Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Τιερί Τισό

Ο Γάλλος αριστερός ακραίος αμυντικός ή και μέσος Τιερί Τισό (Thierry Tusseau), γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1958, στο Νοϊσί-λε-Γκραντ, στο Σεντ Ντενί, το προάστιο του Παρισιού. Μεγαλωμένος ποδοσφαιρικά στη Ναντ, κέρδισε με το σύλλογο 3 πρωταθλήματα Γαλλίας, το 1977, το 1980 και το 1983 και το Γαλλικό Κύπελλο το 1979. Πήγε στη Μπορντό το 1983 και κέρδισε το πρωτάθλημα με το σύλλογο το 1984, το 1985 και το 1986. Μετά από δύο χρόνια στη Ρασίνγκ Ματρά στο Παρίσι, τελείωσε την καριέρα του το 1991 στη Ρέιμς. Κέρδισε 22 διεθνείς συμμετοχές με τη Γαλλία, όντας μέλος της όταν αυτή κατέκτησε τον ευρωπαϊκό τίτλο του 1984 και τη 3η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986


Ξεκίνησε από τα τμήματα υποδομής της Ναντ, το 1973. Προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα την επόμενη χρονιά και υπηρέτησε τον σύλλογο έως το 1983. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, κατέκτησε 3 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο Γαλλίας, φτάνοντας και μέχρι τους ημιτελικούς του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1980. Μεταγράφηκε στην Μπορντό, στην οποία έμεινε έως το 1986, κατακτώντας 2 πρωταθλήματα και ένα κύπελλο και στην Ευρώπη, πήγε έως τους ημιτελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1985.


Στη συνέχεια, από το 1986 έως το 1988, πήγε στην Ρασίγκ Ματρά του Παρισιού, αλλά λόγω της χρόνιας αδυναμίας της ομάδας της πρωτεύουσας για την κατάκτηση κάποιου τίτλου, την εγκατέλειψε και έκλεισε την καριέρα του στη Β’ γαλλική κατηγορία, με την Ρέιμς, το 1991, όταν και ο μεγάλος σύλλογος της Καμπανίας, κηρύχθηκε σε πτώχευση. Σε μια 14-ετή καριέρα, έπαιξε  412 παιχνίδια στη κορυφαία γαλλική Κατηγορία και σκόραρε 23 γκολ.


Ξεκίνησε να παίζει για τη εθνική Γαλλίας, στις 30 Μαρτίου του 1977, στο Δουβλίνο εναντίον της Ιρλανδίας (0-1). Ήταν βασικός, ως αμυντικός μέσος, από τον Μισέλ Ινταλγκό (Michel Hidalgo) στην Ομάδα που αναδείχθηκε Πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1984. Μετά την αποβολή του αριστερού μπακ, Μανουέλ Αμορός (Manuel Amoros), στον πρώτο αγώνα εναντίον της Δανίας, την θέση κάλυψε επάξια ο Ζαν-Φρανσουά Ντομέργκ (Jean-François Domergue), δίνοντας ένα επιπλέον εργαλείο στον Ινταλγκό.


Επιλέχθηκε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, από τον Ανρί Μισέλ (Henri Michel). Ωστόσο, λόγω της πληθώρας και της ποιότητας των αμυντικών μέσων αυτής της ομάδας, όπως ο Λουίς Φερναντέζ (Luis Fernandez) και ο Ζαν Τιγκανά (Jean Tigana), αλλά και το ότι ο Αμορός ήταν εξαιρετικός στις παρουσίες του, αναδεικνυόμενος σε κορυφαίο αριστερό μπακ της διοργάνωσης, τα περιθώρια να αγωνιστεί ήταν λίγα. Παρηγορήθηκε με την συμμετοχή στο παιχνίδι του μικρού τελικού εναντίον του Βελγίου. Έχει στο ενεργητικό του 22 συμμετοχές για τη Γαλλία, από το 1977 έως το 1986.

Από το 1991 ζει κοντά στο Μπορντό και εργάζεται ως αντιπρόσωπος πωλήσεων για μεγάλη οινοπαραγωγό εταιρεία (Lanson).

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1973: Noisy-le-Grand FC
  • 1973/74: Football Club de Nantes

Επαγγελματική καριέρα

  • 1974–1983: Football Club de Nantes, 295 (17)
  • 1983–1986: Football Club des Girondins de Bordeaux, 117 (6)
  • 1986–1988: Racing Club de France football Colombes 1892, 52 (1)
  • 1988–1991: Stade de Reims, 91 (2)

Total: 554 (26)

Διεθνής

  • 1977–1986: Γαλλία, 22 (0)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Nantes
  • Coupe Gambardella: 2 1974, 1975)
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 3 (1976/77, 1979/80, 1982/83)
  • Κύπελλο Γαλλίας: 1978/79
  • Κύπελλο Άλπεων: 1982

Με την Bordeaux
  • Πρωτάθλημα Γαλλίας: 2 (1983/84, 1984/85)
  • Κύπελλο Γαλλίας: 1985/86

Διεθνείς

Με την Γαλλία
  • Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα: 1984
  • Διηπειρωτικό Κύπελλο Εθνών: 1985
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 3η θέση το 1986


Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Πεπ Γκουαρντιόλα

Ο Ισπανός αμυντικός μέσος και αργότερα προπονητής Πεπ Γκουαρντιόλα (Josep "Pep" Guardiola Sala), γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1971, στο Σαντπεδόρ, ένα χωριό βόρεια της Μανρέσα στην κεντρική Καταλονία. Θεωρούμενος ως ένας από τους καλύτερους παίκτες της γενιάς του, ήταν ένας δημιουργικός και τεχνικά προικισμένος μέσος που αγωνιζόταν συνήθως ως αμυντικός μέσος. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του με την Μπαρτσελόνα, όντας μέλος της «Dream Team» του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff) που κέρδισε το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών του συλλόγου το 1992 και τέσσερις διαδοχικούς ισπανικούς τίτλους από το 1991 έως το 1994. Αργότερα ήταν ο αρχηγός της ομάδας από το 1997 έως το 2001. Στη συνέχεια έπαιξε για τη Μπρέσια και τη Ρόμα στην Ιταλία, την  Aλ-Αχλί στο Κατάρ και Ντοράντος στο Μέξικο. Παίζοντας στην Ιταλία, τιμωρήθηκε με ποινή 4 μηνών, επειδή βρέθηκε θετικός σε απαγορευμένες ουσίες, αν και αργότερα, το 2009, απαλλάχθηκε των κατηγοριών δύο φορές. Έκανε 47 διεθνείς εμφανίσεις για την Ισπανία, κερδίζοντας το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1992, ενώ αργότερα εμφανίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 και στο Euro του 2000. Έπαιξε επίσης φιλικούς αγώνες για την Καταλονία.


Μετά τη απόσυρσή του ως παίκτης, έγινε προπονητής της Μπαρτσελόνα Β και το 2008 διαδέχθηκε τον Φρανκ Ράικαρντ (Frank Rjikaard) ως πρώτος προπονητής της ομάδας. Κατά του πρώτη του σεζόν, οδήγησε τη Μπάρτσα στο τρεμπλ,  κερδίζοντας το πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ισπανίας, αλλά και το UEFA Champions League και έγινε έτσι ο νεότερος προπονητής που κέρδισε τον υπέρτατο ευρωπαϊκό διασυλλογικό τίτλο. Του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο του Κοινοβουλίου της Καταλονίας, η υψηλότερη τιμή τους και μέχρι το 2012 που αποχώρησε από τη Μπαρτσελόνα, κατέκτησε 14 από τα πιο σημαντικά εθνικά και διεθνή τρόπαια σε τέσσερα μόλις χρόνια.


Ανέλαβε προπονητής της Μπάγερν Μονάχου για τη σεζόν 2013/14 και στην πρώτη του σεζόν στο σύλλογο, κέρδισε την Μπουντεσλίγκα και το Κύπελλο Γερμανίας, το ευρωπαϊκό Super Cup και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA. Τελείωσε τη θητεία του στην Μπάγερν με επτά τρόπαια, κερδίζοντας τη Μπουντεσλίγκα και τις τρεις σεζόν που ήταν εκεί, συμπεριλαμβανομένων των δύο εγχώριων doubles. Θεωρείται από ποδοσφαιριστές, προπονητές και σχολιαστές ως ένας από τους καλύτερους προπονητές στον κόσμο.


Από πολύ μικρή ηλικία ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο και μετά τον Γυμναστικό Σύλλογο της Μανρέσα, τον λόγο είχε η Μπαρτσελόνα. Αργά και σταθερά βήματα. Πρώτα στους έφηβους, μετά τη δεύτερη ομάδα και μετά στο... καμάρι της περιοχής. Οι πρώτες επαγγελματικές παραστάσεις του έρχονται το δεύτερο μισό της σεζόν του 1990/91. Τότε, η Μπαρτσελόνα κάνει πλάκα στον ανταγωνισμό, τον διαλύει και κατακτά με άνεση το πρωτάθλημα. Με τον Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff) στο τιμόνι και με συμπαίκτες τον Χρίστο Στόιτσκοφ (Hristo Stoichkov), τον Χούλιο Σαλίνας (Julio Salinas), τον Ρόναλντ Κούμαν (Ronald Koeman), τον Γκιγιέρμο Αμόρ (Guillermo Amor), τον Χοσέ Μάρι Μπακέρο (José Mari Bakero), τον Τσίκι Μπεγκιριστάιν (Txiki Begiristain) και όλη την Ντριμ Τιμ, ο 20χρονος μέσος δεν θα μπορούσε παρά να διδαχθεί. Να ρουφήξει. Να μάθει και να δοκιμάσει.


Η επόμενη σεζόν είναι πιο δύσκολη. Οι «μπλαουγκράνα» παίρνουν και πάλι τον τίτλο, ξεπερνώντας στις λεπτομέρειες τις Ρεάλ και Ατλέτικο Μαδρίτης. Ο άπειρος Γκουαρντιόλα όμως μετατρέπεται σε ένα χρήσιμο γρανάζι της μεσαίας γραμμής. Το κοντέρ γράφει 26 συμμετοχές και η πιο σημαντική στιγμή έρχεται στις 20 Μαΐου του 1992. Η Μπαρτσελόνα σηκώνει στον ουρανό του Λονδίνου το πρώτο Τσάμπιονς Λιγκ της ιστορίας της και ο Γκουαρντιόλα μετά από χρόνια δηλώνει ότι αυτά τα 113 λεπτά που αγωνίστηκε θα τα θυμάται σε όλη τη ζωή του.


Αυτό που θα θυμούνται οι οπαδοί του είναι το ότι επρόκειτο τότε για τον άνθρωπο που ενσάρκωνε το όνειρο της Βαρκελώνης. Ο συνδετικός κρίκος μίας ομάδας που περιείχε κορυφαίους Καταλανούς και Βάσκους με εξαιρετικούς ξένους. Πέντε μήνες αργότερα, αρχίζει η διεθνής περιπέτεια του  -χαϊδευτικά αποκαλούμενου- Πεπ. Το ταξίδι με τους «Φούριας Ρόχας» δεν έμελε να του προσφέρει ποτέ κάποια μεγάλη διάκριση. Υπηρέτησε όμως το εθνόσημο ως τον Νοέμβριο του 2001. Ενώ η σχέση του με την ομάδα του ήταν αρμονική, αυτή με την εθνική Ισπανίας σημαδεύτηκε από ταραχές. Το 1994, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν εξαιρετικός. Το 1996, στο Ευρωπαϊκό της Αγγλίας, είχε τσακωθεί με τον Χαβιέ Κλεμέντε (Javier Clemente) και... δεν έδωσε βάση. Το 1998 στη Γαλλία δεν πήγε λόγω τραυματισμού αλλά το 2000 ήταν στις Κάτω Χώρες. Οι 48 συμμετοχές πάντως και τα πέντε γκολ σε εννέα χρόνια, σίγουρα δεν είναι απολογισμός που αρμόζει στο επίπεδό του.


Επιστρέφοντας στη συλλογική δράση, επόμενη χρονιά που τον σημάδεψε έντονα ήταν το 1997. Ενώ άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις από τη στιγμή που πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού από τον Χοσέ Μαρία Μπακέρο, τελείωσε με δάκρυ. Ένας επίμονος τραυματισμός στον δικέφαλο τον ταλαιπωρεί για έναν χρόνο. Στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1999 θα έχει ενεργό ρόλο αλλά η επόμενη διετία, στείρα από επιτυχίες ούσα, θα τον οδηγήσει στον ξενιτεμό. Το πλήρωμα του χρόνου για κάτι διαφορετικό είχε έρθει. Η Μπαρτσελόνα είχε μπει σε μία μεταβατική εποχή και εκείνος δεν ήθελε να περιέλθει σε τέλμα. Η Μπρέσια του προσέφερε νέα επαγγελματική στέγη. Τα χρήματα των «ροντινέλε» μπορεί να πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Η δυνατότητα θητείας στο πλευρό του Ρομπέρτο Μπάτζο όμως όχι.


Το ντεμπούτο του έγινε στην 7η αγωνιστική, στις 14 Οκτωβρίου. Για την ιστορία, Μπρέσια – Κιέβο 2-2. Ακολουθούν ακόμη τρία ματς πρωταθλήματος, ένα Κυπέλλου Ιταλίας, το φιλικό της Ισπανίας με το Μεξικό και μετά ο εφιάλτης. Στις 18 Νοεμβρίου, η Μπρέσια φιλοξενείται στο «Ρενάτο Κούρι» από την Περούτζια των Ζήση Βρύζα και Κώστα Λουμπούτη. Τέσσερις μέρες μετά, ανακοινώνεται ότι ο Ισπανός άσος έχει βρεθεί θετικός σε χρήση ναδρολόνης. Μαζί με τον Γιάπ Σταμ της Λάτσιο. Για το ματς το οποίο ήταν η μόλις δεύτερη συμμετοχή του, μία εκτός έδρας νίκη επί της Πιατσέντζα, στις 21 Οκτωβρίου.


Η ποινή που του επιβλήθηκε είναι τέσσερις μήνες. Όταν ο Γκουαρντιόλα κλήθηκε να σχολιάσει το περιστατικό, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Τόνισε πως θα αποδείκνυε την αθωότητά του. Μία μέρα πριν την απόφαση, ο συμπαίκτης του, Βιτόριο Μέρο, είχε χάσει τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Προτίμησε να σταθεί σε αυτό και στο ότι θα κατάφερνε να αποδείξει ότι τα αναβολικά δεν τον άγγιξαν ποτέ. Τον Μάρτιο επέστρεψε, τελείωσε τη σεζόν με έντεκα συμμετοχές, πήρε μεταγραφή για τη Ρόμα, πέρασε και δεν ακούμπησε, επέστρεψε στην Μπρέσια στο δεύτερο μισό της περιόδου και η ιστορία κάπου εδώ τελειώνει. Δύο χρόνια στην Αλ Αχλί και ένα πεντάμηνο στο Μεξικό δεν είναι το φινάλε που προσδοκούσε. Εκείνο το περιστατικό όμως τον στιγμάτισε.


Η υπόθεσή του δεν έκλεισε το 2002, οπότε και επέστρεψε από τιμωρία. Το 2005 του επιβλήθηκε ποινή επτάμηνης φυλάκισης με αναστολή. Τότε, η δικαίωση πήρε τον χαρακτήρα... Ιερού Αγώνα. Στις 23 Οκτωβρίου του 2007 ήρθε η μεγάλη στιγμή. Οι κατηγορίες άρθηκαν και το όνομα του Γκουαρντιόλα "καθάρισε". Στα 34 του πήγε στο Κατάρ και αγωνίστηκε για την Αλ Αχλί απορρίπτοντας προτάσεις ομάδων όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και έγινε ένας από τους σταρ που αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα της χώρας. Το 2006 πήγε στο Μεξικό αγωνιζόμενος για την ομάδα Ντοράδος για 6 μήνες. Στις 14 Νοεμβρίου του ίδιο έτους ανακοινώνει ότι τερματίζει την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής.


Ξεκίνησε την προπονητική καριέρα του από τη δεύτερη ομάδα της Μπαρτσελόνα. Στις 8 Μαΐου του 2008 ο πρόεδρος της Μπαρτσελόνα Χουάν Λαπόρτα ανακοίνωσε ότι ο Γκουαρδιόλα θα αντικαταστήσει τον Φρανκ Ράικαρντ ως πρώτος προπονητής της ομάδας. Υπέγραψε το συμβόλαιο του στις 5 Ιουνίου 2008. Την πρώτη του σεζόν ως προπονητής της Μπαρτσελόνα κέρδισε τρεις τίτλους: το Πρωτάθλημα Ισπανίας, το Κύπελλο Ισπανίας και το UEFA Τσάμπιονς Λιγκ και έγινε ο νεότερος προπονητής που κέρδισε τον υπέρτατο ευρωπαϊκό διασυλλογικό τίτλο. Στην αρχή της επόμενης σεζόν, κατέκτησε το Σούπερ καπ Ισπανίας εναντίον της Αθλέτικ Μπιλμπάο, το UEFA Σούπερ Καπ εναντίον της Σαχτάρ Ντονέτσκ και το Παγκόσμιο κύπελλο συλλόγων εναντίον της Εστουδιάντες Λα Πλάτα, κερδίζοντας έτσι το μέγιστο δυνατό, έξι τρόπαια μέσα σε ένα χρόνο. Στη συνέχεια της σεζόν 2009/10 αποκλείστηκε νωρίς από το Κύπελλο Ισπανίας και στους ημιτελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ από την Ίντερ του Ζοζέ Μουρίνιο που κατέκτησε το τίτλο αλλά ξανακατέκτησε το Ισπανικό πρωτάθλημα. Τη σεζόν 2010/11 η Μπαρτσελόνα με τον Γκουαρντίολα στην θέση του προπονητή κατέκτησε ξανά το Ισπανικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και Τσάμπιονς Λιγκ κερδίζοντας μέσα στην Αγγλία τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 3-1.


Στις 9 Ιανουαρίου 2012 αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής, μετά από σχετική ψηφοφορία της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Συγκέντρωσε ποσοστό της τάξης του 41.92% επί των ψήφων, έναντι 15.61% για τον Άλεξ Φέργκιουσον και 12.43% υπέρ του Ζοζέ Μουρίνιο. Στις 27 Απριλίου 2012 ο τότε 41χρονος προπονητής ανακοίνωσε στους ποδοσφαιριστές του την αποχώρησή του από τον καταλανικό σύλλογο, δίνοντας τέλος στην τετράχρονη παρουσία του στον πάγκο της πρώτης ομάδας. Κατέκτησε μέσα στην παραγωγική αυτή τετραετία 14 τίτλους: 3 πρωταθλήματα Ισπανίας, 2 Κύπελλο Ισπανίας, 3 Σούπερ Καπ Ισπανίας, 2 Τσάμπιονς Λιγκ, 2 Σούπερ Καπ Ευρώπης, 2 Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων.


Μετά από μια εκπαιδευτική περίοδο, η Μπάγερν Μονάχου ανακοίνωσε στις 16 Ιανουαρίου του 2013 ότι θα ενταχθεί στην ομάδα ως προπονητής για τη σεζόν 2013/14 μετά από την αποχώρηση του Γιουπ Χάινκες (Jupp Heynckes). Στην πρώτη του σεζόν στο σύλλογο, κατέκτησε την Μπουντεσλίγκα, το Κύπελλο Γερμανίας, το ευρωπαϊκό Super Cup και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA. Τελείωσε τη θητεία του στην Μπάγερν, κατακτώντας επτά τρόπαια, κερδίζοντας τη Μπουντεσλίγκα και τις τρεις σεζόν που ήταν στη πρωτεύουσα της Βαυαρίας, συμπεριλαμβανομένων των δύο εγχώριων doubles Από το καλοκαίρι του 2016, βρίσκεται στον πάγκο της Μάντσεστερ Σίτι.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • 1984–1990: Futbol Club Barcelona "B"

Επαγγελματική καριέρα

  • 1990–1992: Futbol Club Barcelona "B", 59 (5)
  • 1990–2001: Futbol Club Barcelona, 263  (6)
  • 2001/02: Brescia Calcio, 11 (2)
  • 2002/03: Associazione Sportiva Roma, 4 (0)
  • 2003: Brescia Calcio, 13 (1)
  • 2003–2005: Al-Ahli Sports Club, -Κατάρ, 18 (2)
  • 2005/06: Club Social y Deportivo Dorados de Sinaloa, -Μέξικο, 10 (1)

Σύνολο καριέρας: 378 (17)

Διεθνής

  • 1991: Εθνική Νέων Ισπανίας, 2 (0)
  • 1991/92: Εθνική Ελπίδων Ισπανίας, 12 (2)
  • 1992–2001: Ισπανία, 47 (5)
  • 1995–2005: Καταλονία, 7 (0)

Προπονητική καριέρα

  • 2007/08: Futbol Club Barcelona "B"
  • 2008–2012: Futbol Club Barcelona
  • 2013–2016: Fußball-Club Bayern München e. V.
  • 2016-         : Manchester City Football Club

Τίτλοι

Ως ποδοσφαιριστής

Με την Barcelona B
  • Πρωτάθλημα Β’ Κατηγορίας Ισπανίας: 1990/91

Με την Barcelona
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 6 (1990/91, 1991/92, 1992/93, 1993/94, 1997/98, 1998/99)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2 (1996/97, 1997/98)
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 4 (1991, 1992, 1994, 1996)
  • Κύπελλο Πρωταθλητριών: 1991/92
  • Κύπελλο Κυπελλούχων: 1996/97
  • Super Cup Ευρώπης: 2 (1992, 1997)

Διεθνείς

Με την Ισπανία
  • Ολυμπιακοί Αγώνες: 1η θέση –Χρυσό Μετάλλιο στην Βαρκελώνη το 1992

Ως προπονητής

Με την Barcelona B
  • Πρωτάθλημα 4ης Κατηγορίας Ισπανίας: 2007/08

Με την Barcelona
  • Πρωτάθλημα Ισπανίας: 3 (2008/09, 2009/10, 2010/11)
  • Κύπελλο Ισπανίας: 2 (2008/09, 2011/12)
  • Σούπερ Καπ Ισπανίας: 3 (2009, 2010, 2011)
  • UEFA Champions League: 2 (2008/09, 2010/11)
  • Super Cup Ευρώπης: 2 (2009, 2011)
  • Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων FIFA: 2 (2009, 2011)

Με την Bayern Munich
  • Πρωτάθλημα Γερμανίας: 2 (2013/14, 2014/15)
  • Κύπελλο Γερμανίας: 2013/14
  • Super Cup Ευρώπης: 2013
  • Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων FIFA: 2013

Προσωπικές Διακρίσεις

Ως ποδοσφαιριστής

  • Bravo Award: 1992
  • Ολυμπιακοί Αγώνες– Καλύτερος Ισπανός Ποδοσφαιριστής: 1992
  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 2000

Ως προπονητής

  • Καλύτερος Προπονητής για την Ισπανία από το περιοδικό «Don Balon»: 2 (2009, 2010)
  • Καλύτερος Προπονητής για την Ισπανία από την εφημερίδα «MARCA» (Miguel Muñoz Trophy): 2 (2008/09, 2009/10)
  • Καλύτερος Προπονητής του Κόσμου από το γαλλικό περιοδικό «Onze» (Onze d'Or): 3 (2009, 2011, 2012)
  • Καλύτερος Προπονητής του Κόσμου από το περιοδικό «World Soccer»: 2 (2009, 2011)
  • Καλύτερος Προπονητής του Κόσμου από το Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου:  2009, 2011
  • Προπονητής της Καλύτερης Ενδεκάδας του Έτους από την UEFA: 2 (2008/09, 2010/11)
  • Προπονητής της Χρονιάς για την Ισπανία: 4 (2009, 2010, 2011, 2012)
  • Προπονητής της Χρονιάς για τον Κόσμο από την FIFA: 2011

Τιμές

  • Χρυσό Μετάλλιο Ολυμπιακού Πνεύματος: 2010
  • Καταλανός της Χρονιάς: 2009



ΠΗΓΗ: contra.gr

Πίτερ Μπίρτσλι

Ο Άγγλος επιθετικός ή και προς το τέλος της καριέρας του, επιθετικός μέσος. Πίτερ Μπίρτσλι (Peter Andrew Beardsley), γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1961, στο Χέκξαμ της βορειοανατολικής Αγγλίας, περίπου 40 χλμ. δυτικά από το Νιούκαστλ. Σε μια καριέρα που διήρκεσε 20 ολόκληρα χρόνια, το 1987, έθεσε ένα ρεκόρ μεταγραφής στο αγγλικό ποδόσφαιρο και εκπροσώπησε τη χώρα του 59 φορές, μεταξύ του 1986 και του 1996, για μία φορά ως αρχηγός. Πήρε μέρος σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, αυτά του  1986 και του 1990 και στο Ευρωπαϊκό  Πρωτάθλημα του 1988. Σε συλλογικό επίπεδο, έπαιξε για τη Νιούκαστλ, τη Λίβερπουλ και την Έβερτον. Έχει επίσης θητείες με τη Καρλάιλ Γιουνάιτεντ, τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, τους Βανκούβερ Γουάιτκαπς, τη Μπόλτον, τη Μάντσεστερ Σίτι, τη Φούλαμ, τη Χάρτλπουλ και τους Μέλμπουρν Νάιτς. Διετέλεσε για μικρό χρονικό διάστημα, υπηρεσιακός προπονητής  της Νιουκάστλ το 2010.


Έμαθε τα μυστικά της μπάλας στις ακαδημίες της Νιούκαστλ. Οι άνθρωποι του συλλόγου, ωστόσο, δεν πείστηκαν για την αξία του και του έδειξαν την πόρτα της εξόδου! Υπέγραψε στην Καρλάιλ και δεν το μετάνιωσε. Τη σεζόν 1978/79 πραγματοποίησε το επαγγελματικό του ντεμπούτο με τους «Κούμπριανς», στους οποίους ανήκε ως το 1982, όντας βασικότατο στέλεχος της ενδεκάδας τους, συμμετέχοντας σε 104 αγώνες τους και σημειώνοντας 22 γκολ, ενώ το 1982 τους βοήθησε αποφασιστικά να προβιβαστούν στη Β’ κατηγορία!


 Μεταγράφηκε στην καναδική Βανκούβερ Ουάιτκαπς στις 9 Σεπτεμβρίου του 1982 αλλά η παραμονή του στη Βόρεια Αμερική ήταν σύντομη. Λίγες μόνο εβδομάδες μετά την άφιξή του, πήρε τον δρόμο της επιστροφής  πίσω στην Αγγλία, όταν ο Ρον Άτκινσον (Ron Atkinson) κατέβαλε 250.000 στερλίνες για να τον φέρει στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Συμμετείχε σε έναν μόλις αγώνα των «κόκκινων διαβόλων», σε μια ισοπαλία στο Λιγκ Καπ Αγγλίας εναντίον της Μπόρνμουθ, πριν επιστρέψει στο Βανκούβερ, με ελεύθερη μεταγραφή, την 1η Μαρτίου του 1983. Και πάλι η παραμονή του στη Βόρεια Αμερική ήταν σύντομη. Στις 23 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους , επαναπατρίστηκε, για λογαριασμό της Νιούκαστλ.


Αυτή τη φορά η τεχνική ηγεσία του συλλόγου τού έδειξε εμπιστοσύνη! Συμμετέχοντας βασικός στην πρώτη χρονιά, δίπλα στον Κέβιν Κίγκαν (Kevin Keegan), στην τελευταία χρονιά του ως ποδοσφαιριστής, βοήθησε στην άνοδο του συλλόγου στην Α’ Κατηγορία. Στην πρώτη του σεζόν στην πρώτη κατηγορία, σκόραρε 17 γκολ σε 38 παιχνίδια πρωταθλήματος. Κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου έπαιξε και στα 42 παιχνίδια  πρωταθλήματος της Νιούκαστλ, σκοράροντας 19 γκολ. Σε έναν αγώνα εναντίον της Γουέστ Χαμ, τελείωσε το παιχνίδι ως τερματοφύλακας! Το παιχνίδι έληξε με ήττα 1-8 για την Νιούκαστλ, με τον Μπίρτσλι να δέχεται τα τελευταία 3 γκολ.


Σε αυτήν την πρώτη επαγγελματική του θητεία στις «καρακάξες», που διήρκεσε ως το 1987, χρησιμοποιήθηκε σε 147 παιχνίδια και σημείωσε 61 τέρματα. Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις κέντρισαν το ενδιαφέρον της Λίβερπουλ, η οποία έσπευσε και τον έκανε δικό της. Ο Κένι Νταλγκλίς (Kenny Dalglish) έκανε εθνικό ρεκόρ, καταβάλλοντας ₤ 1.900.000 στερλίνες για την απόκτησή του.  Υπήρξε μέλος των «reds» για μία τετραετία και σε αυτό το διάστημα κατέγραψε 131 παρουσίες και 46 γκολ στο πρωτάθλημα. Μαζί με τον Τζον Όλντριτζ (John Aldridge) αποτέλεσαν ένα εξαιρετικό δίδυμο, που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την επιστροφή του Ίαν Ρας ( Ian Rush) από την Γιουβέντους.


Κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο, και τρία Τσάριτι Σιλντ. Συνολικά, με τους «κόκκινους» έπαιξε σε 175 αγώνες και σκόραρε 59 γκολ, αλλά η πονηριά του και το στυλ παιχνιδιού του, τον έκαναν προσφιλή στους οπαδούς, σε τέτοιο βαθμό που ψηφίστηκε, το 2006, στην 19η θέση στην δημοσκόπηση για τους 100 παίκτες που συγκλόνισαν την KOP, τη διάσημη κερκίδα της Λίβερπουλ,  που πραγματοποιήθηκε από την επίσημη ιστοσελίδα του συλλόγου! Πάνω από 110.000 φίλοι των «ρεντς» σε όλο τον κόσμο τον ψήφισαν στους 10 πιο αγαπημένους τους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών!


Στις 5 Αυγούστου του 1991, έναντι αμοιβής ₤ 1.000.000 στερλινών, μεταγράφηκε στην αιώνια αντίπαλο και συμπολίτισσα της Λίβερπουλ, την Έβερτον! Πήρε άφθονο χρόνο συμμετοχής στα δύο χρόνια που ήταν κάτοικος «Γκούντισον Παρκ», συμμετέχοντας σε 81 αγώνες και σημειώνοντας 25 γκολ. Στις 16 Ιουλίου του 1993, ο προπονητής πλέον της Νιούκαστλ, Κέβιν Κίγκαν, κατέβαλε ₤ 1.500.000 στερλίνες, για την απόκτηση του 32χρονου Μπίρτσλι.  Φόρεσε τη φανέλα της σε άλλες 129 συναντήσεις, με 47 γκολ, μέχρι το 1997. Κατόπιν και σε μονοετή ή και λιγότερο συμβόλαια, αγωνίστηκε σε 17 ματς με δύο γκολ στη Μπόλτον, σε 6 ματς με Μάντσεστερ Σίτυ, σε 21 παιχνίδια και 4 γκολ με τη Φούλαμ και 22 παιχνίδια και 2 γκολ για την Χάρτλπουλ. Κρέμασε τα παπούτσια του το 1999, στην ηλικία των 38 ετών, ως ποδοσφαιριστής της αυστραλιανής Μέλμπουρν Νάιτς, συμμετέχοντας σε 2 παιχνίδια τους.


Σε μια επαγγελματική σταδιοδρομία συνολικά 20 ετών στο αγγλικό ποδόσφαιρο, αγωνίστηκε σε 659 παιχνίδια πρωταθλήματος και σημείωσε 210 γκολ. Συνολικά έπαιξε σε 799 παιχνίδια και σημείωσε 238 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Είναι ο μόνος παίκτης που αγωνίστηκε στην κορυφαία Αγγλική κατηγορία και  για τους δύο μεγάλους συλλόγους του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ!


Χρίσθηκε 59 φορές διεθνής, και πέτυχε 9 τέρματα. Πήρε μέρος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988, όπου η Αγγλία αποκλείστηκε στους Ομίλους με 3 ήττες (1-2 όλες) και σε δύο Παγκόσμια Κύπελλα, αυτό του 1986 και σε αυτό του 1990, όπου κατέκτησε την τέταρτη θέση.

Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, διετέλεσε προπονητής της πρώτης και της δεύτερης ομάδας των «ανθρακωρύχων» αλλά και βοηθός του τεχνικού του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της πατρίδας του. Σήμερα κατέχει το πόστο του Υπευθύνου Ποδοσφαιρικής Ανάπτυξης στη Νιούκαστλ.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  • Newcastle United Football Club
  • Wallsend Boys Club

Επαγγελματική καριέρα

  • 1979–1982: Carlisle United Football Club, 104 (22)
  • 1982: Vancouver Whitecaps, 48 (20)
  • 1982/83: Manchester United Football Club, 1 (0)
  • 1983: Vancouver Whitecaps, 25 (8)
  • 1983–1987: Newcastle United Football Club, 147 (61)
  • 1987–1991: Liverpool Football Club, 131 (46)
  • 1991–1993: Everton Football Club, 81 (25)
  • 1993–1997: Newcastle United Football Club, 129 (47)
  • 1997/98: Bolton Wanderers Football Club, 17 (2)
  • 1998: (δανεικός) → Manchester City Football Club, 6 (0)
  • 1998: Fulham Football Club, 21 (4)
  • 1998/99: Hartlepool United Football Club, 22 (2)
  • 1999: Melbourne Knights Football Club, 2 (0)

Σύνολο καριέρας: 755 (237)

Διεθνής

  • 1991/92: Αγγλία B, 2 (0)
  • 1986–1996: Αγγλία, 59 (9)

Προπονητική καριέρα

  • 1999–2000: Αγγλία (βοηθός)
  • 2001–2011: Newcastle United Football Club Reserves
  • 2010: Newcastle United Football Club (υπηρεσιακός)
  • 2014– : Newcastle United Football Club Reserves
  • 2015: Newcastle United Football Club (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Liverpool
  • Πρωτάθλημα Αγγλίας: 2 (1987/88, 1989/90)
  • Κύπελλο Αγγλίας: 1989
  • Charity Shield: 3 (1988, 1989, 1990)

Διεθνείς

Με την Αγγλία
  • Παγκόσμιο Κύπελλο: 4η θέση το 1990
  • Κύπελλο Ράους: 3 (1986, 1988, 1989)
  • England Challenge Cup: 1991

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Καλύτερης Ενδεκάδας του Πρωταθλήματος από την Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών Αγγλίας: 4 (1987, 1988, 1990, 1994)
  • Μέλος του Hall of Fame του Αγγλικού Ποδοσφαίρου από το 2007

ΠΗΓΗ: balleto.gr

Τίμπορ Νίλαζι

Ο Ούγγρος επιθετικός και αργότερα μέσος Τίμπορ Νίλαζι (Tibor Nyilasi), γεννήθηκε στις 18  Ιανουαρίου του 1955, στην Βαρπάλοτα, της κεντρικής Ουγγαρίας, κοντά στη λίμνη Μπάλατον. Υπέγραψε με την Φερεντσβάρος το 1972 και έπαιξε εκεί μέχρι τη μεταγραφή του στην Αούστρια Βιέννης το 1983. Για την Ουγγρική Εθνική ομάδα έκανε 70 εμφανίσεις από το 1975 μέχρι το 1985, σκοράροντας 32 γκολ. Έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 (όπου είχε αποβληθεί στον αγώνα με την Αργεντινή ) και διοργάνωση του 1982. Μετά την απόσυρσή ως παίκτης διετέλεσε προπονητής της Φερεντσβάρος. Εργάστηκε για την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουγγαρίας και τακτικά εμφανίζεται ως αυθεντία στο ουγγρικό αθλητικό κανάλι «Sport TV».


Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο το 1966, στον αθλητικό σύλλογο της οργάνωσης Pioneer και το 1970, κλήθηκε στα τμήματα υποδομής της Φερεντσβάρος. Το  ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα έγινε στις 14 Μαΐου του 1973. Τις δύο πρώτες σεζόν έπαιξε σε μόλις τρία παιχνίδια. Η μεγάλη στιγμή ήλθε  τη σεζόν 1974/75, όταν η Φερεντσβάρος  έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, στο οποίο έχασε από την Ντιναμό Κιέβου. Η καλύτερη σεζόν της καριέρας του με την «Φράντε» ήταν η 1975/76, κατά την οποία η Φερεντσβάρος, μετά από οκτώ χρόνια, έγινε πρωταθλήτρια Ουγγαρίας.


Τον Δεκέμβριο του 1979, όντας αρχηγός της Φερεντσβάρος, ανακοίνωσε την αποχώρησή του λόγω των τραυματισμών που είχε την τελευταία τριετία. Άλλαξε γρήγορα την απόφασή του και επέστρεψε στη ενεργό δράση. Την σεζόν 1980/81 σκόραρε 30 γκολ και θα μπορούσε να πάρει το «Χρυσό Παπούτσι», αλλά ο Βούλγαρος Γκεόργκι Σλάβκοφ (Georgi Slavkov), που υπολειπόνταν του Νίλαζι κατά 3 γκολ, την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος Βουλγαρίας σημείωσε 4 γκολ και τελικά κέρδισε τον τίτλο. Με τα γκολ του Νίλαζι, η Φερεντσβάρος κατέκτησε ακόμη ένα πρωτάθλημα και ο ίδιος ψηφίστηκε ως ο Καλύτερος Παίκτης για το 1981 στην Ουγγαρία. Αγωνίστηκε  10 χρόνια για την Φερεντσβάρος, συμμετέχοντας  σε 243 αγώνες και σκόραρε 132 γκολ στο πρωτάθλημα Ουγγαρίας.


Το καλοκαίρι του 1983, με την άδεια της Ουγγρικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, πήγε στη Αούστρια Βιέννης και τη πρώτη σεζόν έγινε πρωταθλητής Αυστρίας και ο Πρώτος Σκόρερ του πρωταθλήματος. Αφού κατέκτησε ακόμη 2 πρωταθλήματα Αυστρίας και μια φορά το Κύπελλο, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, το 1988. Για τον  βιεννέζικο σύλλογο συμμετείχε συνολικά σε 155 επίσημους αγώνες και σκόραρε 111 γκολ. Για το πρωτάθλημα, συμμετείχε σε 120 παιχνίδια με 81 γκολ.


Έπαιξε  για πρώτη φορά με την ουγγρική εθνική ομάδα, στις 10 Αυγούστου του 1975 σε ένα φιλικό εναντίον του Ιράν στην Τεχεράνη. Σκόραρε το πρώτο γκολ για την εθνική ομάδα στις 24 Σεπτεμβρίου για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1976, εναντίον της Αυστρίας. Σημείωσε 5 γκολ εναντίον του Λουξεμβούργου, στις 19 Οκτωβρίου σε μια  νίκη με  8-1. Κατά τη διάρκεια του προκριματικού τουρνουά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978, ήταν από τους πιο σημαντικούς παίκτες της ομάδας. 


Στο πιο σημαντικό παιχνίδι, στις 30 Απριλίου του 1977 στη Βουδαπέστη, παρά το ασφυκτικό μαρκάρισμα από την σοβιετική άμυνα, σκόραρε το πρώτο γκολ στο 44ο λεπτό και η Ουγγαρία  κέρδισε με σκορ 2-1. Η ουγγρική ομάδα, στη συνέχεια νίκησε και την Βολιβία, σε αγώνες μπαράζ, με τον ίδιο να σκοράρει στο πρώτο παιχνίδι και πήγε  στα τελικά της Αργεντινής. Οι Ούγγροι ήταν στον «Όμιλο του Θανάτου» με αντιπάλους την Ιταλία,  τη Γαλλία και τους οικοδεσπότες Αργεντίνους. Συμμετείχε σε δύο αγώνες και σ’ αυτόν με την Αργεντινή, αποβλήθηκε μαζί με τον  Άντρας Τόροτσικ (András Törőcsik).


Παρέμεινε αρχηγός της ουγγρικής εθνικής ομάδας και μετά από 4 χρόνια, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, πήρε μέρος και στα τρία παιχνίδια της. Σημείωσε 2 γκολ στο τουρνουά  και τα δύο εναντίον  του Ελ Σαλβαδόρ που οι Ούγγροι κέρδισαν με 10-1, που είναι και ρεκόρ για τελική φάση διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αγωνίστηκε με την εθνική ομάδα στην προκριματική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984 και του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Λίγο πριν από την έναρξη της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μεξικό, τραυματίστηκε αλλά προσπάθησε να ανακάμψει, χωρίς αποτέλεσμα. Συμμετείχε σε 70 αγώνες για την Ουγγαρία και σκόραρε 32 γκολ. Σε 26 παιχνίδια ήταν ο αρχηγός της.


Μετά την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας, από το 1990 έως το 1994, ήταν προπονητής της Φερεντσβάρος, κατακτώντας  τρεις φορές το Κύπελλο και την περίοδο 1991/92 το πρωτάθλημα. Τη  δεύτερη φορά που εργάστηκε στην Φερεντσβάρος, το 1997/98, η ομάδα κατέκτησε τη δεύτερη θέση. Από το 2002 έως το 2007 εργάστηκε στην Ουγγρική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Εφηβική καριέρα

  •             –1972: Úttörőstadion SC

Επαγγελματική καριέρα

  • 1972–1983: Ferencvárosi Torna Club , 243 (132)
  • 1983–1988: Fußballklub Austria Wien, 120 (81)

Σύνολο καριέρας: 363 (213)

Διεθνής

  • 1975–1985: Ουγγαρία, 70 (32)

Προπονητική καριέρα

  • 1990–1994: Ferencvárosi Torna Club
  • 1997–1999: Ferencvárosi Torna Club
  • 2014/15: Ουγγαρία (βοηθός)

Τίτλοι

Συλλογικοί

Με την Ferencvárosi TC
  • Πρωτάθλημα Ουγγαρίας: 2 (1976, 1981)
  • Κύπελλο Ουγγαρίας: 3 (1974, 1976, 1978)
  • Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης: φιναλίστ το 1975

Με την Austria
  • Πρωτάθλημα Αυστρίας: 3 (1984, 1985, 1986)
  • Κύπελλο Αυστρίας: 1986

 Ως προπονητής

Με την Ferencvárosi TC
  • Πρωτάθλημα Ουγγαρίας: 1992
  • Κύπελλο Ουγγαρίας: 3 (1991, 1993, 1994)

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ Ουγγρικού Πρωταθλήματος: 1981
  • Πρώτος Σκόρερ Αυστριακού Πρωταθλήματος: 1984
  • Ασημένιο Παπούτσι: 1981


Ντέρεκ Σπενς

Ο Βορειοϊρλανδός κεντρικός επιθετικός Ντέρεκ Σπενς (Derek William Spenc) γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1952 στη πρωτεύουσα της Βορείου Ιρλανδίας, το Μπέλφαστ. Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην Κρουσέιντερ, για να συνεχίσει το 1971 στην Όλνταμ Αθλέτικ. Μεταγράφηκε στην Μπέρι, με την οποία έπαιξε πέντε περιόδους, τις περισσότερες από κάθε άλλη ομάδα στην καριέρα του. Το 1976/77 αγωνίστηκε στην Μπλάκπουλ και από κει ήλθε στον Ολυμπιακό για τον οποίο αγωνίστηκε με επιτυχία, σημειώνοντας μερικά σημαντικά γκολ, για μια σεζόν, τη 1977/78. Επέστρεψε στην Μπλάκπουλ, στην οποία αγωνίστηκε δύο σεζόν. Ταυτόχρονα κέρδισε μια θέση βασικού στην εθνική ομάδα, στην οποία έπαιξε 29 φορές και σημείωσε 3 γκολ. Ύστερα από περιπλανήσεις σε διάφορες ομάδες, τερμάτισε την επαγγελματική καριέρα του στην Μπέρι το καλοκαίρι 1983 σε ηλικία 31 ετών.


Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τις ακαδημίες της Ιρλανδικής Κρουσέϊντερς το 1966. Πολύ γρήγορα προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα, στην οποία αγωνίστηκε από το 1969 έως και το καλοκαίρι του 1971, όταν και μεταπήδησε στην Αγγλική Όλνταμ που αγωνιζόταν τότε στην 4η Κατηγορία. Δεν κατάφερε να αφήσει το στίγμα του εκεί και αγωνίστηκε σε μόλις 6 αγώνες, για να μετακινηθεί το καλοκαίρι του 1972 στην Μπέρι. Μετά από μια σεζόν όπου άφησε υποσχέσεις και χρίστηκε διεθνής με την εθνική Ελπίδων της Βόρειας Ιρλανδίας (16 συμμετοχές / 6 γκολ) έκανε δύο καταπληκτικές σεζόν στις οποίες αγωνίστηκε 86 φορές και πέτυχε 27 γκολ κάνοντας κάποιες πολύ καλές εμφανίσεις.


Στην ομάδα της ευρύτερης περιοχής του Μάντσεστερ παρέμεινε μια τετραετία (1972-1976) και πέτυχε 44 γκολ σε 140 συμμετοχές πριν μεταγραφεί στην Μπλάκπουλ τον Οκτώβρη του 1976. Ντεμπουτάρισε σχεδόν αμέσως, στις 16 Οκτωβρίου του 1976 απέναντι στην ανερχόμενη τότε Νότινγχαμ Φόρεστ του Μπράϊαν Κλαφ (Brian Clough) και ολοκλήρωσε τη σεζόν με 27 συμμετοχές και 3 γκολ. Η ομάδα του δεν απέφυγε τελικώς τον υποβιβασμό, ενώ ο ίδιος προς το τέλος της σεζόν τραυματίστηκε και έχασε την προετοιμασία της ομάδας. 


Βλέποντας την θέση του να απειλείται, ο ύψους 1,78 ξανθομάλλης επιθετικός αρχίζει να σκέφτεται το ενδεχόμενο της μεταγραφής. Η πρόταση που τον έκανε να το πάρει απόφαση ήρθε από τον Ολυμπιακό, αφού έβλεπε ότι θα είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει έναν τίτλο αγωνιζόμενος για πρώτη φορά στην καριέρα του στην μεγάλη κατηγορία κάποιου πρωταθλήματος, πέραν απ' το αρχικό του πέρασμα απ' τους Γουόντερερς της Ιρλανδίας. Σε μια κακή για τον Ολυμπιακό χρονιά, με την ομάδα να προσπαθεί ακόμη να συνέλθει από την αποχώρηση του Νίκου Γουλανδρή, μια διετία νωρίτερα και να τερματίζει εν τέλει 4η στο πρωτάθλημα, ο Σπενς αγωνίστηκε 25 φορές (21 αγώνες για το πρωτάθλημα και 4 για το κύπελλο) και πέτυχε 8 γκολ (6 στο πρωτάθλημα και 2 στο κύπελλο). Παρά την καλή παρουσία που είχε τόσο αυτός, όσο και ο έτερος ξένος της ομάδας, ο Δανός Νιλς Σόρενσεν (Niels Sørensen) αποχώρησαν από την ομάδα καθώς ο τότε προπονητής, Τόζα Βεσελίνοβιτς (Todor "Toza" Veselinović), ήθελε να τους αντικαταστήσει με άλλους παίκτες μεγαλύτερης αξίας.


Μετά τον Ολυμπιακό επέστρεψε στην Μπλάκπουλ στην οποία παρέμεινε μια διετία σημειώνοντας 18 γκολ σε 58 συμμετοχές. Παρέα με τον έτερο επιθετικό της Μπλάκπουλ, Τόνι Κέλοου (Tony Kellow) πέτυχαν τα μισά σχεδόν γκολ της Μπλάκπουλ. Όταν ρωτήθηκε για το πέρασμα του απ' την Ελλάδα, ο Σπενς απάντησε πως «μπορεί να έβγαλα στην Ελλάδα καλύτερα χρήματα απ' ότι έβγαζα στην Αγγλία, αλλά το γεγονός ότι αγωνίστηκα στην Ελλάδα μου στοίχισε τη θέση μου στην εθνική ομάδα και έτσι παρά τον εκπληκτικό κόσμο και τους συμπαίκτες μου που με αγαπούσαν, επέστρεψα στην Αγγλία». Στις 26 Δεκεμβρίου του 1979, σε έναν αγώνα με την Χαλ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε αρκετό καιρό έξω, με την Μπλάκπουλ να τον αποδεσμεύει και τον ίδιο μετά την ανάρρωση του να πηγαίνει στην Σάουθεντ που αγωνιζόταν στην 4η κατηγορία. Βοήθησε την ομάδα του να ανέβει κατηγορία, σημείωσε 32 γκολ σε 103 συμμετοχές και ξανακέρδισε τη θέση του στην εθνική.


Ακολούθησαν σύντομα περάσματα από την Ολλανδική Σπάρτα Ρότερνταμ (06/1982) στην οποία σημείωσε μόλις 2 συμμετοχές, για να ξενιτευτεί στο... Χονγκ Κονγκ (12/1982) και να παίξει αρχικά στην Σι Μπι Γιουνάϊτεντ και στη συνέχεια στην Χονγκ Κονγκ Ρέιντζερς. Στα 33 του χρόνια, επέστρεψε το καλοκαίρι του 1983 στην ομάδα που πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της καριέρας του, την Μπέρι, με την οποία αγωνίστηκε 13 φορές και σημείωσε το τελευταίο γκολ της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Συνολικά στα αγγλικά επαγγελματικά πρωταθλήματα αγωνίστηκε σε 348 ματς και πέτυχε 98 γκολ, στο ελληνικό πρωτάθλημα σε 21 ματς (6 γκολ), ενώ έπαιξε ακόμα σε 50 αγώνες (17 γκολ) διοργανώσεων κυπέλλων.


Ντεμπούτο με την εθνική ανδρών της Βόρειας Ιρλανδίας, έκανε στις 16 Μαρτίου του 1975, στο νικηφόρο 1-0 επί της Γιουγκοσλαβίας. Έκανε 29 διεθνείς συμμετοχές σημειώνοντας και 3 γκολ, μεταξύ αυτών και ένα πολύτιμο, στις 13 Οκτωβρίου του 1976 όταν ισοφάρισε την Ολλανδία στο τέλος του αγώνα μέσα στο Ρότερνταμ. Τερμάτισε την διεθνή του καριέρα το 1982, όταν ενημερώθηκε μέσω... Teletext ο ντεμπούτο τι ο τότε προπονητής της Βόρειας Ιρλανδίας τον είχε αφήσει εκτός Μουντιάλ.



Όταν σταμάτησε να αγωνίζεται, αρχικά έζησε στο Walmersley, κοντά στο Μπέρι κι έπειτα στο Hambleton του Lancashire, όπου διατηρούσε επιχειρήσεις. Όμως, δεν ξέχασε το ποδόσφαιρο. Δημιούργησε μια Σχολή Προπονητών κι ένα Sportslink (αθλητικό διαδικτυακό τόπο). Το 1990 ανέλαβε υπεύθυνος στο Σύλλογο Φιλάθλων της Μπλάκπουλ, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα.


PALMARES

Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)

Επαγγελματική καριέρα

  • 1969–1971: Crusaders Football Club, ? (?)
  • 1971–1972: Oldham Athletic Association Football Club, 6 (0)
  • 1972–1976: Bury Football Club, 140 (44)
  • 1976–1978: Blackpool Football Club, 27 (3)
  • 1978: Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, 21 (6)
  • 1978–1980: Blackpool Football Club, 58   (18)
  • 1980–1982: Southend United Football Club, 103 (32)
  • 1982: Sparta Rotterdam, ? (0)
  • 1982: Sea Bee Athletic Association, ? (?)
  • 1982–1983: Hong Kong Rangers Football Club, ? (?)
  • 1983–1984: Bury Football Club, 13 (1)

Σύνολο καριέρας: 348   (98)

Διεθνής

  • 1975–1982: Βόρεια Ιρλανδία, 29 (3)

Τίτλοι

Με τη Southend United
  • Πρωτάθλημα Δ’ Κατηγορίας Αγγλίας: 1980/81