία να σηκώνουν όποια «κούπα» συναντούσαν στον δρόμο τους. Ένα αχτύπητο στην κυριολεξία σύνολο που «περπατούσε» την Αγγλία, έχοντας για οδηγό του τον αξεπέραστο Bill Nicholson!.

Αυτή λοιπόν είναι η θρυλική Τότεναμ του 1960/61', η ομάδα που κατέχει το πιο... γκαζωμένο ξεκίνημα στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ας δούμε λοιπόν ποια ήταν εκείνη η μυθική ομάδα που μπόρεσε να έχει το 11 στα 11... Ε, λοιπόν:

ΜΠΙΛ ΝΙΚΟΛΣΟΝ: ΚΑΤΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΣΤΟ... ΤΙΜΟΝΙ
Η ιστορία μιας μακρινής εποχής που θα διηγηθούμε σήμερα έχει ένα παράδοξο ξεκίνημα, μια αφετηρία που δεν περίμενε τότε κανείς τους. Ήταν λοιπόν το 1958, μήνας Οκτώβριος, όταν ο προπονητής των «Σπιρουνιών» ακούει απ' τους γιατρούς πως αντιμετωπίζει σημαντικό πρόβλημα στην καρδιά του. Συνέπεια φυσικά της κατάστασής του, ο άμεσος αποχωρισμός από τους πάγκους. Το έντονο άγχος που θα τον περιτριγύριζε σε κάθε ματς, θα τον επιβάρυνε κατά πολύ στο ήδη καταπονημένο σημείο, αν αποφάσιζε τελικά να συνεχίσει το κοουτσάρισμα. Έτσι όλη η δουλειά, οι ευθύνες και το πόστο ανατέθηκαν στον βοηθό Μπιλ Νίκολσον. Ο Νίκολσον μπορεί να ήταν σε ρόλο ενός απλού βοηθού, πριν όμως απ' αυτό ο 39χρονος είχε ένα πλούσιο και δοξασμένο ποδοσφαιρικό ιστορικό στις πλάτες.

Το παράσημό του ήταν ότι από το 1938 έως το 1955 ήταν παίκτης των Spurs και επομένως ένας εκ των τεράστιων πρωταγωνιστών του παρθενικού πρωταθλήματος του 1950/51. Το άγνωστο στους περισσότερους των φιλάθλων όνομά του δεν πάει να πει ότι ο συγκεκριμένος ήταν... όποιος κι όποιος. Αντιθέτως ήταν ένας ανερχόμενος τεχνικός με μνήμες κι εμπειρίες από το παρελθόν του, και το απέδειξε. Την περίοδο που ανέλαβε τα ηνία απ' τον πάγκο της ομάδος, η Τότεναμ είχε καταφέρει να βρίσκεται μόλις έξι βαθμούς από τον πάτο του βαθμολογικού πίνακα.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, κι όταν από το πρώτο σου παιχνίδι βλέπεις την ενδεκάδα σου να ρίχνει 10 στο απίστευτο 10 - 4 (η μεγαλύτερή της νίκη στο πρωτάθλημα) επί της ισχυρής κατά τ' άλλα Έβερτον, τότε το μέλλον φαντάζει αισιόδοξο. Το μέλλον όμως θα'ταν και πολύ καλύτερο. .. Η χρονιά εκείνη σώθηκε στα όρια κι έτσι άρχισε μία νέα σχεδόν ονειρική μπροστά στην προηγούμενη. Οι κάμποσες κι αξιόπιστες μεταγραφές σε συνδυασμό με την εμπέδωση της καινούριας φιλοσοφίας του νέου προπονητή, οδήγησαν τους Λονδρέζους στην κατευθείαν απογείωσή τους.

Το σύνολο «πετούσε» και επόμενο ήταν ν' αφήσει κάτι που θα τη χαράξει στη μνήμη όλων εμάς τα επόμενα χρόνια. «Κληρονομιά» τους το αξεπέραστο ρεκόρ της περιόδου 1960/61. Την επόμενη λοιπόν αγωνιστική σεζόν, μετά από την παρ’ ολίγον τραγωδία, έφτιαξε σερί που περιελάμβανε ιστορική νίκη επί της παντοδύναμης Άρσεναλ στο «Χάιμπουρι» καθώς και τεσσάρες σε βάρος της Μαν. Γιουνάιτεντ. Μη ξεχνάμε βέβαια και το ότι επιβλήθηκαν κόντρα στη Γουλβς στο εκτός έδρας ματς, μιας από τις πιο συμπληρωμένες ομάδες που έφτιαξαν ποτέ οι «λύκοι» και μ' αυτήν τερμάτισαν στην 3η θέση του πρωταθλήματος.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ 11 ΣΕΡΙ ΝΙΚΕΣ

  • Τότεναμ-Εβερτον 2-0
  • Μπλάκπουλ-Τότεναμ 1-3
  • Μπλάμπερν-Τότεναμ 1-4
  • Τότεναμ-Μπλάκπουλ 3-1
  • Τότεναμ-Μάν. Γιουνάιτεντ 4-1
  • Μπόλτον-Τότεναμ 1-2
  • Αρσεναλ-Τότεναμ 2-3
  • Τότεναμ-Μπόλτον 3-1
  • Λέστερ-Τότεναμ 1-2
  • Τότεναμ-Αστον Βίλα 6-2
  • Γουλβς-Τότεναμ 0-4
  • ΤΟΤΕΝΑΜ-ΜΑΝ. ΣΙΤΙ 1-1


ΑΓΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΣΠΕΝΣ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Στην αρχή υπήρξε πολλή και σκληρή κριτική σχετικά με το 2 - 3 - 5 που αγαπούσε ο Νίκολσον κι επέμενε πατροπαράδοτα να «φορά» στους Spurs. Εξαιτίας του πάντως η Τότεναμ έπαιξε στα «γκάζια» όσον αφορά την επίθεσή της. Το σύστημα δούλεψε εκπληκτικά πάνω στους παίκτες, που πέρασαν τη δημιουργική τους φιλοσοφία στο ποδόσφαιρο χωρίς να έχουν αμυντικές απώλειες. Οι έντονες ενστάσεις ήταν απολύτως πάνω στο στήσιμο της 11άδας των Λονδρέζων, κι αυτό γιατί η «συνταγή» τους θεωρούνταν εντελώς ξεπερασμένη.

Της... μόδας πλέον ήταν το 3 - 4 - 3 ή αλλιώς WM στην μετά Χέρμπερτ Τσάπμαν αρχική εκδοχή του. Το «μαστόρεμα» του παλιομοδήτη, σύμφωνα με το κοινό της εποχής, κόουτς παρήγαγε ρεκόρ πάνω στο ρεκόρ. Αφού στα πρώτα 11 ματς δεν ήρθε η ήττα (11ο ρεκόρ) αλλά ήρθαν 38 τέρματα (2ο ρεκόρ) έναντι των 11 παθητικών. Κι αυτά τα «παστέλια» ακολούθησαν άλλα πολλά, όλα μαζί στο τέλος έγιναν 115 (55 κατά). Αυτό το «παραμυθένιο» κυριολεκτικά ξεκίνημα έμελλε να κοπεί. Τον δράστη αποτέλεσε η Σίτι του Μάντσεστερ. Το παιχνίδι του «Γουάιτ Χαρτ Λέιν» στις 10 Οκτωβρίου δε θα έβρισκε νικήτρια όπως συνήθως την Τότεναμ, αφού το τελικό αποτέλεσμα τις έφερε ισόπαλες στο 1 - 1.

Η κατάκτηση της Premier League από εκείνο το θρυλικό σύνολο των «σπιρουνιών» επιτεύχθηκε, όμως πριν απ' αυτό δεν έλειψαν και τα σκαμπανεβάσματα. Έχοντας γράψει στο κοντέρ τους τρεις ακόμη ισοπαλίες (μετά απ' αυτήν της Μάντσεστερ Σίτι) και το χειρότερο επτά ήττες, περίμεναν τη 17η του Απριλίου να υποδεχθούν τη 2η Σέφιλντ ΓουένσντεΪ με το σχεδόν ασήμαντο πλεονέκτημα του +1 βαθμού. Οι φιλοξενούμενοι ευτύχισαν να προηγηθούν. Οι γηπεδούχοι δε θα μπορούσαν να χάσουν αυτόν τον τίτλο και το έδειξαν καταθέτοντας τη ψυχή - πρωταθλητή που διέθεταν.

Η ανατροπή ολοκληρώθηκε με τους «αρχι - μπομπέρ» Μπόμπι Σμιθ και Λες Άλεν. Η κούπα ήταν ήδη στο Λονδίνο! Ακολούθησε μια σειρά ματς ύστερα από το «ντέρμπι», μεταξύ αυτών και δυο θεωρητικά ανώδυνες ήττες. Χάνοντας δυο φορές οι τυπικά "πρωταθλητές", μπορεί να μην κινδύνεψαν ώστε να χαθεί η θέση τους όμως πέταξαν στα... σκουπίδια ένα ακόμη ρεκόρ που στο «παρα - τσακ» δεν άγγιξαν (κι ασφαλώς έτσι δε μπόρεσαν να ξεπεράσουν). Η συγκομιδή τους ανήλθε παρακαλώ, στους 66 βαθμούς! Μια μονάδα (1) ακόμα και θα' χαν αφήσει πίσω τους το κατόρθωμα που ως τότε φάνταζε ονειροπολία και να φαντάζεσαι ότι μπορείς να το φθάσεις, φυσικά μιλάμε για ότι έκανε η θρυλική Άρσεναλ του 1930/31.

ΡΟΣΤΕΡ... ΛΟΥΚΟΥΜΙ
Δε χρειάζεται να πούμε ότι το ρόστερ εκείνης της Τότεναμ δεν είχε εντός ούτε δείγμα ξενόφερτου στοιχείου, παρά μόνο Βρετανούς ποδοσφαιριστές. Ακούστε βασική ενδεκάδα, έξι  Άγγλοι, τρεις Σκοτσέζοι, ένας Βόρειο - Ιρλανδός κι ένας ακόμη Ουαλός. Δεν υπήρχε περίπτωση για μεταβολή αυτού του «ντόπιου» σχήματος εκτός κι αν τραυματιζόταν κάποιος εξ αυτών. Ο Νίκολσον είχε κατορθώσει ένα αληθινό «επίτευγμα»... Όλα του τα στελέχη προτού έρθουν στον πάγκο του, δεν ήταν πάρα κάποιοι παίκτες «δουλευταράδες» που έπαιρναν σοβαρά κι εκτελούσαν αξιοπρεπώς τη δουλειά τους, δηλαδή ποτέ τους δεν υπήρξαν «πρωταγωνιστές», κάτι που φυσικά άλλαξε ριζικά όταν πήγαν στα «Σπιρούνια» φτιάχνοντας ένα άτρωτο σύνολο. Ο ύψιστος στο «χορτάρι» ήταν ο Σκοτσέζος Ντέιβ Μακάι ο οποίος αργότερα διανύοντας τα ποδοσφαιρικά του γεράματα (το 1972), το' φερε η μοίρα να βρει μπροστά του τον τεράστιο Μπράιαν Κλαφ που μαζί του θα κατακτούσαν το πρωτάθλημα με τη νεοφώτιστη Ντέρμπι Κάουντι.

Τα «συγχαρηλίκια» πάνω στον Νίκολσον δε σταματούν εδώ... Έδωσε ξανά ζωή στον 36χρονο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ που άπαντες τον είχαν ως τελειωμένο. Ο Ντάνι με την «ανάστασή» του αποτέλεσε τον αρχηγό του έπους καθώς και τον άρχοντα στη μεσαία γραμμή, ρόλος που μοιράστηκε με τον Μακάι. Το πιο εκπληκτικό απ' όλα ήταν το ότι ο Μπλάντσφλαουερ έβγαλε πέρα όλα τα ματς της χρονιάς σ' όλες τις διοργανώσεις (48) σκοράροντας έξι γκολ. Άλλο σημείο άξιο αναφοράς, ο νεαρότερος ποδοσφαιριστής της, Κλιφ Τζόουνς, που στην εποχή του θεωρείτο ο πιο γρήγορος παίκτης στα γήπεδα του «νησιού». Όλοι αυτοί συν τους Τζον Γουάιτ, Λες Άλεν και Τέρι Ντάισον σιγοντάριζαν στην επιθετική πεντάδα τον «λυσσασμένο» σέντερ φορ Ρόμπερ Σμιθ των 32 γκολ σε 36 αγώνες!   

 Η ΕΠΟΧΗ ΜΕ ΤΑ.... ΧΡΥΣΑ ΚΟΥΤΑΛΙΑ
«Πείτε μου όταν έχουν πάρει μπρος οι μηχανές, γίνεται να τις σβήσεις; Όχι! Δεν τίθεται καν θέμα! Και να θες, δε μπορείς! Η ομάδα... πέταγε, κι όταν πετάς, στόχος είναι να πας όλο και πιο πάνω». Τι να της έκανε εκείνη τη σεζόν αυτής της ομαδάρας η μια «κούπα» της Πρέμιερ; Για να ξεδιψάσουν οι παίκτες κι ο προπονητής της ήθελαν οπωσδήποτε κι άλλη μια, αυτή του Κυπέλλου. Και, ναι, τα κατάφεραν. Στον τελικό ρίχνοντας άλλα δυο γκολ, χωρίς να δεχτούν ούτε ένα [2 - 0], επί της Λέστερ έγιναν εκείνοι που μετά την Άστον Βίλα του 1896/97 δημιούργησαν το νταμπλ Αγγλίας για την πάρτη τους...

Ένα «έργο» που είχε να πάρει μέρος ως τότε στο ποδόσφαιρο της Αγγλίας 64 χρόνια. Μέχρι τώρα έχουμε κάνει μόνο την... αρχή της περιήγησης στα «χρυσά» χρόνια της Τότεναμ. Μπορεί οι Λονδρέζοι με τον Νίκολσον για κόουτς να μην έφθασαν στην κατάκτηση άλλου πρωταθλήματος, όμως ο δρόμος που ακολούθησαν περιείχε κι άλλες πολλές «κούπες». Το 1974 σηματοδότησε το «τέλος» Νίκολσον. Φθάνοντας ως την αφετηρία ο προπονητής των «Σπερς» έφθασε πράγματα τα οποία τον κάνουν «αθάνατο» στα χρονικά του εγχώριου κι ευρωπαΪκού ποδοσφαίρου. Ακούστε'δώ!! Έχει λοιπόν να υπερηφανεύεται για δύο ακόμα Κύπελλα (1962, 1967), τρία Σούπερ Καπ (1961, 1962, 1967), δύο Λιγκ Καπ (1971, 1973), μα πάνω απ' όλα για την... τρέλα που σκόρπισε στην Ευρώπη. Το 1963 η Τότεναμ «σκουπίζει» την Ατλέτικο Μδρίτης με 5 - 1 στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων και στέφεται η πρώτη ομάδα της Βρετανίας που κάνει δικιά της Ευρωκούπα.

Ο «ΜΕΓΑΛΟΣ»... ΤΗΝ ΚΑΝΕΙ Μ' ΕΛΑΦΡΑ
Έναν χρόνο πιο πριν θα την πέταγε έξω απ' τη διοργάνωση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών η μετέπειτα κάτοχος του τροπαίου, Μπενφίκα του Εουσέμπιο. Το 1972 φέρνει το Κύπελλο UEFA στο Λονδίνο, κάτι που δεν κατορθώνει με αντίπαλο την ολλανδική Φέγενορντ το 1974. Ο συγκεκριμένος τελικός στιγματίστηκε από διάφορα «παρατράγουδα» που έφτιαξαν χούλιγκανς. Ο χουλιγκανισμός ανθούσε εκείνη την εποχή, γεγονός που δε μπορούσε με τίποτα να ανεχτεί ο υπέροχος προπονητής και ρομαντικός ποδοσφαιράνθρωπος Μπιλ Νίκολσον. Εξελίξεις εντελώς κόντρα στην ουτοπική (ακόμη και για τότε) ιδεολογία του, όπως η μη παρεμπόδιση των αισχών απ' τους ξεσαλωμένους οπαδούς καθώς κι η εισχώρηση τεραστίων χρηματικών κεφαλαίων στον χώρο του, τον έφθασαν στα όρια του μια ώρα νωρίτερα ανακοινώνοντας στα ξαφνικά την απρόσμενη συνταξιοδότηση.


Το πρόσωπο - έμβλημα έβαζε τέρμα σε μια καριέρα που ήταν πάνω στα «ντουζένια» της. Η κληρονομιά όμως που άφηνε πίσω του κρίθηκε και κρίνεται ανεκτίμητης αξίας, αφού μέρη της σαν το αήττητο σερί που έτρεξε για 11 αγώνες δεν αγγίζονται ούτε στις μέρες μας! 

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Σόρεν Λέρμπι: Πετώντας από γήπεδο σε γήπεδο

Στην ταινία του 2002 «Κάν’ το όπως ο Μπέκαμ» (Bend It Like Beckham) η κεντρική ηρωίδα, Τζεσμίντερ «Τζες» Μπάμρα (Jesminder 'Jess' Kaur Bhamra), τρέχει σαν τρελή από έναν οικογενειακό γάμο για να προλάβει να αγωνιστεί σε έναν τελικό αγώνα Κυπέλλου με την ομάδα γυναικών των Χάνσλοου Χάριερς. Φτάνοντας στο γήπεδο λίγο καθυστερημένα, σκίζει το ινδικό της φόρεμα και μπαίνει στον αγώνα ακριβώς πάνω στην ώρα, για να χαρίσει στην ομάδα της τη νίκη με εκτέλεση φάουλ.


Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, έτσι δεν είναι; Σωστά, εκτός και αν η ιστορία αφορούσε τον Σόρεν Λέρμπι (Søren Lerby). Σαν σήμερα, στις 13 Νοεμβρίου του 1985, ο τότε σούπερ σταρ της εθνικής Δανίας, ο οποίος μόλις είχε πρωταγωνιστήσει στα γήπεδα της Γαλλίας, στο Euro του 1984, αντιμετώπισε το διαχρονικό δίλημμα των ποδοσφαιριστών στην ακμή της καριέρας τους: εθνική ομάδα ή σύλλογος; Σήμερα η FIFA, αλλάζοντας το καλεντάρι και έχοντας θεσπίσει ημερομηνίες εθνικών αγώνων, δεν δημιουργεί τόσο μεγάλα προβλήματα στους παίκτες, αλλά τότε ακόμη και αν οι εθνικές ομάδες είχαν επίσημα ματς οι σύλλογοι μπορούσαν να παίζουν επίσης την ίδια μέρα! Έτσι ο χαρισματικός αριστεροπόδαρος Δανός διεθνής χαφ αντιμετώπιζε το δίλημμα που σήμερα έχει λυθεί, αλλά τότε πολλές φορές οδηγούσε σε συγκρούσεις των ποδοσφαιριστών με τις ομάδες που τους πλήρωναν.


Ο Λέρμπι έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο ματς που έδινε στις 13 Νοεμβρίου η εθνική ομάδα της χώρας του, η οποία αντιμετώπιζε στο Δουβλίνο την Ιρλανδία στον τελευταίο αγώνα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Έχοντας ξαφνιάσει όλο τον κόσμο με την πορεία τους έως τα ημιτελικά στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το 1984, οι Δανοί ήθελαν τη νίκη για να εξασφαλίσουν την πρώτη θέση του ομίλου και την πρόκρισή τους στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μέξικο. Η ηγετική φυσιογνωμία του Λέρμπι στον χώρο της μεσαίας γραμμής ήταν απαραίτητη. Λίγο αργότερα όμως την ίδια μέρα ο σύλλογος που τον ακριβοπλήρωνε, η Μπάγερν Μονάχου, αντιμετώπιζε την Μπόχουμ σε αγώνα για τον τρίτο γύρο του Κυπέλλου Γερμανίας. Και εκεί η συμμετοχή του ήταν αναγκαία και όχι απλώς επιθυμητή. Ως περήφανος «Βίκινγκ» ο Λέρμπι δεν μπήκε καν στον κόπο να διαλέξει. Μίλησε με τη διοίκηση της Μπάγερν και βρήκε τον πιο πρωτότυπο τρόπο που έως τότε κάποιος είχε επιλέξει στη θέση του: θα έπαιζε και στα δύο ματς. Οι εφημερίδες που το δημοσίευσαν στις 12 Νοεμβρίου μάλλον το έγραψαν για να γεμίσουν κάποιο μονόστηλο, παρά γιατί πίστευαν πως ειλικρινά θα συνέβαινε!

November 13, 1985, World Cup Qualifier, Republic of Ireland- Denmark 1- 4.
Denmark squad Top, left to right:
 Morten Olsen, Trols Rasmussen, Klaus Berggreen, Soren Busk, Michael Laudrup, John Sivebak, Ivan Nielsen, Soren Lerby, Jesper Olsen, Jan Molby, Preben Elkjaer
Και όμως, ο Λέρμπι αγωνίστηκε κανονικά με την εθνική του ομάδα στο Δουβλίνο και τη βοήθησε να πάρει ένα ασφαλές προβάδισμα με 3-1, στο 58’. Τότε ζήτησε αλλαγή και αντικαταστάθηκε. Με το που βγήκε, φάνηκε να βιάζεται αποχωρώντας από τον αγωνιστικό χώρο και πήγε απευθείας στα αποδυτήρια. Οι λιγότερο μυημένοι πίστεψαν πως είχε δυσαρεστηθεί από την αντικατάστασή του. Το πόσο έξω έπεφταν, δεν μπορούσαν ούτε να το φανταστούν! Η Δανία τελικά επικράτησε 4-1, αλλά ο Λέρμπι δεν ήταν παρών στους πανηγυρισμούς για την πρόκριση στην τελική φάση του Μέξικο. Απλούστατα γιατί την ίδια ώρα βρισκόταν καθ’ οδόν για το Μόναχο, χρησιμοποιώντας ένα ιδιωτικό τζετ, που είχε μισθώσει για να τον μεταφέρει από την Ιρλανδία η διοίκηση της Μπάγερν! Ο «ιπτάμενος Δανός» έφτασε στο Ολυμπιακό Στάδιο ακριβώς πάνω στην ώρα για να περάσει ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο στο ισόπαλο 1-1. Μετά το τέλος του αγώνα του Μονάχου δήλωσε: «Αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Ο αγωνιστικός χώρος στο Δουβλίνο ήταν πολύ βαρύς!».


Η Μπάγερν Μονάχου νίκησε στον επαναληπτικό κι έφτασε μέχρι την κατάκτηση του Κυπέλλου. Ο Λέρμπι ήταν ο αρχηγός της εθνικής Δανίας στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Μέξικο το 1986, όπου η ομάδα του νίκησε τη Σκωτία, την Ουρουγουάη και τη Δυτική Γερμανία, τερματίζοντας στην πρώτη θέση του ομίλου της, αλλά στη φάση των νοκ-άουτ αγώνων αποκλείστηκε γνωρίζοντας τη συντριβή με 5-1 από την Ισπανία. Δεν είχε ποτέ ξανά την ευκαιρία να λάβει μέρος σε Παγκόσμιο Κύπελλο με τη Δανία.


Το σκηνικό επαναλήφθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1987 με τον Ουαλλό Μαρκ Χιουζ (Mark Hughes), που τότε αγωνιζόταν κι αυτός στην Μπάγερν, σ’ έναν αγώνα εναντίον της Τσεχοσλοβακίας στην Πράγα. Την ίδια μέρα αγωνίστηκε με την Μπάγερν εναντίον της Μενχενγκλάντμπαχ αι παραμένουν έως και σήμερα, οι μόνοι ποδοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί και με την εθνική ομάδα της χώρας τους και με τον σύλλογό τους, την ίδια ημέρα, σε διαφορετικές χώρες.



Πηγή: Εφημερίδα «SportDay» της Κυριακής, 11 Νοεμβρίου 2007