Ο Έλληνας κεντρικός επιθετικός Θαλής Τσιριμώκος, γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1959, στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ποδοσφαιρικά ξεκίνησε στο Παγκράτι και συνέχισε στην Καλλιθέα. Αγωνιζόταν στη θέση του σέντερ φορ και ήταν ικανότατος σκόρερ. Τη σεζόν 1979/80 έπαιξε για στον ΠΑΣ Γιάννινα, όπου ανακηρύχθηκε 2ος Σκόρερ της Α' Εθνικής με 16 γκολ σε 31 εμφανίσεις. Την επόμενη χρονιά αγωνίστηκε στον Άρη Θεσσαλονίκης και το Δεκέμβριο του 1981 μεταγράφηκε στον ΟΦΗ, με τον οποίο τη χρονιά 1982/83 αναδείχθηκε 3ος σκόρερ στην Α' Εθνική με 17 γκολ σε 32 εμφανίσεις και τη χρονιά 1984/85 ήταν 2ος με 15 γκολ σε 30 εμφανίσεις. Το καλοκαίρι του 1986 μεταγράφηκε στον Απόλλωνα Αθηνών όπου και έκλεισε την καριέρα του το 1988. Σημείωσε συνολικά 62 γκολ στην Α' Εθνική.
Ξεκίνησε την αθλητική του καριέρα ως… μπασκετμπολίστας στα
εφηβικά του Παναθηναϊκού! Υπήρξε συμπαίκτης του σπουδαίου Τάκη Κορωναίου και μάλιστα
έχει και 2 συμμετοχές με την πρώτη ομάδα του Παναθηναϊκού! Προέβλεψε όμως ότι
δε θα προόδευε αν έμενε πιστός στην πορτοκαλί μπάλα, επιλέγοντας να αλλάξει
σπορ και να γίνει μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας του Παγκρατίου. Μια καριέρα
γεμάτη γκολ ξεκινούσε!
Ξεκινώντας λοιπόν από τον σύλλογο
της γειτονιάς του, έκανε αισθητή την παρουσία του στο ελληνικό ποδοσφαιρικό
στερέωμα. Ήταν ένας σέντερ φορ μεγάλης κλάσης, πολύ αποτελεσματικός. «Έφτιαξε»
το όνομά του με το Παγκράτι και το 1978, γύρισε στον Παναθηναϊκό, αυτή τη φορά
στο ποδοσφαιρικό τμήμα του! Αγωνίστηκε όμως μόνο σε λίγα φιλικά με το «τριφύλλι».
Γρήγορα έφυγε για την Καλλιθέα και από εκεί πήγε στον ΠΑΣ Γιάννενα.
Τη μια και μοναδική σεζόν που φόρεσε
τη φανέλα του «Άγιαξ της Ηπείρου», την 1979/80, τη τίμησε όσο λίγοι! Σοβαρός,
οξυδερκής, με σπάνια αίσθηση του γκολ, φορ υψηλού επιπέδου, σκοράριζε
ακατάπαυστα ανακηρυσσόμενος 2ος σκόρερ του πρωταθλήματος της Α'
Εθνικής με 16 γκολ σε 31 εμφανίσεις (μαζί με τον Γιώργο Κωστικό του ΠΑΟΚ), τα
περισσότερα που έχει πετύχει ποτέ παίκτης του μεγάλου συλλόγου των Ιωαννίνων
στο πρωτάθλημα της Α΄ Εθνικής, σε μια αγωνιστική περίοδο, πίσω μόνο από το
Ντούσαν Μπάγεβιτς (Dušan Bajević) της ΑΕΚ (με 25 τέρματα) και με τον ΠΑΣ εκείνη
τη χρονιά να έχει την 3η καλύτερη επίθεση του πρωταθλήματος!
Ο Άρης σπεύδει κι αποσπά την
υπογραφή του και την επόμενη περίοδο, 1980/81, αγωνίστηκε στους κιτρινόμαυρους
της Θεσσαλονίκης, τη φανέλα των οποίων φόρεσε για ενάμιση χρόνο. Πρόσφερε
πολλά, αφού πήγε για να δώσει λύσεις στο επιθετικό πρόβλημα της ομάδας. Πέτυχε
συνολικά 7 τέρματα σε 27 ματς, με σπουδαιότερο το γκολ επί της αγγλικής Ίπσουιτς
στο Kαυταντζόγλειο για το κύπελλο UEFA.
Τον Δεκέμβριο του 1981
μεταγράφηκε στον ΟΦΗ όπου τη περίοδο 1982/83 αναδείχτηκε 3ος σκόρερ στην
Α' Εθνική, με 17 γκολ σε 32 εμφανίσεις, ενώ για τη σεζόν 1984/85, ήταν ο 2ος
σκόρερ στο πρωτάθλημα της πατρίδας μας, με 15 γκολ σε 30 εμφανίσεις, μαζί με
τους Νίκο Αναστόπουλο του Ολυμπιακού, Δημήτρη Σαραβάκο του Παναθηναϊκού και Χόκαν
Σάντμπεργκ (Håkan Sandberg) της AEK. Πρώτος σκόρερ εκείνης
της περιόδου ήταν ο Θωμάς Μαύρος της ΑΕΚ με 27 τέρματα.
Ως παίκτης του ΟΦΗ, την 1η Απριλίου
του 1984, στο πλαίσιο της 26ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της
περιόδου 1983/84, σ’ ένα ματς, μάλλον αδιάφορο στο Στάδιο Καραϊσκάκη, αφού τα
τέρματα των Τάσου Μητρόπουλου και Τάκη Λεμονή δεν επρόκειτο να δώσουν παραπάνω
«χρώμα» στην αναμέτρηση,
στο 52ο λεπτό του αγώνα, έκανε μια κίνηση πρωτόγνωρη και για τότε,
αλλά και διαχρονικά! Ύστερα από μια επίθεση των Κρητικών από δεξιά, ο Γιάννης Πετράκης σέντραρε στο
ύψος της μικρής περιοχής και με έναν μόνο αντίπαλο προ της κενής εστίας ο Γιώργος
Βλαστός δεν είχε παρά, με μια απλή κεφαλιά, να στείλει την μπάλα στα δίχτυα του
Ολυμπιακού. Όμως, την τελευταία στιγμή πετάχτηκε ένα χέρι – χταπόδι, του Νίκου
Σαργκάνη και αποσόβησε το τέρμα, διώχνοντάς την, μέσα σε γενικό θαυμασμό, σε
κόρνερ!
Ο επιθετικός του ΟΦΗ, Θαλής
Τσιριμώκος που ακολουθούσε την φάση, μετά το αρχικό σάστισμα κατευθύνθηκε προς
το μέρος του διεθνούς τερματοφύλακα και τον ασπάσθηκε δις για την προσπάθειά
του! Ήταν μια σκηνή που έμεινε χαραγμένη στην μνήμη των 15.672 θεατών που την
παρακολούθησαν δια ζώσης, αλλά και σε όλους τελικά τους φιλάθλους, αφού έπαιζε
για καιρό ως σήμα εισόδου αθλητικών εκπομπών. Ήταν μια κίνηση πρωτόγνωρη για τα
ελληνικά δεδομένα, για την οποία τιμήθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας, με το
βραβείο «Fair Play»!...
Το καλοκαίρι του 1986 μεταγράφηκε
στον Απόλλωνα Αθηνών και μάλιστα παίζοντας σε… νέα θέση, αφού ο Γερμανός κόουτς
Γκερντ Πρόκοπ (Gerhard "Gerd" Prokop) τον έχρισε λίμπερο, εκμεταλλευόμενος
την τεράστια εμπειρία του! Το 1988 έκλεισε την καριέρα του ως παίκτης του
Απόλλωνα. Ο Θαλής Τσιριμώκος έπαιξε σε πάνω από 200 ματς Α’ Εθνικής και το όνομά
του φιγουράρει στην 77η θέση
της λίστας με τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών του πρωταθλήματος Α’
εθνικής με 66 γκολ. Σε ολόκληρη την ποδοσφαιρική του καριέρα, δεν δέχτηκε ποτέ
του την κόκκινη κάρτα!
Μετά το τέλος της καριέρας του, προσέφερε
πολλά και στον ΠΣΑΠ, του οποίου υπήρξε δραστήριο στέλεχος. Είναι κάτοχος
επαγγελματικού διπλώματος προπονητή από την UEFA, ασχολήθηκε (και ασχολείται)
επίσης με την προπονητική, έχει δουλέψει σε διάφορες ομάδες Β’, Γ’ και Δ’ Εθνικής,
ενώ έχει διατελέσει γενικός αρχηγός του ΠΑΣ Γιάννενα, ενώ προσέφερε και ως
συνεργάτης του Άγγελου Αναστασιάδη στον ΠΑΟΚ. Ο γιος του, Γιάννη Τσιριμώκος, είναι
διεθνής αθλητής στο χόκεϋ επί χόρτου.
Ο Γιουγκοσλάβος, σέρβικης καταγωγής, κεντρικός μέσος και αργότερα προπονητής, Μπόρα Μιλουτίνοβιτς (Velibor "Bora" Milutinović), γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1944 στη Μπάγινα Μπάστα, μια πόλη της Δυτική Σερβίας. Αυτός και ο Βραζιλιάνος, Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα (Carlos Alberto Gomes Parreira) είναι οι μόνοι δύο άνθρωποι στην Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία που έχουν οδηγήσει/προπονήσει πέντε (αριθμητικώς: 5) διαφορετικές ομάδες σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, με τον Μιλουτίνοβιτς να είναι ο μόνος προπονητής που το έχει πετύχει αυτό με πέντε διαφορετικές ομάδες και σε πέντε συνεχόμενα Παγκόσμια Κύπελλα: Μέξικο (1986), Κόστα Ρίκα (1990), Ηνωμένες Πολιτείες (1994), Νιγηρία (1998) και Κίνα (2002). Η χαρακτηριστική φιγούρα του, με τη φράντζα να πέφτει στα μάτια του, αλα δεκαετία 1970 και με τα τεράστια γυαλιά να καλύπτουν τα μάτια του, ο «Μάρκο Πόλο» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, είναι η μόνη εγγυημένη λύση για παρουσία στο μεγαλύτερο ραντεβού του αθλήματος!
Έχει χαρακτηριστεί «χρυσοθήρας», ιδιόρρυθμος, αντικοινωνικός. Σ’ αυτούς που τον κατηγορούν για «χρυσοθήρα», απαντά πως αν ήταν τέτοιος θα προτιμούσε να αναλάβει μια από τις χώρες του Περσικού Κόλπου που του πρόσφεραν το βάρος του σε χρυσό! Στους άλλους χαρακτηρισμούς, απλά απαντά ότι χρησιμοποιεί δικές του μεθόδους προσέγγισης στους παίκτες. Και ΠΑΝΤΑ έφερνε «Μπόρα» στα Παγκόσμια Κύπελλα, αφού είναι ο πρώτος προπονητής που οδήγησε 4 διαφορετικές ομάδες πέρα από τον πρώτο γύρο -όλους εκτός από την Κίνα- κερδίζοντας το παρατσούκλι «Miracle Worker» (Ο Θαυματοποιός), που του το κόλλησε για πρώτη φορά ο Άλαν Ρόθενμπεργκ (Alan Rothenberg), πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνολικά, ο Μιλουτινόβιτς προπόνησε 8 διαφορετικές εθνικές ομάδες. Θεωρείται ένας από τους Καλύτερους Προπονητές στον κόσμο και ΠΑΝΤΑ φροντίζει να επιβεβαιώνει τη φήμη αυτή!
O Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα και ο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς
Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η
μητέρα του πέθανε από φυματίωση αμέσως μετά τον πόλεμο. Ο ίδιος λέει ότι δεν
θυμάται απολύτως τίποτε από τους γονείς του. Ανατράφηκε από μια θεία του και
μεγάλωσε παίζοντας ποδόσφαιρο. Ως ποδοσφαιριστής, αγωνίστηκε για 7
διαφορετικούς συλλόγους, 2 στη Γιουγκοσλαβία, ένα στην Ελβετία, 3 στη Γαλλία
και τελείωσε τη σταδιοδρομία του στο Μέξικο, με τη Πούμας. Προέρχεται από οικογένεια
του ποδοσφαίρου, αφού ο ίδιος και τα δύο αδέλφια του, ο Μίλος (Miloš
Milutinović) και ο Μίλοραντ (Milorad Milutinović), έπαιξαν μαζί για την
Παρτιζάν Βελιγραδίου, όντας η μοναδική οικογένεια που πέτυχε κάτι τέτοιο στην
ιστορία του μεγάλου σέρβικου συλλόγου! Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα
στη στην ΟΦΚ Βελιγραδίου το 1959 και συνέχισε στην Παρτιζάν για μια εξαετία,
από το 1960 έως το 1966, έχοντας κι ένα ενδιάμεσο πέρασμα δανεικός στην ΟΦΚ. Στη
συνέχεια, κατά την περίοδο 1966/67, αγωνίστηκε στην ελβετική Βιντερτούρ πριν ενταχθεί
στη Μονακό, όπου έπαιξε 47 παιχνίδια στα οποία σκόραρε 3 γκολ για δύο σεζόν.
Ποδοσφαιριστής στη Πούμας
Πήγε το 1969 στη γαλλική Νις, τότε στη Β’ Κατηγορία, με την οποία
κατάφερε να κερδίσει το 1970 την άνοδο στην Ligue 1, στην πρώτη του σεζόν. Συνέχισε
για άλλη μία σεζόν με τον σύλλογο της γαλλική Ριβιέρα πριν επιστρέψει στη
γαλλική Β’ Κατηγορία, για λογαριασμό της Ρουέν. Ύστερα από μια σεζόν στην
Γαλλία, μετακόμισε στο Μέξικο, για την Πούμας, όπου και ύστερα από 4 χρόνια, το
1977, τελείωσε τη ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία, πριν αναλάβει ως προπονητής της,
με την οποία είχε και τη μεγαλύτερη θητεία του σε συλλογικό επίπεδο. Διήρκεσε
για μια εξαετία από το 1977 έως το 1983, κερδίζοντας αρκετούς τίτλους για το «Πανεπιστήμιο»,
ενώ αρκετοί από τους παίκτες της Πούμας στελέχωσαν την εθνική ομάδα του Μέξικο
στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986. Προπόνησε σε σύντομα διαστήματα πολλές ομάδες,
όπως την αργεντίνικη Σαν Λορέντζο για 8 αγώνες, το 1987 και στη συνέχεια την Ουντινέζε,
στην ιταλική Serie B για 9 αγώνες, τη σεζόν 1987/88. Ήταν προπονητής των
MetroStars στη Major League Soccer της Βορειοαμερικάνικης Λίγκας, τερματίζοντας
έκτος στην Ανατολική Περιφέρεια, έχοντας μάλιστα για το χειρότερο ρεκόρ νικών-ηττών
στην ιστορία του πρωταθλήματος (4 νίκες, 3 ισοπαλίες και 25 ήττες), το 1999. Είχε
επίσης και ένα σύντομο πέρασμα στο πρωτάθλημα του Κατάρ με την Αλ Σαντ τη
περίοδο 2004/05. Τη μεγαλύτερη επιτυχία του όμως την είχε ως προπονητής σε διεθνές
επίπεδο.
Προπονητής στη Πούμας
Ο Μπόρα Μιλουτίνοβιτς έχει οδηγήσει το Μέξικο στο Μουντιάλ του 1986, τη Κόστα Ρίκα το
1990, τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1994, τη Νιγηρία το 1998 και την Κίνα το2002!
Είναι επίσης ο πρώτος προπονητής που οδήγησε 4 διαφορετικές εθνικές ομάδες πέρα
από τη Φάση των Ομίλων, το Μεξικό το 1986, τη Κόστα Ρίκα το 1990, τις Ηνωμένες
Πολιτείες το 1994 και τη Νιγηρία το 1998, κερδίζοντας το παρατσούκλι «Miracle
Worker» (Ο Θαυματοποιός), που πρώτος του το κόλλησε ο Άλαν Ρόθενμπεργκ (Alan
Rothenberg), τότε πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Συνολικά, ο Μιλουτίνοβιτς έχει
προπονήσει 8 διαφορετικές εθνικές ομάδες!
Με τον Χούγκο Σάντσεζ, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μέξικο το 1986
Όντας προπονητής στην εθνική ομάδα του Μέξικο από το 1983
έως το 1986, οδήγησε τους «Αζτέκους» στα προημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου
του 1986, την υψηλότερη διάκριση για τη χώρα στη μέχρι τώρα ιστορία της σε
τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το Μεξικό αποκλείστηκε στα προημιτελικά από την μετέπειτα φιναλίστ, Δυτική Γερμανία στα πέναλτι.
Ανέλαβε τη Κόστα Ρίκα λίγο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο
του 1990 και την οδήγησε στον δεύτερο γύρο. Το 1990, προσελήφθη ως προπονητής
της Κόστα Ρίκα, μόλις 90 ημέρες πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας. Προέβη
σε σαρωτικές αλλαγές αυτό το τρίμηνο, φτάνοντας μέχρι την αποκαθήλωση και
εξοστρακισμό από την εθνική του αρχηγού της ομάδας και άλλων πρωτοκλασάτων
ποδοσφαιριστών! Η Κόστα Ρίκα κατάφερε να νικήσει 1-0 τη Σκωτία και 2-1 τη
Σουηδία, ηττώμενη μόνο από τη Βραζιλία με 0-1, πριν αποκλειστεί από την
Τσεχοσλοβακία, 1-4, στον Γύρο των «16»!
USA Coach Bora Milutinovic and US Soccer Federation General Secretary Hank Steinbrecher.
Ο Χανκ Σταϊνμπρέχερ (Hank Steinbrecher), γενικός
γραμματέας της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας των ΗΠΑ, διεξήγαγε τις συνεντεύξεις για
τη θέση προπονητή της εθνικής ομάδας. Κανένας Αμερικανός προπονητής δεν είχε
αποδείξει την αξία τους στη διεθνή σκηνή, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν
χάσει και τα 3 παιχνίδια στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1990, υπό
τον Μπομπ Γκάνσλερ (Bob Gansler). Όταν ξεκίνησε η αναζήτηση, το 1991, η έμφαση
δεν δόθηκε τόσο πολύ στην εμπειρία, αλλά για την εξεύρεση έναν προπονητή που θα
μπορούσαν να αποσπάσει και την τελευταία σταγόνα του δυναμικού από μια «ελαφριά»
θεωρητικά ομάδα και το όνομα του
Μιλουτίνοβιτς ήρθε ξανά και ξανά στο προσκήνιο, με «διαβατήριο» τις επιτυχίες
του με το Μέξικο και στη συνέχεια με την
Κόστα Ρίκα.
Ο Μιλουτίνοβιτς δεν άφησε καμιά αμφιβολία για το ποιος
κάνει κουμάντο στην ομάδα, όταν έκοψε δύο σημαντικά μέλη της ομάδας που θα
συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο, τον Πίτερ Βέρμες (Peter Vermes) και τον
Ντέσμοντ Άρμστρονγκ (Desmond Armstrong), μέλη του διοικητικού συμβουλίου της
εθνικής ομοσπονδίας! Προχώρησε ακόμη περισσότερο, κόβοντας και τον Μπρους Μάρεϊ
(Bruce Murray), κορυφαίο σκόρερ στην ιστορία της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ!
Οδήγησε την αμερικάνικη εθνική ομάδα στο
Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ. Σε αυτό το Μουντιάλ,
οι Αμερικανοί πέτυχαν τη πρώτη νίκη τους σε τελική φάση μετά το 1950 και
προχώρησε στον νοκ-άουτ γύρο του τουρνουά, για πρώτη φορά από το τη δεκαετία
του 1930. Παύθηκε των καθηκόντων του, στις 14 Απριλίου του 1995, λέγοντας ότι δεν
ήθελε να αναλάβει μέρος των διοικητικών καθηκόντων που επιθυμούσε η Ομοσπονδία.
Ανέλαβε αμέσως την εθνική ομάδα του Μέξικο, βοηθώντας να
κερδίσει τη πρόκριση για το Μουντιάλ του 1998, αυτός απολύθηκε το 1997, λίγους
μήνες πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο! Βρέθηκε όμως στη τελική φάση της διοργάνωσης,
αφού είχε αναλάβει την εθνική ομάδα της Νιγηρίας! Οι «σούπερ Αετοί» τερμάτισαν
πρώτοι στον όμιλό τους, καταγράφοντας μια αξιοσημείωτη νίκη 3-2 επί της
Ισπανίας, φτάνοντας τους γύρους νοκ-άουτ, όπου αποκλείστηκαν από τη Δανία στο
Γύρο των «16». Ήταν η 4η ομάδα που οδηγούσε σε Γύρο νοκ-άουτ τελικής
φάσης Παγκοσμίου Κυπέλλου, ένα ρεκόρ για τους προπονητές!
Όντας στην τεχνική ηγεσία της Κίνας από το 2000, τους
οδήγησε για πρώτη φορά στην ιστορία του σε τελική φάση Μουντιάλ, σε αυτό του
2002, στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις προηγούμενες εμφανίσεις
του, δεν μπόρεσε να προχωρήσει με την κινεζική ομάδα, άπειρη στην παγκόσμια
σκηνή, πέρα από τη φάση των ομίλων. Συνεχίζει να συνεργάζεται και να βοηθά τη
κινεζική εθνική ομάδα, ενώ διατηρεί και ένα
blog στην κινεζική ιστοσελίδα Sina.com.
Το καλοκαίρι του 2003, βρισκόταν σε σοβαρές
διαπραγματεύσεις για να αναλάβει, επιτέλους, την εθνική ομάδα της πατρίδας του, τη Σερβία. Παρά τις διάρκειας
ενός μήνα συζητήσεις με αξιωματούχους της Σέρβικης Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, τελικά
απέρριψε την προσφορά και σύντομα υπέγραψε για να την εθνική ομάδα της Ονδούρας. Τους οδήγησε στον πρώτο γύρο των προκριματικών της CONCACAF πριν παραιτηθεί
στις 30 Ιουνίου του 2004. Στις 16 Νοεμβρίου του 2006, ανακοινώθηκε ως επικεφαλής
προπονητής της Τζαμάικα, αλλά απολύθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 2007, μετά από μια
σειρά 6 διαδοχικών ηττών σε φιλικά. Οδήγησε
την εθνική ομάδα του Ιράκ στους αγώνες για το Κύπελλο Συνομοσπονδιών της FIFA του
2009, φέρνοντας 2 ισοπαλίες και μία ήττα.
Τα αδέλφια Μιλουτίνοβιτς: αριστερά ο Milorad, στη μέση ο Miloš και δεξιά ο Bora
Είναι παντρεμένος, με Μεξικάνα, με την οποία ήταν μαζί
από τη ποδοσφαιρική του θητεία, με τη Πούμας, μέσω της οποίας έχει αποκτήσει τη
μεξικάνικη υπηκοότητα. Σήμερα κατοικεί στο Κατάρ. Μιλάει άπταιστα αγγλικά,
ισπανικά και γαλλικά, καθώς και τη μητρική του γλώσσα, τα σέρβικα. Εκτός από το
ποδόσφαιρο, άλλο μεγάλο πάθος του είναι το σκάκι.
PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Εφηβική καριέρα
·1956–1958: Fudbalski Klub Partizan
Επαγγελματική καριέρα
·1958–1960: Omladinski Fudbalski Klub (OFK) Beograd,
15 (2)
·1960–1966: Fudbalski Klub Partizan, 40(3)
·1965/66: (δανεικός) → Omladinski Fudbalski Klub (OFK)
Beograd, 12 (3)
·1966/67:
Fussballclub Winterthur, 20(1)
·1967–1969: Association Sportive de Monaco
Football Club, 42 (3)
·1969–1971: Olympique Gymnaste Club de Nice Côte
d'Azur, 37 (0)
·1971/72:
Football Club de Rouen 1899, 11(0)
·1972–1976: Club de Fútbol Universidad Nacional (UNAM)
Pumas, 93 (12)
Σύνολο καριέρας: 270(24)
Προπονητική καριέρα
·1977–1983: Club de Fútbol Universidad Nacional (UNAM)
Pumas
Ο Έλληνας επιθετικός Χρήστος Δημόπουλος, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1959, στο χωριό Ξυλοκέρα του νομού Ηλείας, λίγο έξω από τον Πύργο. Έχοντας ξεκινήσει το 1978 από τον Παναιτωλικό για 2 χρόνια στη Β' Εθνική, το 1980 σε ηλικία 21 ετών αποκτήθηκε από τον ΠΑΟΚ, σκοράροντας 47 γκολ σε 112 αγώνες πρωταθλήματος με τον σύλλογο. Τον Ιούνιο του 1985, συνέχισε την καριέρα του στον Παναθηναϊκό, μέλος της ομάδας που, μαζί με τον Δημήτρη Σαραβάκο, τον Βαγγέλη Βλάχο, τον Γιάννη Κυράστα, τον Βέλιμιρ Ζάετς (Velimir Zajec), τον Χουάν Ραμόν Ρότσα (Juan Ramón Rocha) και μερικούς άλλους, γιγάντωσαν τους «πράσινους». Το 1990 υπέγραψε συμβόλαιο στον νεοφώτιστο τότε Αθηναϊκό, από τον οποίο αποχώρησε το 1993 κλείνοντας την επαγγελματική καριέρα του στη Β' εθνική με τη φανέλα της Καλαμάτας (1993/94). Αγωνίστηκε έναν ακόμη χρόνο, σε ερασιτεχνικό επίπεδο, με τον ΑΟ Πύργου την περίοδο 1994/95 στη Δ' Εθνική, όπου κατέκτησε το πρωτάθλημα του 3ου Ομίλου.
Υπήρξε ένας από τους Μεγαλύτερους και Ικανότερους Επιθετικούς που έβγαλε η Ελλάδα, γράφοντας τη δική του ιστορία στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Πολύ δυναμικός, ταχύς και με τρομερή εκρηκτικότητα, αποτέλεσε έναν από τους Καλύτερους Επιθετικούς των ελληνικών γηπέδων που μεγαλούργησε και δοξάστηκε! Κατέκτησε συνολικά 7 τίτλους, 3 πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα και 1 Σούπερ καπ στην καριέρα του, τον πρώτο (πρωτάθλημα) με τον ΠΑΟΚ και τους υπόλοιπους 6 με τον Παναθηναϊκό. Στην εθνική Ελλάδας αγωνίστηκε 10 φορές, όλες ως ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ, από το 1982 μέχρι το 1985. Είχε το παρατσούκλι «Φονιάς» που του κόλλησαν το 1982 οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, λόγω των πολλών γκολ που είχε σημειώσει τη χρονιά εκείνη με αντίπαλο την ΑΕΚ.
Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στον τοπικό Αίαντα Γαστούνης και σε επαγγελματικό επίπεδο, το 1978 σε ηλικία 20 ετών όταν αποκτήθηκε από τον
Παναιτωλικό. Με τον αγρινιώτικο σύλλογο αγωνίστηκε για 2 σεζόν στη Β' Εθνική,
ξεχωρίζοντας για την ευχέρειά του στο σκοράρισμα, πετυχαίνοντας 18 γκολ σε 63
εμφανίσεις. Η εκτελεστική του δεινότητα δεν πέρασε απαρατήρητη κι
έτσι το 1980, σε ηλικία 22 ετών έκανε το μεγάλο άλμα στην καριέρα του, καθώς
αποκτήθηκε από τον ΠΑΟΚ με σκοπό να αντικαταστήσει τον μόλις αποχωρήσαντα
επιθετικό της ομάδας, Κώστα Ορφανό που θα κατηφόριζε στον Πειραιά για
λογαριασμό του Ολυμπιακού. Αν και την πρώτη του σεζόν, με προπονητή τον Γκιούλα
Λόραντ (Gyula Lóránt), είχε ελάχιστες συμμετοχές, η δεύτερη ήταν εκπληκτική,
αφού σκόραρε 14 γκολ σε 31 αγώνες πρωταθλήματος, η δε τρίτη ξεχωριστή, καθώς
του έμεινε το παρατσούκλι «Φονιάς». Του το κόλλησε ο Χάινς Χέερ (Heinz Heer -προπονητής
του ΠΑΟΚ τις σεζόν 1981/82 και 1982/83), από την προετοιμασία ακόμα. Όταν η ομάδα επέστρεψε στη
Θεσσαλονίκη, οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν « …έχετε βρει το γκολ;» κι εκείνος
απάντησε « …έχουμε βρει κίλερ!». Να σημειωθεί ότι τη σεζόν 1982/83, ο Χρήστος Δημόπουλος,
με αντίπαλο την ΑΕΚ, σε 4 αγώνες (έναν πρωταθλήματος, δύο Κυπέλλου και έναν
φιλικό), είχε πετύχει συνολικά 11 γκολ σε βάρος της «Ένωσης», που κατά άλλους
είναι και η αιτία που του βγήκε αυτό το παρατσούκλι!
Με 12 γκολ σε 28 ματς, συνέβαλε στην κατάκτηση του
πρωταθλήματος της περιόδου 1984/85,
ωστόσο στις 20 Ιουνίου του 1985, το κλίμα στις τάξεις του ΠΑΟΚ διαταράχθηκε,
όταν έγινε γνωστό ότι βρέθηκε στην Αθήνα για να συζητήσει πιθανή μεταγραφή του
στον Ολυμπιακό. Δεν αποδέχθηκε την πρόταση ανανέωσης που του κατέθεσε ο ΠΑΟΚ, ο
οποίος του πρόσφερε 13.000.000 δρχ., αλλά ο Δημόπουλος ζητούσε 23.000.000, ποσό
τεράστιο για τα οικονομικά δεδομένα των πρωταθλητών. Τότε οι παίκτες είχαν
δικαίωμα να πάρουν μεταγραφή, όταν συμπλήρωναν πενταετία σε ένα σύλλογο. Έτσι, ο Βάλτερ Σκότσικ (Walter ‘’Schani’’
Skocik -ο Αυστριακός προπονητής του δικεφάλου) τον απέκλεισε από την αποστολή
για τον τελικό κυπέλλου με αντίπαλο την Λάρισα. Το ίδιο βράδυ, ο Δημόπουλος
επέστρεψε και μια μέρα αργότερα, ο ΠΑΟΚ αναχώρησε για την Αθήνα για το τελικό
του Κυπέλλου, όπου και διασύρθηκε από τους Θεσσαλούς με 1-4!
Στην Αθήνα, τον Χρήστο Δημόπουλο περίμενε ο αδερφός του,
Θανάσης, που ήταν παίκτης του Παναθηναϊκού. Ξαφνικά τα δύο αδέλφια έκαναν
μεταβολή και εξαφανίστηκαν…! Λίγες ώρες αργότερα έγινε γνωστό ότι είχε υπογράψει
στο «τριφύλλι»! «Ευχαριστώ τους Βαρδινογιάννηδες που μου έδωσαν την ευκαιρία να
παίξω μαζί με τον αδελφό μου», είπε αργότερα ο άσσος του πράσινων. Ως
«κάτοικος» Τούμπας, σκόραρε 47 φορές σε 112 ματς και με τον ΠΑΟΚ αγωνίστηκε
μόνο στον τελικό Κυπέλλου Ελλάδος του 1983, στο 0-2 από την ΑΕΚ. Το 1981 ήταν
στον πάγκο της ομάδας, στο 1-3 από τον Ολυμπιακό, ενώ το 1985 εγκατέλειψε την
αποστολή την παραμονή του τελικού προκειμένου να υπογράψει το νέο του συμβόλαιο
με τον Παναθηναϊκό. «Ήταν τα αδέρφια μου εκεί. Περισσότερο γι' αυτό», ήταν η
απάντησή του, όταν ρωτήθηκε γιατί επέλεξε τη Παιανία και όχι το Ρέντη. Στον
Παναθηναϊκό αγωνίστηκε από το 1985 έως το 1990, πανηγυρίζοντας 2 πρωταθλήματα
(1985/86 και 1989/90) και 3 Κύπελλα Ελλάδος (1985/86, 1987/88, 1988/89).
Σκόραρε και στους 3 τελικούς Κυπέλλου που αγωνίστηκε με
το «τριφύλλι»! Το 1986, στο 4-0 επί του Ολυμπιακού, με κατά μέτωπο επίθεση (η
εκρηκτικότητά του ήταν ίσως το βασικό του προσόν), το 1989 με πέναλτι, όταν με
προπονητή τον Γκίντερ Μπένγκτσον (Gunder Bengtsson), ο Παναθηναϊκός κατέκτησε
για 11η φορά στην ιστορία του το κύπελλο με σκορ 3-1 επί του
Πανιωνίου και ενδιάμεσα, στον περίφημο τελικό του 1988, στη νίκη με 4-3 στα
πέναλτι (κανονική διάρκεια 1-1 και 2-2 στην παράταση), πάλι επί του αιωνίου
αντιπάλου, που έμεινε στην ιστορία ως «Ο Τελικός του Κοσκωτά». «Ήταν
διαφορετικό ματς. Ο κόσμος ήταν πορωμένος λόγω Κοσκωτά και βέβαια, τα πάντα αποδείχθηκαν στην πορεία.
Θυμάμαι όταν ανεβήκαμε πάνω για να πάρουμε τα μετάλλια που μου είπε ο Κοσκωτάς "Α,
ρε Χρηστάρα, τι μου έκανες...;"»! Αυτό που είχε κάνει, ήταν να σκοράρει
στο 102ο λεπτό της παράτασης, να ισοφαρίσει σε 2-2 και κατ' επέκταση
να στείλει το ματς στη διαδικασία των πέναλτι, όπου ο ίδιος είχε ευστοχήσει και
στο 3ο πέναλτι της ομάδας του!
Ο συγκεκριμένος τελικός είχε πολλά πρόσωπα και
αναμφίβολα, ήταν εκείνος με τη μεγαλύτερη διαπλοκή! Ο Κοσκωτάς
"γλυκοκοίταζε" δύο παίκτες του Παναθηναϊκού, αντίπαλο δέος δεν ήταν
όποιος κι όποιος, αλλά ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, ενώ οι φήμες περί δωροδοκίας
παικτών του «τριφυλλιού» για να έχουν μειωμένη απόδοση έδιναν κι έπαιρναν. Η
ένταση ήταν έκδηλη, ο Παναθηναϊκός είχε μείνει με 10 παίκτες από το 79' λόγω
αποβολής του Κώστα Μπατσινίλα και μέχρι το 102' της παράτασης, όλα τα γκολ
είχαν σημειωθεί με πέναλτι. Ο Ολυμπιακός προηγείτο 2-1, όταν ο Δημόπουλος
ισοφάρισε και στους πανηγυρισμούς ξέσπασε με άσεμνες χειρονομίες.
«Οι χειρονομίες δεν είχαν αποδέκτες τους οπαδούς του
Ολυμπιακού, αλλά κάποιους συγκεκριμένους που βρίσκονταν στις εξέδρες και με
διάφορους τρόπους διέβαλαν ή είχαν σκοπό να διαβάλλουν τον Παναθηναϊκό», είπε
σχετικά ο άνθρωπος που οδήγησε το ματς στα πέναλτι, προτού προσθέσει: «Φανταστείτε
τι θα λέγανε και τι θα γράφανε αν χάναμε. Ότι έπιασε την μπάλα με το χέρι ο
Βαμβακούλας, ότι ο Κοσκωτάς αυτό, ότι εμείς το άλλο...» Για τους μη γνωρίζοντες,
ο Νίκος Βαμβακούλας είχε πιάσει την μπάλα εντός περιοχής στο 96ο
λεπτό, υποστηρίζοντας ότι είχε ακούσει σφύριγμα από το διαιτητή και ο
αείμνηστος Χουάν Χιλμπέρτο Φούνες (Juan Gilberto Funes Baldovino), απλώς έκανε
το χρέος του από την άσπρη βούλα, δίνοντας προσωρινό προβάδισμα στην ομάδα του
Πειραιά.
Τη περίοδο 1987/88, στο Κύπελλο UEFA, ο Χρήστος Δημόπουλος πραγματοποίησε
εκπληκτικές εμφανίσεις με τον Παναθηναϊκό, φθάνοντας μέχρι τα προημιτελικά
προκαλώντας τον θαυμασμό της κοινής γνώμης με τη σπουδαία πορεία που διέγραψε. Αρχικά,
πέταξαν εκτός την Οσέρ (2-0, 2-3), ενώ ακολούθησε το έπος με την πρόκριση επί
της πανίσχυρης Γιουβέντους. Έχοντας… προίκα το εκπληκτικό τέρμα του Δημήτρη Σαραβάκου
στο ΟΑΚΑ, το «τριφύλλι» πήγε στο Τορίνο
και με ένα γκολ φωτοβολίδα στο 49΄ του αιώνιου «μικρού» και ένα του Δημόπουλου
στο 53ο λεπτό, προκρίθηκε στη φάση των "16", παρά την εν
τέλει ήττα της ομάδας με 3-2! Ήταν ίσως το πιο ξεχωριστό της καριέρας του.
Σκαστό σουτ από πλάγια θέση, έπειτα από μακρινό φάουλ, έχοντας γράψει το 1-2
στο "Κομουνάλε" του Τορίνο! Στην ιστορία του ποδοσφαίρου δεν έχουν
καταγραφεί πολλά τέτοια τέρματα! Ο ορισμός της εκτέλεσης! «Εντάξει, αυτά που
ζήσαμε δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις. Πιστέψαμε στις δυνάμεις μας και τα
καταφέραμε», σχολιάζει με σεμνότητα ο «Φονιάς»! Εν συνεχεία, απέκλεισαν και την
Ουγγρική Χόνβεντ με το ανεπανάληπτο 5-1 στην Αθήνα, παρά το βαρύ 2-5 της
Βουδαπέστης! Αποκλείστηκαν στους προημιτελικούς από την βελγική Μπριζ με 2-2
και 0-1
Το 1990 υπέγραψε τριετές συμβόλαιο στον νεοφώτιστο τότε
στην Α' Εθνική, Αθηναϊκό, από τον οποίο αποχώρησε το 1993 σε ηλικία 35 ετών, σημειώνοντας
21 γκολ σε 60 ματς. Τρία περίπου χρόνια μετά τον περίφημο «Τελικό του Κοσκωτά» και
συγκεκριμένα στις 10 Φεβρουαρίου του 1991, ο νεοφώτιστος Αθηναϊκός, με γκολ του
Χρήστου Δημόπουλου, ισοφάριζε 2-2 τον Ολυμπιακό, ένα τέταρτο πριν από το φινάλε
ενός αγώνα πρωταθλήματος στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Η έκβαση του ματς και το
παρελθόν του επιθετικού των «λόρδων», προκάλεσε την οργή δεκάδων «ερυθρόλευκων»
οπαδών, οι οποίοι εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο και τον κυνήγησαν. «Δεν είχα
σκοπό να τους προσβάλλω», επανέλαβε λακωνικά ο «Φονιάς». Ήταν επίσης φιναλίστ
του Κυπέλλου Ελλάδος και με τον Αθηναϊκό το 1991, στις ήττες 0-3 και 1-2, στους
διπλούς, τότε, τελικούς από τον Παναθηναϊκό. Αλησμόνητη και σπουδαιότερη στιγμή
με τη φανέλα του ιστορικού Αθηναϊκού, ήταν οι μονομαχίες με την πανίσχυρη και
κάτοχο του Κυπέλλου Κυπελλούχων, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Μάλιστα ο Αθηναϊκός απέσπασε
0-0 καις τα δυο ματς, αλλά λύγισε μετά από υπερπροσπάθεια στο τέλος της
παράτασης (0-2 στο Ολντ Τράφορντ)!
Έκλεισε την επαγγελματική του καριέρα στη Β' Εθνική με τη
φανέλα της Καλαμάτας (1993/94). Αγωνίστηκε έναν ακόμη χρόνο, σε ερασιτεχνικό
επίπεδο, με τον Α.Ο. Πύργου, τη περίοδο 1994/95, στη Δ' Εθνική, όπου κατέκτησε
το πρωτάθλημα του 3ου ομίλου της εν λόγω κατηγορίας. Με τις 3 ομάδες
με τις οποίες αγωνίστηκε για 13 περιόδους στην Α' Εθνική, είχε συνολικά 284
συμμετοχές πετυχαίνοντας 108 γκολ, ενώ με τις δύο ομάδες του σε 3 χρονιές στη
Β' Εθνική είχε άλλες 81 συμμετοχές, σημειώνοντας 26 γκολ.
Στην εθνική Ελλάδας, αγωνίστηκε 10 φορές, όλες ως
ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ. Η πρώτη του συμμετοχή είχε γίνει στις 20 Ιανουαρίου του
1982, σ’ έναν φιλικό αγώνα με αντίπαλο την Πορτογαλία στο γήπεδο της Νέας
Φιλαδέλφειας, με προπονητή τον Χρήστο Αρχοντίδη. Η διεθνής αυλαία έπεσε στις 19
Μαΐου του 1985, με αντίπαλο την Πολωνία στο Ολυμπιακό Στάδιο, για την
προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986, με προπονητή τον Μίλτο
Παπαποστόλου.
Είναι αξιοσημείωτο ότι τα δύο μικρότερα αδέλφια του (ο Θανάσης
και ο Σπύρος), υπήρξαν επίσης επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αγωνιζόμενοι κι
αυτοί στη θέση του επιθετικού. Ο Χρήστος και ο Θανάσης, υπήρξαν συμπαίκτες για
δυόμισι χρόνια στον Παναθηναϊκό. Έχει αποθεωθεί από χιλιάδες Παοκτσήδες, αλλά
και έχει αποδοκιμαστεί, όπως π.χ. στο θριαμβευτικό δικό του χατ τρικ (ΠΑΟΚ-ΠΑΟ
2-3) την περίοδο 1986/87. «Το κόρνερ που μπαίνει γκολ δεν είναι κάτι απλό», λέει ο
Δημόπουλος, ενθυμούμενος πως σε αγώνα με αντίπαλο τον Ηρακλή το 1984 (1-1) ο ημίθεος
Βασίλης Χατζηπαναγής είχε ανοίξει το σκορ με τον ίδιο τρόπο, ενώ ο Δημόπουλος
ισοφάρισε και εκείνος από το σημείο του κόρνερ.
Ο Κύπριος κεντρικός αμυντικός Δημήτρης Κύζας, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1953, στο Παραλίμνι, τον μεγαλύτερο δήμο του ελεύθερου τμήματος της επαρχίας Αμμοχώστου, δίπλα στην ομώνυμη λίμνη στα νοτιοανατολικά της Μεγαλονήσου. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από την Ένωση Νέων Παραλιμνίου το 1971 και το 1976 ήλθε στην Ελλάδα για τον Παναθηναϊκό. Ξεχώριζε λόγω των έξοχων ικανοτήτων του, καθώς ήταν ένας καθαρός, συνεπής αμυντικός, που εξουδετέρωνε τον αντίπαλο, χωρίς να τον εξοντώνει, χάρη στην αγωνιστική πειθαρχία που τον διέκρινε. Μετά από μεγάλη καριέρα στους «πράσινους», το 1981 πήγε στην ΠαναχαΪκή και την επόμενη χρονιά, για μια σεζόν, στον ΟΦΗ. Επέστρεψε στην Παναχαϊκή για να κρεμάσει τα παπούτσια του το 1989. Σπουδαίος κεντρικός αμυντικός στην εποχή του και σπάνιος χαρακτήρας, άφησε τη στάμπα του στο πρωτάθλημά μας. Φόρεσε 9 φορές την φανέλα της εθνικής Κύπρου και σημείωσε ένα γκολ. Είναι μέλος και έχει διατελέσει και πρόεδρος του συνδέσμου Παλαιμάχων Παναχαϊκής. Σήμερα είναι μόνιμος κάτοικος Πατρών, διατηρώντας ξενοδοχειακή επιχείρηση.
Ξεκίνησε από το 1967 και αγωνιζόταν ήδη στην Ένωση Νέων Παραλιμνίου, όντας μέλος της
μεγάλης ομάδας της περιόδου 1974/75, της καλύτερης περιόδου της Ένωσης όλων των
εποχών, η οποία εκτός από φιναλίστ του Κυπέλλου και δευτεραθλήτρια Κύπρου,
ανακηρύχθηκε και ως η καλύτερη άμυνα της Ευρώπης εκείνης της ποδοσφαιρικής
περιόδου! Στο τέλος αυτής της σεζόν, στα 22 του χρόνια, άφησε τη γενέτειρά του και
τον τοπικό ποδοσφαιρικό σύλλογο, προκειμένου να έλθει στην Αθήνα για λογαριασμό
του Παναθηναϊκού! Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό που σημάδεψε όχι μόνο την
καριέρα του, αλλά ολόκληρη τη ζωή του, ήταν η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.
Στις 20 Ιουλίου του 1974, απολυόταν έχοντας συμπληρώσει 24 μήνες στον στρατό
και την ίδια μέρα έγινε η εισβολή, με αποτέλεσμα η θητεία του να παραταθεί
άλλους 10 μήνες! Πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό ήταν το λιγότερο! .... Υπηρετούσε
στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Αμμοχώστου και η πιο τραγική στιγμή που έζησε,
διαδραματίστηκε την 1η Αυγούστου, όταν ευρισκόμενος στο προαύλιο νοσοκομείου μαζί με άλλους
30 περίπου φαντάρους, μία ρουκέτα τρύπησε τον τοίχο και 6-7 παιδιά
σκοτώθηκαν. Συνολικά, κινδύνευσε 5 φορές να χάσει τη ζωή του, καθώς ήταν
μάχιμος στην πρώτη γραμμή του πολέμου! Δηλώνει ότι ...
«Έχω σκοτώσει για να
υπερασπιστώ την πατρίδα και τη ζωή μου κι όσα έζησα τότε δεν πρόκειται ποτέ να
σβήσουν από τη μνήμη μου»!
Ο Δημήτρης Κύζας, δεύτερος από δεξιά
Ο προπονητής που τον βοήθησε περισσότερο στην καριέρα του
ήταν ο Τσεχοσλοβάκος Σβιάτοπλουκ Πλούσκαλ (Svatopluk Pluskal), ο οποίος υπήρξε σπουδαίος κεντρικός
αμυντικός και ήταν αυτός που του έμαθε τα μυστικά της θέσης! Στο Παραλίμνι
έμεινε για μία πενταετία και για να έλθει στον Παναθηναϊκό, τον βοήθησε ο
Πανίκος Ιακώβου, την περίοδο που ήταν προπονητής της Εθνικής Κύπρου. Γνώριζε
προσωπικά τον σκάουτερ της ομάδας, τον Δημήτρη Θεοφάνη και του είπε να τον παρακολουθήσει σε ένα
ματς. Αυτό ήταν! Τον είδε, του άρεσε, ήρθε στην Αθήνα και συμφώνησε με τον
Αντώνη Μαντζαβελάκη!
Τελικός κυπέλλου Κύπρου (6 Ιουλίου 1975): Από αριστερά προς τα δεξιά: Δήμος Κωνσταντίνου, Δημήτρης Κύζας, Γιάννης Μέρτακκας, Λούκας Παπαλούκας, Γιαννάκης Χειμώνας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κυριάκος Τσούκκας, Σιαλής Τσούκκας, Αιμίλιος Μαυρουδής, Γιώργος Βλίττης, Δημήτρης Οικονόμου (Κούδας).
Στον Παναθηναϊκό, ήρθε το καλοκαίρι του 1975, μαζί με το άλλο μεγάλο αστέρι της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, τον μεσοεπιθετικό Δημήτρη Λούκα Οικονόμου, ή αλλιώς «Κούδα», ο οποίος έμεινε στον Παναθηναϊκό μέχρι το 1977! Την πρώτη χρονιά δεν αγωνίστηκε γιατί υπήρχε πρόβλημα με την έκδοση του δελτίου του. Έκανα προπονήσεις μαζί με την υπόλοιπη ομάδα και έπαιζε στα φιλικά. Αγωνιζόταν δίπλα σε παίκτες όπως ο Μίμης Δομάζος, ο Αντώνης Αντωνιάδης, ο Άνθιμος Καψής, ο Κώστας Ελευθεράκης, ο Βασίλης Κωνσταντίνου και άλλους, μία φουρνιά μεγάλων ποδοσφαιριστών, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί σε τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης και προκαλούσαν δέος! Όταν πήγε στην ομάδα, όμως δεν τον υποτίμησε κανείς τους! Αντίθετα, τον βοήθησαν να προσαρμοστεί και δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα έχουν επικοινωνία μεταξύ τους και καλές σχέσεις!
Η ομάδα της περιόδου 1979/80. Ο Δημήτρης Κύζας, όρθιος, 2ος από αριστερά
Οι «πράσινοι», ήταν η πρώτη ομάδα του διεθνούς αμυντικού
εν Ελλάδι. Η περίοδος κατά την οποία ο Κύπριος αμυντικός κατέφθασε στο
«τριφύλλι» χαρακτηρίζεται ως «μεταβατική», με τον ίδιο πάντως, να καθιερώνεται
σχεδόν αμέσως στο αρχικό σχήμα. Έχοντας πλάι του άλλα… τρία «Κ» (Βασίλης Κωνσταντίνου,
Νίκος Κόβης, Άνθιμος Καψής), είχε καθοριστική συμβολή στην κατάκτηση του νταμπλ
του 1977, συνεργαζόμενος άψογα με τους συμπαίκτες του αμυντικούς! Το πρωτάθλημα,
ουσιαστικά κατακτήθηκε ύστερα από την ισοπαλία στην Τούμπα, μπροστά σε 45.000
κόσμο, ενώ στο Κύπελλο, στον ημιτελικό της Λεωφόρου, απέκλεισαν τον Ολυμπιακό,
τον Ιούνιο του 1977, με νίκη 2-1 στη παράταση, σ’ ένα ματς που τα είχε όλα! Σασπένς,
όμορφα γκολ, αποβολές, αλλά και μετά το τέλος του αγώνα, έξω από το γήπεδο φιλάθλους
και των δύο ομάδων να συνομιλούν μεταξύ τους!
Με τον ΠΑΟ το 1979. Επάνω: Αχιλλέας Ασλανίδης, Βασίλης Κωνσταντίνου, Νίκος Κόβης, Δημήτρης Κίζας, Τάκης Ελευθεριάδης, Κώστας ΕλευθεράκηςΚάτω: Βάλτερ Βάγκνερ, Σπύρος Λιβαθηνός, Όσκαρ Αλβαρέζ, Χρήστος Τερζανίδης, Στέλιος Στεφανάκης
Από τους αντίπαλους επιθετικούς, τους πιο δύσκολους στην
αντιμετώπιση, θεωρεί τον Ντούσαν Μπάγεβιτς (Dušan Bajević), τον Τάσο Μητρόπουλο, τον Δημήτρη Γκέσιο του Ηρακλή, αλλά
και τον Μάικ Γαλάκο! Κατέκτησε κι ένα Βαλκανικό Κύπελλο όσο ανήκε στον
Παναθηναϊκό. Σε 4 σεζόν αγωνίστηκε σε 79
ματς και πέτυχε 4 γκολ. Την περίοδο 1980/81, παραχωρήθηκε στη Παναχαϊκή, παραμένοντας
για ένα χρόνο στην Πάτρα και την επόμενη σεζόν πήρε μεταγραφή στον ΟΦΗ, τον 3ο
εν Ελλάδι σταθμό του, ύστερα από επιθυμία του Θεόδωρου Βαρδινογιάννη. Τότε στον
ΟΦΗ προπονητής ήταν ο Νίκος Αλέφαντος, ο οποίος μεν τον ήθελε, αλλά δεν κατάφεραν
να βρουν κώδικα επικοινωνίας! Δεν έμεινε πολύ στην Κρήτη, μόλις μια περίοδο και
ξαναγύρισε στην πρωτεύουσα της Αχαΐας και την Παναχαϊκή, το 1982, για να μην
ξαναφύγει ποτέ ξανά από εκεί!
Απ’ όταν επέστρεψε στην πατρινή ομάδα, έως το 1989, όταν
και κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια, «ανεβοκατέβαινε» ανάμεσα στην Α’ και
τη Β’ Εθνική μαζί της. Αυτό το γεγονός δεν τον άφησε να φανεί όσο θα ήθελε.
Διετέλεσε πάντως αρχηγός της Παναχαϊκής, ενώ ήταν σταθερός σε απόδοση και εκ
των πολυτιμότερων παικτών της, μπαίνοντας έτσι στο πάνθεο των άσων που φόρεσαν
τη μελανέρυθρη φανέλα της!
Από τα 17 του κιόλας χρόνια, είχε φορέσει τη φανέλα της
εθνικής Κύπρου. Συμπλήρωσε 22 συμμετοχές με το εθνόσημο, εκ των οποίων οι 9
επίσημες, σκοράροντας 2 φορές, το ένα απ’ τα γκολ αυτά μάλιστα, το πέτυχε με
αντίπαλο την εθνική μας ομάδα και στον… συμπαίκτη του στον Παναθηναϊκό,
τερματοφύλακα Βασίλη Κωνσταντίνου! Κλήθηκε και στο ελληνικό αντιπροσωπευτικό
συγκρότημα, έχοντας όμως ήδη χριστεί διεθνής με την Κύπρο, στάθηκε αδύνατο να
φορέσει την φανέλα της Ελλάδος.
Μετά το τέλος της πλούσιας καριέρας του, κι έχοντας
«ριζώσει» πια στην Πάτρα, ασχολήθηκε λίγο με την προπονητική, με τη διδασκαλία
σε σχολείο, καθώς και με επιχειρηματικές δραστηριότητες, διατηρώντας
ξενοδοχειακή επιχείρηση. Έχει διατελέσει και πρόεδρος του συνδέσμου των
παλαιμάχων ποδοσφαιριστών της πατρινής ομάδας!
PALMARES
Περίοδος: Σύλλογος, Συμμετοχές (Γκολ)
Εφηβική καριέρα
·1967-1971:
Ένωσις Νέων Παραλιμνίου
Επαγγελματική καριέρα
·1971-1975:
Ένωσις Νέων Παραλιμνίου, 135
·1975-1981:
Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος, 78
·1981/82:
Παναχαϊκή Γυμναστική Ένωσις 1891
·1982/83:
Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου (ΟΦΗ), 4
·1983-1989:
Παναχαϊκή Γυμναστική Ένωσις 1891
Διεθνής
·Κύπρος:
9 (1)
Τίτλοι
Με το Παραλίμνι
·Πρωτάθλημα
Κύπρου: επιλαχών 1974/75
·Κύπελλο
Κύπρου: φιναλίστ: 2 (1973/74, 1974/75)
Με τον Παναθηναϊκό
·Πρωτάθλημα
Ελλάδας: 1976/77
·Κύπελλο
Ελλάδας: 1976/77
·Βαλκανικό
Κύπελλο συλλόγων: 1977
Με την Παναχαϊκή
·Πρωτάθλημα
Β’ Εθνικής Ελλάδος: 2 (1983/84, 1986/87)
Τμήματα του κειμένου αποτελούν -ουσιαστικά- μεταφορά, σε
τρίτο πρόσωπο, της συνέντευξης του Δημήτρη Κύζα στον δημοσιογράφο Σάββα Λιβάνιο,
την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου του 2013, στην εξαιρετική στήλη της
"Ελευθεροτυπίας" με τίτλο "Σαν παλιό σινεμά". Εμπλουτίστηκε
και με άλλα στοιχεία, που βρήκα στο balleto.gr . Οι φωτογραφίες που αφορούν το Παραλίμνι, αντλήθηκαν από εδώ