Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Ραούλ: H Σημαία της Βασίλισσας

Ο Ισπανός κεντρικός επιθετικός Ραούλ Γκονζάλες Μπλάνκο, περισσότερο γνωστός απλά ως Ραούλ (Raul Gonzalez Blanco), γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου του 1977, στο Σαν Κριστόμπαλ ντε Λος Άντζελες, ένα εργατικό προάστιο της Μαδρίτης. Θεωρείται ένας από τους Σημαντικότερους Παίκτες στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης, καθώς επίσης και ως ένας από τους Μεγαλύτερους Ισπανούς Παίκτες Όλων των Εποχών. Έπαιξε για την ομάδα νέων της γειτονιάς του πριν από τη μετάβαση στην αντίστοιχη ομάδα της Ατλέτικο Μαδρίτης. Αργότερα μετακόμισε στην ακαδημία της Ρεάλ Μαδρίτης και έπαιξε σε διάφορα επίπεδα. Το 1994, υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό του συμβόλαιο με την τέταρτη ομάδα της Ρεάλ Μδρίτης και στη συνέχεια προήχθη γρήγορα στην πρώτη ομάδα.


Πέρασε 16 χρόνια της ποδοσφαιρικής του καριέρας παίζοντας για τη Ρεάλ και είναι ο 2ος Κορυφαίος Σκόρερ Όλων των Εποχών στην ιστορία του συλλόγου με 323 γκολ Είναι επίσης ο ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία του συλλόγου με 741 εμφανίσεις, μπροστά από Μανουέλ Σαντσίς (Manuel 'Manolo' Sanchís Hontiyuelo). Με τους «μερένγκες», κατέκτησε 6 τίτλους της ισπανικής La Liga, 3 UEFA Champions League, σκοράροντας σε δύο τελικούς, 4 Σούπερ Καπ Ισπανίας, ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και δύο Διηπειρωτικά Κύπελλα. Είναι ο 3ος Υψηλότερος Σκόρερ στην ιστορία του Champions League, πίσω από τον Κριστιάνο Ρονάλντο (Cristiano Ronaldo) και τον Λιονέλ Μέσι (Lionel Messi) και ο 5ος ρέκορντμαν συμμετοχών στην διοργάνωση. Το 2003, διορίστηκε ως ο αρχηγός της ομάδας και διατήρησε αυτή τη θέση μέχρι την αποχώρησή του από το σύλλογο, το 2010.


Στην ισπανική La Liga, ο Ραούλ είναι το 5ος Υψηλότερος Σκόρερ στην ιστορία της διοργάνωσης με 228 γκολ, πίσω από τον Λιονέλ Μέσι, τον Κριστιάνο Ρονάλντο, τον Τέλμο Θάρα (Telmo Zarra) και τον πρώην συμπαίκτη του στη Ρεάλ Μαδρίτης, τον μυθικό Χούγκο Σάντσεζ (Hugo Sánchez). Είναι επίσης ο Κορυφαίος Ισπανός Σκόρερ στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα με 256 γκολ, έχοντας σκοράρει 228 γκολ στην ισπανική La Liga και 28 γκολ στην γερμανική Bundesliga. Επιπλέον, είναι ο 2ος ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία του ισπανικού πρωταθλήματος, με 550 παιχνίδια, πίσω μόνο από τον Αντόνι Τσουμπιθαρέτα (Andoni Zubizarreta) με 622 παιχνίδια. Έφυγε από τη Ρεάλ Μαδρίτης το 2010 και υπέγραψε για την Σάλκε, σημειώνοντας το 400ο γκολ της καριέρας του, τον Φεβρουάριο του 2012. Υπέγραψε με την Αλ Σαντ από το Κατάρ το 2012. Κέρδισε το πρωτάθλημα στην πρώτη του σεζόν και έφτασε τα 1.000 παιχνίδια στην καριέρα του, όντας ένας από τους μόλις 18 παίκτες που έχουν επιτύχει αυτό το ορόσημο.


Αν και δεν κέρδισε καμμιά μεγάλη διοργάνωση, παίζοντας για την ισπανική εθνική ομάδα, σκόραρε -ένα τότε ρεκόρ- 44 γκολ σε 102 εμφανίσεις για την «φούρια ρόχα», παίζοντας σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα και 2 ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Ανέλαβε την αρχηγία της εθνικής ομάδας το 2002 και κράτησε το περιβραχιόνιο μέχρι το 2006, έτος κατά το οποίο έπαιξε τον τελευταίο διεθνή αγώνα του για την Ισπανία.




Ονομάστηκε ως ο Καλύτερος Επιθετικός στον Κόσμο από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) το 1999, ενώ είναι ο μόνος παίκτης που ονομάστηκε 3 φορές, το 2000, το 2001 και το 2002, ως ο Καλύτερος Επιθετικός στην Ευρώπη από τη Λέσχη των συλλόγων της UEFA. Ήταν 2ος στον διαγωνισμό της Χρυσής Μπάλας το 2001 και ήταν στη 3η θέση ως Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς Παγκοσμίως από τη FIFA για την ίδια χρονιά. Το 2004, ονομάστηκε στον κατάλογο «FIFA 100» με τους 125 Εν Ζωή Καλύτερους Ποδοσφαιριστές του Κόσμου, που συνέταξε ο Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”), στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 Χρόνια της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, και συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο της UEFA με τους 50 Καλύτερους Ευρωπαίους Παίκτες της 50ετίας 1954-2004. Ήταν μέλος της Ιδανικής 11άδας της Χρονιάς από τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Αθλητικού Τύπου, το 1997, το 1999 και το 2000. Κέρδισε δύο τρόπαια Pichichi, του Κορυφαίου Σκόρερ στο ισπανικό πρωτάθλημα (1999 και 2001), το βραβείο για τον Κορυφαίο Σκόρερ του UEFA Champions League (2000 και 2001), 5 βραβεία Don Balón, του Καλύτερου Παίκτη στο ισπανικό πρωτάθλημα (1997, 1999, 2000, 2001 και 2002) και ένα Βραβείο Καλύτερου Παίκτη στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου το 1998.


ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΝΘΑΝΑΡΕΣ ΣΤΟ ΤΣΑΜΑΡΤΙΝ

Γεννήθηκε σε ένα μικροσκοπικό σπίτι που μοιραζόταν με τους γονείς του και τα δυο του αδέλφια. Ο πατέρας του, Pedro ήταν ηλεκτρολόγος -και φανατικός οπαδός της Ατλέτικο Μαδρίτης- και η μητέρα του, Maria Luisa φρόντιζε το νοικοκυριό. Είχαν τα απαραίτητα. Ότι άλλο, ήταν πολυτέλεια.  Ονειρευόταν να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής -όχι απλά να ασχοληθεί με το σπορ. Λάτρευε να βλέπει τον Μαραντόνα (Diego Armando Maradona)  και αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο να προσπαθεί να μιμηθεί αυτά που έκανε το είδωλο του. Ζήτησε από τους γονείς του να τον γράψουν σε μια ακαδημία. Ήθελαν, αλλά δεν μπορούσαν. Δεν είχαν τα χρήματα. Πήρε την επόμενη επιλογή: πήγε για δοκιμαστικά σε παιδική ομάδα. Μολονότι ήταν πολύ γρήγορος και είχε πολύ καλή ντρίμπλα, τον απέρριψαν, γιατί ήταν μικρόσωμος και πολύ αδύνατος. Τότε υποσχέθηκε στον εαυτό του πως θα έκανε ότι χρειαζόταν, για να πάρει κιλά -δεδομένου ότι οι γονείς του δεν ήταν σε θέση να του δώσουν περισσότερο φαγητό. Η μητέρα του είχε αποκαλύψει χρόνια αργότερα ότι " … ξαφνικά, μια μέρα ο γιος μου ξύπνησε και είχε τεράστια όρεξη. Με ρωτούσε διαρκώς πόσες θερμίδες έχει το κάθε τι που τρώει".

Έως τα 10 πάλευε, γραμμάριο δεν έπαιρνε, οπότε αποδέχθηκε την πραγματικότητα και κοίταξε πώς να την κάνει πλεονέκτημα, όπως προσπαθούσε να βρει -επιτέλους- μια ομάδα να παίξει. Αυτή ήταν η ομάδα του τόπου του, η Σαν Κριστομπάλ. Πρώτα (1987/88) έγινε μέλος του παιδικού τμήματος και πολύ σύντομα (σε μια σεζόν) μετακόμισε στους εφήβους. Έγινε... ένα μαγείρεμα στα χαρτιά του, γιατί ήταν μικρός για να παίξει. Έμεινε εκεί ένα ακόμα χρόνο. Εκεί τον είδε ο σκάουτερ Εμίλιο Μάουρι (Emilio Mauri), να παίζει με το № 10 στην πλάτη. "Ήταν 13 και ήδη ξεχώριζε" είχε εξηγήσει. Αμέσως, πήγε στην Ατλέτικο και... σχεδόν απαίτησε να τον πάρουν. Πες, πες, έπεισε τον προπονητή της ομάδας παίδων, Φρανσίσκο ντε Πάουλα (Francisco de Paula) να κάνει την κίνηση. Μόλις αντίκρισε τον νεαρό, ήξερε πως είχε βρει αρχηγό!


Εμφανίστηκε λοιπόν, στο σπίτι της οικογενείας ο πρόεδρος της Ατλέτικο, ο Χεσούς Χιλ (Gregorio Jesús Gil y Gil), με μια ενδιαφέρουσα πρόταση. Αν δεχόταν ο πατέρας του να μεταγράψει το παιδί του στο σύλλογο, εκείνος υποσχέθηκε πως θα πλήρωνε τα δίδακτρα για το πανεπιστήμιο. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Τι έγινε; Πριν σας πούμε, θα κάνουμε ένα.. διάλειμμα για να σας ενημερώσουμε ότι όταν το 2012 η  Σαν Κριστομπάλ εξέπεμψε σήμα κινδύνου, εκείνος ανταποκρίθηκε και έδωσε τα χρήματα που χρειαζόταν, για να πληρώσει όσα χρωστούσε και να επιβιώσει.

Ο Raúl ήταν το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της Ατλέτικο

Στην Ατλέτικο, ο Raúl σκόραρε 65 γκολ (από τα 264 της ομάδας του), στην πρώτη του χρονιά και η Ατλέτικο πήρε -αήττητη- το πρωτάθλημα της κατηγορίας. "Ήταν αρχηγός όνομα και πράγμα, ήταν ηγέτης" θυμάται ο ντε Πάουλα. Ο μικρός, ο οποίος δήλωνε φίλαθλος της Ατλέτικο (ελέω μπαμπά, βεβαίως), προωθήθηκε αμέσως στην ομάδα Νέων, όντας έναν χρόνο μικρότερος από όλους. Συνέχισε να είναι ηγέτης στη νέα κατάκτηση του πρωταθλήματος, με τον τελικό να διεξάγεται στην Τενερίφη. Εκείνο το σαββατοκύριακο, η πρώτη ομάδα του συλλόγου είχε νικήσει τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό του κυπέλλου (2-0) και το διήμερο εξελίχθηκε σε γιορτή. Παρεμπιπτόντως, ήταν ο πρώτος τίτλος του συλλόγου, σε εθνικό επίπεδο για τα φυτώρια.

Και τότε (1992) ήταν για τον Χιλ η κατάλληλη στιγμή για να διαλύσει το τμήμα! Είπε πως το έκανε για να σώσει την πρώτη ομάδα. Υπήρχαν οικονομικά προβλήματα και από κάπου έπρεπε... να "κόψει". Αυτή θα καταγραφόταν ως "η μεγαλύτερη γκάφα του Χιλ" ή αλλιώς "το μεγαλύτερο λάθος της Ατλέτικο". Ο Ραουλίτο, όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσε ο εκκεντρικός πρόεδρος της Ατλέτικο, πρόλαβε σε αυτές τις τρεις χρονιές του στους «κολτσονέρος» να παίξει σε 80 παιχνίδια σκοράροντας συνολικά 319 (!) τέρματα, με τον απίστευτο μέσο όρο των 4 γκολ ανά παιχνίδι! Οι φαν της ακόμα εκνευρίζονται όταν σκέφτονται πώς θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί η ιστορία αν ο Ραούλ έμενε κοντά τους. Αν δεν πήγαινε... σε αυτούς. Τους άλλους. Τους μισητούς. Βλέπετε, η Ρεάλ έκανε το προφανές και κάλεσε τον ταλαντούχο νέο -που την είχε κάνει... κομμάτια. Σε μια κίνηση απελπισίας (πια) ο Χιλ του έδωσε επαγγελματικό συμβόλαιο, για να παίξει με την ανδρική ομάδα. Το παιδί (ήταν 15 χρόνων) δεν τον εμπιστεύτηκε και διάλεξε να φύγει. Έγινε μέλος της "Fábrica". Όχι όποιας κι όποιας, αλλά της LA Fábrica (όπως έχουν ονομάσει οι Μαδριλένοι την ακαδημία ποδοσφαίρου της Ρεάλ).

Ο Ραούλ με τη φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης C σε ηλικία 16 ετών (1993)
Έτσι, ο νεαρός γκολτζής βρέθηκε από τις νότιες λαϊκές συνοικίες του Μανθανάρες και το "Βιθέντε Κλαντερόν", στο αριστοκρατικό Τσαμαρτίν και το "Σαντιάγο Μπερναμπέου". Στα επτά πρώτα ματς που έπαιξε με τη νέα του ομάδα (1992/93), μέτρησε 13 γκολ, ενώ την πρώτη του χρονιά με τη φανέλα των "μερένγκες" αγωνίστηκε συνολικά σε 33 ματς και σκόραρε 77 φορές, συνεχίζοντας να εκπλήσσει τους πάντες με το ταλέντο του. Το πρώτο ήταν με την Αλκαλά, στις 19 Σεπτεμβρίου του 1992. Η ομάδα του νίκησε 5-0 και εκείνος σκόραρε το πρώτο γκολ. Εκείνος δεν θυμάται την ημέρα. Τη θυμάται όμως, ο προπονητής του Αντόνιο Κιρόγκι (Antonio Quirogi). "Φάνηκε από την αρχή της παρουσίας του στη Ρεάλ, ότι είχε την τάση μαζί και όσα χρειάζονταν, για να γίνει αρχηγός. Φαινόταν από τότε πως έχει τις δυνατότητες να γίνει εξαιρετικός παίκτης. Εν τω μεταξύ, μολονότι ήταν πολύ καλύτερος από τους άλλους παίκτες, δεν καυχήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν είχε ύφος. Ήταν ο πιο ταπεινός και πάντα είχε τεράστιες απαιτήσεις από τον εαυτό του. Ζούσε για να παίζει ποδόσφαιρο. Είχε εμμονή". Την επόμενη χρονιά, το 1994, πήρε προαγωγή για τρίτη ομάδα των «μπλάνκος», την Juvenil C (U16), κάνοντας ένα ονειρεμένο ντεμπούτο εναντίον της "Carralejos de Fuerteventura" με 5 γκολ!  πριν ολοκληρωθεί η σεζόν ήταν ήδη στη Juvenil A (U19). Και όλα αυτά συνέβαιναν, ενώ ξυπνούσε το χάραμα, για να πάρει το πρώτο τρένο, μετά το metro και έπειτα ένα λεωφορείο, μέχρι να φτάσει στο γήπεδο για προπόνηση. Μετά από εφτά παιχνίδια και 13 τέρματα, ο μικρός πήρε ακόμα μια προαγωγή και βρέθηκε στην Castilla (Real Madrid B) υπό τις οδηγίες του Ράφα Μπανίτεθ (Rafael "Rafa" Benítez Maudes), ενώ κλήθηκε για πρώτη φορά και στην Εθνική Ισπανίας κάτω των 18. Οι συνεχόμενες επιτυχίες του έκαναν τους ανθρώπους της Ατλέτικο να τον πλησιάσουν για να τον εντάξουν και πάλι στην ομάδα τους. Θα το κατάφερναν, αν δεν έμπαινε στη μέση ο Χόρχε Βαλντάνο (Jorge Alberto Francisco Valdano Castellanos), που λίγες εβδομάδες πριν είχε αναλάβει την πρώτη ομάδα της Ρεάλ Μαδρίτης με στόχο να τη βγάλει από την παρακμή και να την οδηγήσει ξανά στην κορυφή.

Χόρχε Βαλντάνο και Ραούλ (1994)

Ο ΒΑΛΝΤΑΝΟ ΚΑΙ Η ΡΕΑΛ

Ο Αργεντίνος,  που είχε δοξαστεί παίζοντας τη δεκαετία του 1980 στη μεγάλη Ρεάλ της "σειράς του Γύπα", είχε κρεμάσει τα παπούτσια του περνώντας στους πάγκους για να συνεχίσει την καριέρα του ως προπονητής. Σε ηλικία μόλις 37 ετών ανέλαβε την Τενερίφε και έδωσε τα πρώτα επιτυχημένα δείγματα γραφής. Όμως οι επιτυχίες του στην ομάδα των Καναρίων Νήσων συνδέθηκαν κατά μια, ή μάλλον δυο διαβολικές συμπτώσεις με τις χειρότερες στιγμές της αγαπημένης του Ρεάλ στην αρχή της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα να γίνει "κόκκινο πανί" για τους περισσότερους φίλους των "μερένγκες" που του κόλλησαν το παρατσούκλι "traidor", δηλαδή προδότης! Επί δυο συνεχόμενες περιόδους (1991/92 & 1992/93), ο τίτλος του πρωταθλητή της Πριμέρα Ντιβισιόν κρίθηκε την τελευταία αγωνιστική. Και τις δυο χρονιές η Τενερίφε του Βαλντάνο αντιμετώπισε στην έδρα της τη Ρεάλ Μαδρίτης. Την πρώτη, στις 7 Ιουνίου του 1992, η "βασίλισσα" ήθελε τη νίκη για να πάρει το στέμμα. Φερνάντο Ιέρο (Fernando Ruiz Hierro) και Γκεόργκε Χάτζι (Gheorghe Hagi) διαμόρφωσαν το 0-2 στο ημίωρο του αγώνα, όμως η αδιάφορη Τενερίφε έκανε την απόλυτη ανατροπή, νίκησε με 3-2 και έστειλε την κούπα στη Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ (Hendrik Johannes "Johan" Cruijff). Ένα χρόνο αργότερα, στις 20 Ιουνίου του 1993, το σενάριο επαναλήφθηκε. Με δυο διαφορές όμως. Αυτή τη φορά η ισοπαλία έφτανε στη Ρεάλ, αλλά η Τενερίφε ήθελε τη νίκη για να βγει στο UEFA. Οι "νησιώτες" καθάρισαν με 2-0 βυθίζοντας τα όνειρα των "μερένγκες" για τίτλο στο αρχιπέλαγος, έναν τίτλο που κατέληξε και πάλι στη Καταλονία.

Ο Βαλντάνο στιγματίστηκε και το όνομά του έγινε κατάρα στο στόμα των οπαδών της Ρεάλ και σύνθημα – συνοδευόμενο από κάθε είδους βρισιά – στους τοίχους του Μπερναμπέου. Όμως ένα χρόνο αργότερα όλα αυτά έμελλε να αλλάξουν. Το καλοκαίρι του 1994 ο πρόεδρος της Ρεάλ, Ραμόν Μεντόθα (Ramón Mendoza Fontenla), έψαχνε τον ιδανικό άνθρωπο για να αντιστρέψει το κακό κλίμα που επικρατούσε στον σύλλογο. Οι 4 συνεχόμενοι τίτλοι της dream team του Κρόιφ και η παρακμή της "Quinta del Buitre", με αποκορύφωμα το ντροπιαστικό 5-0 στο "Καμπ Νόου" (Ιανουάριος του ’94), έκαναν επιτακτική την ανάγκη για ανανέωση στο Τσαμαρτίν. Ο Μεντόθα τελικά δεν υπολόγισε τις αντιδράσεις και έφερε τον Βαλντάνο στη Ρεάλ ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών.

"ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΙΔΙΟ ΘΡΑΣΟΣ…"

Ο Αργεντίνος, αφού πήρε το ελεύθερο από τον πρόεδρο να κινηθεί εν λευκώ, έπεισε τον Μίκαελ Λάουντρουπ (Michael Laudrup) να μείνει στην Ισπανία και να φορέσει τα λευκά των "μερένγκες" και μετά έπιασε δουλειά ψάχνοντας φρεσκάδα και νέα πρόσωπα. Ο Ράφα Μπενίτεθ του μίλησε για τον πιτσιρικά που "έβγαζε μάτια" και τον ενημέρωσε για την προσέγγιση της Ατλέτικο. Ο Βαλντάνο κατάλαβε ότι είχε βρει φλέβα χρυσού και αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος με τον Ραούλ. Του έκλεισε ραντεβού στα γραφεία του συλλόγου, όμως ο μικρός έφτασε καθυστερημένος. Ο Βαλντάνο τον υποδέχτηκε και του είπε: "Έστησες τον προπονητή της πρώτης ομάδας. Αν επιδείξεις μέσα στον αγωνιστικό χώρο το ίδιο θράσος που είχες σήμερα, τότε σίγουρα δεν θα έχεις πρόβλημα να πετύχεις!". Στη συνέχεια ο Αργεντίνος του μίλησε για το όραμά του σχετικά με τη Ρεάλ και έπεισε τον μικρό να παραμείνει στο Τσαμαρτίν. Το πρωτάθλημα άρχισε και η Ρεάλ συνέχισε να παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα με τα προηγούμενα χρόνια. Οι στυλοβάτες της ομάδας, Εμίλιο Μπουτραγκένιο (Emilio Butragueño Santos), Μίτσελ (José Miguel González Martín del Campo, “Míchel”), Μαρτίν Μπάθκεθ (Rafael Martín Vázquez) και Μανουέλ Σαντσίς (Manuel 'Manolo' Sanchís Hontiyuelo), κινούνταν στη μετριότητα και η Ρεάλ μετά από 8 αγωνιστικές είχε στραβοπατήσει ήδη 3 φορές και βρισκόταν στη δεύτερη θέση της βαθμολογίας, ένα βαθμό πίσω από την Ντεπορτίβο. Η γκρίνια στο "Μπερναμπέου" δεν σταματούσε, οι αναμνήσεις από τα χρόνια της Τενερίφης σημάδευαν ακόμα τον "προδότη" Βαλντάνο και τότε ο τεχνικός της Ρεάλ αποφάσισε να παίξει το μεγάλο του χαρτί.

Ο Ραούλ εκείνο τον καιρό αγωνιζόταν συνήθως στην τρίτη ομάδα της Ρεάλ (Real Madrid C), αλλά συχνά πυκνά έκανε προπονήσεις με την πρώτη ομάδα. Ο Βαλντάνο ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο μικρός ήταν έτοιμος για αυτή τη μεγάλη πρόκληση και αποφάσισε να τον "δοκιμάσει". Τρεις μέρες πριν τον αγώνα της 9ης αγωνιστικής εναντίον της Σαραγόσα, κάλεσε τον 17χρονο και του είπε ότι σκέφτεται να τον ξεκινήσει βασικό, αφήνοντας για το τέλος το σχόλιο "προσπάθησε να μη λιποθυμήσεις". Περίμενε ότι το παιδί θα 'χει ένα άγχος, ένα στρες, μια αγωνία. Δεν είδε τίποτα από αυτά. Τον άκουσε να λέει " … αν θέλεις να κερδίσεις, βάλε με να παίξω. Αλλιώς, μη με βάλεις", ήταν η απάντηση του Ραούλ που έδιωξε κάθε αμφιβολία από τον Βαλντάνο. Την ημέρα του αγώνα, ενώ το πούλμαν της Ρεάλ πλησίαζε στη "Ρομαρέδα", ο Αργεντίνος κατευθύνθηκε προς το κάθισμα του Ραούλ για να τον χαλαρώσει. Ο πιτσιρικάς κοιμόταν του καλού καιρού! "Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα απέναντί μου κάτι παραπάνω από έναν απλό ποδοσφαιριστή", έλεγε αργότερα ο Βαλντάνο.

Ο Ραούλ στο ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα της Ρεάλ, απέναντι στον τερματοφύλακα της Σαραγόσα, Θεδρούν (29/10/1994)

ΧΕΙΡΟΤΟΝΕΙΤΑΙ "ΙΠΠΟΤΗΣ" ΤΗΣ "ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ"

Στις  29 Οκτωβρίου του 1994 ο Ραούλ φόρεσε τη φανέλα με το № 7 και μπήκε στο γήπεδο της Σαραγόσα μαζί με τους Φρανσίσκο Μπούγιο (Francisco 'Paco' Buyo Sánchez), Κίκε Σάντσεθ Φλόρες (Enrique Sánchez Flores), Λουίς Ενρίκε (Luis Enrique Martínez García), Φερνάντο Ιέρο, Ρεντόντο         (Fernando Carlos Redondo Neri), Σαντσίς, Μίτσελ, Ιβάν Ζαμοράνο (Iván Luis Zamorano Zamora), Χοσέ Αμαβίσκα (José Emilio Amavisca Gárate) και Μίκαελ Λάουντρουπ. Ήταν 17 χρόνων και 4 μηνών. Έγινε ο νεαρότερος σε ηλικία παίκτης, που είχε παίξει με τη "Βασίλισσα" σε επίσημο ματς, στην ιστορία του οργανισμού! Έκανε αισθητή την παρουσία του από την αρχή, πάλεψε, έχασε τρεις μεγάλες ευκαιρίες, αλλά τελικά η Ρεάλ υπέκυψε 2-3, πέφτοντας στην 3η θέση της βαθμολογίας. Όμως ο Ραούλ έκλεψε – για μια ακόμα φορά – τις εντυπώσεις. Ο βοηθός του Βαλντάνο, Άνχελ Κάπα (Angel Cappa) είχε την έμπνευση να πλησιάσει τον μικρό, να του δώσει κουράγιο. Του είπε "έκανες ό,τι μπορούσες". "Με κοίταξε σαν να μου έλεγε "τι μου λες τώρα; Ξέρω τι γίνεται. Ειλικρινά, εκείνη την ώρα σκέφτηκα ότι είμαι πολύ ηλίθιος. Ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του. Από τότε έθετε υπεράνθρωπους στόχους". Και δίχασε το απαιτητικό κοινό των "μερένγκες": Μπουτραγκένιο ή Ραούλ; Υπήρχαν αυτοί που δεν ανέχονταν να βλέπουν τον "Γύπα" στον πάγκο, αλλά πλέον υπήρχαν και οι άλλοι, που στο πρόσωπο και – κυρίως – στα πόδια του πιτσιρικά, έβλεπαν το ξεκίνημα μιας καινούργιας εποχής. Ο Βαλντάνο πάντως δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μια Κυριακή αργότερα, αποφάσισε να του εμπιστευτεί μια θέση στην αρχική ενδεκάδα. Αυτή τη φορά όμως στα πολύ δύσκολα.

Ήταν Σάββατο 5 Νοεμβρίου του 1994. Την 10η αγωνιστική του ισπανικού πρωταθλήματος, μέσα στο Σαντιάγο Μπερναμπέου", μπροστά στους φιλάθλους της Ρεάλ. Και πάνω απ’ όλα, απέναντι στην πρώην ομάδα του, την Ατλέτικο, στο "Derbi Madrileño"! Ο Ραούλ πάντως έδειχνε να μην καταλαβαίνει από τέτοια. Στο 20' έπεσε μέσα στην περιοχή από μαρκάρισμα του Ιβάν Ρότσα (Iván Rocha Lima), πέναλτι. Εύστοχη εκτέλεση από τον Μίτσελ, 1-0. Πέντε λεπτά αργότερα έδωσε ασίστ στον Ζαμοράνο, γκολ ο Χιλιανός, 2-0. Το ρολόι στον φωτεινό πίνακα του σταδίου σημάδεψε το 36ο λεπτό του Α’ ημιχρόνου, όταν άρχισε να γράφεται η ιστορία του πιο χαρισματικού σκόρερ στο βιβλίο του σύγχρονου ισπανικού ποδοσφαίρου. Ο Ραούλ Γκονθάλεθ Μπλάνκο σε ηλικία 17 ετών, 4 μηνών και 9 ημερών έστειλε τη μπάλα να αναπαυτεί στα δίχτυα του τερματοφύλακα των «ροχιμπλάνκος», Ντιέγκο, διαμορφώνοντας το σκορ στο 3-0 υπέρ των «μερένγκες» και ανοίγοντας τον προσωπικό του λογαριασμό στην Πριμέρα Ντιβισιόν, έναν λογαριασμό που θα συνέχιζε να παραμένει ενεργός για 16 χρόνια ακόμα. Το πρώτο του γκολ με τη φανέλα της Ρεάλ ήταν γεγονός, μέσα σε αποθέωση από 104.000 θεατές!

Στο πρώτο του παιχνίδι στο "Μπερναμπέου" με αντίπαλο τον Ιβάν Ρότσα της Ατλέτικο (5/11/1994)
Ο μικρός είχε περάσει με απόλυτη επιτυχία το δυσκολότερο τεστ και ο Βαλντάνο πανηγύριζε από μέσα του. Τα λαϊκά δικαστήρια για την απουσία του «Ελ Μπουίτρε» (Ο Γύπας, ο Εμίλιο Μπουντραγκένιο) συνεχίστηκαν, αλλά κάθε φορά με λιγότερη ένταση. Ένα καινούργιο αστέρι γεννήθηκε και έλαμψε εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου στον ποδοσφαιρικό ναό της πρωτεύουσας. "Χάζεψα με το γήπεδο γεμάτο κόσμο. Το είχα ξαναδεί, αλλά άδειο", ήταν τα πρώτα λόγια του εκστασιασμένου Ραούλ μετά τον αγώνα. Λίγες μέρες μετά, ο Βαλντάνο τον έστειλε πίσω στην Real Madrid C για να αγωνιστεί εναντίον της CD Móstoles στην Γ’ Κατηγορία. Για να μην πάρουν τα μυαλά του αέρα…

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ (ΤΟ ΠΡΩΤΟ CLÁSICO)

Όταν ξεκίνησε το πρωτάθλημα του 1994/95, μια ημερομηνία ήταν σφηνωμένη μέσα στο κεφάλι του Βαλντάνο. Η κλήρωση είχε φέρει το ντέρμπι με την Μπαρτσελόνα ακριβώς πάνω στη συμπλήρωση ενός χρόνου από το ντροπιαστικό 5-0 μέσα στο "Καμπ Νόου" τον Γενάρη του 1994. Ο Αργεντίνος ήξερε πως για να "κατακτήσει" μια για πάντα τις καρδιές όλων αυτών που τον αποκαλούσαν προδότη, ήταν υποχρεωμένος να νικήσει αυτό το παιχνίδι. Και είχε αρχίσει την "πλύση εγκεφάλου" στους παίκτες του πολύ καιρό πριν. Όταν έφτασε η 16η αγωνιστική, η Ρεάλ είχε ανέβει στην κορυφή της βαθμολογίας, με την Μπαρτσελόνα 3 βαθμούς πίσω της, στην 4η θέση του πίνακα. Στις 7 Ιανουαρίου του 1995, μέσα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο και παλλόμενο από ενθουσιασμό "Σαντιάγο Μπερναμπέου", ο Ραούλ μπήκε με τους συμπαίκτες του στον αγωνιστικό χώρο για το πρώτο του clásico. Μαζί με τους Μπούγιο, Κίκε Σάντσεθ Φλόρες, Μικέλ Λάσα (Mikel Lasa Goikoetxea), Ιέρο, Μίγια (Luis Milla Aspas), Σαντσίς, Μ. Μπάθκεθ, Λουίς Ενρίκε, Σαμοράνο, Αλφόνσο (Alfonso Pérez Muñoz), Λάουντρουπ και Αμαβίσκα, έγραψε μια από τις χρυσές σελίδες της ιστορίας της Ρεάλ Μαδρίτης στο επικό 5-0 επί της Μπαρτσελόνα.

Με το χατ τρικ του Σαμοράνο και τα άλλα δυο των Λουίς Ενρίκε και Αμαβίσκα, ο Βαλντάνο και η ομάδα του αποκαθήλωσαν την dream team του Γιόχαν Κρόιφ. Ο Αργεντίνος ξέσπασε στον πάγκο πανηγυρίζοντας σα μικρό παιδί, ενώ από τα δυο πέταλα οι Ultras τραγουδούσαν το όνομά του. Όμως το μεγαλύτερο κέρδος ήταν η αλλαγή σελίδας στην ομάδα. Ο Βαλντάνο έχει καταφέρει να πραγματοποιήσει την ανανέωση και να περάσει από την "σειρά του Μπουίτρε" στην "εποχή του Ραούλ". Και μαζί να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά του προδότη και να ξαναγίνει δεκτός στην οικογένεια της Ρεάλ Μαδρίτης.

ΕΥΡΩΠΗ & ΦΑΜΠΙΟ ΚΑΠΕΛΟ

Η Ρεάλ είχε να πανηγυρίσει την κατάκτηση του πρωταθλήματος από το 1990, καταφέρνοντας να κατακτήσει τον τίτλο την περίοδο 1994/95, βάζοντας τέλος στο σερί της Μπαρτσελόνα. Ο Ραούλ αγωνίστηκε εκείνη την πρώτη χρονιά του σε 28 παιχνίδια, σημειώνοντας 9 τέρματα και δίνοντας 4 ασίστ. Τον Σεπτέμβριο του 1995 και ενώ αποτελούσε ήδη βασικό στέλεχος της πρώτης ομάδας, έφτασε η στιγμή για το ντεμπούτο του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Πρωτόπαιξε στο Champions League εναντίον του Άγιαξ (1-0 υπέρ των Ολλανδών στο Άμστερνταμ) και άνοιξε τον λογαριασμό του στο σκοράρισμα πετυχαίνοντας συνολικά 4 γκολ στον όμιλο. Στη μέση της χρονιάς ο μέντοράς του Χόρχε Βαλντάνο αντικαταστάθηκε στον πάγκο της ομάδας από τον αρχιτέκτονα της "Σούπερ Ντέπορ", Αρσένιο Ιγκλέσιας (Arsenio Iglesias Pardo), αλλά η αλλαγή δεν φάνηκε να επηρεάζει τον Ραούλ. Η τελική συγκομιδή του έφτασε τα 19 τέρματα σε 40 παιχνίδια (πρώτος σκόρερ της Ρεάλ), ενώ έδωσε 24 (!) τελικές πάσες στους συμπαίκτες του. Οι "μερένγκες" έμειναν σχετικά νωρίς εκτός διεκδίκησης του τίτλου -ήταν η χρονιά του περίφημου νταμπλ της Ατλέτικο Μαδρίτης των Χιλ, Ράντομιρ Άντιτς (Radomir Antić) και Μίλινκο Πάντιτς (Milinko Pantić)- και η διοίκηση έφερε το καλοκαίρι του 1996 τον Φάμπιο Καπέλο (Fabio Capello) μαζί με δυο μεγάλους επιθετικούς: τον Πρέντραγκ Μιγιάτοβιτς (Predrag "Peđa" Mijatović) από τη Βαλένθια και τον Ντάβορ Σούκερ (Davor Šuker) από την Σεβίγια.

Ο Ραούλ έχει σκοράρει για πρώτη φορά με τη φανέλα της Ρεάλ και γίνεται ένα με τον φίλο του, Ντάνι Γκαρθία Λάρα, στον οποίο και αφιέρωσε το γκολ του (5/11/1994)
 Ο Ιταλός εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το φοβερό και τρομερό τρίο της επίθεσης των "μπλάνκος" και παρά το μέτριο σε θέαμα παιχνίδι της ομάδας, κατέκτησε στο τέλος της περιόδου το πρωτάθλημα, αρνούμενος όμως να ανανεώσει το συμβόλαιό του για προσωπικούς λόγους. Αυτή η χρονιά ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες στην καριέρα του Ραούλ, αφού πέτυχε 21 γκολ και έδωσε τον αριθμό ρεκόρ για επιθετικό παίκτη των 25 ασίστ! Ανακηρύχθηκε καλύτερος Ισπανός παίκτης, ενώ η FIFA τον συμπεριέλαβε στην ιδανική ενδεκάδα του 1997. Ο ίδιος έχει αναφερθεί συχνά στην επιρροή του Καπέλο: "Υπήρξε θεμελιώδης για μένα. Στα 19 μου χρειαζόμουν κάποιον για να μου δείξει τον δρόμο, να μου πει τι να κάνω. Τον θυμάμαι πάντοτε με μεγάλη αγάπη".


Στο μεσοδιάστημα, είχε ζήσει -για την ακρίβεια είχε απολαύσει- συνθήκες που η συντριπτική πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών ούτε καν έχει ονειρευτεί. Βέβαια, δεν είναι πολλοί εκείνοι που είχαν το ταλέντο του στο σκοράρισμα, την ικανότητα του στη δημιουργία ή τη συνέπεια του -ήταν στην κορυφή αυτής της λίστας, σε ό,τι αφορά τους εκπροσώπους της γενιάς του. Ήταν γρήγορος, εκτελούσε με το αριστερό, από όλα τα σημεία (δεν έκανε διακρίσεις), είχε τη δυνατότητα να παίζει σε όλες τις θέσεις, στην επίθεση, διέθετε τεράστια ικανότητα στο κοντρόλ (η τεχνική του ήταν απαράμιλλη), ενώ ήταν αποτελεσματικός στο ψηλό παιχνίδι, αλλά και με τα πόδια. Την ίδια ώρα, ήξερε πώς και πότε να κάνει τους συμπαίκτες του να φαίνονται καλύτεροι (μέσω των ασίστ ή δημιουργώντας για εκείνους) και ήταν η χαρά του προπονητή. Δεν διαμαρτυρόταν, ήταν ο θρίαμβος της πειθαρχίας και -σοκ- δεν είδε ποτέ την κόκκινη κάρτα. Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Φερνάντο Ιέρο του είχε "κολλήσει" ως παρατσούκλι το "Ferrari". Αυτοί που έχουν γνώση, επιμένουν ότι αν δεν είχε βρεθεί η Μάμεν Σανθ (Mamen Sanz) στο δρόμο του, ενδεχομένως εκείνος να 'χε χαθεί!

Όταν σώθηκε από μια γυναίκα

Γιατί την εκπληκτική αρχή, διαδέχθηκε μια περίοδος που σταμάτησε να σκοράρει, σταμάτησε να μιλά στα ΜΜΕ, να προσπαθεί στο 1000% και άρχισε να βγαίνει, να πίνει και να ζει ως παιδί της ηλικίας του -που δεν έχει υποχρεώσεις. Οι φήμες τον ήθελαν να 'χει κατάθλιψη. Είχε αποταθεί και σε ειδικό, αλλά δεν ένιωθε καλύτερα. Ώσπου έπεσε το βλέμμα του στη γυναίκα της ζωής του και ξαναβρήκε την αυτοπεποίθηση του, σε μια βραδιά. Μαζί  και το γκολ. H μόνη... παρέκκλιση από τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής που ακολούθησε γενικά στη ζωή του -τηρουμένων των αναλογιών και δεδομένων των συνθηκών- ήταν ο γάμος του με την Μάμεν Σανθ. Για την ακρίβεια, την María del Carmen Redondo Sanz. Πρώην Miss Madrid και μοντέλο στο επάγγελμα, με δουλειές για τον Armani, τη Lexus και άλλες εταιρίες. Γιατί από έναν τύπο σαν τον Raúl, θα περίμενες κάτι διαφορετικό.

Γνωρίστηκαν το 1997 (τη χρονιά που μετείχε στο Supermodel of the world και... τερμάτισε δεύτερη), στο cocktail bar, όπου εργαζόταν ως σερβιτόρα. Σημείωση: το κατάστημα άνηκε στον Raul. Αρχικά, τον ενημέρωσε ότι δεν ενδιαφέρεται για σχέση, διότι ήθελε να αφοσιωθεί στην καριέρα της. Εκείνος σεβάστηκε την απόφαση. Επέστρεψε δριμύτερος, αφότου αναδείχθηκε Miss Madrid. Και τότε το κάστρο έπεσε. Ενόσω υπήρχε αντίσταση, ο άνδρας της υπόθεσης είχε αποκτήσει τις παραστάσεις του, με κοπέλες που κινούνταν στο χώρο της μόδας (την Ιnes Sainz, Miss España '97, την Mar Flores, νικήτρια διαγωνισμού ομορφιάς το 1989 και διάφορα άλλα κορίτσια). Ντοκουμέντα δεν υπήρξαν. Αυτό θα άλλαζε. Οι κακοήθεις είχαν πει ότι η Ρεαάλ είχε λόγο και στην προσωπική ζωή των παικτών της. Όταν οι ιθύνοντες διαπίστωσαν πως ο Ραούλ είναι πολύ κοντά στο να χάσει τον προορισμό του, βγαίνοντας καθημερινά με τον Χοσέ Μαρία Γκουτιέρεζ (Jose Maria Gutierrez) και είχαν αποκτήσει τη φήμη των party boys, πήραν τα μέτρα τους και... του θύμισαν τη Μάμεν.


Μόλις λοιπόν, μάθατε την πηγή έμπνευσης, για το "aguanís", το οποίο παρουσίασε σε εθνικό επίπεδο την 1η  Δεκεμβρίου του 1998, οπότε η Ρεάλ πήρε το πρώτο της Διηπειρωτικό Κύπελλο, επικρατώντας 2-1 της Βάσκο ντα Γκάμα. Όπως θα μάθαινε ο κόσμος αργότερα, ήταν ντρίμπλα που είχε πρωτοδοκιμάσει όταν ήταν παιδί στην Σαν Κριστομπάλ και αφορούσε προσποίηση στον τερματοφύλακα. Aguanis τώρα, είναι ο συνδυασμός νερού με το λικέρ anisette. Σημείωσε και ότι "πάντα αυτοσχεδιάζω, γιατί έχω ελάχιστα δευτερόλεπτα να αποφασίσω τι θα κάνω", πριν καταλήξει στο "τέτοιου είδους γκολ τα βάζεις, όταν το 'χεις μέσα σου. Αλλιώς, δεν πας καν για τη φάση".


 Την 1η Ιουλίου του 1999 εισήλθαν εις γάμου κοινωνία. Ο πρωτότοκος (τον ονόμασε Jorge, από το θρύλο της Real, Χόρχε Βαλντάνο) ήταν καθ' οδόν και ο Ραούλ  22 χρόνων. Εκείνη ήταν 24. Απέκτησαν έξι παιδιά, ενώ η Μάμεν άπαξ και έγινε κυρία Gonzalez Blanco αφοσιώθηκε σε αυτόν τον τίτλο -και άφησε όλα τα άλλα που την απασχολούσαν έως τότε. Απέφευγε τα ΜΜΕ, έως το 2010, οπότε πήρε πτυχίο παιδαγωγού και υποχώρησε στο αίτημα του περιοδικού "ELLE". Εμφανίστηκε στο ραντεβού με τα πέντε παιδιά που είχε το ζεύγος, έως τότε, για να εστιάσει στην υπέροχη σχέση που όπως είπε, είχε τον επί έντεκα χρόνια σύζυγο της. "Έχω πλήρη επίγνωση του ότι έχω παντρευτεί έναν πολύ δημοφιλή άνθρωπο. Μεγαλώσαμε μαζί με τον Ραούλ, "χτίσαμε" τη σχέση που έχουμε", είχε πει. Δηλαδή, τι άλλο θα μπορούσε να πει; Πολλώ δε από τη στιγμή που ο σύζυγος της καθιέρωσε αυτήν την κίνηση:


Οι κακές γλώσσες ωστόσο, σχολίασαν και αυτήν την ενέργεια. Πώς; Είπαν ότι ο Raúl την έβαλε στο... μενού του, μετά κάθε γκολ που σκόραρε, όταν ο γάμος είχε πρόβλημα. Όταν είχε κάνει... κάτι και ήθελε με αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσει τη συγχώρεση της γυναίκας του. Αλήθεια ή ψέματα, το βέβαιο είναι ότι το παγκόσμιο ποδόσφαιρο απέκτησε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς πανηγυρισμούς.

ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Έχοντας ήδη φτάσει τα 100 επίσημα παιχνίδια στην Πριμέρα Ντιβισιόν πριν καν κλείσει τα 20 χρόνια του, ο Ραούλ ήταν έτοιμος πλέον να αντιμετωπίσει την μεγαλύτερη πρόκληση στην καριέρα του. Ο πόθος όλων των "μαδριδίστας" δεν ήταν άλλος από την "Séptima", το έβδομο κύπελλο Πρωταθλητριών. Με τον Γερμανό Γιούπ Χέινκες (Josef "Jupp" Heynckes) στον πάγκο και τον ερχομό του Φερνάντο Μοριέντες (Fernando Morientes Sánchez) από την Σαραγόσα, η Ρεάλ έμοιαζε πιο ώριμη από ποτέ για το μεγάλο στοίχημα. Η χρονιά άρχισε μαγικά για τον Ραούλ στα παιχνίδια του ισπανικού Supercopa, όπου σημείωσε 3 από τα 5 συνολικά γκολ της ομάδας του εναντίον της Μπαρτσελόνα. Όμως λίγο αργότερα παρουσιάστηκε το πρώτο πρόβλημα. Μια φλεγμονή στους προσαγωγούς άρχισε να ταλαιπωρεί τον Ραούλ και τον Φεβρουάριο του 1998 το ιατρικό τιμ της ομάδας του σύστησε αποχή από κάθε δραστηριότητα και ξεκούραση για ένα μήνα. Σχεδόν ταυτόχρονα ο ισπανικός Τύπος άρχισε να τον κατηγορεί για συνεχόμενα ξενύχτια και χαρακτηρισμοί όπως "κακομαθημένος", "θρασύς" κλπ έκαναν την εμφάνισή τους. Μπροστά στην αυξανόμενη κατακραυγή, ο Ραούλ έδωσε μια συνέντευξη Τύπου, στην οποία ζήτησε συγνώμη για τα λάθη του, αλλά αρνήθηκε όλα τα δημοσιεύματα που μιλούσαν για κατανάλωση αλκοόλ και χρήση ναρκωτικών.

Ο Μίτσελ πανηγυρίζει με τον Ραούλ το γκολ του δεύτερου επί της Φερεντσβάρος σε αγώνα του Τσάμπιονς Λιγκ (18/10/1995)
 Μετά τη δημόσια συγνώμη του, η κατάσταση έδειξε να εξομαλύνεται. Η Ρεάλ έχασε το πρωτάθλημα και το κύπελλο στην Ισπανία, όμως το βράδυ της 20ης Μαΐου του 1998, το σιντριβάνι της Κυβέλης πλημμύρισε από χιλιάδες "ρεαλίστας" που πανηγύρισαν έξαλλα την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ από την ομάδα τους, του έβδομου τροπαίου στην ιστορία του συλλόγου. Η "βασίλισσα" των Μπόντο  Ίλγκνερ (Bodo Illgner), Κριστιάν Πανούτσι (Christian Panucci), Ρομπέρτο Κάρλος (Roberto Carlos da Silva Rocha), Σαντσίς, Ιέρο, Ρεντόντο, Κριστιάν Καρεμπέ (Christian Karembeu), Κλάρενς Ζέεντορφ, Μιγιάτοβιτς, Μοριέντες και Ραούλ νίκησε 1-0 (με γκολ του Μιγιάτοβιτς) την Γιουβέντους στον τελικό του Άμστερνταμ, ανεβαίνοντας στην κορυφή της Ευρώπης μετά από 32 ολόκληρα χρόνια. Τριάμισι χρόνια μετά το ντεμπούτο του με τη φανέλα της Ρεάλ, ο Ραούλ ήταν πλέον ο "πρίγκηπας" του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Μόλις στα 21 χρόνια του…
 
Σούκερ, Ραούλ και Μιγιάτοβιτς με το κύπελλο του πρωταθλήματος της σεζόν 1996/97.
"Σήμερα είναι η πρώτη ημέρα της νέας μου ζωής. Σας ευχαριστώ για όλα, από τα βάθη της ποδοσφαιρικής καρδιάς μου"
Ένα πρωινό Δευτέρας, είπε το "αντίο" στη Ρεάλ Μαδρίτης. Ήταν 33 χρόνων και φορούσε τη φανέλα της, 16 χρόνια. Είχε "σπάσει" το ιστορικό ρεκόρ του Αλφρέδο ντι Στέφανο (Alfredo di Stefano) -ο αείμνηστος θρύλος της "βασίλισσας" είχε σταματήσει στα 307 και ο Raúl έφτασε τα 323-, είχε γίνει ο αρχηγός της ομάδας και ένας από τους πιο εικονικούς παίκτες, του θρυλικού οργανισμού. Ομολόγησε πως λυπόταν που εγκατέλειπε την ομάδα, στην οποία είχε περάσει όλη του την καριέρα, αλλά ήθελε να πάει κάπου που να παίζει. Αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί πια στη "βασίλισσα", όπως είχε διαφανεί από την τελευταία περίοδο (2009-10, οπότε ο Κριστιάνο Ρονάλντο (Cristiano Ronaldo) έπαιζε δίπλα του και σεβόμενος το μεγαλείο του Ραούλ αντί του № 7 πήρε το № 9). Αρχικά, ο Μανουέλ Πελεγκρίνι (Manuel Pellegrini) τον είχε χαρακτηρίσει "αδιαμφισβήτητο starter". Η συνέχεια δεν ήταν ακριβώς αυτή. Ξεκίνησε μόνο 13 ματς και τα περισσότερα στην εκκίνηση της αγωνιστικής περιόδου. Στο τέλος της διαδρομής, η ομάδα του δεν είχε πατήσει σε κάποια κορυφή. Συμπωματικά, το τελευταίο του παιχνίδι με τη Real ήταν εναντίον της ομάδας που είχε κάνει ντεμπούτο: της Σαραγόσα, στο Ρομαρέδα. Ακολούθως, ο Ζοζέ Μουρίνιο (Jose Mourinho) που αντικατέστησε τον Πελεγκρίνι, τον κάλεσε για πρωινό και εκεί τον ενημέρωσε ότι δεν επρόκειτο να τον χρησιμοποιήσει, ως πρώτη λύση.

Ο Ραούλ με την περίφημη "séptima" στο Άμστερνταμ (20/5/1998)
Εκείνος ήθελε περισσότερα. Ο Πορτογάλος δεν κατάφερε να τον πείσει να μείνει και το τέλος ήταν αναπόφευκτο. "Το ποδόσφαιρο έχει υπάρξει η ζωή μου και η Ρεάλ το σπίτι μου. Εδώ έζησα μοναδικά συναισθήματα. Μαζί ζήσαμε μοναδικές στιγμές. Νιώθω ακόμα ποδοσφαιριστής και θέλω να συνεχίσω να παίζω. Πάντα όμως, θα είμαι πιστός στη Ρεάλ Μαδρίτης. Προσπάθησα να κάνω ό,τι μπορούσα, το διάστημα που ήμουν εδώ", είπε κατά την έξοδο του. Αυτό το "χαίρε" ήταν πολύ μοναχικό και άδικο, για έναν ποδοσφαιριστή σαν και του λόγου του. Πράγμα που αντιλήφθηκε η Ρεάλ Μαδρίτης (έστω και με μια μικρή καθυστέρηση -στις 22 Αυγούστου του 2013) και επανόρθωσε, όταν σε αγώνα με την Αλ Σάαντ, όπου πήγε το 2012 και έμεινε έως το 2014, στο κατάμεστο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, φόρεσε και τις δυο φανέλες. Μια σε κάθε ημίχρονο. Και γνώρισε την αποθέωση που του άξιζε. Στο τέλος της βραδιάς, ενημέρωσε ότι "εδώ είναι το σπίτι μου και θα επιστρέψω όταν θα μπορώ να δώσω κάτι διαφορετικό".


Τι είχε επιτύχει όμως, με τη Real Madrid; Πάρτε στυλό και χαρτί (ή απλά συνεχίστε να διαβάζετε, αρκεί... να 'χετε λίγο χρόνο στη διάθεση σας). Εν ολίγοις, κατέκτησε ό,τι τρόπαιο κυκλοφορεί εκεί έξω, πέραν ενός: του Κυπέλλου Ισπανίας. Τέσσερα Σούπερ Καπ Ισπανίας (1997, 2001, 2003, 2008), έξι πρωταθλήματα ( 1994/95, 1996/97, 2000/01, 2002/03, 2006/07, 2007/08), τρία Champions League (1997/98, 1999–2000, 2001/02), ένα Super Cup της UEFA (2002) και δύο Διηπειρωτικά Κύπελλα (1998, 2002). Μια στιγμή. Λίγη υπομονή. Αναδείχθηκε πέντε φορές "καλύτερος παίκτης" στη La Liga (1996/97, 1998/99, 1999–2000, 2000/01, 2001/02), αριθμός που παρεμπιπτόντως είναι ρεκόρ. Η UEFA τον προτίμησε τρεις φορές (2000, 2001, 2002) για "καλύτερο επιθετικό", σύνολο που επίσης δεν έχει προηγούμενο. Το 1995 ήταν ο "παίκτης έκπληξη", ήταν ο νεαρότερος σε ηλικία που έφτασε τα 50 γκολ στη La Liga (20 χρόνων), έχει βραβευτεί από όλα τα μέσα και τους φορείς και σε... συνολικότερο επίπεδο, είναι ο τρίτος σκόρερ των ευρωπαϊκών διοργανώσεων, σε συλλογικό επίπεδο, με 125 γκολ και ο τρίτος σκόρερ όλων των εποχών, στο Champions League -πίσω από τους Λιονέ Μέσι (Lionel Messi) και Κριστιάνο Ρονάλντο. Έχει το ρεκόρ και των συμμετοχών σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις (150), στη La Liga με τη φανέλα της Ρεάλ (550 ματς)... και συνολικά στη "βασίλισσα" (741). Ήταν αρχηγός της παρέας του (φευ) και πρώτος σκόρερ όλων των εποχών, με 323 γκολ, σε 740 ματς). Επίσης, έχει σκοράρει τα περισσότερα ματς στα clasico και σε ό,τι αφορά τον οργανισμό που εργαζόταν (15).Τώρα, μπορείτε να καταλάβετε γιατί κάποια εποχή οι φίλα προσκείμενοι στην ομάδα, την αποκαλούσαν "Raúl Madrid".


Πήγα όπου μου έδειξαν ότι με ήθελαν περισσότερο

Μια από τις πιο δημοφιλείς ατάκες του, όταν ήταν παίκτης της Real Madrid, ήταν πως ήθελε να τελειώσει την καριέρα του, ως παίκτης της "βασίλισσας". Αυτό δεν κατέστη δυνατό. Οπότε -όπως έκανε από την αρχή της καριέρας του- πήγε στην αμέσως καλύτερη επόμενη λύση. Πολλοί ενδιαφέρθηκαν, εκείνος διάλεξε την ομάδα που τον κυνήγησε περισσότερο. Ήταν η Schalke. "Έκαναν τα πιο πολλά, για να με κάνουν να νιώθω ότι με θέλουν", είχε πει. Ζήτησε τη συμβουλή αρκετών πρώην συμπαικτών του, στην εθνική. Όπως του Guardiola και του Hierro. Τύποι που είχαν ζήσει ό,τι και εκείνος και είχαν επιλέξει μικρότερες ομάδες, με λιγότερη πίεση και πιο ευτυχισμένη καθημερινότητα. Τους πρώτους μήνες "ένιωθα σαν μικρό παιδί. Τόσο πολύ απολάμβανα αυτό που μου συνέβαινε. Η Schalke έγινε για εμένα μια ενδιαφέρουσα περιπέτεια, ήθελα να βιώσω νέες αισθήσεις". Η ειρωνεία της τύχης ήταν πως ενώ εκείνος ήταν μακριά, η Real υποχρεώθηκε να βρει παίκτη στη θέση του. Πήρε τον Emmanuel Adebayor, με δανεισμό και στο τέλος της σεζόν είχε κατακτήσει το μόνο τρόπαιο που είχε ξεφύγει από τον Raúl: το Copa del Rey.


Εκείνος ωστόσο, είχε άλλα θέματα να ασχοληθεί. Είχε υπογράψει διετές συμβόλαιο και το τίμησε (δεόντως), όπως η παρέα του κατακτούσε το DFB Pokal (2011) και το DFL Supercup (2011) και έφτανε στα ημιτελικά του Champions League. Σε 63 ματς στη Bundesliga, είχε σκοράρει 27 φορές. To 2011 ήταν και η χρονιά που ήταν φιναλίστ του "Χρυσού παπουτσιού". Είχε και μια συμμετοχή ως αρχηγός, στις 19/11 του ίδιου έτους, όταν ήταν τραυματίας ο Benedikt Höwedes. Σε αυτόν τον αγώνα, η Schalke νίκησε την FC Nürnberg 4-0. Εκείνος σκόραρε το δεύτερο γκολ, ενώ έδωσε τις ασίστ στο τελευταίο. Σε συνέντευξη Τύπου, στις 19/4 του 2012 και ενώ είχε τιμήσει αυτά που είχε υπογράψει με τους Γερμανούς, ενημέρωσε πως "το μέλλον μου δεν είναι στην Ευρώπη". Σε μια διετία ωστόσο, είχε καταφέρει να 'χει τέτοια επιρροή που του ετοίμασαν ειδικό event για να τον αποχαιρετήσουν (στις 28/4). Κρέμασαν και ένα τεράστιο πανό, με... ένα τεράστιο "ευχαριστώ". Συν αυτά, απέσυραν το Νο7. Δεν ήταν για πάντα, αφού το 2013 το έδωσαν στον Max Meyer. Η πρόθεση ωστόσο, μετράει. Μαζί και το δεδομένο ότι στη Γερμανία ήταν η πιο χαλαρή έκδοση του εαυτού του. Εκτός των αγωνιστικών χώρων. Εντός, έγινε ό,τι ήθελε να γίνει, όταν υπέγραψε στη Schalke. Πίεσε τον εαυτό του σε νέα όρια, εκτός της άνεσης, της βολής του.

Όταν είπε πως δεν θα συνεχίσει στην Ευρώπη, είχε πολύ ξεκάθαρο λόγο: την πρόταση της Al Sadd που του έδινε 51 εκατομμύρια ευρώ για μονοετές συμβόλαιο, προκειμένου να τον κάνει δικό της. Και κάπως έτσι μετακόμισε στη Doha του Qatar. Εδώ θα χρειαστεί να συμπληρώσουμε και ότι από τα πρώτα βήματα της επαγγελματικής του καριέρας, είχε συμβόλαιο με την Adidas που μέσα στα χρόνια έγινε υπερπολυτελές. Τα χρήματα του εν τω μεταξύ, τα επένδυε κυρίως σε αγορά σπιτιών. Τι έκανε όμως, στην Qatar Stars League; Τα συνηθισμένα. Πήρε το πρωτάθλημα, σκόραρε στην πρώτη εμφάνιση (5/8/2012, οπότε πήγε στην άσπρη βούλα και διαμόρφωσε το 2-0 επί της Mesaimeer, για το Sheikh Jassen Cup), φόρεσε το περιβραχιόνιο του κάπτεν, πήρε το βραβείο για το Fair Play και έφτασε τα 1000 παιχνίδια -ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Τι άλλο μπορούσε να θέλει από την καριέρα του;

Το τελευταίο γκολ (νούμερο 323) που πέτυχε ο Ραούλ με τη φανέλα της Ρεάλ, απέναντι στον Ρομπέρτο και την Σαραγόσα (24/4/2010)
Μάλλον τίποτα. Όπως όμως, είπε όταν ανακοινώθηκε από την New York Cosmos (30/10/2014) "μου άρεσε το project. Ο προπονητής, Giovanni Savarese μου μετέφερε το πάθος του. Έπειτα από 20 χρόνια σε Ισπανία, Γερμανία και Κατάρ ένιωσα ότι αυτό είναι ένα πολύ ωραίο μέρος, για να τελειώσω την καριέρα μου. Ήλθα για να παίξω ποδόσφαιρο, να βοηθήσω στις υποδομές, στη δημιουργία ακαδημίας, να δουλέψω με νέους παίκτες. Αυτό είναι κάτι που θέλω να κάνω στο μέλλον". Οι Αμερικανοί τον πλήρωσαν και για να είναι τεχνικός σύμβουλος, στις υποδομές. Ένα από τα πλεονεκτήματα της νέας του ομάδας, ήταν η πόλη στην οποία έδρευε "και είναι εκπληκτική ευκαιρία για την οικογένεια μου, από όλες τις απόψεις. Κυρίως, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των παιδιών μου". Όταν τον ρώτησαν τι ήθελε να επιτύχει, είπε "να διασκεδάσω παίζοντας ποδόσφαιρο, όπως βοηθώ τους νέους παίκτες να βελτιωθούν και καλώς εχόντων των πραγμάτων να πάρουμε τίτλους". Παραδοσιακά, σκόραρε στην πρώτη συμμετοχή (1-1 με την Indy Eleven) και έδωσε ό,τι είχε μέσα του, για να τιμήσει αυτά που είχε δεσμευτεί. Και όπως έκανε πάντα, ενημέρωσε εγκαίρως για τις προθέσεις του: με την ολοκλήρωση της σεζόν στο NASL θα ολοκληρώσει και τη θαυμαστή καριέρα του, ως παίκτης. Η Cosmos προστέθηκε στις ομάδες που τον θεωρούν μέλος της οικογένειας τους και σε αυτές που είπαν πως η πόρτα τους είναι ανοιχτή, όποτε θέλει να επιστρέψει με όποιο πόστο επιθυμεί. Αυτό είναι κάτι που επίσης, δεν έχει ζήσει η συντριπτική πλειοψηφία των παικτών του επιπέδου του.

LA FURIA ROJA

Το 1994 ο Ραούλ κλήθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική Ισπανίας κάτω των 18. Έπαιξε σε δυο παιχνίδια πετυχαίνοντας 4 γκολ. Στη συνέχεια αγωνίστηκε στην Εθνική κάτω των 20 (5 ματς και 2 γκολ), στην Εθνική Ελπίδων (9 ματς και 8 γκολ) και ήταν μέλος της Ολυμπιακής ομάδας της Ισπανίας το 1996 στην Ατλάντα, όπου πέτυχε 2 τέρματα στον αγώνα εναντίον της Αυστραλίας (στη συνέχεια οι Ισπανοί αποκλείστηκαν στα προημιτελικά χάνοντας 4-0 από την Αργεντινή). Η σούμα, με τις μικρές εθνικές ήταν 17 γκολ. Επόμενος σταθμός για τον Ραούλ ήταν η Εθνική ανδρών του Χαβιέρ Κλεμέντε (Javier Clemente Lázaro). Η "Furia Roja" προερχόταν από το EURO του 1996, όπου η Ισπανία είχε περάσει τον όμιλο για να αποκλειστεί στο πρώτο νοκ άουτ από την διοργανώτρια Αγγλία στα πέναλτι. Ο Κλεμέντε κάλεσε τους νεαρούς Ραούλ και Μοριέντες στα παιχνίδια της προκριματικής φάσης για το Μουντιάλ 1998 της Γαλλίας. Το ντεμπούτο του Ραούλ με τη φανέλα της Εθνικής Ισπανίας έγινε στις 10 Οκτωβρίου του 1996 στην Πράγα, με αντίπαλο την Τσεχία, σε ένα ματς που έληξε ισόπαλο χωρίς τέρματα. Δυο μήνες αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου 1996, ο 19χρονος επιθετικός πέτυχε το πρώτο του τέρμα στον αγώνα εναντίον της Γιουγκοσλαβίας.


Οι Ισπανοί προκρίθηκαν εύκολα στο Μουντιάλ τερματίζοντας πρώτοι στον προκριματικό όμιλο, αλλά στη Γαλλία δεν τα πήγαν καθόλου καλά και αποκλείστηκαν από τον πρώτο γύρο. Ο Ραούλ σκόραρε ένα τέρμα κατά της Νιγηρίας, στο εναρκτήριο ματς του ομίλου, βάζοντας μπροστά την Ισπανία με 2-1 (47’), όμως οι Νιγηριανοί γύρισαν το παιχνίδι και νίκησαν τελικά 3-2. Με το τέρμα του αυτό ο Ραούλ έγινε ο νεότερος παίκτης στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου που σκόραρε σε Παγκόσμιο Κύπελλο (20 ετών και 351 ημερών). Το επόμενο παιχνίδι στο οποίο βρήκε δίχτυα ο Ραούλ, ήταν στις 5 Σεπτεμβρίου του 1998. Η "Roja" αντιμετώπισε την Κύπρο στη Λευκωσία και η ταπεινωτική ήττα με 3-2 από τους γηπεδούχους, έγραψε τον επίλογο στη θητεία του Χαβιέρ Κλεμέντε στον πάγκο των Ισπανών. Ο Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο (José Antonio Camacho Alfaro) τον διαδέχτηκε και η "μηχανή" Ραούλ οδήγησε την Ισπανία στο EURO 2000 με 11 γκολ σε 9 ματς (4 εξ αυτών εναντίον της Αυστρίας και 3 εναντίον του Σαν Μαρίνο). Στα γήπεδα του Βελγίου και της Ολλανδίας, ο Ραούλ σκόραρε εναντίον της Σλοβενίας του Ζλάτκο Ζάχοβιτς (Zlatko Zahovič), όμως στον προημιτελικό εναντίον της μετέπειτα κατόχου Γαλλίας, αστόχησε στο τελευταίο λεπτό σε πέναλτι που θα έστελνε το ματς στην παράταση.


Συνολικά, μετείχε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα (1998, 2002, 2006), δύο EURO (2000, 2004), στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ (1996) και μέτρησε 44 γκολ, σε όλες αυτές τις διαδικασίες. Ή αν προτιμάτε, σε 102 συμμετοχές. Αυτή η επίδοση, ήταν ρεκόρ έως τις 25 Μαρτίου του 2011, οπότε το "έσπασε" ο Νταβίντ Βίγια (David Villa) -σε αγώνα για τα προκριματικά του EURO 2012. Πίσω στον Ραούλ, το 1999 αναδείχθηκε κορυφαίος σκόρερ του κόσμου, έχει μια θέση στους 100 μεγαλύτερους -ζώντες- παίκτες του 20ου  αιώνα της FIFA, ήταν υποψήφιος για τη "Χρυσή Μπάλα" 10 φορές και μπήκε έξι φορές στο ΤΟΡ10 για το "FIFA World Player".


Δεν επελέγη για το Euro2008 -αυτό που κατέκτησε η χώρα του. Η τελευταία συμμετοχή ήταν στην ήττα από τη Βόρειο Ιρλανδία, στο Belfast για τα προκριματικά εκείνου του πανευρωπαϊκού -τον Σεπτέμβριο του 2006. Σκεφτείτε δε, ότι στα 30 του είχε ζήσει την καλύτερη σεζόν της προηγούμενης επταετίες, σκοράροντας 18 φορές με την πρωταθλήτρια Ρεάλ. Ο Λουίς Αραγονιές (Luis Aragones) τον άφησε εκτός, προτιμώντας  τους Φερνάντο Τόρες (Fernando Torres) και Νταβίντ Βίγια, γιατί όπως είπε "επικεντρώνομαι στους παίκτες, όχι στους συλλόγους. Υπάρχουν κάποιοι που σκόραραν περισσότερα γκολ από εκείνον, αναλογικά με τα λεπτά συμμετοχής τους, οι οποίοι επίσης είναι εκτός".  Το περιβραχιόνιο του αρχηγού δεν πήγε μακριά. Πέρασε στον Ίκερ Κασίγιας (Iker Casillas), συγκάτοικο του Ραούλ.



PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα


  • 1987–1990: San Cristóbal
  • 1990–1992: Club Atlético de Madrid
  • 1992–1994: Real Madrid Club de Fútbol

Επαγγελματική καριέρα

  • 1994: Real Madrid Club de Fútbol C, 7 (16)
  • 1994: Real Madrid Club de Fútbol B, 1 (0)
  • 1994–2010: Real Madrid Club de Fútbol, 550 (228)
  • 2010–2012: Fußballclub Gelsenkirchen-Schalke 04, 66 (28)
  • 2012–2014: Al-Sadd Sports Club, 39         (11)
  • 2014/15: New York Cosmos, 28 (8)

Σύνολο καριέρας: 683 (275)

Διεθνής

  • 1994: Εθνική Ισπανίας U-18, 2 (4)
  • 1995: Εθνική Ισπανίας U-20, 5 (3)
  • 1995/96: Εθνική Ισπανίας U-21, 9 (8)
  • 1996: Εθνική Ισπανίας U-23, 4 (2)
  • 1996–2006: Ισπανία, 102 (44)

Οι Τίτλοι με τη Ρεάλ Μαδρίτης


  • 6 πρωταθλήματα Ισπανίας (1995, 1997, 2001, 2003, 2007, 2008)
  • 4 Σούπερ Καπ Ισπανίας (1997, 2001, 2003, 2008)
  • 3 Champions League (1998, 2000, 2002)
  • 1 Σούπερ Καπ Ευρώπης (2002)
  • 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα (1998, 2002)

Τα Γκολ

  • Πριμέρα Ντιβισιόν 228 γκολ (550 παιχνίδια)
  • Τσάμπιονς Λιγκ 66 γκολ (132 παιχνίδια)
  • Κύπελλο 18 γκολ (37 παιχνίδια)
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας 7 γκολ (12 παιχνίδια)
  • Μουντιάλ Συλλόγων 2 γκολ (4 παιχνίδια)
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο 1 γκολ (3 παιχνίδια)
  • Σούπερ Καπ Ευρώπης 1 γκολ (3 παιχνίδια)

Σύνολο: 323 γκολ σε 741 παιχνίδια

Οι υπόλοιποι τίτλοι

  • Κύπελλο Γερμανίας: 2011
  • Super Cup Γερμανίας: 2011
  • Πρωτάθλημα Κατάρ: 2013
  • Κύπελλο Κατάρ: 2014

Ατομικές Διακρίσεις (με τη Ρεάλ Μαδρίτης)

  • Νεότερος παίκτης που φτάνει τις 100 συμμετοχές με την Ρεάλ – 19 ετών
  • Νεότερος παίκτης που φτάνει τις 200 συμμετοχές με την Ρεάλ – 22 ετών
  • Νεότερος παίκτης που φτάνει τις 300 συμμετοχές με την Ρεάλ – 25 ετών
  • Νεότερος παίκτης που φτάνει τις 400 συμμετοχές με την Ρεάλ – 28 ετών
  • Νεότερος παίκτης που φτάνει τις 500 συμμετοχές με την Ρεάλ – 31 ετών
  • Το τελευταίο γκολ (νούμερο 323) που πέτυχε ο Ραούλ με τη φανέλα της Ρεάλ, απέναντι στον Ρομπέρτο και την Σαραγόσα (24/4/2010)
  • 1ος σκόρερ στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης με 323 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις.
  • 1ος σκόρερ της Ρεάλ Μαδρίτης στο πρωτάθλημα με 228 γκολ και 4ος συνολικά στην ιστορία της Πριμέρα Ντιβισιόν, πίσω από τους Ούγκο Σάντσες (234), Λέο Μέσι (250) και Τέλμο Θάρα (251).
  • 1ος σε συμμετοχές της Ρεάλ Μαδρίτης στο πρωτάθλημα (550).
  • Είναι ο παίκτης που έχει φορέσει περισσότερες φορές στην ιστορία τη φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης σε επίσημες διοργανώσεις, συνολικά 741.
  • Πρώτος σκόρερ για τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Champions league - 66 γκολ
  • Είναι ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία του ισπανικού πρωταθλήματος που συνδυάζει (τουλάχιστον) 500 παιχνίδια και 200 γκολ.
  • Υπήρξε ο πρώτος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του Champions League που σκόραρε σε 2 διαφορετικούς τελικούς, το 2000 (εναντίον της Βαλένθια) και το 2002 (εναντίον της Λεβερκούζεν).
  • Ο Ραούλ έχει πετύχει πάνω από το 20% των συνολικών γκολ της Ρεάλ Μαδρίτης από τη μέρα που έκανε το ντεμπούτο του στην Πριμέρα Ντιβισιόν μέχρι το 2010 που αποχώρησε.
  • Όσο απίστευτο και αν ακούγεται, στα 16 χρόνια της παραμονής του στη Ρεάλ, δεν δέχτηκε ποτέ την κόκκινη κάρτα.
  • Εμφανίσεις με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Champions League – 132
  • Υπήρξε 10 φορές υποψήφιος για τη "Χρυσή Μπάλα" με 6 παρουσίες στην πρώτη δεκάδα και άλλες 6 φορές μέσα στους 10 καλύτερους για το "FIFA World player of the year", πράγμα που αποδεικνύει την σταθερή του παρουσία στην ελίτ σε βάθος χρόνου.
  • "Παίζει σαν ένας άγγελος. Τρέχει πίσω από οτιδήποτε κινείται. Ξεκουράζεται μόνο όταν πετυχαίνει το στόχο του: να κερδίσει. Έχει περηφάνια γεμάτη από επιθυμία για τη νίκη, για γιγάντιες προκλήσεις, διαθέτει ένα γονίδιο παραπάνω, αυτό του νικητή. Είναι ο Ραούλ" Χόρχε Βαλντάνο
  • 2 Τρόπαια Pichichi (1ος σκόρερ του ισπανικού πρωταθλήματος) (1999 & 2001)
  • 2 φορές 1ος σκόρερ του Champions League (1999-00 & 2000-01)
  • 2 φορές μέλος της ιδανικής ενδεκάδας της UEFA (1999 & 2001)
  • 2 φορές κορυφαίος επιθετικός της UEFA (1999-00 & 2000-01)
  • 1 φορά κορυφαίος επιθετικός στον κόσμο (1999)
  • 5 φορές κορυφαίος Ισπανός ποδοσφαιριστής (1997, 1999, 2000, 2001, 2002)
  • 1 φορά κορυφαίος Ισπανός αθλητής (2000)
  • Μέλος της λίστας «FIFA 100» με τους κορυφαίους παίκτες του 20ου αιώνα
  • 2 φορές χάλκινο παπούτσι (3ος Ευρωπαίος σκόρερ) (1999 & 2001)
  • 3ος κορυφαίος παίκτης στον κόσμο το 2001 (πίσω από Φίγκο και Μπέκαμ)
  • 2ος κορυφαίος παίκτης στην Ευρώπη το 2001 (πίσω από τον Όουεν)
  • MVP του Διηπειρωτικού Κυπέλλου το 1998
  • Κάτοχος του Trofeo Alfredo Di Stefano (2008)
  • Κάτοχος του Marca Leyenda (2009)
  • Κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του Κυπέλλου Πρωταθλητριών



Συνολική Παρουσία στο Ποδόσφαιρο

  • Στην καριέρα του μέχρι σήμερα έχει αγωνιστεί σε 1185 παιχνίδια και έχει πετύχει 939 τέρματα (κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ με 71 γκολ). Πιο αναλυτικά:
  • Ρεάλ Μαδρίτης (1994-2010): 741 ματς / 323 γκολ
  • Σάλκε 04 (2010-2012): 98 ματς / 40 γκολ
  • Αλ Σαντ (2012-2014): 61 ματς / 16 γκολ
  • Εθνική Ισπανίας (1996-2006): 102 ματς / 44 γκολ
  • Μικρές κατηγορίες της Ρεάλ (1992-1995): 83 ματς / 180 γκολ
  • Μικρές κατηγορίες της Ατλέτικο (1989-1992): 80 ματς / 319 γκολ
  • Μικρές Εθνικές Ισπανίας (1994-1996): 20 ματς / 17 γκολ

Πάολο Μαλντίνι: Ο Αρχηγός των Αρχηγών

Ο Ιταλός αριστερός ακραίος και κεντρικός αμυντικός, Πάολο Μαλντίνι (Paolo Cesare Maldini), γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου του 1968, στο Μιλάνο.  Πέρασε όλες, και τις 25 σεζόν της ποδοσφαιρικής του καριέρας στην ιταλική Serie A’, με τη Μίλαν, πριν αποσυρθεί στην ηλικία των 41 ετών, το 2009. Κέρδισε 26 τρόπαια με τους «ροσονέρι»: 5 φορές το UEFA Champions League, 7 τίτλους πρωταθλητή της ιταλικής Serie A, ένα Κύπελλο Ιταλίας, 5 Σούπερ Καπ Ιταλίας, 5 ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ, 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα και ένα Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA.


Έκανε το ντεμπούτο του για την Ιταλία το 1988, απολαμβάνοντας μια 14ετή διεθνή καριέρα, πριν αποσυρθεί από το διεθνές ποδόσφαιρο το 2002, έχοντας 126 διεθνείς συμμετοχές, ένα ρεκόρ που βελτίωσε μόνο ο Φάμπιο Καναβάρο (Fabio Cannavaro) το 2009 και ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν (Gianluigi Buffon) το 2013. Ο Πάολο Μαλντίνι υπήρξε ο αρχηγός της εθνικής Ιταλίας για 8 χρόνια και κατέχει το ρεκόρ εμφανίσεων ως αρχηγός της Ιταλίας, φορώντας το περιβραχιόνιο 74 φορές, μέχρι που και πάλι ξεπεράστηκε από τον Καναβάρο, το 2010. Με την Ιταλία, πήρε μέρος σε 3 Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα και σε 4 Παγκόσμια Κύπελλα. Αν και δεν κατέκτησε κανένα τουρνουά, έφτασε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994 και του Euro του 2000, καθώς επίσης και στους ημιτελικούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990 και του Euro του 1988. Ονομάστηκε μέλος στις Ιδανικές 11άδες για κάθε ένα από αυτά τα τουρνουά που συμμετείχε, εκτός από το Euro του 1996.


Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Αμυντικούς Όλων των Εποχών. Έπαιξε σε επίπεδο Παγκόσμιας Κλάσης για το σύνολο της καριέρας του, που εκτάθηκε σε πάνω από 2 δεκαετίες και κέρδισε το τρόπαιο Καλύτερος Αμυντικός της Λέσχης των Συλλόγων της UEFA σε ηλικία 39 ετών, καθώς και του Καλύτερου Αμυντικού της Χρονιάς στην ιταλική Serie A, το 2004. Ήρθε 2ος, πίσω από τον Ζορζ Γουεά (George Weah) για το βραβείο του Καλύτερου Παίκτη Παγκοσμίως της FIFA το 1995. Τοποθετήθηκε επίσης στην 3η θέση, στον διαγωνισμό της Χρυσής Μπάλας σε 2 περιπτώσεις, το 1994 και το 2003. Το 1999, εξελέγη 21ος στον κατάλογο του περιοδικού ‘’World Soccer’’, με τους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του 20ου Αιώνα. Το 2002, επιλέχτηκε ως αμυντικός για την Ονειρική 11άδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών και το 2004 ονομάστηκε στον κατάλογο FIFA 100, των 125 Εν Ζωή Μεγαλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, που συνέταξε ο Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’), στο πλαίσιο των εορτασμών των 100 Ετών της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας.


Ήταν επίσης ο αρχηγός της Μίλαν για πολλά χρόνια και θεωρήθηκε ένας ηγέτης από τους συναδέλφους του ποδοσφαιριστές, γι’ αυτό και του χάρισαν το παρατσούκλι «Il Capitano». Ο Πάολο Μαλντίνι είναι ο κάτοχος του ρεκόρ με τις περισσότερες εμφανίσεις στην ιταλική Serie A, με 647, ενώ κατείχε επίσης το ρεκόρ για τις περισσότερες εμφανίσεις στις διασυλλογικές διοργανώσεις της UEFA, με 174, μέχρι που ξεπεράστηκε από Ίκερ Κασίγιας (Iker Casillas), ο οποίος έκανε την 175η ευρωπαϊκή του εμφάνιση σε συλλογικό επίπεδο το 2017. Είναι επίσης ο κάτοχος του ρεκόρ εμφανίσεων για τη Μίλαν, με 902 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις. Είναι ένας από τους μόλις 18 παίκτες να έχουν παίξει πάνω από 1.000 παιχνίδια στη καριέρα τους. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, τη σεζόν 2008/09, η Μίλαν απέσυρε οριστικώς τη φανέλα με το Νο 3 προς τιμήν του, ενώ τον Δεκέμβριο του 2012, εγκαταστάθηκε στο ιταλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame. Ο πατέρας του, Τσέζαρε Μαλντίνι (Cesare Maldini), αγωνίστηκε στο παρελθόν και υπήρξε ο αρχηγός της Μίλαν, ενώ είχε και μια επιτυχημένη θητεία ως προπονητής της ιταλικής εθνικής Νέων, έχοντας επίσης διατελέσει προπονητής τόσο της Μίλαν όσο και της εθνικής ομάδας της Ιταλίας, σ’ έναν αγώνα εναντίον της Γαλλίας το 1998. Από το 2015, ο Πάολο Μαλντίνι είναι ο συνιδιοκτήτης της Μαϊάμι FC στην Βορειοαμερικάνικη Ποδοσφαιρική Ένωση (NASL).


Αφιέρωσε 25 χρόνια από τη ζωή του, από τα 16 μέχρι τα 41 του, υπηρετώντας με απόλυτη πίστη και τυφλή αφοσίωση μόνο μία φανέλα, τη ροσονέρα, και σε αυτό το διάστημα έζησε στιγμές που δύσκολα μπορεί κάποιος άλλος συνάδελφός του να υποστηρίξει ότι τον ξεπέρασε. Ουσιαστικά πήρε την σκυτάλη από τον πατέρα του Τσέζαρε (Cesare Maldini) ο οποίος ήταν απόλυτα πετυχημένος στους "ροσονέρι" και όχι μόνο την κράτησε γερά και τη μετέφερε με ασφάλεια για 1/4 αιώνα αλλά έκανε το όνομα Μαλντίνι να θεωρείται συνώνυμο και να ακούγεται εξίσου εκκωφαντικό όπως αυτό του συλλόγου που ακούει στο όνομα Μίλαν.


Κατέκτησε συνολικά 26 τίτλους στο Μιλανέλο, μεταξύ των οποίων 5 Κύπελλα Πρωταθλητριών/Champions League και 7 πρωταθλήματα Ιταλίας, πήρε κάθε τρόπαιο που θα μπορούσε να διεκδικήσει, φόρεσε για χρόνια το περιβραχιόνιο του καπιτάνο της Μίλαν διαδεχόμενος τον θρυλικό Φράνκο Μπαρέζι (Franco Baresi), έγινε ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία της Serie A και στα ευρωπαϊκά Κύπελλα, κέρδισε αναρίθμητες ατομικές διακρίσεις ενώ αποτέλεσε το σημείο αναφοράς σε κάθε σπουδαία ομάδα των "ροσονέρι" επί εποχής Μπερλουσκόνι.

Ο μιλανέζικος σύλλογος έγραψε χρυσές σελίδες δόξας τη δεκαετία του 1980 με Αρίγκο Σάκι (Arrigo Sacchi), τη δεκαετία του 1990 με τον Καπέλο (Fabio Capello), τη δεκαετία του 2000 με τον Κάρλο Αντσελότι (Carlo Ancelotti) και όλοι τους είχαν την τύχη να διαχειρίζονται ένα ρόστερ στο οποίο ανάβλυζε προσωπικότητα, φινέτσα και κλάση με μπροστάρη όλων τον σπουδαίο Πάολο.

Τον παίκτη που ουσιαστικά ωρίμασε πριν την ώρα του για να έχει να καυχιέται πως από τα 21 του χρόνια είχε σαρώσει όλους τους τίτλους με τη Μίλαν αλλά και είχε παίξει σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και Παγκοσμίου Κυπέλλου με την εθνική Ιταλίας αλλά και αυτόν που δάμασε τον χρόνο όντας καταλύτης στις επιτυχίες της ομάδας του στην τέταρτη δεκαετίας της ζωής του. Τον αθλητή που όταν οι άλλοι σταματούσαν εκείνος έμοιαζε να έχει ρουφήξει μέχρι το μεδούλι το ελιξήριο της δεύτερης ποδοσφαιρικής νιότης... Τον άνθρωπο που δεν μπόρεσε να φανταστεί ποτέ τον εαυτό να φοράει φανέλα άλλου συλλόγου κάτι που διαπίστωσε και ο Άλεξ Φέργκιουσον (Sir Alex Ferguson) όταν προσπάθησε να τον πάρει στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: "Ηταν ξεχωριστός παίκτης και τον λάτρευα. Πλησίασα μία φορά τον πατέρα του και με το βλέμμα που μου έριξε κατάλαβα ότι δεν θα τον αποκτούσα ποτέ", εξομολογήθηκε μέσα από την αυτοβιογραφία του.


Ο Πάολο Μαλντίνι είχε φρόντισε να δείξει πάντως από νωρίς πόσο ξεχωριστός ήταν καθώς ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας Μαλντίνι και χρειάστηκε στα πρώτα τρυφερά χρόνια της ζωής του να "επιβιώσει" έχοντας στο σπίτι τρεις μεγαλύτερες αδερφές! "Ήμουν το αγόρι, οτιδήποτε συνέβαινε στο σπίτι το φταίξιμο πήγαινε πάντα στον Πάολο. Τις έτρωγα μέχρι τα 14 μου χρόνια, δύο χρόνια πριν κάνω το ντεμπούτο μου στη Serie A. Η μητέρα μου λέει πως έγινα γρήγορος για να τους ξεφεύγω", θυμάται χαρακτηριστικά ο Πάολο Μαλντίνι ο οποίος με τη συμπλήρωση 10 χρόνων ζωής έπιασε από το χεράκι τον papa Τσέζαρε και εντάχτηκε στα τμήματα ακαδημιών της Μίλαν. Πέρα πάντως από το δέος που αισθανόταν για τον διάσημο πατέρα του, ο οποίος είχε σηκώσει ως αρχηγός της Μίλαν το 2ο  Κύπελλο Πρωταθλητριών του συλλόγου όταν ο κανακάρης του βρισκόταν ακόμα στην κούνια (δεν είχε καν συμπληρώσει 1 χρόνο ζωής), ο πιτσιρικάς είχε για είδωλο έναν ακόμα παίκτη αλλά... Γιουβεντίνο: τον Ρομπέρτο Μπέτεγκα (Roberto Bettega).


Συμπάθεια για τη Γιούβε λόγω Μπέτεγκα

"Μου άρεσε πολύ η εθνική Ιταλίας του 1978 και σε εκείνη την ομάδα η πλειονότητα ήταν παίκτες της Γιουβέντους. Για δύο χρόνια υποστήριζα τη Γιούβε", είναι μία από τις εξομολογήσεις που έχει κάνει αρκετά χρόνια αργότερα ο Πάολο Μαλντίνι, ο οποίος ως πιτσιρικάς ονειρευόταν τον εαυτό του να βγάζει σέντρες από τα δεξιά (αυτό ήταν το "καλό" του πόδι και όχι το αριστερό με τον οποίο τον έμαθε όλη η υφήλιος!) και τον Μπέτεγκα να πετάγεται στην περιοχή και να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα. Με αυτά λοιπόν τα ποδοσφαιρικά ερεθίσματα και σε συνδυασμό με τα ποδοσφαιρικά γονίδια που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του Τσέζαρε, είχε την πρώτη του ημέρα στη Μίλαν τον Σεπτέμβριο του 1978."Έφτασα στο γήπεδο του Λινάτε μαζί με τον πατέρα μου και με ρώτησαν από ποια ομάδα έρχομαι. Καμία, απαντώ. Ποια θέση έχεις στο γήπεδο; Καμία, επανέλαβα. Κάπως έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου...", συμπληρώνει. Εάν όμως ήταν περίεργη η πρώτη του ημέρα στο προπονητικό κέντρο της Μίλαν, τι να πει κανείς για το ντεμπούτο του με τους ροσονέρι στη Serie A που το πραγματοποίησε σε ηλικία μόλις 16 ετών και 208 ημερών (ο νεότερος στην ιστορία του συλλόγου)... Με τα παιδιά της ηλικίας του πανηγύρισε στο φινάλε της σεζόν 1984/85 το Coppa Italia Primavera όμως, λίγους μήνες νωρίτερα ο Νιλς Λίντχολμ (Nils Liedholm), παλιά ποδοσφαιρική δόξα της Μίλαν και συμπαίκτης με τον πατέρα Τσέζαρε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν δίστασε να ρίξει στα βαθιά τον... Παολίνο έχοντας ακράδαντη πίστη μέσα από την εικόνα του στις προπονήσεις ότι επρόκειτο για έναν παίκτη με λαμπρό μέλλον μπροστά του.


Το ντεμπούτο του έγινε στις 20 Ιανουαρίου του 1985, με τη Μίλαν να αντιμετωπίζει την Ουντινέζε του Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, “Zico”) στο "San Siro" σε μία ημέρα που το κρύο ήταν τσουχτερό στην πόλη του Μιλάνου και τον Σουηδό να κάνει νεύμα στον 16χρονο Μαλντίνι να αρχίσει το "ζέσταμα" για να μπει στη θέση του τραυματία Σέρτζιο Μπατιστίνι (Sergio Battistini). Ποιο ήταν το "ωραίο" και συνάμα παράδοξο της όλης ιστορίας; Εκείνες τις ημέρες ο Μαλντίνι έκανε προπονήσεις στο Μιλανέλο έχοντας δανειστεί τα παπούτσια ενός συμπαίκτη του καθώς τα δικά του για το κρύο τα είχε αφήσει σπίτι του. Ήταν όμως δύο νούμερα μικρότερα από αυτά που φορούσε και όταν έκατσε στο ματς με την Ουντινέζε στον πάγκο άρχισε να αισθάνεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά.


Ήταν όμως τέτοια η λαχτάρα του να μπει και να "κάνει μάγκα" τον προπονητή του, που εκείνος ο πόνος μετατράπηκε αυτόματα σε μία ασήμαντη ενόχληση. "Πού θέλεις να παίξεις, δεξιά ή αριστερά;”, “Αποφασίστε εσείς", ήταν η απάντηση του νεαρού Πάολο, με τον Σουηδό προπονητή να τον τοποθετεί στα δεξιά και να του λέει λίγα δευτερόλεπτα πριν πάρει το βάπτισμα του πυρός: "Μπες και διασκέδασέ το"! Αυτό ακριβώς έκανε ο Πάολο Μαλντίνι. Ο πόνος από τα άβολα παπούτσια είχε εξαφανιστεί, το ντεμπούτο του ήταν πια γεγονός (ήταν η μοναδική του παρουσία στην πρώτη ομάδα της Μίλαν εκείνη τη σεζόν) και το ονειρεμένο ταξίδι προς τη δόξα είχε μόλις ξεκινήσει... "Ήθελα να τελειώσω το σχολείο αλλά έχοντας κάνει ντεμπούτο στη Serie A στα 16 μου χρόνια ήταν πραγματικά μεγάλη υπόθεση! Υπήρχε προπόνηση τρεις φορές το πρωί και τρεις φορές το απόγευμα κάθε εβδομάδα και μερικές φορές επέστρεφες από τα κυριακάτικα εκτός έδρας παιχνίδια μαύρα μεσάνυχτα, ήταν πολύ δύσκολο να είμαι κανονικά στο σχολείο το πρωί της Δευτέρας. Δοκίμασα για μερικούς μήνες να πάω σε ιδιωτικό σχολείο αλλά τελικά τα παράτησα", εξομολογείται ο Μαλντίνι ο οποίος θυσίασε το φινάλε των μαθητικών του χρόνων στο βωμό μίας ποδοσφαιρικής καριέρας που ανοιγόταν μπροστά του.


Και δεν πήγαν σίγουρα χαμένες οι όποιες θυσίες του, καθώς από τα 17 κιόλας του χρόνια έγινε μέλος της βασικής ενδεκάδας της Μίλαν (27 συμμετοχές) παίρνοντας θέση στο δεξί άκρο της άμυνας και φορώντας τη φανέλα με το № 3. Με τον Λίντχολμ στον πάγκο ο Μαλντίνι πρόλαβε να φορέσει 78 φορές τη φανέλα της Μίλαν και να αποκτήσει τις πρώτες σοβαρές ποδοσφαιρικές του παραστάσεις για να έρθει το καλοκαίρι του 1987 η ώρα του Αρίγκο Σάκι και της... εκτόξευσης μέσα σε μία τριετία. Ο δεύτερος προπονητής του Μαλντίνι στη Μίλαν χρειάστηκε ωστόσο να έχει "γερό στομάχι" στο ξεκίνημα, όχι επειδή αντιμετώπισε πρόβλημα με τους παίκτες του αλλά με τον Τύπο που δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι το γεγονός ότι ο Μπερλουσκόνι είχε δώσει τα κλειδιά των αποδυτηρίων της Μίλαν σε έναν άνθρωπο που είχε κλωτσήσει μπάλα μόνο σε ερασιτεχνικό επίπεδο και που είχε εργαστεί για μερικά χρόνια ως... πωλητής παπουτσιών. "Δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ ότι για να γίνεις τζόκεϊ θα πρέπει απαραίτητα να ήσουν άλογο πρώτα", ήταν μία ατάκα του (μπουχτισμένου από την ανελέητη κριτική) Σάκι τους πρώτους μήνες της θητείας του στους Μιλανέζους η οποία έγραψε ιστορία, όπως ιστορία έμελλε να γράψει και η ομάδα της Μίλαν με εκείνον στον τιμόνι.


Και τι δεν πανηγύρισε ο Πάολο Μαλντίνι και οι συμπαίκτες του υπό την καθοδήγηση του Σάκι. Πρωτάθλημα το 1988 που ήταν πρώτο μετά από εννέα χρόνια φαγούρας και Σούπερ Καπ λίγους μήνες αργότερα, δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1989 και το 1990 (η τελευταία ομάδα που πήρε back to back τίτλους στην κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση) που συνοδεύτηκαν από ισάριθμα Σούπερ Καπ Ευρώπης και Διηπειρωτικά τις ίδιες χρονιές. Εκείνη η Μίλαν που έμοιαζε με ομάδα-θαύμα έφτασε μάλιστα να είναι αήττητη για 36 συνεχόμενες αγωνιστικές στη Serie A, με την ειρωνεία να είναι πως το απίστευτο αυτό σερί έλαβε τέλος από ένα απίστευτο αυτογκόλ του... Μαλντίνι που κόστισε στην ομάδα του την ήττα από τη Λάτσιο τον Σεπτέμβριο του 1989.


Φυσικά, πέρα από τον αρχιτέκτονα Σάκι όλο το αγωνιστικό οικοδόμημα της ομάδας ξεχείλιζε η ποιότητα και το dna νικητή: η ολλανδική τριπλέτα Μάρκο Φαν Μπάστεν (Marco Van Basten) – Ρουντ Γκούλιτ (Ruud Gullit) – Φρανκ Ράικαρντ (Frank Rijkaard) ήταν στον κολοφώνα της δόξας της, στη μεσαία γραμμή οι Κάρλο Αντσελότι και Ρομπέρτο Ντοναντόνι (Roberto Donadoni) έκοβαν και έραβαν ενώ η άμυνα αποτελούσε το δυνατό χαρτί με την παρουσία σε αυτή των Πάολο Μαλντίνι, Φράνκο Μπαρέζι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα (Alessandro Costacurta) και Μάουρο Τασότι (Mauro Tassotti).


 Εάν υπάρχει μάλιστα ένα αποτέλεσμα που έκανε αίσθηση σε όλη την Ευρώπη περισσότερο και από το επιβλητικό 4-0 επί της Στεάουα στον τελικό του 1989 αυτό ήταν η "πεντάρα" (η περίφημη "manita" των Ισπανών) στη Ρεάλ Μαδρίτης των Εμίλιο Μπουτραγκένιο (Emilio Butragueño Santos), Ούγκο Σάντσες (Hugo Sánchez Márquez), Αντόνιο Καμάτσο (José Antonio Camacho Alfaro) και Μπερντ Σούστερ (Bernhard "Bernd" Schuster), με τους Μιλανέζους να κλειδώνουν στο ντουλάπι τις τακτικές του κατενάτσιο και να παίζουν ποδόσφαιρο... άλλης εποχής.


Ποιο κατενάτσιο; Η Μίλαν χόρταινε μπάλα τον κόσμο

Σε αυτό δεν υπήρχε λίμπερο αλλά παίκτες που έπαιζαν άμυνα ζώνης και μπακ που μπορούσαν με την ίδια άνεση να κόβουν όταν βρίσκονταν στην άμυνα αλλά και να συμμετέχουν στην ανάπτυξη του παιχνιδιού όταν η ομάδα τους βρισκόταν στην επίθεση. Ναι, σωστά το καταλάβατε: σε αυτό τον τρόπο παιχνιδιού της Μίλαν ο Πάολο Μαλντίνι είχε ξεχωριστό ρόλο. Ήταν άλλωστε τέτοια η κλάση του που επέτρεψε στον Αρίγκο Σάκι να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τα φουλ αθλητικά προσόντα του: ήταν έναν δεξιοπόδαρος που έμαθε να χρησιμοποιεί το ίδιο καλά και το αριστερό του πόδι (ο Λίντχολμ τον πρωτοδοκίμασε εκεί) ωστόσο δεν ήταν απλά ένα εξαιρετικό αριστερό μπακ αλλά ένα ολοκληρωμένο αριστερό φουλ-μπακ.


Ένας παίκτης που είχε την ευστροφία ενός κεντρικού αμυντικού και τα πόδια ενός κεντρικού χαφ, που έβλεπε γήπεδο σαν να ήταν έμπειρος λίμπερο, που είχε τη δρασκελιά ενός δρομέα αντοχής και τη δύναμη ενός 400άρη. Τα αποτελεσματικά τάκλιν του ήταν ένα ακόμα γεγονός που τον έκανε ξεχωριστό στο παιχνίδι τους, μαζί φυσικά με την ικανότητά του στο ψηλό παιχνίδι αλλά και στην συνεννόησή του με... κλειστά μάτια με τα έτερη μέλη της εκάστοτε αμυντικής τετράδας. Όλες αυτές οι αρετές (που βελτιώνονταν μέρα με τη μέρα) είχαν κάνει τον Πάολο Μαλντίνι να θεωρείται από τα πρώτα του κιόλας χρόνια στο Μιλάνελο ως ένας grande capitano, με την ολύμπια ψυχραιμία του και το αρχοντικό του στιλ να ολοκληρώνουν το ποδοσφαιρικό παζλ ενός αψεγάδιαστου παίκτη. Τρανή απόδειξη άλλωστε για την πρωτόφαντη ποδοσφαιρική του ωρίμανση ήταν η κλήση του στις Ελπίδες της Ιταλίας τη χρονιά της ενηλικίωσής του (ο πατέρας του Τσέζαρε τον επέλεξε και είναι από τις λίγες φορές στην ιστορία του αθλήματος που δεν ακούστηκε ούτε... ψίθυρος για οικογενειακή εύνοια και νεποτισμό) και το ντεμπούτο του στα 20 του χρόνια στην "μεγάλη" εθνική Ιταλίας (31 Μαρτίου 1988 κόντρα στη Γιουγκοσλαβία).


Ο Ατζέλιο Βιτσίνι (Azeglio Vicini) τον πήρε μάλιστα μαζί του στην αποστολή της εθνικής Ιταλίας στο EURO '88, βλέποντας στο πρόσωπό του τον αντικαταστάτη του Αντόνιο Καμπρίνι (Antonio Cabrini) στο αριστερό άκρο της ιταλικής άμυνας, ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Μαλντίνι έζησε μία ιστορική στιγμή: ήταν μέλος της "σκουάντρα ατζούρα" που πήρε μέρος στο Μουντιάλ του 1990 το οποίο φιλοξενήθηκε στην πατρίδα της και στο οποίο κατέκτησε την τιμητική 3η θέση.  Η αλλαγή δεκαετίας έφερε νέα δεδομένα στην τεχνική ηγεσία της Μίλαν (Καπέλο αντί Σάκι) και στην εθνική Ιταλίας (Σάκι αντί Βιτσίνι), με τον Μαλντίνι να παραμένει όμως πάντα στον αφρό. Οι τραυματισμοί ήταν λέξη που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του όπως και το ντεφορμάρισμα, με τον Ιταλό άσο να παραμένει βασικός, να διατηρεί υψηλά στάνταρντς απόδοσης και να βελτιώνεται συνεχώς.


Η περίοδος μάλιστα από το 1991 μέχρι το 1994 είναι χρυσή για τη Μίλαν και για την άμυνά της ειδικότερα, η οποία είναι από τις πλέον γρανιτένιες στην Ευρώπη με τους Μαλντίνι, Μπαρέζι, Κοστακούρτα, Τασότι ως βασική τετράδα και τον Σεμπαστιάνο Ρόσι (Sebastiano Rossi) κάτω από την εστία. Ο Φάμπιο Καπέλο είχε δημιουργήσει μία ομάδα λιγότερο θεαματική από τη μέση και μπροστά σε σύγκριση με εκείνην του Σάκι αλλά με μία άμυνα απροσπέλαστη για κάθε αντίπαλο και οι αριθμοί τον δικαίωσαν πλήρως. Οι "ροσονέρι" κατέκτησαν αήττητοι το σκουντέτο τη σεζόν 1991/92 και έκαναν μόνο 4 ήττες στις δύο επόμενες χρονιές που αναδείχτηκαν και πάλι πρωταθλητές, ενώ τη σεζόν που πανηγύρισαν το τρίτο συνεχόμενο πρωτάθλημα (1993/94) παρέδωσαν δωρεάν σεμινάρια για το πώς να "αφοπλίζει" κανείς τα ατού του αντιπάλου του. Δέχτηκαν μόνο 15 γκολ σε 34 αγωνιστικές και έγιναν η τρίτη καλύτερη άμυνα σε μία σεζόν στην ιστορία της Serie A, κατάφεραν να μην δεχτούν γκολ σε 22 ματς πρωταθλήματος ενώ ο Ρόσι κράτησε απαραβίαστη την εστία του για 929 συνεχόμενα λεπτά.


Το μεγαλύτερο όμως "θαύμα" όσον αφορά στην άμυνα της Μίλαν εκείνη την εποχή έλαβε χώρα στις 18 Μαΐου του 1994 στην Αθήνα, με τους Ιταλούς να προέρχονται από την ήττα έναν χρόνο νωρίτερα στον τελικό του Μονάχου από τη Μαρσέιγ, με το γκολ του Μπαζίλ Μπολί (Basile Boli) και να έχουν τον τίτλο του απόλυτου αουτσάιντερ κόντρα στην ομάδα-τρένο στην "Γηραιά ήπειρο" εκείνη τη σεζόν, τη Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruijff). Απέναντί τους είχαν την ομάδα του Ρομάριο (Romário de Souza Faria), του Χρίστο Στόιτσκοφ (Hristo Stoichkov), του Πεπ Γουαρδιόλα (Pep Guardiola), του Χοσέ Μάρι Μπακέρο (José Mari Bakero) και του Ρόναλντ Κούμαν (Ronald Koeman), η οποία σάρωνε τα τελευταία χρόνια στη La Liga (4 σερί πρωταθλήματα) και έπαιζε πολύ θεαματικό και ελκυστικό ποδόσφαιρο εξού και το προσωνύμιο Dream Team που της είχε αποδοθεί, ενώ εκείνοι κατέβαιναν με δύο σημαντικότατες ελλείψεις στην άμυνα: αυτές του Φράνκο Μπαρέζι (τραυματίας) και του Αλεσάντρο Κοστακούρτα (τιμωρημένος).


Τότε όμως "μίλησε" ο Φάμπιο Καπέλο: χρησιμοποίησε ως κεντρικό δίδυμο τον Πάολο Μαλντίνι και τον Φιλίπο Γκάλι (Filippo Galli) μετατοπίζοντάς τους ουσιαστικά από τα άκρα της άμυνας, με τους δύο τους να "εξαφανίζουν" τα επιθετικά ατού της Μπαρτσελόνα την ώρα που στο άλλο μισό του γηπέδου είχε στηθεί μιλανέζικο πάρτι. Ο Ντανιέλε Μασάρο (Daniele Massaro) έστειλε τους "κόκκινους διαβόλους" στο ημίχρονο με ένα καθαρό προβάδισμα δύο τερμάτων και στο δεύτερο μέρος ανέλαβαν να δώσουν τη χαριστική βολή στους... ζαλισμένους Καταλανούς οι Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς (Dejan Savićević) και Μαρσέλ Ντεσαγί (Marcel Desailly) με δύο πανέμορφα γκολ, με το τελικό 4-0 να υπογράφει το 5ο Κύπελλο Πρωταθλητριών στην ιστορία της Μίλαν και 3ο στην προσωπική τροπαιοθήκη του Μαλντίνι που ήταν ήδη αρκετά μεγάλη.


Πέρα πάντως από το πρωτάθλημα και το Champions League με την ομάδα της καρδιάς του, το 1994 έφερε και άλλες δυνατές... συγκινήσεις στον Μαλντίνι. Σε συλλογικό επίπεδο έπαιξε στον τελικό του Μουντιάλ με την εθνική Ιταλίας (έχασε στη ρωσική ρουλέτα των πέναλτι από τη Βραζιλία) ενώ σε ατομικό είχε την ύψιστη τιμή να γίνει ο πρώτος αμυντικός που βραβεύτηκε από το περιοδικό World Soccer ως ο κορυφαίος παίκτης στον κόσμο για μία χρονιά.


Ένας αμυντικός ανέβηκε στη κορυφή...

"Με γεμίζει υπερηφάνεια αυτός ο τίτλος γιατί οι αμυντικοί γενικότερα λαμβάνουν λιγότερης προσοχής από τους οπαδούς και τους δημοσιογράφους σε σύγκριση με τους επιθετικούς. Δεν παίρνουμε εμείς συνήθως τη δόξα. Το βραβείο πάντως αυτό το άξιζε πραγματικά ο Φράνκο Μπαρέζι", δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μαλντίνι ο οποίος την ίδια χρονιά αναδείχτηκε τρίτος στην ψηφοφορία για τον νικητή της Χρυσής Μπάλας, πίσω από τους Στόιτσκοφ και Ρομπέρτο Μπάτζο (Roberto Baggio). Το 1996 βρήκε τον Μαλντίνι να πανηγυρίζει ένα ακόμα πρωτάθλημα με τη Μίλαν στην τελευταία σεζόν του "Δον Φάμπιο" στον πάγκο, με τους Ζορζ Γουεά (George Tawlon Manneh Oppong Ousman Weah) και Λεονάρντο (Leonardo Nascimento de Araújo) να έχουν προσθέσει ποιότητα στο ρόστερ των "ροσονέρι" προκειμένου η μετάβαση στην νέα εποχή -μετά το αντίο του Φαν Μπάστεν και την πώληση των Γκούλιτ-Ράικαρντ- να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή) , με τις δύο επόμενες χρονιές να είναι όμως χρονιές... δοκιμασιών για τον άγρυπνο φρουρό των "ροσονέρι".


Οι δύο σερί σεζόν εκτός Ευρώπης, η αποχώρηση αρκετών πρωτοκλασάτων παικτών και το αντίο στην ενεργό δράση από τον καλό του φίλο και συνοδοιπόρο του στην άμυνα Φράνκο Μπαρέζι ήταν χτυπήματα που ήρθαν μαζεμένα για τους Μιλανέζους, με τον Πάολο Μαλντίνι να είναι πάντως έτοιμος να αποδεχτεί την πρόκληση και να φορέσει το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Σε μία μάλιστα περίοδο που οι Μιλανέζοι έδειχναν εμφανώς αποδυναμωμένοι σε σύγκριση με το πρώτο μισό της δεκαετίας του '90, ο εμβληματικός της άσος την οδήγησε στην δεύτερή του χρονιά ως αρχηγός στην κατάκτηση του -ανέλπιστου για τους περισσότερους- τίτλου το 1999 με τον Αλμπέρτο Τζακερόνι (Alberto Zaccheroni) στον πάγκο και τους Αντρέι Σεβτσένκο (Andriy Mykolayovych Shevchenko) και Όλιβερ Μπίρχοφ (Oliver Bierhoff) να συνθέτουν δίδυμο-φωτιά στη γραμμή κρούσης. Το καλοκαίρι του 2000 ο καπιτάνο της Μίλαν έφτασε ξανά στη βρύση με τη "σκουάντρα ατζούρα" (έπαιξε στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος) χωρίς όμως να πιει νερό, χάνοντας στον τελικό από τη Γαλλία με το "χρυσό γκολ" του Νταβίντ Τρεζεγκέ (David Sergio Trezeguet) στην παράταση, στο μοναδικό μάλιστα ματς εκείνου του τουρνουά που είχε παίξει τόσο καλά η Ιταλία, ωστόσο μετά από τόσες σημαντικές στιγμές με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα (μέσα σε αυτές και η παρουσία του στο Μουντιάλ της Γαλλίας το 1998 όπου είχε για προπονητή τον πατέρα του Τσέζαρε), ήρθε το 2002 η στιγμή της... αποκαθήλωσης.


Μετά από 126 παρουσίες και 7 γκολ με τη φανέλα της εθνικής Ιταλίας ο Πάολο Μαλντίνι έβαλε τίτλους τέλους σε μία 14χρονη σχέση αγάπης με τα εθνικά χρώματα, με το τελευταίο ματς να ήταν ουσιαστικά εκείνο που τον ώθησε στο να αποχωρήσει. Αφενός γιατί είχε πατήσει τα 32 του χρόνια και είχε ήδη πάρει μέρος σε 4 Μουντιάλ και 3 EURO και αφετέρου γιατί αισθανόταν πως είχε μερίδιο στον αποκλεισμό της "σκουάντρα ατζούρα" από τα προημιτελικά του Μουντιάλ. Ναι, όσο και αν ακούγεται απίστευτο για έναν παίκτη που είχε για ψωμοτύρι να παίζει τελικούς και να σηκώνει τίτλους, δεν μπορούσε να "συγχωρήσει" στον εαυτό του πως άφησε τον κατά πολύ κοντύτερό του Νοτιοκορεάτη, Αν (Ahn Jung-hwan), να του πάρει εκείνη την κεφαλιά στο φινάλε της παράτασης και να πετάξει εκτός συνέχειας την Ιταλία στο αλήστου μνήμης ματς των δύο ομάδων. Ο Μαλντίνι βλέπετε, ήταν απαιτητικός πάνω από όλους με τον ίδιο του τον εαυτό, για αυτό άλλωστε έφτασε εκεί που έφτασε: στην κορυφή των κορυφών. Το 2002 ήταν πάντως μία κομβική χρονιά για τον ίδιο και εκεί χρειάστηκε η καταλυτική παρέμβαση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi). Ο 34χρονος πλέον Πάολο είχε αφήσει πίσω του την εθνική ομάδα για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στη Μίλαν, όμως προβληματιζόταν για το κατά πόσο θα μπορούσε να συνεχίζει να προσφέρει σε τόσο υψηλό επίπεδο και εκεί μίλησε η "καπατσοσύνη" του αφεντικού των Μιλανέζων που του έκανε ένα σούπερ δώρο αξίας.... 31.000.000 ευρώ. Αυτός ήταν ο Αλεσάντρο Νέστα (Alessandro Nesta) που στα 26 του χρόνια είχε ήδη τεράστιες ποδοσφαιρικές εμπειρίες από τις σούπερ σεζόν που είχε κάνει με τη μεγάλη Λάτσιο των προηγούμενων χρόνων και ερχόταν στο "San Siro" για να ορθώσει μαζί με τον Μαλντίνι έναν τεράστιο τοίχο στην άμυνα της Μίλαν.


Το... σατανικό σχέδιο που επεξεργαζόταν στο μυαλό του ο Μπερλουσκόνι μετά την περιπέτεια της Ιταλίας στο Μουντιάλ της Άπω Ανατολής είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Πάολο βοήθησε τον Νέστα να αναπτύξει ακόμα περισσότερο το σπουδαίο ποδοσφαιρικό του ταλέντο και να γίνει ένας ολοκληρωμένος αμυντικός και ο Αλεσάντρο βοήθησε τον Πάολο να αναγεννηθεί. Ο Κάρλο Αντσελότι που είχε αναλάβει το τιμόνι της Μίλαν από το 2001 άρχισε να μετατοπίζει σιγά σιγά τον καπιτάνο στο κέντρο της άμυνας προκειμένου να του δίνει ανάσες και να μην τον εξουθενώνει στα άκρα και η σημαία της Μίλαν φρόντισε να ανταποκριθεί σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό. Κάπως έτσι ο Μαλντίνι φόρτωσε με ένα ακόμα "γαλόνι" το μανίκι του έναν χρόνο αργότερα, όταν Μίλαν και Γιουβέντους πιστοποίησαν το υψηλό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν η Serie A στις αρχές της χιλιετίας φτάνοντας μέχρι το τέλος του δρόμου στο Champions League για να συνθέσουν τον πρώτο "ιταλικό τελικό" στον θεσμό.


Και μπορεί εκείνο το ματς να μην χόρτασε μπάλα τους ποδοσφαιρόφιλους στην κανονική του διάρκεια και στην παράταση (ήταν άλλωστε ο πρώτος τελικός που δεν είχε γκολ σε 120 λεπτά από το 1955 που πρωτομπήκε στη ζωή μας το Champions League), όμως το φινάλε σκόρπισε ρίγη συγκίνησης στην οικογένεια της Μίλαν αλλά και σε αυτήν του Μαλντίνι ειδικότερα. Με το τελευταίο εύστοχο πέναλτι του Αντρέι Σεβτσένκο απέναντι στον Τζιανλουίτζι Μπουφόν (Gianluigi "Gigi" Buffon) η Μίλαν πανηγύριζε το βράδυ της 28ης Μαΐου στο "Old Trafford" το 6ο της Champions League και ο Πάολο Μαλντίνι περνούσε στην ποδοσφαιρική αθανασία.


Ο Τσέζαρε του είχε ήδη δείξει το δρόμο

Σήκωνε το τέταρτο Πρωταθλητριών στην καριέρα του με τη Μίλαν και το πρώτο του ως αρχηγός, 40 χρόνια ακριβώς από το πρώτο Πρωταθλητριών στην ιστορία του συλλόγου το οποίο είχε σηκώσει ως αρχηγός ο πατέρας του Τσέζαρε και πάλι επί αγγλικού εδάφους (Μίλαν-Μπενφίκα 2-1 στο "Γουέμπλεϊ" στις 22 Μαΐου 1963). Την ίδια χρονιά με τον θρίαμβο στο Μάντσεστερ, ο Μαλντίνι γεύτηκε για πρώτη φορά τη χαρά της κατάκτησης ενός Coppa Italia ενώ την αμέσως επόμενη (2003-04) κατέκτησε το έβδομο και τελευταίο του πρωτάθλημα με τους "ροσονέρι". Όλοι πάντως οι μεγάλοι παίκτες έχουν κάποιες πονεμένες ιστορίες και για τον ακούραστο στρατηγό της Μίλαν η πιο... σκοτεινή στιγμή του ως μέλος των Μιλανέζων ήρθε την 25η Μαΐου στην Κωνσταντινούπολη, σε μία βραδιά που ξεκίνησε ως όνειρο και τερμάτισε ως εφιάλτης.


Όνειρο γιατί η Μίλαν προηγήθηκε 3-0 της Λίβερπουλ στο ημίχρονο του τελικού του Champions League σε μία από τις πιο "γεμάτες" εμφανίσεις ομάδας σε ημίχρονο τελικού τέτοιας διοργάνωσης, με τον Μαλντίνι να έχει γίνει μάλιστα ο ταχύτερος σκόρερ στην ιστορία των τελικών (έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα του Γέρζι Ντούντεκ (Jerzy Dudek) πριν συμπληρωθεί το πρώτο λεπτό) αλλά και ταυτόχρονα ο γηραιότερος όντας 36 ετών και 333 ημερών! Εφιάλτης γιατί το όνειρο κράτησε μόνο... 45 λεπτά. Στο δεύτερο ημίχρονο ο Πάολο και οι υπόλοιποι παικταράδες της Μίλαν, με Κακά (Ricardo Izecson dos Santos Leite, “Kaká”), Αντρέα Πίρλο (Andrea Pirlo), Τζενάρο Γκατούζο (Gennaro Gattuso), Ερνάν Κρέσπο (Hernán Crespo), Κλάρενς Ζέεντορφ (Clarence Seedorf), Σεβτσένκο, Καφού (Marcos Evangelista de Morais, “Cafu”) και Γιαπ Σταμ (Jaap Stam) οι Μιλανέζοι θύμιζαν μεικτή κόσμου, έπεσαν θύματα της πιο τρελής ανατροπής στην ιστορία των ευρωπαϊκών ποδοσφαιρικών τελικών, με τη Λίβερπουλ να ισοφαρίζει σε 3-3 μέσα σε επτά λεπτά και στο τέλος να παίρνει το τρόπαιο στη ρωσική ρουλέτα των πέναλτι. Ο Μαλντίνι είχε ζήσει απερίγραπτους θριάμβους εντός και εκτός συνόρων, είχε δει και την άλλη πλευρά του φεγγαριού με Μίλαν (δύο χαμένους τελικούς Champions League το 1993 και το 1995) και εθνική Ιταλίας (φιναλίστ στο Μουντιάλ του 1994 και στο EURO 2000), όμως αυτό το πράγμα δεν του είχε ξανασυμβεί σε 37 χρόνια ζωής.


 Φρόντισε πάντως όχι απλά να μην καταρρεύσει αλλά να γεμίσει κίνητρα και δίψα για νέες επιτυχίες, οι οποίες ήρθαν η μία μετά την άλλη το 2007. Ο 39χρονος πλέον Μαλντίνι πήρε τη ρεβάνς που τόσο πολύ επιζητούσε από τη Λίβερπουλ κατακτώντας με τη Μίλαν το Champions League στην γούρικη για αυτόν Αθήνα, 2-1 με τα δύο γκολ του Φιλίπο Ιντσάγκι (Filippo Inzaghi  και κλείδωσε στο ντουλάπι του το 5ο Champions League, ένα λιγότερο δηλαδή από τον ρέκορντμαν Φρανσίσκο Χέντο  (Francisco Gento) που σταμάτησε στα έξι τρόπαια με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ οι δύο τελευταίες... άρσεις κουπών ως αρχηγός έγιναν με την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ και του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων. Στα δύο τελευταία χρόνια της καριέρας του ο Μαλντίνι ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς αλλά παρόλα αυτά έπαιξε σε 55 ματς σε όλες τις διοργανώσεις ενώ αφότου μπήκε στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του πήρε την μεγάλη απόφαση να κρεμάσει τα παπούτσια του μετά από μία μυθική διαδρομή 25 ετών. Η τελευταία του περφόρμανς σε επίσημο ματς της Μίλαν ήταν την τελευταία ημέρα του Μαΐου του 2009 κόντρα στη Φιορεντίνα, με το παιχνίδι αυτό (2-0 υπέρ για τους Λομπαρδούς στο "Αρτέμιο Φράνκι") να είναι το 647ο στη Serie A (ρεκόρ στη μεγάλη κατηγορία) και 902ο συνολικά. Η αγκαλιά που δέχτηκε από καθένα συμπαίκτη του ξεχωριστά τη στιγμή της αλλαγής του στις καθυστερήσεις, το ζεστό χειροκρότημα που γνώρισε από ένα ολόκληρο γήπεδο αλλά και η παρουσία στις εξέδρες της οικογένειάς του είναι στιγμές που θα τον σημαδεύουν και θα τον συντροφεύουν μέχρι τα βαθιά του γεράματα.


 Όπως και στην περίπτωση του Φράνκο Μπαρέζι που απέσυρε τη φανέλα με το № 6 μετά την αποχώρησή του, η διοίκηση των "ροσονέρι" έπραξε ακριβώς το ίδιο και για τον διάδοχό του στον θρόνο της οπισθοφυλακής της Μίλαν, Πάολο Μαλντίνι, αποσύροντας και τη φανέλα με το № 3. Μία εβδομάδα πριν το φινάλε κόντρα στη Φιορεντίνα, στις 24 Μαΐου του 2009, και στο πλαίσιο του αγώνα με τη Ρόμα (2-3), ένας από τους πιο χαρισματικούς αμυντικούς στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου έλεγε το δικό του "αντίο" μπροστά σε ένα κατάμεστο "San Siro", όπου όμως το εορταστικό κλίμα διαταράχτηκε από δύο πανό που υψώθηκαν εναντίον του από μικρή μερίδα οργανωμένων οπαδών της Μίλαν στην Curva Sud. "Ευχαριστούμε καπιτάνο: στο γήπεδο ήσουν ένας ασταμάτητος πρωταθλητής αλλά δεν σεβάστηκες όσους σε έκαναν να πλουτίσεις", έγραφε το ένα πανό ενώ το δεύτερο που έκανε την εμφάνισή του την ώρα που ο Μαλντίνι έκανε το γύρο του θριάμβου, έλεγε: "Για τα 25 χρόνια ένδοξης καριέρας σου άκου τα ευχαριστώ από εκείνους που αποκάλεσες επαίτες και μισθοφόρους". Το πανό μάλιστα εκείνο συνοδευόταν από μία φανέλα του Φράνκο Μπαρέζι (από τον οποίο κληρονόμησε το 1997 το περιβραχιόνιο του αρχηγού ο Μαλντίνι) με το № 6 ενώ την ίδια ώρα ακουγόταν ρυθμικά το σύνθημα: "Υπάρχει μόνο ένας καπιτάνο..."


Αιτία για όλα αυτά ήταν πως δεν του είχαν συγχωρήσει κάποιοι, ορισμένες "σκληρές" δηλώσεις που είχε κάνει εν βρασμώ ψυχής στο αεροδρόμιο της Μαλπένσα μετά τον χαμένο τελικό του Champions League του 2005 ("Δεν μιλάω με κόσμο όπως εσείς, είστε μόνο επαίτες και μισθοφόροι") αλλά και για μία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει μερικά χρόνια αργότερα στην Gazzetta dello Sport όπου τα έλεγε... χύμα και τσουβαλάτα για τους οργανωμένους της ομάδας του! "Είμαι πολύ θυμωμένος όπως οι συμπαίκτες μου. Μετά από όλα όσα έχουμε δώσει, κάνει και πετύχει, αξίζαμε μία διαφορετική μεταχείριση. Με τη βοήθεια των οργανωμένων οπαδών μας δεν θα είχαμε χάσει εκείνο το ματς. Η αιτία; Υπάρχουν οικονομικά κίνητρα, παιχνίδια εξουσίας. Εάν όμως αυτά είναι τα κίνητρα για να πηγαίνεις στο γήπεδο δεν ξέρω τί να σκεφτώ. Δεν είναι πάντως μόνο οι οργανωμένοι που δεν μας υποστηρίζουν αφού και οι οπαδοί στις άλλες θύρες ήταν σιωπηλοί. Εγώ πιστεύω ότι όταν τραγουδάμε το "Έχουμε τη Μίλαν στην καρδιά" πρέπει και να το δείχνουμε. Τώρα πια παίζουμε εκτός έδρας ή σε ουδέτερο γήπεδο: ποτέ εντός έδρας. Δεν καταλαβαίνω τα σφυρίγματα σε Ντίντα και Τζιλαρντίνο, έχουν ξεπεράσει κάθε λογική. Στο San Siro ακούγονται ειρωνικά χειροκροτήματα για τον Ντίντα όταν μπλοκάρει μία εύκολη μπαλιά. Μα μιλάμε για τον τερματοφύλακα του τελικού του Μάντσεστερ, είναι ένας πρωταθλητής Ευρώπης όπως ο Τζιλαρντίνο. Το San Siro ήταν πάντα μαγικό: τώρα χάνουμε αυτή τη μαγεία", είχε δηλώσει μεταξύ άλλων τότε ο ροσονέρο καπιτάνο αψηφώντας το όποιο κόστος μπορούσε να έχει η τοποθέτηση αυτή αναφορικά με τη σχέση του με μερίδα του κόσμου.


Για εκείνο πάντως το περιστατικό άπαντες είχαν δικαιολογήσει τον Μαλντίνι, από τους συμπαίκτες του και τη διοίκηση μέχρι τη συντριπτική πλειονότητα των φίλων της Μίλαν, ενώ τη στάση των οργανωμένων εκείνο το απόγευμα αποδοκίμασε όλο το υπόλοιπο κομμάτι του γηπέδου που αποθέωσε τον Μαλντίνι καθώς αισθανόταν πως εκείνες τις στιγμές αποχαιρετούσε ένα κομμάτι από τη σάρκα, την καρδιά και την ψυχή της Μίλαν... "Εάν έπρεπε να φανταστώ τη ζωή μου θα την ήθελα ακριβώς έτσί", δήλωσε ο Ιταλός θρύλος για τα 25 χρόνια γάμου του με τη Μίλαν μέσα στα οποία πέρα από ένας ποδοσφαιριστής-πρότυπο για όλους τους άλλους έγινε επίσης και ένας καλός σύζυγος και πατέρας. Μέσω μίας εκ των τριών αδερφών του γνώρισε το 1987 το πανέμορφο πρώην μοντέλο από την Βενεζεουέλα, Αντριάνα Φόσα, με την οποία ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου το 1994 ενώ το ζευγάρι έχει δυο γιους, τον 18χρονο Κρίστιαν και τον 13χρονο Ντάνιελ.


Το τι κάνουν στη ζωή τους δεν χρειάζεται να παιδέψετε πολύ το μυαλό σας. Μαλντίνι και να μην φοράει τη φανέλα της Μίλαν γίνεται; Με τίποτα! Έτσι μετά τον Τσέζαρε και τον Πάολο οι φίλοι της ομάδας ευελπιστούν πως πολύ σύντομα θα δουν στην πρώτη ομάδα και τα δύο βλαστάρια του καπιτάνο που αμφότεροι αγωνίζονται εδώ και χρόνια στα τμήματα υποδομής των "ροσονέρι" και έχουν δείξει μέχρι στιγμής ενθαρρυντικά δείγματα γραφής για την ηλικία τους. Γιατί όπως μαρτυράει και το επώνυμό του (με τη βοήθεια αναγραμματισμού) Maldini=Di Milan (της Μίλαν)... Και για όσους τον έχουμε παρακολουθήσει να παίζει και να "διδάσκει" τη θέση είτε του σέντερ μπακ είτε του ακραίου μπακ οφείλουμε να πούμε: "Grazie grande Paolo" για όλες τις υπέροχες αναμνήσεις.


 Είπαν για αυτόν

  • Ο Μαλντίνι είναι ο καλύτερος και πιο δυνατός αμυντικός έχω αντιμετωπίσει. Είχε τα πάντα: ήταν ένας ολοκληρωμένος αμυντικός, που ήταν δυνατός, έξυπνος και εξαιρετικός στο προσωπικό μαρκάρισμα (Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς)
  • Πάντα αντιμετώπιζα δυσκολίες απέναντι στον Πάολο Μαλντίνι. Ήταν ο καλύτερος αμυντικός από όσους αντιμετώπισα στην καριέρα μου. Άξιζε σίγουρα να κερδίσει πολλές φορές το βραβείο της FIFA για το κορυφαίο παίκτη της χρονιάς (Ρονάλντο)
  • Ο Μαλντίνι είναι απλά ο πιο δυνατός αμυντικός στον κόσμο (Φάμπιο Καπέλο)
  • Ποιον Ιταλό παίκτη θαύμασα περισσότερο; Τον Πάολο Μαλντίνι (Σερ Άλεξ Φέργκιουσον)
  • «Όταν σκέφτομαι αυτή τη γενιά, ο Λιονέλ Μέσι είναι top-level παίκτης, ο Κακά ήταν εντυπωσιακός, ο Ζιντάν φοβερός αλλά ο αγαπημένος που ήταν ο Πάολο. Έχει εκπληκτική παρουσία, ανταγωνιστικό πνεύμα, είναι αθλητικός και ηγέτης σε όλες τις ομάδες της Μίλαν σε μία απίστευτα πετυχημένη εποχή. Οι κορυφαίοι έχουν πει τα καλύτερα και παρότι τα λόγια ξεχνιούνται, ο Μαλντίνι θα μνημονεύεται για πάντα…» (Αλεξ Φέργκιουσον)
  • Θα ήθελα να κάνω μία αφιέρωση για αυτή τη νίκη στο ιταλικό ποδόσφαιρο και κυρίως στον Πάολο Μαλντίνι, ένα παράδειγμα για όλους. Ξέρω ότι είχε προβλήματα την ημέρα του αντίο του, αλλά να ξέρει ότι έχει τον θαυμασμό όλης της Ευρώπης εδώ και 25 χρόνια (Πεπ Γουαρδιόλα μετά τη νίκη της Μπαρτσελόνα στον τελικό του Champions League το 2009)
  • Στο σημερινό ποδόσφαιρο δεν υπάρχει δέσιμο με τη φανέλα, οι παίκτες στα 22 τους χρόνια είναι εκατομμυριούχοι, στις πρώτες τους δυσκολίες σε έναν σύλλογο φεύγουν. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα εξαιρέσεις που γίνονται ήρωες. Στην Ιταλία ο Πάολο Μαλντίνι αποτελεί ένα εκπληκτικό παράδειγμα (Γιανίκ Νοά, Γάλλος πρώην πρωταθλητής στο τένις)
  • Θα τοποθετήσω στα δεξιά τον Μαλντίνι, τον γιο μου Πάολο, επειδή θέλω να επιλέξω για το αριστερό άκρο τον Τζατσίντο Φακέτι. Είναι πάντα ενοχλητικό για έναν πατέρα να μιλάει για τον γιο του όμως ο Πάολο είναι ένας διάσημος αμυντικός σε κάθε μήκος και πλάτος αυτής της γης και κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ούτε αυτός ούτε ο Φράνκο Μπαρέζι, ένας εξίσου σπουδαίος, κατάφεραν να γίνουν πρωταθλητές κόσμου. Για να επιστρέψουμε όμως στον Πάολο είναι ένας παίκτης με μεγάλη φυσική δύναμη, μεγάλη τεχνική, με δύο πόδια που θυμίζουν περισσότερο μέσο παρά αμυντικό, με εξαιρετικό σπριντ που δεν παρατάει καμία μπάλα. Ως άνθρωπος του ποδοσφαίρου και όχι ως πατέρας δεν καταφέρνω να του βρω ένα ελάττωμα (Τσέζαρε Μαλντίνι, επιλέγοντας την 11άδα με τους κορυφαίους Ιταλούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών)
  • «Το σημαντικότερο πράγμα ήταν που πήρα μέρος στην καριέρα του Πάολο Μαλντίνι. Σπουδαίος παίκτης, άνθρωπος, ήταν υπέροχο που ήμουν μαζί του για 6 μήνες» (Ντέιβιντ Μπέκαμ)
  • «Είσαι πραγματικά το Νο1 για μένα. Υπάρχουν σπουδαίοι παίκτες, παίκτες παγκόσμιας κλάσης και υπάρχουν αυτοί που είναι πέρα απ’ όλα αυτά. Ο Πάολο είναι το τέλειο παράδειγμα» (Αλεσάντρο Ντε Πιέρο)
  • «Ο Μαλντίνι είναι το σύμβολο της Μίλαν, φέρνει συνέχεια και εκπροσωπεί το παλιό και το μοντέρνο» (Τζιάνι Ριβέρα)
  • «Ο καλύτερος παίκτης που έχω παίξει ποτέ είναι ο Πάολο Μαλντίνι. Παίξαμε με την Αρσεναλ κόντρα στην Μίλαν στο ευρωπαϊκό super cup (1995) και δεν ακούμπησα ούτε μία φορά τη μπάλα. Ηταν απλά εκπληκτικό» (Πολ Μέρσον)
  • «Του δίνω τα σέβη μου, πρέπει όλοι να τον χειροκροτήσουν είναι η εικόνα του ποδοσφαίρου στην Ιταλία και ολόκληρο τον κόσμο. Δεν κατέκτησε ποτέ τη Χρυσή Μπάλα, εγώ θα του έδινα 100» (Φιλίπ Μεξές)


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1978–1985: Milan

Επαγγελματική καριέρα


  • 1985–2009: Milan, 647 (29)
Διεθνής
  • 1986–1988: Εθνική Νέων Ιταλίας, 12 (5)
  • 1988–2002: Ιταλία, 126 (7)


Οι Τίτλοι του (Όλοι με τη φανέλα της Milan)


  • 7 πρωταθλήματα Ιταλίας (1987-88, 1991-92, 1992-93, 1993-94, 1995-96, 1998-99, 2003-04)
  • 1 Κύπελλο Ιταλίας (2002-03)
  • 5 Σούπερ Καπ Ιταλίας (1988, 1992, 1993, 1994, 2004)
  • 5 Κύπελλα Πρωταθλητριών/Champions League (1988-89, 1989-90, 1993-94, 2002-03, 2006-07)
  • 5 Σούπερ Καπ Ευρώπης (1989, 1990, 1994, 2003, 2007)
  • 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα (1989, 1990)
  • 1 Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (2007)

Άλλες Διακρίσεις

  • Φιναλίστ με την εθνική Ιταλίας σε τελικό Μουντιάλ (1994)
  • Φιναλίστ με την εθνική Ιταλίας σε τελικό Euro (2000)
  • Είναι τρίτος σε συμμετοχές στην εθνική Ιταλίας (126), πίσω μόνο από τους Τζανλουίτζι Μπουφόν (146) και Φάμπιο Καναβάρο (136). Από τους εν ενεργεία τον απειλεί ο Αντρέα Πίρλο που είναι 4ος στη λίστα με 113 παρουσίες στη "σκουάντρα ατζούρα".
  • Έχει φορέσει 74 φορές το περιβραχιόνιο του αρχηγού στην εθνική ομάδα της χώρας του
  • Αναδείχτηκε κορυφαίος παίκτης της χρονιάς για τη FIFA το 1994 ενώ τον επόμενο χρόνο αναδείχτηκε δεύτερος στη σχετική ψηφοφορία
  • Κατέλαβε τη τρίτη θέση στη ψηφοφορία για τη Χρυσή Μπάλα το 1994 και το 2003, την 6η θέση το 2005, την 7η το 1993 και το 1995, την 10η το 2000
  • Ήταν μέλος της κορυφαίας ενδεκάδας που επέλεξε η UEFA για το Euro '88, το Euro '96 και το Euro 2000
  • Ήταν μέλος της All-Star Team που επέλεξε η FIFA το 1990 και το 1994
  • Πήρε τον τίτλο Man of the Match στον τελικό του Champions League του 2003
  • Ήταν αμυντικός της χρονιάς στη Serie A το 2004
  • Ήταν μέσα στην καλύτερη 11άδα που επέλεξε η UEFA το 2003 και το 2005
  • Αναδείχτηκε κορυφαίος αμυντικός στο Champions League το 2007
  • Είναι μέλος του ιταλικού Hall of Fame από το 2012
Τα Προσωπικά του Ρεκόρ

  • Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών με τη φανέλα της Μίλαν σε όλες τις διοργανώσεις (902)
  • Είναι ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές στη Serie A (647)
  • Είναι ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές στα Κύπελλα Ευρώπης (175)
  • Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών με τη φανέλα της Μίλαν στο Champions League (139)
  • Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών σε τελικούς Champions League (έχει παίξει σε 8 όπως ο θρυλικός Χέντο της Ρεάλ Μαδρίτης)
  • Είναι ο νεότερος παίκτες που έχει φορέσει τη φανέλα της Μίλαν (σε ηλικία 16 ετών και 208 ημερών)
  • Είναι ο παίκτης με τη μεγαλύτερη θητεία στη Μίλαν: 24 χρόνια και 132 ημέρες
  • Έχει "γράψει" τα περισσότερα λεπτά  συμμετοχής σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου (2.216 λεπτά)
  • Είναι ο σκόρερ του γρηγορότερου γκολ σε τελικό Champions League (στα 50'' κόντρα στη Λίβερπουλ το 2005)
  • Είναι ο γηραιότερος που έχει σκοράρει σε τελικό Champions League (ήταν 36 ετών και 333 ημερών όταν σκόραρε με τη φανέλα της Μίλαν με αντίπαλο τη Λίβερπουλ)
  • Το 1999 ψηφίστηκε ο 21ο κορυφαίος παίκτης όλων των εποχών στη λίστα που δημοσίευσε το περιοδικό World Soccer με τους 100 σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα.

ΠΗΓΕΣ: sport24.gr - gazzetta.gr