Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Πάουλ Μπράιτνερ: Ο Άφρο

Ο (Δυτικο)-Γερμανός κεντρικός μέσος Πάουλ Μπράιτνερ (Paul Breitner), γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1951, στην κωμόπολη Κόλμπερμουρ της Βαυαρίας, κοντά στα αυστριακά σύνορα. Ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους Γερμανούς ποδοσφαιριστές, κέρδισε 48 διεθνείς συμμετοχές για τη Δυτική Γερμανία. Ήταν γνωστός για τις αμυντικές συνεργασίες του με τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer) και τον Μπέρτι Φογκτς (Berti Vogts) για τη (δυτικο)-γερμανική εθνική ομάδα και αυτήν, ως μέσος, με τον Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε (Karl-Heinz Rummenigge) για τη Μπάγερν. Υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της ομάδας της Δυτικής Γερμανίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, σκοράροντας στον τελικό.


Σκόραρε επίσης και στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, καθιστώντας τον έναν από τους 4 μόλις παίκτες που σημείωσαν τέρμα σε 2 διαφορετικούς τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου, με τους άλλους να είναι ο Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’), ο Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto, ‘’Vavá’’) και ο Ζινεντίν Ζιντάν (Zinédine Zidane). Ένας από τους Μεγαλύτερους Γερμανούς Παίκτες Όλων των Εποχών, ονομάστηκε στην Καλύτερη 11άδα στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων και από τον Πελέ στον κατάλογο «FIFA 100», των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, στο πλαίσιο των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, το 2004. Έχει εργάζεται ως σχολιαστής και αρθρογράφος στη Γερμανία μετά την απόσυρσή του και είναι επίσης σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου της Μπάγερν.


Στη γενέτειρά του άρχισε να μαθαίνει να παίζει ποδόσφαιρο και στο Φραϊλάσινγκ συνέχισε τα μαθήματα, υπό την καθοδήγηση του λογιστή στο επάγγελμα πατέρα του. Κλήθηκε στην εθνική Νέων της χώρας του, όντας μάλιστα βασικό της στέλεχος και δεν άργησε να βρεθεί στο στόχαστρο ισχυρών συλλόγων της Μπουντεσλίγκα. Τελικά, ο «Afro», όπως είναι το παρατσούκλι του, λόγω της πλούσιας σε στυλ αφάνας κόμης και της επιμελώς ατημέλητης γενειάδας, που διατήρησε όλα τα χρόνια της ποδοσφαιρικής του καριέρας,  πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, το καλοκαίρι του 1970, πείθεται από τον προπονητή Ούντο Λάτεκ (Udo Lattek), αρχίζοντας να λάμπει με το ταλέντο του στα γήπεδα, παίζοντας σε μια από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών, την Μπάγερν του Μονάχου.


Πλάι στους Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Anton Beckenbauer), Γκερντ Μίλερ (Gerhard "Gerd" Müller) και Σεπ Μάγερ (Josef Dieter "Sepp" Maier), που μόλις είχαν επιστρέψει με το χάλκινο μετάλλιο από το Μουντιάλ του Μέξικο, ο νεαρός άσος ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά εν μία νυκτί! Επί 13 χρόνια θα θεωρείται και εμπράκτως θα αποδεικνύει ότι το αξίζει, ως ένας από τους πολυτιμότερους ποδοσφαιριστές της Ευρώπης και μέγας στυλίστας καθώς θα συνδυάζει, καλλιτεχνικώ τω τρόπω, την ψυχρή λογική της αποτελεσματικής άμυνας με το αιφνίδιο και τιμωρό πάθος της σφοδρής επίθεσης. Ξεκίνησε την καριέρα του ως αριστερό μπακ, που είχε την δυνατότητα ακαριαίων προωθήσεων, για να μετατοπιστεί βαθμιαία προς το κέντρο. Πρωταγωνιστής μέσα και έξω από τα γήπεδα, έγραψε χρυσές σελίδες τόσο με τα «χειρουργικά» του τάκλιν όσο και τις βολίδες που εκτόξευε στα αντίπαλα καρέ, την ίδια ώρα που οι ηγετικές του ικανότητες δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Όσο για το τρομερό δεξί του πόδι, το δοκίμαζε συχνά-πυκνά με εκπληκτικά αποτελέσματα!


Ενοχλημένος από το ύψος του πριμ που δόθηκε για την επιτυχία στο Μουντιάλ, το 1974 θα φύγει από τους Βαυαρούς  για να λαμπρύνει για μια τετραετία, από το 1974 έως το 1978, την φανέλα της «Βασίλισσας», της  Ρεάλ Μαδρίτης, δίπλα στον συμπατριώτη του μέσο Γκίντερ Νέτσερ (Günter Theodor Netzer)! Το 1977 επαναπατρίζεται για λογαριασμό της Άιντραχτ του Μπράουνσβαϊγκ. Είναι η εποχή που η Μπάγερν Μονάχου, χωρίς την Αγία Τριάδα της -Μάγερ, Μπεκενμπάουερ, Μίλερ- τερματίζει στη 12η θέση της Μπουντεσλίγκα, αναζητώντας απεγνωσμένα νέους ήρωες! Μπροστά στο αδιέξοδο, οι παράγοντές της εκταμιεύουν 1,85 εκατομμύρια μάρκα και φέρνουν τον σπουδαίο άσο πίσω στο Μόναχο, το καλοκαίρι του 1978. Παρέα με έναν άλλο δυναμικό παίκτη, τον Καρλ Χάιντζ Ρουμενίγκε (Karl-Heinz Rummenigge), θα αποτελέσουν ένα φοβερό και τρομερό δίδυμο συντονισμού και αποτελεσματικότητας, με αποτέλεσμα να μείνουν αμφότεροι στην ιστορία ως «Breitnigge».

Μετά από 6 «πέτρινα» χρόνια, χωρίς κανένα τίτλο, οι Βαυαροί επιστρέφουν στον θρόνο τους, ο επιθετικός πια μέσος Πάουλ Μπράιτνερ είναι το είδωλο των οπαδών τους, αναδεικνύεται Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής στη Γερμανία το 1981 και το καλοκαίρι του 1983, τερματίζει την σταδιοδρομία του με τη συνολική σοδειά του να μην είναι διόλου αμελητέα: 5 γερμανικά πρωταθλήματα με την Μπάγερν, αυτά των ετών 1972, 1973, 1974, 1980 και 1981 και άλλα 2 ισπανικά με την Ρεάλ, το 1975 και 1976. Επίσης, συνέβαλε στην κατάκτηση του Κυπέλου Πρωταθλητριών από τη Μπάγερν το 1974 και στον θρίαμβο της Ρεάλ στον τελικό του Κυπέλου Ισπανίας το 1975. Σημείωσε συνολικά 144 γκολ, αριθμός πράγματι εντυπωσιακός! Όλα αυτά τα θριαμβευτικά, εν μέσω καταλαλιάς, πάντα, για τις ακραίες αριστερίστικες, έως αναρχικές, την περίοδο που βρέθηκε στην Ισπανία, πολιτικές απόψεις του.


Θα περάσει και από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, το οποίο θα τιμήσει με το παραπάνω φορώντας τη φανέλα του σε 48 αναμετρήσεις, σκοράροντας παράλληλα και 10 τέρματα και σημειώνοντας ένα σπουδαίο ρεκόρ: ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος και έως προσφάτως ο μοναδικός, που κατάφερε να σκοράρει σε δύο διαφορετικούς τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλου! Το highlight της καριέρας του θα ερχόταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, όταν ο φλογερός Βαυαρός αναδύθηκε στο τουρνουά, ως το δεξί χέρι του αρχηγού Φραντς Μπεκενμπάουερ. Έγραψε ιστορία όταν η γηπεδούχος και μάλιστα στο Μόναχο, Δυτική Γερμανία αντιμετώπισε την Ολλανδία και ο «Afro» ισοφάρισε το σκορ, εκτελώντας ένα ανελέητα ψύχραιμο πέναλτι!  «Ήδη πριν από το εναρκτήριο ματς, είχαμε συζητήσει ποιος θα εκτελούσε τα πέναλτι που θα κερδίζαμε, κανείς όμως δεν ήθελε», είπε ο Μπράιτνερ για το γεγονός, « … ο Γκερντ Μίλερ  είχε χάσει μερικά στην Μπουντεσλίγκα και κανείς δεν βγήκε μπροστά να πει θα το κάνω».


Ο Μπράιτνερ, στη μακρά και πλούσια καριέρα του, κατέκτησε τα πάντα σχεδόν που μπορούν να κατακτηθούν από έναν ποδοσφαιριστή της κλάσης του, αφού δύο χρόνια πριν από τον θρίαμβο του Μουντιάλ του 1974, είχε κατακτήσει και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα! Παρά το γεγονός ότι έπαιζε άμυνα στο συγκεκριμένο Μουντιάλ της Γερμανίας, σκόραρε 3 γκολ, τα 2 με κεραυνούς κατά της Χιλής και της Γιουγκοσλαβίας! Έπειτα όμως από το Παγκόσμιο του 1974, μια σειρά διαφωνιών με τον ομοσπονδιακό προπονητή των «πάντσερ» θα έφερναν τον σπουδαίο Γερμανό εκτός εθνικής, με τον ίδιο να αποσύρεται από τη διεθνή σκηνή το 1978, λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ της Αργεντινής. Κάτι που θα έφερνε την πανωλεθρία στα «πάνστερ» και θα έκανε τον Καρλ-Χάινζ Ρουμενίνγκε να διαμαρτυρηθεί ότι η Δυτική Γερμανία δεν ήταν ανταγωνιστική χωρίς τον Μπράιτνερ στις τάξεις της!


Κι έτσι, ο Βαυαρός προσκλήθηκε εκ νέου στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα πάνω στην ώρα για το Παγκόσμιο του 1982, συμβάλλοντας στην πορεία της ομάδας μέχρι τον τελικό! Σκόραρε και το 1982, στο Μουντιάλ που φιλοξενήθηκε στη Ισπανία, στη Μαδρίτη, στο ματς του τελικού κατά της Ιταλίας, όταν έσωσε την τιμή της ομάδας του, μειώνοντας το σκορ σε 3-1, μόλις στο 83ο λεπτό της αναμέτρησης. Για την ιστορία οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι δύο προηγούμενοι πριν αυτόν μπαλαδόροι που έχουν κατορθώσει να σκοράρουν σε 2 τελικούς της υπέρτατης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης του πλανήτη, δεν ήταν άλλοι από τους θρυλικούς, Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’) και Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto, ‘’Vavá’’), ενώ το ίδιο δεν παρέλειψε, χρόνια μετά τον «Afro», να κατορθώσει ο μέγας Ζινεντίν Ζιντάν (Zinedine Yazid Zidane).


Έγινε τραγούδι από την πανκ μπάντα «Die Arzte», προκάλεσε καμιά δεκαριά σκάνδαλα με τα όσα έλεγε και έκανε, ενώ, μιας και δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, τα έβαλαν με την κόμμωσή του, τοποθετώντας τον στη λίστα των χειρότερων «μαλλιάδων» του ποδοσφαίρου! Τα έβαλαν με τη φάτσα του, ψηφίζοντάς τον ανάμεσά στους ασχημότερους παίκτες όλων των εποχών, ακόμα και με την ποδοσφαιρική περιβολή του, ιδίως με την συνήθειά του να αφήνει τις κάλτσες του να πτυχώνονται και να πέφτουν χαμηλά ίσαμε τον αστράγαλο.


Αστέρας της Μπάγερν και των «πάντσερ», ο Μπράιτνερ χωρίς κανένα ενδοιασμό θα φωτογραφηθεί για το περιοδικό «Pop», ένα αλησμόνητο όργανο της πιτσιρικαρίας που ψαχνόταν με το ροκ στη δεκαετία του 1970, καθισμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με βλέμμα λίαν επιθετικό, με την αφάνα και τα γένια του να θυμίζουν μέλος σκληρής ροκ μπάντας και με φόντο μια ξύλινη κιθάρα και μια αφίσα του Μάο Τσε Τουνγκ (Mao Zedong). Προκλήθηκε σκάνδαλο, ο Μπράιτνερ όμως, ακλόνητος προέβη σε απανωτές δηλώσεις κατά του καπιταλισμού και υπέρ των φτωχών και κατατρεγμένων. Κάτι που έμελλε να θυμηθεί κάμποσα χρόνια αργότερα ο Εμίρ Κουστουρίτσα (Emir Kusturica), ο οποίος σε μια συνέντευξή του σχετικά με το φιλμ που γύρισε για τον Μαραντόνα, αποτίει φόρο τιμής στον «Afro», λέγοντας ότι οι ποδοσφαιριστές κακώς έχουν τη φήμη του απαίδευτου και του ευήθους, καθώς και ο Μπράιτνερ αποτελεί φωτεινό παράδειγμα αθλητή που στάθηκε στο πλευρό των αδικημένων, προβαίνοντας με κάθε ευκαιρία σε πύρινες λεκτικές καταδίκες των αδικούντων.


Όμως ο «Afro» δεν θα ξεσηκώνει επικρίσεις μονάχα από την μεριά των συντηρητικών πολέμιών του, αλλά και από την μεριά των οπαδών και θαυμαστών του. Έτσι συμβαίνει με όλες τις έντονες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που επιμένουν να κάνουν πάντα το δικό τους. Καραδοκεί, μια ζωή, ο φθόνος! Ο παίκτης αποφάσισε, για λόγους προσωπικούς, να ενδώσει στην πρόταση μιας μεγάλης εταιρίας καλλυντικών, να ξυρίσει την χαρακτηριστική γενειάδα του απέναντι στην κάμερα και να περιποιηθεί τις άτριχες πλέον παρειές του με ένα συγκεκριμένο after shave. Η αμοιβή του δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη, μιας και ανερχόταν στο λίαν σεβαστό, για τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ποσό των 150.000 μάρκων. Φυσικά, χαρακτηρίστηκε «προδότης», «αργυρώνητος», «μίσθαρνο όργανο του καπιταλισμού» και άλλα συναφή! Δοκίμασε την τύχη του και στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας σε τρεις γερμανικές παραγωγές. Η πιο διάσημη ήταν το "Potato Fritz" , ένα γουέστερν του 1976!


Που να ήξεραν οι τότε κατήγοροί του ότι τυγχάνει και μακρινός συγγενής του αποθανόντος Πάπα Βενέδικτου του 16ου, κατά κόσμον, Γιόζεφ Αλoΐσιους Ράτσινγκερ (Joseph Aloisius Ratzinger), όστις ετύγχανε και φανατικός ποδοσφαιρόφιλος! Θα φόρτωναν, αναδρομικώς, στον «Afro» κάθε αμάρτημα της Καθολικής Εκκλησίας! Τέλος πάντων, ο Πάουλ Μπράιτνερ συνεχίζει ακάθεκτος να καταπιάνεται με την μπάλα, στο ρόλο πλέον του σχολιαστή και του αθλητικογράφου, όπου και πάλι προκαλεί εντάσεις με όσα παράγει η γραφίδα του. Ακόμη ομνύει, με τον τρόπο του, στη Στρογγυλή Θεά και δεν παύει να προκαλεί συζητήσεις. Αρνείται επιμόνως να είναι απλώς αρεστός και μιλάει πάντα έξω από τα δόντια. Βεβαίως, λοιδορήθηκε πρωτίστως για τις πολιτικές αντιλήψεις του, που είχε το σθένος να τις εκφράζει ανοικτά, σε καιρούς μάλλον σκοτεινούς και επικίνδυνους μάλιστα, όπως ήταν η δεκαετία του 1970 στη Γερμανία. Η τελευταία φημισμένη του ατάκα ξεστομίστηκε, πριν από μερικά χρόνια, το 2006, όταν ανέλαβε τη θέση του αρμόδιου στα θέματα μεταγραφών της Μπάγερν. Είπε απροκάλυπτα: «Δεν ανέλαβα τη θέση για να είμαι παρών σε γεύματα και να πίνω σαμπάνια».


Σε ορισμένες «μούρες» -και ο Πάουλ Μπράιτνερ μπορεί να χαρακτηρισθεί «μούρη»-  που με τη σειρά τους ομνύουν στην ένταση και την αντισυμβατικότητα, παραμένει μια … ροκάδικη πηγή εμπνεύσεως, παρά τα χρονάκια του! H άγρια φλόγα της νιότης δεν σβήνει ποτέ!


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1957–1961: Sportverein DJK Kolbermoor
  • ·         1961–1970: ESV Freilassing

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1970–1974: Fußball-Club Bayern München, 109 (17)
  • ·         1974–1977: Real Madrid Club de Fútbol, 84 (10)
  • ·         1977/78: Eintracht Braunschweig, 30 (10)
  • ·         1978–1983: Fußball-Club Bayern München, 146 (66)
Σύνολο καριέρας: 369 (103)

Διεθνής

  • ·         1968–1970: Εθνική Νέων Δυτικής Γερμανίας, 16 (1)
  • ·         1971: Εθνική Ελπίδων Δυτικής Γερμανίας, 1 (0)
  • ·         1971–1982: Δυτική Γερμανία, 48 (10)

Τίτλοι

Με τη Bayern Munich
  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 5 (1971/72, 1972/73, 1973/74, 1979/80, 1980/81)
  • ·         Κύπελλο Γερμανίας: 2 (1970/71, 1981/82)
  • ·         Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης: 1973/74 και φιναλίστ 1981/82
Με τη Real Madrid
  • ·         Πρωτάθλημα Ισπανίας: 2 (1974/75, 1975/76)
  • ·         Κύπελλο Ισπανίας: 1974/75

Με τη Δυτική Γερμανία
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1972
  • ·         Παγκόσμιο Κύπελλο: 1974 και φιναλίστ το 1982


·         Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας της Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1972
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας της Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1974
  • ·         Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για τη Γερμανία: 1981
  • ·         Χρυσή Μπάλα: επιλαχών 1981
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών
  • ·         Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA 100

Στοιχεία, από το «Έψιλον», εβδομαδιαίο ένθετο περιοδικό στην «Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της Κυριακής, 22 Ιουνίου του 2008, από το newsbeast.gr και το balleto.gr.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Ματίας Ζάμερ

O (Ανατολικο) Γερμανός αμυντικός μέσος ή και λίμπερο Ματίας Ζάμερ (Matthias Sammer), γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1967, στη Δρέσδη, την πρωτεύουσα της Σαξονίας, σε μια κοιλάδα του ποταμού Έλβα, κοντά στα σύνορα με την Τσεχία. Μπήκε στα τμήματα υποδομής της Διναμό Δρέσδης σε ηλικία 9 ετών το 1976 και έκανε το ντεμπούτο του για την πρώτη ομάδα τη σεζόν 1985/86, παίζοντας ως επιθετικός. Έχοντας κατακτήσει 2 πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας, με την ενοποίηση, το καλοκαίρι του 1990, εντάχθηκε στην Στουτγάρδη στην Μπουντεσλίγκα, βοηθώντας τους Βοημούς να γίνουν οι πρώτοι πρωταθλητές μετά την επανένωση της Γερμανίας. Εντάχθηκε στην Ίντερ για τη σεζόν 1992/93, αλλά μη καταφέρνοντας να προσαρμοστεί στον ιταλικό τρόπο ζωής, επέστρεψε στη Γερμανία τον Ιανουάριο του 1993, για λογαριασμό της Ντόρτμουντ. Κατέκτησε 2 φορές την γερμανική Μπουντεσλίγκα και το γερμανικό Σούπερ Καπ, το Τσάμπιονς Λιγκ του 1997 και το Διηπειρωτικό Κύπελλο της ίδιας χρονιάς και σε προσωπικό επίπεδο, κέρδισε την Χρυσή Μπάλα ως ο Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1996. Με τη εθνική ομάδα της Γερμανίας κατέκτησε το Euro του 1996, όπου ονομάστηκε ως ο Καλύτερος Παίκτης του τουρνουά και αποσύρθηκε με 74 συνολικά διεθνείς συμμετοχές, 23 για την Ανατολική Γερμανία και 51 για την (ενοποιημένη) Γερμανία. Με τον Ζάμερ ως προπονητή, η Ντόρτμουντ κατέκτησε την γερμανική Μπουντεσλίγκα το 2002.

Ξεκίνησε την καριέρα από τα εφηβικά τμήματα στον σύλλογο της γενέτειράς  του, την Ντιναμό Δρέσδης στην ηλικία των 5 μόλις ετών και από τη στιγμή που έδειχνε να διαθέτει το χάρισμα του ποδοσφαιριστή, ένας ήταν ο πρώτος του μεγάλος στόχος. Να αγωνιστεί στη πρώτη ομάδα της  Ντιναμό. Ήταν η αγαπημένη ομάδα του πατέρα του, του Κου Κλάους, ο οποίος είχε διατελέσει προπονητής της ομάδας. Το 1985 μάλιστα με αυτόν ως πρώτο προπονητή, προβιβάστηκε στην ανδρική ομάδα. Παίζοντας στην αρχή ως επιθετικός, σημείωσε 8 γκολ στην πρώτη του σεζόν, με την Ντιναμό να τερματίζει 5η στην ανατολικογερμανική Ομπερλίγκα. Μετά τη μετακίνηση του στην αριστερή πτέρυγα την επόμενη σεζόν, υπό τον νέο προπονητή Εντουάρντ Γκάγιερ (Eduard Geyer), βρήκε τελικά τη θέση του ως κεντρικός μέσος κατά τη διάρκεια της σεζόν 1987/88. Την περίοδο 1988/89, ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το πρωτάθλημα της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ την ίδια περίοδο έφθασε και στον ημιτελικό του κυπέλλου UEFA, όπου αποκλέιστηκε από τη Στουτγάρδη. Την επόμενη χρονιά, το 1990, υπερασπίστηκε τον τίτλο του πρωταθλητή, κατακτώντας επίσης και το Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας.


Τα στοιχεία που τον διέκριναν στο παιχνίδι του ήταν τόσα πολλά που μπέρδευε ακόμη και τους προπονητές. «Είναι ένα παιδί που απλώς μπορεί να τα κάνει όλα εκτός από το να παίξει τερματοφύλακας» έλεγε ένας από τους πρώτους τεχνικούς που συνεργάστηκε μαζί του και είχε απόλυτο δίκιο. Έπαιζε στον χώρο του κέντρου. Δεν ήταν όμως μονάχα ένας κλασικός κόφτης. Θα μπορούσε κάλλιστα να αγωνιστεί και πιο μπροστά, καθώς μοίρασε πολύ σωστά την μπάλα, ενώ αν βρισκόταν στην περιοχή, είχε την ευχέρεια του σκοραρίσματος. Ικανός στο ψηλό παιχνίδι, πέτυχε αρκετά γκολ με κεφαλιές στην καριέρα του, όμως μπορούσε να αγωνιστεί το ίδιο καλά και ως κεντρικός αμυντικός. Μπορεί να μην ήταν πάντοτε αρχηγός, όμως είχε αρχηγικές τάσεις. Κατεύθυνε συχνά τους συμπαίκτες του, ακόμη και αν αυτοί ήταν μεγαλύτερης ηλικίας από τον ίδιο.


Το καλοκαίρι του 1990 και λίγο πριν την οριστική ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας, με το γκρέμισμα του Τείχους, γίνεται ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές που κάνουν το βήμα από την… Ανατολή στην Δύση. Μετά από πέντε χρόνια στην Ντιναμό Δρέσδης, με 102 συμμετοχές και 39 γκολ, αποφασίζει να κάνει κάτι διαφορετικό στην ποδοσφαιρική του καριέρα. Η Στουτγάρδη του προσφέρει συμβόλαιο, με τον ίδιο να το αποδέχεται και να συνεχίζει εκεί. Με την φανέλα της Βοημών θα τον μάθουν πλέον όλοι οι Γερμανοί! Ένας ικανότατος μέσος που δεν θα κερδίσει όμως εξαρχής την εκτίμηση όλων. Δεν είναι και λίγοι εκείνοι που τον θεώρησαν «λίγο», πιστεύοντας ότι είναι μεν χρήσιμος, αλλά όχι τόσο ώστε να κάνει τη διαφορά σε μία ομάδα. Στη Στουτγάρδη πάντως είχαν διαφορετική άποψη. Σκόραρε 11 φορές στη πρώτη του σεζόν, καθώς η ομάδα έφτασε στην 6η θέση στη Μπουντεσλίγκα και την επόμενη χρονιά σημείωσε 9 γκολ, βοηθώντας τη Στουτγάρδη να γίνει ο πρώτος πρωταθλητής της επανένωσης της Γερμανίας. Σπάνια εκτός 11κάδας, έπειτα από μία διετία στην γερμανική ομάδα, συμπληρώνει 63 συμμετοχές και 20 γκολ. 


Η Ίντερ, που είχε στηριχτεί και παλαιότερα σε Γερμανούς ποδοσφαιριστές, όπως ο Λόταρ Ματέους (Lothar Herbert Matthäus) και ο Γιούργκεν Κλίνσμαν (Jürgen Klinsmann), αποφασίσει να επενδύσει πάνω του. Έχει «χτίσει» ένα καλό όνομα και οι «νερατζούρι» προσφέροντας ένα καλό συμβόλαιο, τον κάνουν δικό τους. Στην Ιταλία όμως τα πράγματα είναι δύσκολα. Ο Ζάμερ, στην πρώτη του απόπειρα να φύγει από την πατρίδα του, δεν θα τα καταφέρει. Ολοκληρώνει την σεζόν μόλις με 11 παιχνίδια και 4 γκολ, συμπεριλαμβανομένου ενός εναντίον της Γιουβέντους. Θα ταλαιπωρηθεί και από τραυματισμό αλλά θα αντιληφθεί σύντομα ότι το κλίμα στο Μιλάνο δεν τον σήκωνε. Ουδέποτε κατόρθωσε να προσαρμοστεί στον ιταλικό τρόπο ζωής, να γίνει αγαπητός και κυρίως ουδέποτε έπεισε τον προπονητή του πως αξίζει την φανέλα του βασικού.  Άλλο πρωτάθλημα, άλλες απαιτήσεις. «Ίσως δεν ήμουν και πολύ ώριμος για το βήμα αυτό. Αν το έκανα μερικά χρόνια αργότερα, μπορεί τα πράγματα να ήταν διαφορετικά» έλεγε ο ίδιος αρκετά χρόνια μετά.


Ψαχνόταν από τα μέσα κιόλας της σεζόν του στην Ιταλία για επιστροφή στην Γερμανία και τον Ιανουάριο του 1993, αυτό γίνεται πραγματικότητα. Η Μπορούσια του Ντόρτμουντ είναι αυτή που τον φέρνει και πάλι στο γερμανικό πρωτάθλημα και ο Ζάμερ μαζί της πέρασε μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της ποδοσφαιρικής του καριέρας! Βγάζει και πάλι τον καλό του εαυτό, αποκτά ξανά το αίσθημα του νικητή, πατάει γερά στο γήπεδο και η Μπορούσια αρχίζει να χτίζει γύρω του μία ομάδα που έμελλε τον Μάιο του 1997 να φθάσει στην κορυφή της Ευρώπης! Οδηγώντας την ομάδα πρώτα στην κατάκτηση της Μπουντεσλίγκα το 1995 και το 1996, οδηγεί τη Ντόρτμουντ στη κατάκτηση και του Τσάμπιονς Λιγκ το 1997, κερδίζοντας στο Μόναχο την Γιουβέντους με 3-1! Κατέκτησε και το Διηπειρωτικό Κύπελλο αυτής της χρονιάς. Ο Ζάμερ είναι ο φυσικός ηγέτης της ομάδας, έστω κι αν δεν είναι ο άνθρωπος που σκοράρει.


Για της επιδόσεις του, το 1996 θα ψηφιστεί ως Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη, κερδίζοντας τη Χρυσή Μπάλα, παραμένοντας ο τελευταίος Γερμανός που έχει κερδίσει το τρόπαιο. Ο Ότμαρ Χίτσφελντ (Ottmar Hitzfeld) θα ομολογήσει ότι: «ο Ζάμερ είναι ο δεύτερος προπονητής της ομάδας αυτής στον αγωνιστικό χώρο». Ο κόσμος τον λάτρεψε και ο κοκκινομάλλης ποδοσφαιριστής δεν πρόδωσε ουσιαστικά ποτέ την αγάπη αυτή. Παρά τις προτάσεις που είχε συχνά, δεν έφυγε από το Ντόρτμουντ. Στις 4 Οκτωβρίου του 1997, παίζοντας με τη φανέλα της Ντόρτμουντ εναντίον της Αρμίνια του Μπίλεφελντ, τραυματίστηκε σοβαρά στον αστράγαλο. Υποβλήθηκε σε τρεις εγχειρήσεις, αλλά το πρόβλημά του αποδείχθηκε αξεπέραστο. Λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία μόλις 31 ετών, ο διεθνής άσος αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του, έχοντας 115 συμμετοχές και 21 γκολ με την Μπορούσια, όντας εκλεγμένος δύο φορές ως κορυφαίος Γερμανός ποδοσφαιριστής, το 1995 και 1996!


Ο Ματίας Ζάμερ ανήκει σε μία όχι και τόσο μεγάλη κατηγορία ποδοσφαιριστών, που κατόρθωσε να γίνει διεθνής με δύο διαφορετικές εθνικές ομάδες. Πριν από την «Ένωση», ο Ζάμερ ήταν διεθνής με την ομάδα της Ανατολικής Γερμανίας. Τον Νοέμβριο του 1986, έκανε το ντεμπούτο του, σε ένα προκριματικό για το Euro του 1988, εναντίον της Γαλλίας στο Zentralstadion της Λειψίας. Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1990, ως αρχηγός της, έπαιξε τον τελευταίο του αγώνα για την Ανατολική  Γερμανία, σκοράροντας 2 γκολ, στη νίκη επί του Βελγίου με 2-0 στις Βρυξέλλες. Μάλιστα, το πρώτο του γκολ με την φανέλα της Ανατολικής Γερμανίας, το πέτυχε σε φιλικό παιχνίδι εναντίον της Ελλάδας, στις 31 Αυγούστου του 1988, στη νίκη των Ανατολικογερμανών με 1-0. Μέτρησε 23 συμμετοχές και 6 γκολ, πριν γίνει διεθνής και με την ενωμένη πια Γερμανία μετά το 1990.


Στις 19 Δεκεμβρίου του 1990, έκανε το ντεμπούτο του για τη ενοποιημένη Γερμανία, η οποία ως επί το πλείστον αποτελούνταν από παίκτες της Δυτικογερμανικής ομάδας που είχε κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990. Ο αγώνας έγινε στη Στουτγάρδη και η Γερμανία νίκησε με 4-0 την Ελβετία. Με την Εθνική Γερμανίας, μέτρησε 51 συμμετοχές και 8 γκολ. Ήταν ένας από τους στυλοβάτες μάλιστα της «νασιονάλμανσφτ» το 1996, όταν τα «πάντσερ» κατέκτησαν το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, ενώ αγωνίστηκε και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994. Θα μπορούσε να έχει ένα ακόμη τρόπαιο, όμως στον τελικό του 1992 η Γερμανία ηττήθηκε από την Δανία. Στις 7 Ιουνίου του 1997, έπαιξε τον τελευταίο του αγώνα του για τη Γερμανία σε προκριματικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998 εναντίον της Ουκρανίας στο Κίεβο.


Είχε καταφέρει να συνδέσει το όνομα του με τις πιο ένδοξες στιγμές της Μπορούσια και όπως ήταν λογικό, η διοίκηση του έκανε ήδη πρόταση να παραμείνει στην ομάδα. Όπως κι έγινε. Από το καλοκαίρι του 2000 και για 4 χρόνια κάθισε στον πάγκο της Μπορούσια Ντόρτμουντ. Όλοι πίστευαν πως θα γίνει ένας πολύ καλός προπονητής και δεν έπεσαν πολύ έξω. Ο Ζάμερ έδωσε αρκετά από τα στοιχεία που ήθελε στην Μπορούσια. Την περίοδο 2001/02 πανηγύρισε πρωτάθλημα μαζί της και ως προπονητής, ενώ έφθασε μέχρι και τον τελικό του κυπέλλου UEFA, αλλά ηττήθηκε 2-3 από την Φέγενορντ. Για τη σεζόν 2004/05, ανέλαβε προπονητής στη  Στουτγάρδη, αλλά μετά από μόλις μια περίοδο στον πάγκο της ομάδας, απολύθηκε. Την 1η Απριλίου του 2006, διορίστηκε τεχνικός διευθυντής της Γερμανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (DFB), υπογράφοντας πενταετές συμβόλαιο. Η θέση του ήταν νέα και περιλάμβανε την ευθύνη για τις εθνικές ομάδες Νέων, με έμφαση σε νέα ταλέντα μεταξύ των ηλικιών 11 και 18 ετών. Από τις 2 Ιουλίου του 2012, ήταν αθλητικός διευθυντής στη Μπαγερν.


Την άνοιξη του 2016, έγινε γνωστό πως ένας θρόμβος στον εγκέφαλο ανάγκασε τον Ζάμερ να απέχει από τα καθήκοντά του ως αθλητικός διευθυντής των Βαυαρών. Ζει στο Μόναχο, είναι παντρεμένος και έχει τρία παιδιά, την Sarah, τον Marvin και τον Leon.


PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • ·         1976–1985: Sportgemeinschaft Dynamo Dresden

Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1985–1990: Sportgemeinschaft Dynamo Dresden, 102 (39)
  • ·         1990–1992: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart, 63 (20)
  • ·         1992/93: Football Club Internazionale Milano      , 11 (4)
  • ·         1993–1999: Ballspielverein Borussia 09 Dortmund, 115 (21)
Σύνολο καριέρας: 291 (84)

Διεθνής

  • ·         1986–1990: Ανατολική Γερμανία, 23 (6)
  • ·         1990–1997: Γερμανία, 51 (8)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2000–2004: Ballspielverein Borussia 09 Dortmund
  • ·         2004/05: Verein für Bewegungsspiele Stuttgart

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Συλλογικοί

Με τη Dynamo Dresden
  • ·         Πρωτάθλημα Ανατολικής Γερμανίας: 2 (1988/89, 1989/90)
  • ·         Κύπελλο Ανατολικής Γερμανίας: 1989/90

Με τη  VfB Stuttgart
  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 1991/92

Με τη Borussia Dortmund
  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 2 (1994/95, 1995/96)
  • ·         Σούπερ Καπ Γερμανίας: 2 (1995, 1996)
  • ·         UEFA Champions League: 1996/97

Διεθνείς

Με τη Γερμανία
  • ·         Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1996  και φιναλίστ το 1992
  • ·         U.S. Cup: 1993


Προσωπικές Διακρίσεις

  • ·         Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς από την Ευρωπαϊκή Ένωση Αθλητικού Τύπου: 1994/95
  • ·         Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για τη Γερμανία: 2 (1995, 1996)
  • ·         Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος:  1996
  • ·         Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1996
  • ·         Χρυσή Μπάλα: 1996
  • ·       Στους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές όλων των Εποχών από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»


Ως προπονητής
Με τη Borussia Dortmund
  • ·         Πρωτάθλημα Γερμανίας: 2001/02
  • ·         Λιγκ Καπ Γερμανίας: φιναλίστ 2003
  • ·         Κύπελλο UEFA: φιναλίστ 2001/02

ΠΗΓΗ: cobrasports.gr

Μίλινκο Πάντιτς: Ο Σόλε

Ο Γιουγκοσλάβος, σέρβικης καταγωγής, μεσοεπιθετικός, Μίλινκο Πάντιτς (Milinko Pantić), γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1966 στη Λοζνίτσα, μια πόλη 20.000 κατοίκων της δυτικής Σερβίας, στη δεξιά όχθη του ποταμού Ντρίνα. Πέρασε τις πρώτες 6 περιόδους της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στην Παρτιζάν Βελιγραδίου από το 1985 ως το 1990 και στην Ολύμπια Λιουμπλιάνας για την σεζόν 1990/91. Στη συνέχεια μετακόμισε στο ελληνικό πρωτάθλημα, όπου έπαιξε μέχρι το 1995 για λογαριασμό του Πανιωνίου. Απέκτησε πολλούς φίλους και έγινε η σημαία της «κυανέρυθρης» εξέδρας όταν, το καλοκαίρι του 1992, που ο Πανιώνιος υποβιβάστηκε στη Β΄ Εθνική, αποφάσισε να μείνει, βοηθώντας τον να επανέλθει στη φυσική του θέση, στην Α΄ Εθνική.


Από τη θητεία του στο ελληνικό πρωτάθλημα έγινε περισσότερο γνωστός και σε ηλικία σχεδόν 29 ετών, μεταγράφηκε στο Ατλέτικο Μαδρίτης, από εισήγηση του Ραντόμιρ Αντίτς (Radomir Antić), ο οποίος τον γνώριζε από τις ημέρες του στην Παρτιζάν. Έμεινε τρεις σεζόν στους «ροχιμπλάνκος», έγραψε ιστορία και έγινε άγαλμα, αφού προσέφερε το επιπλέον πλεονέκτημα, βοηθώντας την Ατλέτικο στην κατάκτηση του ισπανικού double κατά την περίοδο 1995/96, συμβάλλοντας  με 10 γκολ σε 41 εμφανίσεις, εκπληκτική απόδοση και αμέτρητες ασίστ. Στο Champions League του 1996/97, σημείωσε 5 γκολ, τερματίζοντας ως ο Κορυφαίος Σκόρερ του τουρνουά, όντας μέχρι σήμερα ο μοναδικός παίκτης της Ατλέτικο Μαδρίτης που το έχει πετύχει. Μετακόμισε στη Χάβρη το καλοκαίρι του 1998 και μετά από μια σεζόν, το καλοκαίρι του 1999, επέστρεψε στον Πανιώνιο όπου πέρασε το τελευταίο έτος της καριέρας του. Κέρδισε 2 διεθνείς συμμετοχές για την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας το 1996.


Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στη γενέτειρά του και η θέση του ήταν επιτελικός μέσος. Διακρινόταν ιδιαίτερα στην οργάνωση του παιχνιδιού και στην τροφοδοσία των επιθετικών. Ήταν καλός εκτελεστής φάουλ και κόρνερ. Ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής αγωνίστηκε στην Παρτιζάν Βελιγραδίου από το 1985 ως το 1990 και στην Ολύμπια της Λιουμπλιάνα, τη περίοδο 1990/91. Στη συνέχεια, μεταγράφηκε στον Πανιώνιο, έπειτα από εισήγηση του, τότε, προπονητή του συλλόγου, Μόμτσιλο Βούκοτιτς (Momčilo Vukotić), εκμεταλλευόμενος ότι στην Παρτιζάν, δεν έβρισκε θέση βασικού. Ήταν 25 ετών και έψαχνε τρόπο να αποκτήσει αγωνιστική διάρκεια. Στον κόσμο του Πανιωνίου έκανε αμέσως «κλικ», με τους οπαδούς να του «κολλούν» το παρατσούκλι «Σόλε». Όπως διαβάζουμε στο επίσημο σάιτ της ΠΑΕ, υπάρχουν δύο... σενάρια για τους λόγους.  Ο ένας ήταν ότι έκανε συνεχώς σόλο και ο άλλος από το «Σόλε μίο»! «10άρι» από τα λίγα, με τρομερή τεχνική, απίστευτα στημένα και μπαλιές, καθώς και εκπληκτική αντίληψη του παιχνιδιού.  Έκανε ντεμπούτο σε ένα ματς με τον Ηρακλή στη Θεσσαλονίκη και από τότε ... δεν βγήκε από την 11άδα! Την πρώτη του χρονιά έπαιξε 32 φορές και σημείωσε 11 γκολ. Στην ομάδα της Νέας Σμύρνης αγωνίστηκε με επιτυχία έως το 1995 και απέκτησε πολλούς φίλους. 


Έγινε η σημαία του «κυανέρυθρου» κόσμου, όταν το καλοκαίρι του 1992, έκανε μία κίνηση που τον έκανε ακόμα πιο αγαπητό στον κόσμο! Με τον υποβιβασμό του Πανιωνίου στη Β΄ Εθνική, αποφάσισε να μείνει στη Νέα Σμύρνη και να βοηθήσει τον σύλλογο να επανέλθει στη φυσική του θέση, κλείνοντας τα αυτιά του στις προτάσεις από τις υπόλοιπες ομάδες της Α΄ Εθνικής. Τίμησε το λόγο του, σημείωσε 10 γκολ και οδήγησε τον «Ιστορικό» πάλι στην Α΄ Εθνική. Ήταν πλέον ένας... «πάνθηρας»! Από τη θητεία του στο Ελληνικό πρωτάθλημα έγινε περισσότερο γνωστός και κλήθηκε στην Εθνική ομάδα της -Νέας- Γιουγκοσλαβίας, αυτής που προέκυψε μετά τη διάλυση της πρώην ομοσπονδιακής γειτονικής χώρας, στην οποία αγωνίστηκε 2 φορές. Έμεινε στον Πανιώνιο μέχρι τη περίοδο  1994/95 και αξίζει να σημειωθεί ότι την τελευταία του χρονιά στη Νέα Σμύρνη έσπασε τα κοντέρ. Σημείωσε 17 γκολ με την «κυανέρυθρη» φανέλα, πετυχαίνοντας «δίμπαλα» εναντίον  του ΠΑΟΚ, του Εδεσσαϊκού και του Λεβαδειακού, σκοράροντας μεταξύ άλλων και απέναντι στην ΑΕΚ.


Με το τέλος της σεζόν, πήρε μεταγραφή για την Ατλέτικο Μαδρίτης, στην οποία προπονητής ήταν ο συμπατριώτης του Ράντομιρ Άντιτς (Radomir Antić), που γνώριζε τις ικανότητές του, από τις κοινές μέρες τους στη Παρτιζάν. Ο προπονητής των «ροχιμπλάνκος» εισηγήθηκε στον ιδιόρρυθμο ιδιοκτήτη της Ατλέτικο, Χέσους Χιλ (Gregorio Jesús Gil y Gil), την απόκτηση του Πάντιτς. Ο Χιλ στην αρχή ήταν αρνητικός καθώς ο Πάντιτς ήταν παντελώς άγνωστος στο ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό στερέωμα. Έτσι, όταν του εισηγήθηκε την απόκτηση του Μίλινκο Πάντιτς από τον Πανιώνιο, ο Χιλ έπαθε σοκ αφού συνήθως εκείνος ήταν που έφερνε ποδοσφαιριστές στην Ατλέτικο, χωρίς να ρωτάει τον εκάστοτε προπονητή. Ο τότε "ισχυρός άνδρας" της ισπανικής ομάδας, θεώρησε μεγάλο ρίσκο να δαπανηθούν περίπου € 600.000 ευρώ σε σημερινά χρήματα για την απόκτηση του αφού, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, έβλεπε να του προτείνουν ένα... συμπατριώτη του προπονητή, ο οποίος έχει παίξει και στη Β’ κατηγορία της Ελλάδας! Ο Άντιτς επέμενε, εγγυήθηκε προσωπικά για τις ικανότητες του Πάντιτς και δικαιώθηκε πανηγυρικά! Ο Πάντιτς έμεινε 3 σεζόν στην Ατλέτικο, έγραψε ιστορία και έγινε και άγαλμα!


Την περίοδο 1995/96, με μια φοβερή χρονιά στην οποία είχε ρόλο-κλειδί, οδηγεί την Ατλέτικο Μαδρίτης στην κατάκτηση του ισπανικού νταμπλ και ο πρώην άσος του Πανιωνίου μπαίνει για πάντα στο βιβλίο της ιστορίας της ομάδας! Έκανε το ντεμπούτο του στο ισπανικό πρωτάθλημα, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1995, τη πρώτη αγωνιστική, εναντίον της Ρεάλ Σοσιεδάδ, σκοράροντας μάλιστα με ελεύθερο λάκτισμα, την ειδικότητά του. Ο κοντόσωμος Σέρβος κόβει και ράβει στο κέντρο του γηπέδου, αγωνίστηκε σε 41 ματς, πέτυχε 10 γκολ, εκπληκτικά στημένα, τρομερή δημιουργική ικανότητα και αμέτρητες ασίστ! Οι «ροχιμπλάνκος» κατακτούν το πρωτάθλημα, ενώ στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας, κόντρα στην Μπαρτσελόνα, ο Πάντιτς αναδεικνύεται σε ήρωα της ερυθρόλευκης μεριάς της Μαδρίτης, πετυχαίνοντας και μάλιστα με κεφαλιά, στη παράταση του τελικού το «χρυσό» γκολ της Ατλέτικο, ρίχνοντας στο «καναβάτσο» την Μπαρτσελόνα! Οι Μαδριλένοι κατακτούν το «Copa del Rey» (Κόπα ντελ Ρέι =Το Κύπελλο του Βασιλιά), όπως ονομάζεται επίσημα το Κύπελλο Ισπανίας, όμως, «βασιλιάς» της Μαδρίτης είναι ένας Σέρβος, ο Μίλινκο Πάντιτς!


Παρά τον θρίαμβο και την αποθέωση, εκείνος δεν ξεχνά την Ελλάδα! Μετά τον θρίαμβο στον τελικό, κάνει δηλώσεις στην ελληνική τηλεόραση: «Αυτό το γκολ το χαρίζω σε όλους τους φίλους μου στην Ελλάδα και ειδικά σ' αυτούς που μου τηλεφώνησαν πριν το παιχνίδι και μου ευχήθηκαν καλή επιτυχία. Έχω πολλούς φίλους στην Αθήνα. Τους σκέφτομαι συχνά και μιλάω μαζί τους. Η Ελλάδα είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι στην ζωή μου», τόνισε χαρακτηριστικά!  Στο ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 1996/97 σκόραρε 5 γκολ, τελειώνοντας ως πρώτος σκόρερ του τουρνουά και μάλιστα είναι ο μόνος παίκτης στην ιστορία της Ατλέτικο που έχει πετύχει κάτι τέτοιο! Με τη Μπαρτσελόνα, έκανε ένα ακόμα φανταστικό ματς, αφού στην ήττα της Ατλέτικο,  4-5 για το Κύπελλο τη σεζόν 1996/97, σημείωσε και τα 4 γκολ της ομάδας του!  Στη δεύτερη σεζόν του στη Μαδρίτη, έπαιξε σε 37 παιχνίδια, σκοράροντας 5 γκολ και στην τελευταία του συμμετείχε σε 29 παιχνίδια και σημείωσε 3 γκολ. Συνολικά για την Ατλέτικο, σημείωσε 18 γκολ σε 107 ματς πρωταθλήματος και στη συνέχεια το 1998, πήγε στη γαλλική Χάβρη, για μια περίοδο.


Το καλοκαίρι του 1999, η τότε διοίκηση της ΠΑΕ Πανιώνιος, κάνει πραγματικότητα το όνειρο πολλών «κυανέρυθρων» φιλάθλων. Φέρνει πίσω τον Μίλινκο Πάντιτς και πλέον ο «Ιστορικός» έχει εκείνη τη περίοδο στο δυναμικό του, δυο από τα καλύτερα 10άρια της ιστορίας του. Τον Μίλινκο Πάντιτς και τον Αντώνη Σαπουντζή! Ήταν ένα όνειρο που έμοιαζε αδύνατο να επαναληφθεί. Κι όμως, ο Αχιλλέας Μπέος ενεργώντας ως οπαδός του Πανιωνίου που είχε το ίδιο όνειρο, το πραγματοποίησε. Στα 33 του χρόνια και έχοντας κατακτήσει το πρωτάθλημα με την Ατλέτικο Μαδρίτης, ο Σέρβος επιστρέφει στην αγαπημένη του πλατεία, όπου λατρευόταν σαν ήρωας! Ο "Σόλε" θα παίξει σε 23 ματς στο Πρωτάθλημα και 10 στο Κύπελλο, θα σημειώσει 4 γκολ  και σταμάτησε τη μπάλα στην ομάδα που τον σημάδεψε,  το επόμενο καλοκαίρι, απλήρωτος και τρομαγμένος με όσα έχει ζήσει.


Τον Οκτώβριο του 1999, λίγες μέρες μετά τη βαριά ήττα στη Νέα Σμύρνη από τον ΟΦΗ, το αυτοκίνητό του θα ανατιναχθεί. Δέκα λεπτά αργότερα θα ανατιναχθεί και εκείνο του Αντώνη Σαπουντζή, ο οποίος ομοίως θα αποχωρήσει το καλοκαίρι. Στο τέλος της σεζόν, ο Πανιώνιος θα προσφύγει στην Επιτροπή Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών της ΕΠΑΕ υποστηρίζοντας ότι ό Πάντιτς ήταν υπέρβαρος και αρνήθηκε να ακολουθήσει το πρόγραμμα των «έμπειρων» περί τα ποδοσφαιρικά πράγματα μελών της ιατρικής ομάδας της ΠΑΕ, με αποτέλεσμα να έχει χαμηλό δείκτη καλής φυσικής κατάστασης και απόδοση κατώτερη της αξίας του.   Ο Μίλινκο θα αντιδράσει. Και η αντίδρασή του, ακόμα και σήμερα, σοκάρει! Με υπόμνημα που θα στείλει στην ΕΠΑΕ θα ισχυριστεί πως «η άρνησή του να συμμορφωθεί σε ιατρικές υποδείξεις του ιατρικού επιτελείου της ΠΑΕ Πανιώνιος δεν ήταν γενική, αλλά αφορούσε μόνον την αποδοχή ενέσεων σε σύριγγα μεγέθους ινσουλίνης στο υπογάστριο την Παρασκευή πριν από κάθε αγώνα και τη χορήγηση την ίδια ημέρα του αγώνα (πριν από την έναρξη) ενδοφλεβίως ορού και τούτο διότι δεν ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί αυτά, πολύ περισσότερο δε διότι δεν του είχε καταστεί σαφής η ακριβής ουσία, οι επιδράσεις της και η αναγκαιότητα της λήψεώς της, μη πειθόμενος στις διαβεβαιώσεις του ιατρού της ομάδας ότι αυτές ήταν ενέσεις σιδήρου».


Στην ίδια επιτροπή θα καταθέσει ως μάρτυρας ο Ταρίν Κρίστιενσεν (Thomas Christiansen Tarín) που θα υποστηρίξει την εκδοχή του Πάντιτς, κάνοντας λόγο για μικρές ενέσεις στο στομάχι. «Μας δήλωνε ότι ήταν ενέσεις σιδήρου και ότι με αυτές βελτιωνόταν η φυσική μας κατάσταση. Τις ενέσεις αυτές έφερνε μαζί του και ποτέ δεν τις παρασκεύαζε επί τόπου από κάποιο σφραγισμένο κουτί. Στη συνέχεια την Κυριακή ή το Σάββατο το βράδυ πριν από τον αγώνα της Κυριακής και όταν αγωνιζόμασταν Τετάρτη, τη Δευτέρα ή την Τρίτη, μετά τις προπονήσεις στο ξενοδοχείο, ο γιατρός της ομάδας μάς χορηγούσε ενδοφλεβίως ένα λίτρο ορό, λέγοντάς μας ότι έτσι θα ανακάμπτει πιο γρήγορα από την κούραση ο οργανισμός μας». Η ΕΠΑΕ έκανε ό,τι κάθε ελληνικό δικαστήριο που σέβεται τον εαυτό του… Παρέπεμψε τον Μίλινκο Πάντιτς στον αθλητικό δικαστή για δυσφήμηση του αθλήματος! Ευτυχώς, τουλάχιστον, που ο δικαστής τον απήλλαξε των κατηγοριών. Ο Πάντιτς προσέφυγε στη FIFA για τα οφειλόμενά του, όμως ήταν ήδη αργά αφού στην πορεία προέκυψε ο Νέος Πανιώνιος.




Έχοντας γράψει τη δική του ιστορία στη Μαδρίτη, επέστρεψε στην Ατλέτικο για να κάνει τα πρώτα του βήματα ως προπονητής. Στην αρχή, ανέλαβε στο τμήμα υποδομών των «ροχιμπλάνκος», δουλεύοντας σκληρά για να ανέβει. Ξεκίνησε με παιδάκια 3-9 ετών και σταδιακά άλλαζε ηλικίες. Τελικά, έγινε επικεφαλής αναπτυξιακού προγράμματος, ενώ ήταν και προπονητής στις μικρές ομάδες. Το καλοκαίρι του 2011 «ανέβηκε» στη δεύτερη ομάδα των Ροχιμπλάνκος, την Ατλέτικο Β'.  Παράλληλα, για να διατηρείται σε καλή κατάσταση και λόγω της αγάπης του για το ποδόσφαιρο, συνέχισε να κλοτσά μπάλα στην ομάδα σάλας της Ατλέτικο, η οποία παίζει στο πρωτάθλημα βετεράνων. Πρόκειται για μια λίγκα 9 ομάδων, όλες εκ των οποίων έχουν κερδίσει το πρωτάθλημα της Πριμέρα έστω και μια φορά στην ιστορία τους! Επίσης, είχε ρόλο και στο «Fundación Atlético de Madrid», το ίδρυμα που μέσω του ποδοσφαίρου προσπαθεί να προωθεί ανθρωπιστικές και πολιτιστικές δράσεις. Αποτελούσε τον τεχνικό διευθυντή του των αθλητικών ακαδημιών και έπαιρνε μέρος σε αρκετές από τις εκδηλώσεις του.


Το 2010 το όνομά του ακούστηκε για τον Πανιώνιο, αλλά τελικά ανέλαβε ο Τάκης Λεμονής. Τον Οκτώβριο του 2012 ήταν σε συζητήσεις με την ΑΕΚ, ενώ ένα χρόνο αργότερα, το όνομά του ακούστηκε και για τον Άρη. Είχε όμως ήδη αναλάβει από το καλοκαίρι του 2013 την τεχνική ηγεσία της Μπακού, αφού επέλεξε να αφήσει τη δεύτερη ομάδα της Ατλέτικο Μαδρίτης, με την οποία έφτασε μέχρι τα πλέι-οφ, αλλά τα έχασε από μια αναπάντεχη ήττα από τη Λεγκανιές. Ο πάμπλουτος Χαφίζ Μαμάντοφ (Hafiz Mammadov), ο οποίος αποτελεί και χορηγό των «ροχιμπλάνκος», τον έπεισε να πάει στο μακρινό Αζερμπαϊτζάν. Εκεί συνάντησε ένα τελείως διαφορετικό τρόπο αντίληψης του ποδοσφαίρου. Η δουλειά του όμως ήταν εμφανής, φέρνοντας επαγγελματισμό στη Μπακού. Πήρε μαζί του τον γυμναστή Μάριο Φερνάντες από την Ατλέτικο, ενώ έπεισε και τον ταλαντούχο ποδοσφαιριστή Αλμπέρτο Νογκέρα (Alberto Noguera Ripoll) να τον ακολουθήσει. Μετά από ένα χρόνο, στις 24 Ιουλίου του 2014, άφησε τον σύλλογο με αμοιβαία συναίνεση και από τις 5 Ιουλίου του 2015 είναι προπονητής στη Νταλιάν Γιφάνγκ, ομάδα της δεύτερης κατηγορίας της Κίνας.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)


Επαγγελματική καριέρα

  • ·         1985-1991: Fudbalski Klub Partizan, 65 (11)
  • ·         1991: Nogometni Klub Olimpija Ljubljana, 14 (0)
  • ·         1991-1995: Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σμύρνης, 120 (51)
  • ·         1995-1998: Club Atlético de Madrid, 107 (18)
  • ·         1998/99: Le Havre Athletic Club, 19 (2)
  • ·         1999-2001: Πανιώνιος Γυμναστικός Σύλλογος Σμύρνης, 24 (5)

Διεθνής

  • ·         1996: (Νέα) Γιουγκοσλαβία, 2 (0)

Προπονητική καριέρα

  • ·         2011/12: Club Atlético de Madrid B
  • ·         2013/14: Bakı Futbol Klubu (Baku)
  • ·         2016–    : Dalian Yifang Football Club

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με τη Partizan
  • ·         Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας: 2 (1985/86, 1986/87)
  • ·         Κύπελλο Γιουγκοσλαβίας: 1988/89

Με την Atlético Madrid
  • ·         Πρωτάθλημα Ισπανίας: 1995/96
  • ·         Κύπελλο Ισπανίας: 1995/96

Με στοιχεία από το gazzetta.gr και το sdna.gr